Ευρετήριο Άρθρου

(κοσμικό όνομα Валентин Феликсович Войно-Ясенецкий, Βαλεντίν Βόϊνο-Γιασενέτσκι)


αγιος ΛουκαςΓεννήθηκε το 1877 στο Κέρτς της Κριμαίας. Παντρεύτηκε τη νοσοκόμα Άννα Βασιλίγιεβνα με την οποία απέκτησαν 4 παιδιά. Σε ηλικία 38 ετών έχασε τη σύζυγό του από φυματίωση. Δεν ξαναπαντρεύτηκε, και επισκεπτόταν τον τάφο της συχνά όταν το επέτρεπαν οι συνθήκες της ταραχώδους ζωής του.

Το 1920 εξελέγη καθηγητής της ανατομίας και χειρουργικής στο Πανεπιστήμιο της Τασκένδης. Σε όλη του τη ζωή ήταν από λίγο έως εξαιρετικά φτωχός, καθώς είτε ο μισθός του ήταν μικρός, είτε βρισκόταν στη φυλακή, είτε όταν του πρόσφεραν χρήματα για κάποια θεραπεία υποδείκνυε άλλα πρόσωπα και ζητούσε τα χρήματα να δοθούν απ' ευθείας σε αυτά.

Το επιστημονικό έργο του
Ο άγιος Λουκάς ως ιατρός δημοσίευσε σαράντα επιστημονικά έργα. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα πρώτα 12 χρόνια της δραστηριότητάς του είχε ήδη δημοσιεύσει τα δεκαεννέα από τα σαράντα έργα του. Τον απασχολούσε πολύ η γενική αναισθησία, που όπως έλεγε, την εποχή εκείνη «ήταν πολύ πιο επικίνδυνη από την ίδια τη χειρουργική επέμβαση». Γύρω στο 1909 κατάφερε να βρει έναν απλό και σίγουρο μαζί τρόπο να γίνεται ένεση στο σημείο εξόδου του ισχιακού νεύρου από τον κλωβό της λεκάνης, και τρόπο εφαρμογής της μεθόδου αυτής της τοπικής αναισθησίας στην άκρα χείρα. Με τη δική του μέθοδο έκανε 538 εγχειρήσεις με μεγάλη επιτυχία. Τότε ήταν 33 ετών.

Έκανε μεγάλες ανακαλύψεις σε αντίξοες συνθήκες. Το επαρχιακό νοσοκομείο του χωριού Ρομάνοφκα - οι κάτοικοι του οποίου μεθούσαν συχνά δημιουργώντας αιματηρά επεισόδια, ενώ ασθένειες σύφιλης και πνευμονίας θέριζαν τον πληθυσμό - δεχόταν κάθε χρόνο 31.640 ασθενείς, σύμφωνα με τα επίσημα έγγραφα. Οι γιατροί δέχονταν 25-30 ασθενείς την ώρα, και πολλές φορές παραπάνω. Οι χώροι ήταν φρικτοί, μικροί και αποπνικτικοί, ώστε πολλοί λιποθυμούσαν, και στο ίδιο δωμάτιο τρεις γιατροί δέχονταν ταυτόχρονα τρεις διαφορετικούς ασθενείς. Έπειτα από τη βάρδια στο νοσοκομείο έπρεπε να επισκέπτονται με το άλογο τα χωριά, να εξετάζουν ασθενείς και να κάνουν επιτόπου χειρουργικές επεμβάσεις. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο Βαλεντίν εργαζόταν εντατικά στα εξωτερικά ιατρεία, περιόδευε στα χωριά και ανέλαβε και το χειρουργικό τμήμα. Μέσα σ' ένα χρόνο έκανε 300 χειρουργικές επεμβάσεις, την εμπειρία από τις οποίες δημοσίευσε σε μια μικρή μελέτη. Παράλληλα κατά την περίοδο των αδειών του στη Μόσχα συνέχιζε τις μελέτες του για την τοπική αναισθησία. Γράφει ο ίδιος: «Δούλευα από το πρωί ως το βράδυ στο Ινστιτούτο του καθηγητή Καρουζίν και στην έδρα της περιγραφικής ανατομίας. Εκεί μελέτησα περίπου 300 κρανία και βρήκα έναν πρωτόγνωρο τρόπο να γίνεται η ένεση στον δεύτερο κλάδο του τριδύμου νεύρου, στην άμεση έξοδό του από το στρογγυλό τμήμα.»

Ο καθηγητής Όππελ, μαθαίνοντας τις συνθήκες εργασίας του και τις επιστημονικές έρευνες και μελέτες του, έγραψε τα εξής: «Κάποιος συνάδελφός του μου είπε ότι ο Βόινο-Γιασενέτσκι ζητούσε από τις αρχές να χρηματοδοτήσουν το νοσοκομείο για να αγοραστούν κάποια μηχανήματα. Όταν είδε ότι η απάντηση ήταν αρνητική, αποφάσισε ν' αγοράσει με το φτωχό μισθό του ένα μικροσκόπιο και άλλα μηχανήματα. Έτσι μπορούσε να κάνει τις δικές του αναλύσεις και έρευνες σε μία τόσο πρώιμη εποχή, όταν εμείς αρχίσαμε τέτοιες έρευνες στη δεκαετία του '40!»

Ένα κλασικό έργο του, το οποίο εκδόθηκε το 1934 είναι το βιβλίο Δοκίμια για την χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων, το οποίο τιμήθηκε με το Βραβείο Στάλιν, την κορυφαία διάκριση της προπολεμικής Ρωσίας. Το βιβλίο άνοιγε νέους ορίζοντες στην ιατρική της εποχής, και παρότι στις τρεις πρώτες εκδόσεις κυκλοφόρησε σε 60.000 αντίτυπα, κάθε φορά χρειαζόταν να ανατυπωθεί. Ο καθηγητής Ζήκωφ έγραφε το 1954:

«Τα βιβλία του Βόινο-Γιασενέτσκι είχαν μεγάλη σημασία για μας τους μελλοντικούς επιστήμονες. Είχαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον διότι συνοδεύονταν από σκίτσα και φωτογραφίες κι έτσι είχαμε καλύτερη εικόνα για το πώς εφαρμόζονται στην πράξη οι μέθοδοί του. Ο ίδιος είχε φωτογραφική μηχανή και φωτογράφιζε την πορεία της εγχείρησης όταν χρειαζόταν. Τα σκίτσα του ήταν αξιοθαύμαστα. Εδώ έβλεπες πόσο καλός ζωγράφος ήταν και με πόση ακρίβεια ζωγράφιζε τα διάφορα όργανα του ανθρώπου.»

Όμως στο βιβλίο αυτό δεν φαινόταν μόνο η επιστημονική κατάρτιση του συγγραφέα, αλλά και η αγάπη του για τους ασθενείς. Σε ένα σημείο γράφει: «Ξεκινώντας την εξέταση, ο γιατρός πρέπει να έχει υπόψη του όχι μόνο την κοιλιακή χώρα, αλλά τον ασθενή εξ ολοκλήρου, τον οποίο δυστυχώς οι γιατροί συνήθως αποκαλούν 'περίπτωση'. Ο άνθρωπος φοβάται και είναι απελπισμένος, η καρδιά του σπαρταρά, όχι μόνο με την κυριολεκτική σημασία της λέξης, αλλά και με τη μεταφορική της σημασία. Γι' αυτό πρέπει να δυναμώσετε την καρδιά του όχι μόνο με κάμφορα ή digulen, αλλά πρέπει να απαλλάξετε τον ασθενή από το άγχος και την ψυχολογική φόρτιση. Ο ασθενής δεν πρέπει να δει το χειρουργικό τραπέζι, τα έτοιμα εργαλεία, τους ανθρώπους με ιατρικές μπλούζες, με τις μάσκες στα πρόσωπα και τα γάντια στα χέρια. Κοιμίστε τον εκτός του χώρου του χειρουργείου. Επίσης φροντίστε να είναι ζεστός καθ' όλη τη διάρκεια της εγχειρήσεως, διότι είναι πάρα πολύ σημαντικό.»

Οι κριτικές γι' αυτό το βιβλίο είναι ενθουσιώδεις ακόμα και στα πρόσφατα χρόνια. Το 1977 ο Β.Η. Κολεσώφ έγραφε στο Δελτίο Χειρουργικής ότι «από τότε, εδώ και 40 χρόνια, κανένα λίγο πολύ σημαντικό έργο για τη χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων δεν γράφτηκε χωρίς παραπομπές στα 'Δοκίμια' και στον συγγραφέα τους», ενώ το 1996 ο καθηγητής στρατιωτικής Ιατρικής Ακαδημίας Πετρούπολης Αλέξανδρος Βαβύλωφ είπε χαρακτηριστικά: «Αν δεν ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Λουκάς, η χειρουργική μας θα ήταν πενήντα χρόνια πίσω!».

Ο γιατρός ως Χριστιανός
Ο άγιος Λουκάς ήταν πάντοτε πιστός Χριστιανός. Δεν έχανε λειτουργία και παρακολουθούσε όρθιος όλες τις παννυχίδες και τους όρθρους, τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις ημέρες των ορθοδόξων γιορτών. Στο χειρουργείο είχε πάντα την εικόνα της Παναγίας μπροστά στην οποία προσευχόταν για λίγα λεπτά πριν από κάθε επέμβαση. Έπειτα, μ' ένα βαμβάκι ποτισμένο στο ιώδιο, έκανε το σημείο του σταυρού στο σώμα του ασθενούς, εκεί που θα γινόταν η τομή. Μόνο μετά από αυτά έλεγε με επισημότητα «το νυστέρι». Οι άθεοι συνάδελφοί του γρήγορα τον συνήθιζαν και δεν έδιναν σημασία, ενώ οι θρησκευόμενοι τα έβρισκαν αυτά πολύ φυσικά.

Όμως στις αρχές του 1920 μια από τις επιτροπές ελέγχου του νοσοκομείου όπου εργαζόταν τότε, έδωσε εντολή να ξεκρεμάσουν την εικόνα της Παναγίας, με αποτέλεσμα ο άγιος Λουκάς να αρνείται να μπει στο χειρουργείο. Παράλληλα η σύζυγος ενός από τα στελέχη του κόμματος εισήχθη στο νοσοκομείο ως έκτακτο περιστατικό, και ζητούσε να χειρουργηθεί μόνο από τον Βόινο-Γιασενέτσκι, κι έτσι ο σύζυγός της του υποσχέθηκε ότι αν η εγχείρηση γινόταν, την επόμενη μέρα η εικόνα θα ήταν στη θέση της. Η εγχείρηση έγινε κι ήταν επιτυχής, και ο σύζυγος της άρρωστης κράτησε την υπόσχεσή του.

Οι διώξεις εναντίον του
Το 1921 ο Βαλεντίν Βόινο-Γιασενέτσκι χειροτονήθηκε ιερέας και αργότερα (1923) Επίσκοπος Τασκένδης. Από τότε συνδύαζε ποιμαντικά και ιερατικά καθήκοντα. Παρέμεινε αρχίατρος του Γενικού Νοσοκομείου Τασκένδης, χειρουργούσε καθημερινά και παρέδιδε μαθήματα στην Ιατρική Σχολή, πάντα με το ράσο και το σταυρό του. Από το 1922 και μέχρι την τελευταία του πνοή γνώρισε συλλήψεις, βασανιστήρια, εξορίες και κακουχίες. Φυλακίστηκε και εξορίστηκε συνολικά έντεκα χρόνια. Σε όλο αυτό το διάστημα εξασκούσε την ιατρική βοηθώντας όσους είχαν ανάγκη.

Οι λόγοι των διώξεών του ήταν, οι γενικοί διωγμοί κατά των Ορθοδόξων και η ιδιαίτερη άρνηση του επισκόπου Λουκά να υποστηρίξει τη «Ζωντανή Εκκλησία», ένα εκκλησιαστικό πραξικόπημα μέσω του οποίου το σοβιετικό καθεστώς προσπαθούσε να ελέγξει τους πιστούς. Σοβαρό λόγο έπαιξε και η αντιπάθεια ενός κομματικού στελέχους ονόματι Πέτερς, ο οποίος ήθελε να καταδικάσει σε θάνατο κάποιους γιατρούς που αντιμετώπιζαν κατηγορίες αδιαφορίας απέναντι σε ασθενείς, αλλά στην πολύκροτη δίκη που ακολούθησε δεν τα κατάφερε, εξαιτίας της κατάθεσης του επισκόπου Λουκά. Οι ταλαιπωρίες αυτές ουσιαστικά κατέστρεψαν την υγεία του αγίου Λουκά, ο οποίος τα τελευταία 9 έτη της ζωής του ήταν τυφλός από γλαύκωμα.

Στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου διεύθυνε το στρατιωτικό νοσοκομείο του Κρασνογιάρσκ, ενώ ήταν και επίσκοπος της πόλης αυτής. Από το 1946 μέχρι το 1961 που πέθανε, ήταν μητροπολίτης της Συμφερούπολης. Παράλληλα το 1947 του απαγορεύθηκε να μιλά στους φοιτητές, σταμάτησαν να τον καλούν στα ιατρικά συμβούλια και τον απέλυσαν από ιατρικό σύμβουλο, επειδή «γνώριζαν ότι δεν είχε καθαρό παρελθόν: φυλακές, εξορίες, κηρύγματα» κι επειδή αρνιόταν να πηγαίνει χωρίς το ράσο και το σταυρό του στην εργασία του και σε αυτές τις εκδηλώσεις. (Χαρακτηριστικό δείγμα της στάσης του σοβιετικού καθεστώτος απέναντι στον αρχιεπίσκοπο Λουκά ήταν το σχετικό λήμμα στην Μεγάλη Ιατρική Εγκυκλοπαίδεια που κυκλοφόρησε στη Μόσχα το 1958. Αναφέρει τα νοσοκομεία που υπηρέτησε, τα συγγράμματα που έγραψε, τα βραβεία που πήρε, την τύφλωσή του και την εξορία του, αλλά όχι την επισκοπική του ιδιότητα.)  Καθώς όμως εκείνος ενδιαφερόταν για τον ανθρώπινο πόνο έβγαλε ανακοίνωση ότι «δέχεται καθημερινά εκτός Κυριακών και εορτών, κάθε άνθρωπο που θέλει τη βοήθειά του» με αποτέλεσμα να καταφθάνουν στο διαμέρισμά του καθημερινά αμέτρητοι άνθρωποι απ' όλη την Κριμαία.

Σημεία αγιότητας
Ο αρχιεπίσκοπος Λουκάς φέρεται από τους πιστούς να εμφάνισε πολλά πνευματικά χαρίσματα όσο ακόμα ζούσε. Υπάρχουν καταγεγραμμένες μαρτυρίες ασθενών, ότι έκανε ορθή διάγνωση της ασθένειάς τους με το που τους έβλεπε, ενώ άλλοι γιατροί που τους είχαν εξετάσει τους έβρισκαν υγιείς. Πολλοί έχουν επίσης δηλώσει ότι διαπίστωσαν ότι είχε διορατικό χάρισμα, κι άλλοι ότι τους θεράπευσε με την προσευχή του, ιδίως κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του που δεν έβλεπε πλέον για να χειρουργεί.

Η κοίμηση του
Εκοιμήθη στις 11 Ιουνίου του 1961. Οι αρχές απαγόρευσαν την εκφορά του νεκρού με τα πόδια από τους κεντρικούς δρόμους της πόλης, πράγμα που προκάλεσε τη λαϊκή αγανάκτηση ακόμα και των αλλόδοξων. Τελικά οι αρχές αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, η εκφορά έγινε στην κεντρική λεωφόρο της Συμφερούπολης και διήρκεσε τρεισήμισι ώρες. Τη νεκρική πομπή ακολούθησε πλήθος κόσμου, η κυκλοφορία σταμάτησε, ενώ τα μπαλκόνια, οι ταράτσες και τα δέντρα ακόμα, ήταν γεμάτα ανθρώπους. Παράλληλα φέρεται να σημειώθηκε ένα παράδοξο γεγονός, με ένα σμήνος περιστεριών που έκανε επί ώρες κύκλους πάνω από το λείψανο μέχρις ότου η πομπή έφτασε στο νεκροταφείο. Τον Νοέμβριο του 1995 ανακηρύχτηκε άγιος με απόφαση της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, αφού πρώτα ειδική επιτροπή ασχολήθηκε με τη ζωή, τα έργα και τα θαύματά του τα οποία καταγράφονταν και μετά τον θάνατό του. Στις 17 Μαρτίου 1996 έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του από τον αρχιεπίσκοπο Λάζαρο και μέλη της επιτροπής, μπροστά σε 40.000 περίπου παρευρισκόμενους. Λέγεται ότι βρέθηκαν η καρδιά του και τμήματα του εγκεφάλου του αδιάφθορα ενώ άρρητος ευωδία εξερχόταν από τα λείψανά του. Το ίδιο έτος αποφασίστηκε να διοργανώνεται κάθε χρόνο Ιατρικό Συνέδριο στην Συμφερούπολη σε συνεργασία της Ιερά Μητροπόλεως με το Κρατικό Πανεπιστήμιο της Κριμαίας προς τιμήν του.

Η μνήμη του γιορτάζεται στις 11 Ιουνίου.

 

Βιβλιογραφία: «Αρχιεπίσκοπος Λουκάς Βόινο-Γιασενέτσκι, ένας άγιος ποιμένας και γιατρός χειρουργός (1877-1961)», του Αρχιμανδρίτη π. Νεκταρίου Αντωνοπούλου. Εκδ. Ακρίτας.


ΚΑΝΩΝ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΕΡΑ ΗΜΩΝ ΛΟΥΚΑΝ ΤΟΝ IΑΤΡΟΝ & ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΝ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΣΥΜΦΕΡΟΥΠΟΛΕΩΣ & ΚΡΙΜΑΙΑΣ ΤΟΝ ΡΩΣΟΝ

Εὐλογήσαντος τοῦ Ἱερέως, λέγομεν τὸν παρόντα ψαλμόν.
Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ Σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου· καὶ μὴ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου Σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν Σου πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρὸς τὴν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου, ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς, ὡς νεκροὺς αἰῶνος· καὶ ἠκηδίασεν ἐπ’ ἐμὲ τὸ πνεῦμά μου, ἐν ἐμοὶ ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις Σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν Σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρὸς Σὲ τὰς χεῖράς μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός Σοι. Ταχὺ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τὸ πνεῦμά μου· μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν Σου ἀπ’ ἐμοῦ καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστὸν ποίησόν μοι τὸ πρωΐ τὸ ἔλεός Σου, ὅτι ἐπὶ Σοὶ ἤλπισα· γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδόν, ἐν ᾗ πορεύσομαι, ὅτι πρὸς Σὲ ᾖρα τὴν ψυχήν μου· ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε· πρὸς σὲ κατέφυγον. Δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημά Σου, ὅτι Σὺ εἶ ὁ Θεός μου· τὸ Πνεῦμά Σου τὸ ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ. Ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου, Κύριε, ζήσεις με· ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου· καὶ ἐν τῷ ἐλέει Σου ἐξολοθρεύσεις τοὺς ἐχθρούς μου· καὶ ἀπολεῖς πάντας τοὺς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἐγὼ δοῦλός Σου εἰμί.
Καὶ εὐθὺς ψάλλομεν.
Ἦχος δ΄.
Θεὸς Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. α΄. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος Αὐτοῦ.
Θεὸς Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. β΄. Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με, καὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Θεὸς Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. γ΄. Παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.
Θεὸς Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Εἶτα τὰ παρόντα τροπάρια.
Ἧχος δ΄. Ὁ Ὑψωθείς.
Τὸν ἐν νυκτὶ τῆς ἀθεΐας ὡς ἄστρον, φωταγωγήσαντα Ῥωσσίας τὴν χώραν, καὶ ἀκαμπεῖ φρονήματι τὴν πίστιν Χριστοῦ, ἐν αὐτῇ ὁμολογήσαντα, εὐθαρσῶς καὶ στηρίξαντα, ἀκεσίμῳ χάριτι, λαὸν τὸν τοῦ Κυρίου, τὸν ἰατρείαις ὄντως θαυμαστόν, πάντες προφρόνως, Λουκᾶν ἀνυμνήσωμεν.
Δόξα. Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον.
ατρῶν τὸ ἀγλάϊσμα καὶ τὸ καύχημα, Ἱεραρχῶν τε καὶ κλέος τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ, τὸν Ποιμένα τὸν καλὸν Συμφερουπόλεως, θεῖον Λουκᾶν τὸν ἰατρόν, ἐν ᾠδαῖς πνευματικαῖς ὑμνήσωμεν γηθοσύνως, ὅτι πηγάζει πλουσίως, τῶν ἰαμάτων τὰ χαρίσματα.
Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσωμεν ποτὲ Θεοτόκε, τὰς δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι, εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ὑμᾶς ἐρρύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων, τίς δὲ διεφύλαξεν ἕως νῦν ἐλευθέρους; οὐκ ἀποστῶμεν Δέσποινα ἐκ σοῦ· σοὺς γὰρ δούλους σώζεις ἀεὶ ἐκ παντοίων δεινῶν.
Εἶτα λέγομεν τὸν παρόντα ψαλμόν.
λέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός Σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου. Ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καὶ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω καὶ ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μού ἐστί διὰ παντός. Σοὶ μόνῳ ἥμαρτον καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα, ὅπως ἂν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις Σου καὶ νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί Σε. Ἰδοὺ γὰρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδοὺ γὰρ ἀλήθειαν ἠγάπησας· τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς σοφίας Σου ἐδήλωσάς μοι. Ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ καὶ καθαρισθήσομαι· πλυνεῖς με καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καὶ εὐφροσύνην· ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τὸ πρόσωπόν Σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καὶ πᾶσας τὰς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου καὶ τὸ Πνεῦμά Σου τὸ Ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τὴν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου Σου καὶ πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. Διδάξω ἀνόμους τὰς ὁδούς Σου καὶ ἀσεβεῖς ἐπὶ Σὲ ἐπιστρέψουσι. Ῥῦσαί με ἐξ αἱμάτων, ὁ Θεός, ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου· ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσά μου τὴν δικαιοσύνην Σου. Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν Σου. Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν· ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον· καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ Σου τὴν Σιὼν καὶ οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ. Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καὶ ὁλοκαυτώματα. Τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριόν Σου μόσχους.
Εἶτα ψάλλομεν τὸν παρόντα κανόνα, οὗ ἡ ἀκροστιχίς: “ΛΟΥΚΑ ΙΑΤΡΕ, ΙΑΣΑΙ ΜΕ, ΣΟΙ ΚΡΑΖΩ ΓΟΕΡΩΣ.”
ᾨδὴ α΄. Ἦχος πλ. δ΄. Ὑγρὰν διοδεύσας.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
Λουκᾶν εὐφημήσωμεν οἱ πιστοί, Ἱεράρχην μέγαν καὶ θαυμάσιον ἰατρόν, χάριν ἐκζητοῦντες ἰαμάτων, ἀντιδωρούμενοι τούτῳ τὸν ἔπαινον.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
θαύματα θεῖα ἐπιτελῶν, πήγασον ταχέως, τοῖς νοσοῦσι θαυματουργῶς, ῥεῖθρα θεραπείας ἀπὸ νόσων, Λουκᾶ, ψυχῶν καὶ σωμάτων δεόμεθα.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
πόδικος γέγονα ἀληθῶς, ἐξ ἁμαρτιῶν μου, παροργίσας Λουκᾶ σεμνέ, τὸν κριτὴν τῶν πάντων ὅθεν σπεύδω, συνήγορόν σε εὑρεῖν ὁ ταλαίπωρος.
Θεοτοκίον.
Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς.
Καρδίας μου κάθαρον μολυσμόν, Ἁγνὴ ἡ ἐν βίῳ, ἀκραιφνεῖ τε καὶ καθαρῷ, Μήτηρ γενομένη τοῦ Σωτῆρος, καὶ ὑπερτέρα τῶν ἄνω δυνάμεων.
ᾨδὴ γ΄. Οὐρανίας ἁψῖδος.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
τεκνίαν καὶ νόσους, ὡς ἰατρὸς ἄριστος, ἀνιάτους τῇ σῇ πρεσβείᾳ, πάτερ θεράπευσον, Λουκᾶ πανόλβιε, δοὺς τὴν ὑγείαν ἀπαύστως, τοῖς θερμῶς προστρέχουσιν, ἐπὶ λειψάνοις σου.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
εραῖς μελῳδίαις, τῶν εὐσεβῶν ᾄδει σοι, ὁ χορὸς αἰτούμενος πίστει, τὴν προστασίαν σου, Λουκᾶ θεσπέσιε, ὅτι θερμότατον πάτερ, εὕρατό σε ἔφορον, καὶ ἀντιλήπτορα.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
κενόδοξον τήρει, τὸν λογισμὸν ἅγιε, τῶν παρὰ Κυρίου θελόντων, στέφος κομίσασθαι, ὡς ἂν θεόσοφε, σὴν βιοτὴν μιμηθέντες, εἰς τὸ ταπεινώσεως, ὕψος ἀρθήσωνται.
Θεοτοκίον.
Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς.
Τελωνίων τὴν ὄψιν, τὴν φοβερὰν Δέσποινα, ἐν τῇ τοῦ θανάτου μου ὥρᾳ, φυγεῖν με Ἄχραντε, λιταῖς ἀξίωσον, Λουκᾶ σεπτοῦ Ἱεράρχου, ὅπως εἰσελεύσωμαι, εἰς τὸν Παράδεισον.
Διάσωσον, ἐξ ἀλγηδόνων καὶ νόσων ποικιλομόρφων, ἀνιάτων ἀσθενειῶν Λουκᾶ τοὺς ἱκέτας σου, διδοὺς τὴν κατ’ ἄμφω αὐτοῖς ὑγείαν.
πίβλεψον, ἐν εὐμενείᾳ Πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν, καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.
Αἴτησις καὶ τὸ Κάθισμα.
Ἦχος β΄. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Νοσοῦντας Λουκᾶ σεμνὲ ἐπισκεψάμενος, ἐκ νόσων δεινῶν ταχέως τούτους ἴασας, καὶ παθῶν τὴν ὄχλησιν ὡς καλὸς ἰατρὸς ἐξηφάνισας, χειρουργικῶς καρδίας ἐκτεμών, πρεσβείᾳ τῇ σῇ ἀποχρησάμενος.
ᾨδὴ δ΄. Εἰσακήκοα Κύριε.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
αντισμῷ τῆς σῆς χάριτος, πότισον τὸ δένδρον πάτερ, ἀσκήσεως, τῆς ἐμῆς ὅπως πολύκαρπον, εὑρεθέν ἐκφύγῃ τμῆσιν ἅγιε.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
ξακόντισον ἅγιε, Πνεύματος τὰ βέλη πρὸς τὸν μισόθεον, ἀντικείμενον καὶ λύτρωσαι, πάντας τοὺς ἱκέτας σου ἐκ θλίψεως.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
ατρὲ ἱκανώτατε, σπεῦσον θεραπεῦσαι τοὺς ἀνυμνοῦντάς σε, ἵνα πάντες ἀπολαύσωμεν, τῆς θαυματουργοῦ ἀκεστορίας σου.
Θεοτοκίον.
Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς.
γαπήσασα Κύριον, ὅλως ἐκ ψυχῆς σου ἡγήσω Ἄχραντε, εἶναι σκύβαλα καὶ μάταια, ὅσα οὐχ ὑπάρχει μετὰ θάνατον.
ᾨδὴ ε΄. Φώτισον ἡμᾶς.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
Σκόλοπα σαρκός, καὶ ψυχῆς τὰ καρκινώματα, ἀρρωστίαν καὶ τὰ πάθη μου, Λουκᾶ, μὴ βραδύνῃς θεραπεῦσαι ἀξιάγαστε.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
νοιξον νοός, τοῦ ἱκέτου σου τὰ ὄμματα, ἵνα τύφλωσιν Λουκᾶ πνευματικήν, διαφύγῳ κατοπτεύσας φῶς τὸ ἄϋλον.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
ασαι Λουκᾶ, τὴν καρδίαν καὶ τοὺς πνεύμονας, τοὺς νεφροὺς καὶ τὰ ἐντός μου ἐν σαρκί, πανταχόθεν βεβλημένῃ πάτερ ἅγιε.
Θεοτοκίον.
Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς.
Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, μητρικῶς ὑπὸ τὴν σκέπην σου, διαφύλαττε τὸ πλήρωμα ἀεί, Ἐκκλησίας τοῦ Υἱοῦ σου Ἀειπάρθενε.
ᾨδὴ στ΄. Τὴν δέησιν.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
πίληπτος, γεγονὼς ὁ ἄθλιος, τὴν καλὴν ἀπολογίαν οὐκ ἔχω, ἐπὶ τοῦ βήματος τοῦ ἀδεκάστου, πάτερ κριτοῦ καὶ ἑτοίμη μοι κόλασις, διὸ Λουκᾶ ὑπὲρ ἐμοῦ, τὸν Δεσπότην ἀεὶ καθικέτευε.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
Σβεστήριος, τῆς σαρκὸς πυρώσεως, ὁ τῆς χάριτός σου ὄμβρος ὑπάρχει, ὅθεν τὴν δρόσον τοῦ Πνεύματος πᾶσιν, ἡμῖν κατάπεμψον ἔνδοξε ἅγιε, σὺ γὰρ γιγνώσκεις ἀσφαλῶς, τῶν παθῶν χορηγεῖν τὸ ἀντίδοτον.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
μόνοιαν, καὶ ἀγάπην δίδαξον, ὀρθοδόξων τὰ συστήματα πάτερ, καθοδηγῶν πρὸς ἑνότητα πάντας, θεῖε Λουκᾶ καὶ εἰς ἕτερα σχίσματα, μὴ ἐπιτρέψῃς ἐμπεσεῖν, τὴν Χριστοῦ Ἐκκλησίαν σεβάσμιε.
Θεοτοκίον.
Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς.
μάτιον, τῆς ψυχῆς ἐσπίλωσα, ἀπὸ ῥύπου ἁμαρτίας τὸ σῶμα, καὶ σοὶ κραυγάζω ἐκ βάθους καρδίας· Ἁγνὴ Παρθένε ταχέως μὲ κάθαρον, ὅπως εἰσέλθῳ οὖν κἀγώ, εἰς Νυμφῶνα οὐράνιον Δέσποινα.
Διάσωσον, ἐξ ἀλγηδόνων καὶ νόσων ποικιλομόρφων, ἀνιάτων ἀσθενειῶν Λουκᾶ τοὺς ἱκέτας σου, διδοὺς τὴνκατ’ ἄμφω αὐτοῖς ὑγείαν.
χραντε, ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.
Αἴτησις καὶ τὸ Κοντάκιον.
Ἦχος β΄ Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
ς τῶν κλεινῶν Ἀναργύρων ὅμότιμος καὶ θαυμασταῖς ἰατρίαις ὁμότροπος, Λουκᾶ Ἱεράρχα θεσπέσιε, τοῖς αἰτουμένοις ἐκ νόσων τὴν ἴασιν, παράσχου ταχὺ ὡς εὐσυμπάθητος.
Προκείμενον:
Δίκαιος ὡς φοῖνιξ ἀνθήσει καὶ ὡσεὶ κέδρος ἡ ἐν τῷ Λιβάνῳ πληθυνθήσεται.
Στίχος:
Πεφυτευμένος ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου, ἐν ταῖς αὐλαῖς τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ἐξανθήσει.
Εὐαγγέλιον:
(Κατὰ Λουκᾶν: κεφ. 6, στ. 17-19, κεφ. 9, στ. 1-2, κεφ.10, στ. 16-21)
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἦλθε πρὸς τὸν Ἰησοῦν ὄχλος μαθητῶν Αὑτοῦ καὶ πλῆθος πολὺ τοῦ λαοῦ ἀπὸ πάσης Ἰουδαίας καὶ Ἱερουσαλὴμ καὶ τῆς παραλίου Τύρου καὶ Σιδῶνος, οἳ ἦλθον ἀκοῦσαι Αὐτοῦ καὶ ἰαθῆναι ἀπὸ τῶν νόσων, καὶ οἱ ὀχλούμενοι ὑπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων, καὶ ἐθεραπεύοντο· καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ἐζήτει ἅπτεσθαι Αὐτοῦ, ὅτι δύναμις παρ’ Αὐτοῦ ἐξήρχετο καὶ ἰᾶτο πάντας. Συγκαλεσάμενος δὲ τοὺς δώδεκα μαθητὰς Αὑτοῦ, ἔδωκεν αὐτοῖς δύναμιν καὶ ἐξουσίαν ἐπὶ πάντα τὰ δαιμόνια καὶ νόσους θεραπεύειν καὶ ἀπέστειλεν αὐτοὺς κηρύσσειν τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἰᾶσθαι τοὺς ἀσθενοῦντας. Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· Ὁ ἀκούων ὑμῶν Ἐμοῦ ἀκούει καὶ ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς Ἐμὲ ἀθετεῖ· ὁ δὲ Ἐμὲ ἀθετῶν ἀθετεῖ τὸν ἀποστείλαντά Με. Ὑπέστρεψαν δὲ οἱ ἑβδομήκοντα μετὰ χαρᾶς, λέγοντες· Κύριε, καὶ τὰ δαιμόνια ὑποτάσσεται ἡμῖν ἐν τῷ ὀνόματί Σου. Εἶπε δὲ αὐτοῖς· Ἐθεώρουν τὸν σατανᾶν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα. Ἰδοὺ δίδωμι ὑμῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ καὶ οὐδὲν ὑμᾶς οὐ μὴ ἀδικήσῃ. Πλὴν ἐν τούτῳ μὴ χαίρετε, ὅτι τὰ πνεύματα ὑμῖν ὑποτάσσεται· χαίρετε δὲ μᾶλλον, ὅτι τὰ ὀνόματα ὑμῶν ἐγράφη ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἠγαλλιάσατο τῷ πνεύματι ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν· Ἐξομολογοῦμαί Σοι, Πάτερ, Κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὅτι ἀπέκρυψας ταῦτα ἀπὸ σοφῶν καὶ συνετῶν καὶ ἀπεκάλυψας αὐτὰ νηπίοις· ναί, ὁ Πατήρ, ὅτι οὕτως ἐγένετο εὐδοκία ἔμπροσθέν Σου.
Δόξα.
Ταῖς τοῦ Ἱεράρχου, πρεσβείαις Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Καὶ νῦν.
Ταῖς τῆς Θεοτόκου, πρεσβείαις Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Εἶτα τὸ παρὸν τροπάριον μετὰ τοῦ στίχου
λέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός Σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου.
Ἦχος  πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι.
πασα πανόλβιε, ἡ οἰκουμένη καυχᾶται, ἐπὶ τῇ θεόφρονι, βιοτῇ σου ἅγιε ὡς στερρώτατα, διωγμοὺς θλίψεις τε, καὶ πολλὰς βασάνους, φυλακὰς καὶ συνειδήσεως, πάτερ μαρτύριον, ἐκ τῆς ἀθεΐας ὑπήνεγκας, καὶ πίστει ὡμολόγησας, τὸν Χριστὸν τὸν σὲ θαυμαστώσαντα, ὅθεν καὶ ἐν ὕμνοις, τὸν ἔπαινον προσάγει σοι Λουκᾶ, καὶ ἐξαιτεῖται τὴν εὔτονον, ὄλβιε πρεσβείαν σου.
Εἶτα ὁ ἱερεύς: Σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαόν Σου…
Ἐλέει καὶ οἰκτιρμοῖς…
ᾨδὴ ζ΄. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
Κληρονόμος ὑπάρχων, ἀγαθῶν αἰωνίων Λουκᾶ μακάριε, τὸν κλῆρον ἐπευλόγει, καὶ τὸν λαὸν Κυρίου, τὸν πιστόν, θεοτίμητε, νέμων τὸν πλοῦτον αὐτοῖς, ἀεὶ τῶν σῶν θαυμάτων.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
ῶσιν πᾶσι παρέχων, τοῖς θερμῶς ἐκζητοῦσι τὴν σὴν ἀντίληψιν, κατὰ τὴν χρείαν δίδου, ἑκάστου τὴν ἰδίαν, τὰ ἰάματα ἅγιε, ποικιλοτρόπως Λουκᾶ, δύνασαι γὰρ ἰᾶσθαι.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
θεΐας τὴν πλάνην, βλασφημίαν αἱρέσεως πάτερ κάθελε, καὶ λύμην τῶν ποικίλων, σχισμάτων Ἐκκλησίας, καὶ σκανδάλων τὴν ἔφοδον, ὡς ὀρθοδόξων πιστῶν, προστάτης θεοφόρε.
Θεοτοκίον.
Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς.
Ζωοδόχος ὑπάρχεις, καὶ πηγὴ ἡ ἀκένωτος Παμμακάριστε, πηγάζουσα ἀφθόνως, τοῖς σοὶ προσερχομένοις, τὰ σωτήρια νάματα, ὡς χορηγὸς δωρεῶν, Σεμνὴ ἐπουρανίων.
ᾨδὴ η΄. Τὸν Βασιλέα.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
τῶν θαυμάτων, τῶν σῶν Λουκᾶ Ἱεράρχα! δι’ ὧν σὺ ἐνεργεῖς τὸ συμφέρον, πάντων τῶν χρηζόντων, τῆς σῆς ἐπικουρίας.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
Γόνυ σοὶ κλίνων, ἐν ταπεινώσει καρδίας, προσκυνῶ τὴν εἰκόνα σου πάτερ, καὶ τὰ λείψανά σου, ἀσπάζομαι ἐν πίστει.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
μυστιπόλος, ὁ ἱερὸς τοῦ Ὑψίστου, εἰς τὴν ἄνω μνημόνευε μάκαρ, θείαν λειτουργίαν, τῶν σὲ ὑμνολογούντων.
Θεοτοκίον.
Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς.
αρ Παρθένε, τὸ μυστικόν σωτηρίας, φῶς τὸ θεῖον ἀνάτελλε πᾶσι, παύουσα χειμῶνα, Σεμνὴ τῆς ἁμαρτίας.
ᾨδὴ θ ΄. Κυρίως Θεοτόκον.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
ωσσίας θεῖε γόνε, σοῖς ὁμοεθνέσι, καὶ τοῖς τιμῶσι σὲ Ἕλλησιν πάρεχε, ἀεὶ Λουκᾶ θεοφόρε, τὴν εὐλογίαν σου.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
μέγα Ἱεράρχα, ἡ τοῦ τέλους ὥρα, νῦν μοι ἐγγίζει καὶ πάρεστι θάνατος, διὸ σοὶ φρίττων κραυγάζω· Μὴ ἐπιλάθῃ μου.
Δόξα.
Σαρκός μου τὴν ὀδύνην, τὴν ἐξ ἁμαρτίας, εἰς ἡδονὴν τὴν τοῦ Πνεύματος ἅγιε, μετασκευάζων πρεσβείαις, ῥύου με πάντοτε.
Καὶ νῦν.
Σκεπάσασα Παρθένε, τοὺς ἐξορισθέντας, ἐκ τῆς Ἐδὲμ ἀνακτῆσαι βοήθησον, ποθεινοτάτην πατρίδα, ὡς θεία σύμμαχος.
Ἄξιόν ἐστιν καὶ τὰ παρόντα μεγαλυνάρια.
Τῆς Συμφερουπόλεως τὸν καλόν, τοῦ Χριστοῦ ποιμένα, τὴν κρηπίδα τῶν ἰατρῶν, τὸν ἐπικουρίαν, τοῖς πάσχουσιν ταχέως, παρέχοντα ἐν ὕμνοις, Λουκᾶν τιμήσωμεν.
Χαίρει Συμφερούπολις πανδημεί, ἐν Κυρίῳ πάτερ, ἡ κατέχουσα τὰ σεπτά, θεῖα λείψανά σου, ὡς τίμιον καὶ μέγα, θησαύρισμα καὶ σέβας, Λουκᾶ θεόπλουτε.
Χαίροις ὁ Ῥωσσίας θεῖος βλαστός, καὶ τῶν ἀσθενούντων, συμπαθέστατος ἰατρός, χαίροις ἀθεΐας, Λουκᾶ ὁ καθαιρέτης, ὁ χάριτας θαυμάτων, πᾶσι δωρούμενος.
ασαι καρδίας καὶ ὀφθαλμῶν, καὶ νεφρῶν τὴν βλάβην, ἀτεκνίαν Λουκᾶ σοφέ, ὄγκους ἐγκεφάλου, μελῶν παραλυσίαν, καρκίνον λευχαιμίαν, καὶ νευροπάθειαν.
Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ ἅγιοι πάντες, μετὰ τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν, εἰς τὸ σωθῆναι ἡμᾶς.
Τρισάγιον καὶ τὸ Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον.
ατρῶν τὸ ἀγλάϊσμα καὶ τὸ καύχημα, Ἱεραρχῶν τε καὶ κλέος τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ, τὸν Ποιμένα τὸν καλὸν Συμφερουπόλεως, θεῖον Λουκᾶν τὸν ἰατρόν, ἐν ᾠδαῖς πνευματικαῖς ὑμνήσωμεν γηθοσύνως, ὅτι πηγάζει πλουσίως, τῶν ἰαμάτων τὰ χαρίσματα.
Εἶτα ἐκτενὴς καὶ ἐν τῇ ἀπολύσει τὸ παρόν.
Ἦχος  β΄. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου.
Δεῦτε οἱ χοροὶ τῶν εὐσεβῶν, πίστει μὲν προσδράμωμεν τάχει, τῷ θείῳ τούτῳ Ναῷ, τοῦ λαμπροῦ ἀκέστορος καὶ ἀναργύρου Λουκᾶ, προσπεσόντες δὲ ἅπαντες, αὐτοῦ τοῖς λειψάνοις, χάριν αἰτησώμεθα ἰατρικὴν παρ’ αὐτοῦ, ὅτι οὖς εὐήκοον τείνει, ἀντιλαμβανόμενος πάντων, θεραπευτικῶς ὡς εὐπαράκλητος.
Δέσποινα πρόσδεξαι, τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.
Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου, εἰς σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.
Δι’ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Αμήν.
 
(Ποίημα Στυλιανοῦ Μακρῆ, Πρωτοπρεσβυτέρου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου)
"Στυλιανός, Λουκᾶ, ὕμνον σοὶ ᾄδει, ὅθεν τοῦτον, σεμνέ, ῥῦσαι ἐξ δου"


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ