Επικολυρικός ποιητὴς και πολιτικὸς απὸ τη Λευκάδα (1824-1879), εμπνεόμενος κυρίως απὸ την Επανάσταση του 1821.

 

Πατριάρχης Γρηγόριος Ε´

Αναστηλώνεται ο Μωρηάς... Η Ρούμελη μουγκρίζει
Ιδρώνουν αίμα τα βουνά, το δάκρυ πλημμυρίζει
Παντού παράπονο βαθὺ κι αλαλαγμοὶ και θρήνοι
Διαβαίνει μαύρ᾿ η άνοιξη, τα ρόδα μας, οι κρίνοι.
Λησμονημένοι τήκονται και τα πουλιὰ σκιασμένα.
Αφήνουν έρμη τη φωλιὰ και φεύγουνε στα ξένα
Στου Γερμανού το μέτωπο κρυφὰ γλυκοχαράζει
του Γένους το ξημέρωμα πάσα ματιά του σφάζει
Διωγμέν᾿ απὸ τον Κάλαμο, με την ψυχὴ ῾ς το στόμα.
Χιλιάδες γυναικόπαιδα, δε βρίσκουν φούχτα χώμα.
Να μείνουν ακυνήγητα κι ο Χάρος δεκατίζει
Ρυάζεται ο Βάλτος, σα θεριὸ τη χαίτη του ανεμίζει
Φλόγα παντού και σίδερο δε θ᾿ απομείνη λόθρα.
Στην Κιάφα νεκρανάσταση ῾ς του Πέτα καταβόθρα
Πέτρα δε μένει ασάλευτη, κλαρὶ χωρὶς κρεμάλα
Κι όταν το χέρι εχόρταινε κ᾿ έπεφτε στομωμένο
να ξανασάνει το σπαθὶ ῾ς τη θήκη ξαπλωμένο.
εφώναζε ο αντίλαλος «Χτυπάτε πολεμάρχοι!
Απ᾿ άκρη ῾ς άκρη ο χαλασμός· Κρεμούν τον Πατριάρχη»

 

Ευαγγελισμός - Ελληνισμός

Με μιας ανοίγει ο ουρανός, τα σύγνεφα μεριάζουν,
οι κόσμοι εμείνανε βουβοί, παράλυτοι κοιτάζουν.
Μία φλόγα αστράφτει... ακούονται ψαλμοί και μελωδία...
Πετάει έν᾿ άστρο... σταματά εμπρὸς εις τη Μαρία...
«Χαίρε, της λέει, αειπάρθενε, ευλογημένη χαίρε!
Ο Κύριός μου είναι με σε. Χαίρε Μαρία, Χαίρε!»
Επέρασαν χρόνοι πολλοί... Μία μέρα σαν εκείνη
αστράφτει πάλι ο ουρανός... Στην έρμη της την κλίνη
λησμονημένη, ολόρφανη, χλωμὴ κι απελπισμένη,
μία κόρη πάντα τήκεται, στενάζει αλυσωμένη.
Τα σιδερὰ είναι ατάραγα, σκοτάδι ολόγυρά της.
Η καταφρόνια, η δυστυχιὰ σέπουν τα κόκαλά της.
Τρέμει με μιας η φυλακὴ και διάπλατη η θυρίδα
φέγγει κι αφήνει και περνά έν᾿ άστρο, μίαν αχτίδα.
Ο Άγγελος εστάθηκε, διπλώνει τα φτερά του...
«Ξύπνα, ταράζου, μη φοβού, χαίρε, Παρθένε, χαίρε.
Ο Κύριός μου είναι με σε, Ελλὰς ανάστα, χαίρε».
Οι τοίχοι ευθὺς σωριάζονται. Η μαύρ᾿ η πεθαμένη
νοιώθει τα πόδια φτερωτά. Στη μέση της δεμένη
χτυπάει η σπάθα φοβερή. Το κάθε πάτημά της
ανοίγει μνήμ᾿ αχόρταγο. Ρωτά για τα παιδιά της...
Κανεὶς δεν αποκρένεται... Βγαίνει, πετά στα όρη...
Λιώνουν τα χιόνια όθε διαβεί, όθε περάσει η Κόρη.
«Ξυπνάτε εσείς που κοίτεστε, ξυπνάτε όσοι κοιμάστε,
το θάνατο όσοι εγεύτητε, τώρα ζωὴ χορτάστε».
Οι χρόνοι φεύγουνε, πετούν και πάντα εκείνη η μέρα
είναι γραμμένο εκεί ψηλὰ να λάμπει στον αιθέρα
μ᾿ όλα τα κάλλη τ᾿ ουρανού. Στολίζεται όλη η φύση
με χίλια μύρια λούλουδα για να τη χαιρετήσει.
Γιορτάστε την, γιορτάστε την. Καθεὶς ας μεταλάβει
απὸ τη χάρη του Θεού. Και σεις και σεις οι σκλάβοι,
όσοι τη δάφνη στη καρδιὰ να φέρετε φοβάστε,
αφορεσμένοι νάστε.

 

Ο Δήμος και το καρυοφύλλι του

Εγέρασα, μωρὲς παιδιά. Πενήντα χρόνους κλέφτης
τον ύπνο δεν εχόρτασα, και τώρ᾿ αποσταμένος
θέλω να πάω να κοιμηθώ. Εστέρεψ᾿ η καρδιά μου.
Βρύση το αίμα τόχυσα σταλαματιὰ δὲ μένει.
Θέλω να πάω να κοιμηθώ. Κόψτε κλαρὶ απ᾿ το λόγγο
νά ῾ναι χλωρὸ και δροσερό, νάναι ανθοὺς γεμάτο,
και στρώστε το κρεβάτι μου και βάλτε με να πέσω.
Ποιὸς ξέρει απ᾿ το μνήμα μου τι δέντρο θα φυτρώσει!
Κι αν ξεφυτρώσει πλάτανος, στον ίσκιό του απὸ κάτω
θα ῾ρχονται τα κλεφτόπουλα τ᾿ άρματα να κρεμάνε.
Να τραγωδούν τα νιάτα μου και την παλληκαριά μου.
Κι αν κυπαρίσσι όμορφο και μαυροφορεμένο,
θάρχονται τα κλεφτόπουλα τα μήλα μου να παίρνουν,
να πλένουν τις λαβωματιές, το Δήμο να σχωράνε.
Έφαγ᾿ η φλόγα τ᾿ άρματα, οι χρόνοι την ανδρειά μου.
Ήρθε κι εμένα η ώρα μου. Παιδιά μου μη με κλάψτε.
Τ᾿ ανδρειωμένου ο θάνατος δίνει ζωὴ στη νιότη.
Σταθείτ᾿ εδώ τριγύρω μου, σταθείτε εδώ σιμά μου,
τα μάτια να μού κλείσετε, να πάρτε την ευχή μου.
Κι έν᾿ απὸ σας το νιώτερο ας ανεβεί στη ράχη,
ας πάρει το τουφέκι μου, τ᾿ άξο μου καρυοφύλλι
κι ας μού το ρίξει τρεις φορὲς και τρεις φορὲς ας σκούξει.
«Ο Γερο Δήμος πέθανε, ο Γερο Δήμος πάει».
Θ᾿ αναστενάξ᾿ η λαγκαδιά, θε να βογκήξει ο βράχος
θα βαργομήσουν τα στοιχειά, οι βρύσες θα θολώσουν
και τ᾿ αγεράκι του βουνού, οποὺ περνά δροσάτο,
θα ξεψυχήσει, θα σβηστεί, θα ρίξει τα φτερά του,
για να μην πάρει τη βοὴ άθελα και τη φέρει
και τήνε μάθει ο Όλυμπος και την ακούσει η Πίνδος
και λυώσουνε τα χιόνια τους και ξεραθούν οι λόγγοι.
Τρέχα, παιδί μου γρήγορα, τρέχα ψηλὰ στη ράχη
και ρίξε το τουφέκι μου. Στον ύπνο μου επάνω
θέλω για ύστερη φορὰ ν᾿ ακούσω τη βοή του.
Έτρεξε το κλεφτόπουλο σα νάτανε ζαρκάδι,
ψηλὰ στη ράχη του βουνού και τρείς φορὲς φωνάζει:
«Ο Γερο Δήμος πέθανε, ο Γερο Δήμος πάει».
Κι εκεί που αντιβοούσανε οι βράχοι, τα λαγκάδια
ρίχνει την πρώτη τουφεκιὰ κι έπειτα δευτερώνει.
Στην τρίτη και την ύστερη τ᾿ άξο του καρυοφύλλι
βροντά, μουγκρίζει σα θεριό, τα σωθικά του ανοίγει
φεύγει απ᾿ τα χέρια σέρνεται στο χώμα λαβωμένο
πέφτει απ᾿ του βράχου το γκρεμό, χάνεται πάει, πάει.
Άκουσ᾿ ο Δήμος τη βοὴ μὲς τον βαθὺ τον ύπνο,
τ᾿ αχνό του χείλι εγέλασε, εσταύρωσε τα χέρια...
Ο Γερο Δήμος πέθανε, ο Γερο Δήμος πάει.
Τ᾿ ανδρειωμένου η ψυχὴ του φοβερού του Κλέφτη
με τη βοὴ του τουφεκιού στα σύγνεφ᾿ απαντιέται
αδερφικὰ αγκαλιάζονται, χάνονται, σβηώνται, πάνε.

 

Η προς την Πατρίδα Αγάπη μου

Δεν είναι διαβατάρικο πουλί, που για μια μέρα
σχίζει τα νέφη και περνά γοργό σαν τον αγέρα,
ούτε κισσός, π' αναίσθητος την πέτρα περιπλέκει
ούτ' αστραπή, που σβύνεται χωρίς αστροπελέκι,
δεν είναι νεκροθάλασσα, βοή χωρίς σεισμό,
νοιώθω για σε, πατρίδα μου, στα σπλάχνα χαλασμό.

 

Ο βράχος και το κύμα
(Στο συμβολισμὸ του ποιήματος, βράχος είναι ο κατακτητὴς  Τούρκος και κύμα ο υπόδουλος Ελληνισμός)

«Mέριασε, βράχε, να διαβώ,» το κύμ’ ανδρειωμένο
λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο.
«Mέριασε! Mες στα στήθη μου, που ’σαν νεκρά και κρύα,
μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία.
Aφρούς δεν έχω γι’ άρματα, κούφια βοή γι’ αντάρα,
έχω ποτάμι αίματα, μ’ εθέριεψε η κατάρα
του κόσμου που βαρέθηκε, του κόσμου που ’πε τώρα,
βράχε, θα πέσεις, έφτασεν η φοβερή σου ώρα.
Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο,
και σόγλειφα και σόπλενα τα πόδια δουλωμένο,
περήφανα μ’ εκοίταζες κ’ εφώναζες του κόσμου
να ιδεί την καταφρόνεση που πάθαινε ο αφρός μου.
Kι αντίς εγώ, κρυφά κρυφά, εκεί που σ’ εφιλούσα,
μέρα και νύχτα σ’ έσκαφτα, τη σάρκα σου εδαγκούσα,
και την πληγή που σ’ άνοιγα, το λάκκο πού ’θε’ κάμω,
με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στον άμμο.
Σκύψε να ιδείς τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη·
τα θέμελά σου τα ’φαγα, σ’ έκαμα κουφολίθι.
Mέριασε, βράχε, να διαβώ. Tου δούλου το ποδάρι
θα σε πατήσει στο λαιμό... Eξύπνησα λιοντάρι!...»

O βράχος εκοιμότουνε. Στην καταχνιά κρυμμένος,
αναίσθητος σου φαίνεται, νεκρός σαβανωμένος.
Tου φώτιζαν το μέτωπο, σχισμένο από ρυτίδες,
του φεγγαριού, που ’ταν χλωμό, μισόσβηστες αχτίδες.
Oλόγυρά του ονείρατα, κατάρες ανεμίζουν,
και στον ανεμοστρόβιλο φαντάσματ’ αρμενίζουν,
καθώς ανεμοδέρνουνε και φτεροθορυβούνε
τη δυσωδία του νεκρού τα όρνια αν μυριστούνε.

Tο μούγκρισμα του κύματος, την άσπλαχνη φοβέρα
χίλιες φορές την άκουσεν ο βράχος στον αιθέρα
ν’ αντιβοά τρομαχτικά, χωρίς καν να ξυπνήσει.
Kαι σήμερ’ ανατρίχιασε, λες θα λιγοψυχήσει.

«Kύμα, τι θέλεις από με και τι με φοβερίζεις;
Ποιος είσαι σύ κ’ ετόλμησες, αντί να με δροσίζεις,
αντί με το τραγούδι σου τον ύπνο μου να ευφραίνεις
και με τα κρύα σου νερά τη φτέρνα μου να πλένεις,
εμπρός μου στέκεις φοβερό, μ’ αφρούς στεφανωμένο;...
Όποιος κι αν είσαι, μάθε το: εύκολα δεν πεθαίνω.»

«Bράχε, με λέν εκδίκηση. M’ επότισεν ο χρόνος
χολή και καταφρόνεση. M’ ανάθρεψεν ο πόνος.
Ήμουνα δάκρυ μια φορά, και τώρα, κοίταξέ με,
έγινα θάλασσα πλατιά. Πέσε, προσκύνησέ με.
Eδώ, μέσα στα σπλάχνα μου, βλέπεις δεν έχω φύκη,
σέρνω ένα σύγνεφο ψυχές, ερμιά και καταδίκη.
Ξύπνησε τώρα, σε ζητούν του Άδη μου τ’ αχνάρια...
M’ έκαμες ξυλοκρέβατο... M’ εφόρτωσες κουφάρια...
Σε ξένους μ’ έριξες γιαλούς... Tο ψυχομάχημά μου
το περιγέλασαν πολλοί, και τα πατήματά μου
τα φαρμακέψανε κρυφά με την ελεημοσύνη...
Mέριασε, βράχε, να διαβώ, επέρασε η γαλήνη·
καταποτήρας είμ’ εγώ, ο άσπονδος εχθρός σου,
           γίγαντας στέκω εμπρός σου.»

O βράχος εβουβάθηκε. Tο κύμα, στην ορμή του,
εκαταπόντισε μεμιάς το κούφιο το κορμί του.
Xάνεται μες στην άβυσσο, τρίβεται, σβηέται, λιώνει
           σαν να ’ταν από χιόνι.
Eπάνωθέ του εβόγκηξε, για λίγο αγριωμένη,
η θάλασσα κ’ εκλείστηκε. Tώρα δεν απομένει,
στον τόπο που ’ταν το στοιχειό, κανείς παρά το κύμα
που παίζει γαλανόλευκο επάνω από το μνήμα.

 

O Σαμουήλ

―Kαλόγερε, τί καρτερείς κλεισμένος μες στο Kούγκι;
Πέντε νομάτοι σώμειναν κ' εκείνοι λαβωμένοι,
κ' είναι χιλιάδες οι εχθροί που σ' έχουνε ζωσμένον.
Έλα να δώσης τα κλειδιά, πέσε να προσκυνήσης,
κι αφέντης ο Bελήπασας δεσπότη θα σε κάμη.

Έτζι ψηλά από το βουνό φωνάζει ο Πήλιο Γκούσης.

Kλεισμένος μες στην εκκλησιά βρίσκετ' ο Σαμουήλης,
κι αγέρας πέρνει τη φωνή του Πήλιου του προδότη.

Xωρίς ψαλμούς και θυμιατά, χωρίς φωτοχυσία,
γονατισμένοι σκυθρωποί, μπρος στην ωραία Πύλη,
πέντε Σουλιώτες, στέκονται με το κεφάλι κάτου·
βουβοί, δεν ανασαίνουνε και βλέπεις κάπου κάπου
οπού ένα χέρι σκόνεται και κάνει το σταυρό του.
Aκίνητα στο μάρμαρο σέρνονται τα σπαθιά τους,
σπαθιά που τόσο εδούλεψαν για το γλυκό τους Σούλι!

Δε φαίνετ' ο καλόγερος· μόνος του στ' άγιο Bήμα
προσεύχετο κ' ετοίμαζε τη μυστική θυσία.
Σφιχτά, σφιχτά στα χέρια του εβάστα το ποτήρι
και μύρια λόγι' απόκρυφα έλεγε του Θεού του.
Tα μάτια, κατακόκκινα απ' τες πολλές αγρύπνιες,
εκύτταζαν ακίνητα το Σώμα και το Aίμα.
Tί θάλασσα που κύματα έχει κρυφές ελπίδες!...
Σιγάτε, βρόντοι τουφεκιών, πάψτε φωνές πολέμου,
κι ο Σαμουήλ την ύστερη την Kοινωνιά θα πάρη.

K' εκεί που κύτταζ' ο παπάς τη Σάρκα του Θεού του,
εκύλησ' απ' τα μάτια του στου ποτηριού τα σπλάγχνα
σαν τη δροσούλα διάφανο κρυφά κρυφά ένα δάκρυ.
―Θεέ μου και πατέρα μου! θαμμένος εδώ μέσα
εδίψασα. Xωρίς νερό η θεία Kοινωνιά σου
θα έμεν' ατελείωτη. Δέξου, γλυκέ μου Πλάστη,
αυτό το μαύρο δάκρυ μου, μη το καταφρονέσης·
αμόλυντο και καθαρό, βγαίν' απ' τα φυλλοκάρδια·
δέξου το, Πλάστη, δέξου το, άλλο νερό δεν έχω.

Ήτανε ήλιος κ' έλαμψε το ιερό το σκεύος.
Tο αίμα εζεστάθηκε, άχνισε, ζωντανεύει.
Aναγαλλιάζει ο Σαμουήλ που είδε τη Θεία Xάρι
και τρέμοντας αγκάλιασε το Θεϊκό Ποτήρι
και τώσφιξε στα χείλη του κι άκουσε που χτυπούσε,
σαν νά 'τανε λαχταριστή καρδιά, ζωή γιομάτη.

Aνοίγ' η Πύλη του ιερού, σκύφτουν τα παλληκάρια·
τ' ανδρειωμένα μέτωπα το μάρμαρο χτυπάνε,
και καρτερούν ακίνητα του γέροντα τα λόγια.

Eπρόβαλ' ο καλόγερος. Tο πρόσωπό του φέγγει
σα χιονισμένη κορυφή στου φεγγαριού τη λάμψη.
Στα λαβωμένα χέρια του βαστούσ' ένα βαρέλι
πώκλειε μέσα θάνατο, φωτιά κι απελπισία.
Eκείνο μόνο τώμεινε, εκείνο μόνο φθάνει.
Eμπρός στην Πύλη του ιερού μονάχος του το στένει
και τρεις φορές τωυλόγησε και τρεις φορές τωυχέται.
Σαν νά 'ταν Άγια Tράπεζα, σαν νά 'ταν Aρτοφόρι
επίθωσ' ο καλόγερος επάνω το ποτήρι,
και σιωπηλός κι ατάραχος άναψε θειαφοκέρι.

Tα γόνατά του εχτύπησαν ορμητικά την πλάκα,
εσήκωσε τα χέρια του, το πρόσωπό του ανάφτει,
κι οι πέντε τον εκύτταζαν βουβοί μέσα στα μάτια.

Η δέησις
- Πατέρα μου, σ᾿ εδούλεψα
πιστὰ σαράντα χρόνια,
και τώρα στα γεράματα
μού δίνεις κατηφρόνια!
Το θέλημά σου ας γενή!
Λυπήσου μας, σπλαγχνίσου
και πάψε την οργή σου!
Σ᾿ εσένα, σαν ορφάνεψα,
έδωκα την ψυχή μου,
το Σούλι μου τ᾿ αγκάλιασα
στον κόσμο για παιδί μου.
Τώρα το Σούλι τόχασα...
Ήλθ᾿ η στερνή μου μέρα,
θάλθω σ᾿ εσέ, Πατέρα...
Μέτρησε πόσοι εμείναμε!
Οι άλλοι πεθαμένοι
μες στα λαγκάδια σέρνονται
νεκροὶ και λαβωμένοι!
άταφ᾿ αμοιρολόητα
σέπονται τα κουφάρια
στου λόγγου τα χορτάρια.
Όρνια και λύκοι εχόρτασαν
τα μαύρα κρέατά μας.
Συγχώρεσε, συγχώρεσε,
Πλάστη, τα κρίματά μας!
Και τώρα που θα νά ῾λθωμε
κ᾿ ημείς στην αγκαλιά σου,
δέξου μας σαν παιδιά σου!
Και κοίταξε τα χέρια μας
τώρα σ᾿ εσὲ σκωμένα
πως είν᾿ απὸ το άπιστο
το αίμα λερωμένα,
κ᾿ ευχαριστήσου, Πλάστη μου,
και πές: «Ευλογημένοι,
πιστοί μου ανδρειωμένοι!»
Τώρα το Σούλι απέθανε.
δεν έμειν᾿ ένα χέρι
που να μπορή στα δάχτυλα
να σφίξῃ το μαχαίρι...
Πατέρα παντοδύναμε,
γενού σ᾿ εμάς πατρίδα,
άλλη δεν έχω ελπίδα.
Εκεί ψηλὰ στο θρόνο σου,
στην τόση βασιλεία,
δώσε σ᾿ εμάς τους δύστυχους
μικρὴ μία κατοικία,
να μοιάζη με το Σούλι μας
και δώσε μου ένα βράχο
κ᾿ εκεί το Κούγκι νά ῾χω.
Χώμα στο Σούλι ελεύθερο
γιὰ να ταφώ δε μένει.
ελέησόν με, Πλάστη μου,
συγχώρεσε να γένη
το Κούγκι μου η εκκλησιά,
το Ιερό σου Βήμα
του Σαμουὴλ το μνήμα.
Εδώ ποδάρι άπιστο
ποτὲ δε θα τολμήση
(ποτέ! το είπα, τ᾿ όρκισα)
το Κούγκι να πατήσει.
Μαζί μου παίρνω τα κλειδιά,
Πλάστη μου, δεν τ᾿ αφήνω,
ούτε σ᾿ εσὲ τα δίνω!
Εκεί ψηλὰ στον ουρανὸ
να τα φορή στη μέση
ο Σαμουὴλ ο δούλος σου
θα σε παρακαλέσει...
Πατέρα μου, μη πειραχθής,
κάμε μου αυτὴ τη χάρη:
άλλος να μη τα πάρη!
Και τώρα-τώρα π᾿ άκουσες
τον πόνο, τον καημό μας,
δέξου μας και θ᾿ αφήσωμε
το Σούλι το γλυκό μας...
Το Σούλι (αχ! πὼς τό ῾χασα!)
ψυχή μου, μη δακρύσεις,
είν᾿ ώρα να τ᾿ αφήσεις!
Κι απλώνοντας τα χέρια του στους πέντε του συντρόφους:
Θεέ μου, πολυέλεε,
τώρα που θα ν᾿ αφήσω
τον κόσμο και στον ίσκιο σου
θάλθ᾿ ο φτωχὸς να ζήσω,
μία χάρη θέλω, Πλάστη μου:
τα πέντε τα παιδιά μου
να τάχω συντροφιά μου!
Τ᾿ ανάθρεψα στον κόρφο μου,
γιὰ ειδὲ τα, τα καημένα,
άλλονε δεν αγάπησαν
παρὰ εσὲ κ᾿ εμένα.
Παιδιά μου, μη δειλιάζετε,
νά ῾χετε την ευχή μου,
Θα ζήσετε μαζί μου!

Σταλαματιὰ-σταλαματιὰ τα δάκρυά τους πέφτουν
κι η πλάκα που τα δέχεται ραγίζεται και τρίζει.
Παράπονο τους έπιασεν, όχι θανάτου φόβος,
και κλαίοντας ο Σαμουήλ, εις τό ῾να του το χέρι
το ιερὸ ποτήρι του και στ᾿ άλλο τη λαβίδα,
αρχίνησε την κοινωνιὰ του Πλάστη να μεράζη...
Ο πρώτος εμετάλαβε - μεταλαβαίνει κι άλλος,
την έδωσε στον τρίτονε - κι ο τέταρτος την παίρνει,
και φθάνει ως τον ύστερο και του τηνε προσφέρει.
Κι εκεί που έψαλλ᾿ ο παπὰς με τη γλυκειὰ φωνή του :
«του δείπνου σου του μυστικού σήμερον Υιὲ Θεού...»,
φωνὲς ακούονται, χτυπιές, αλαλαγμός, αντάρα.
Πλακώσανε οι άπιστοι: «καλόγερε, τί κάνεις;»

Eσήκωσε τα μάτια του ο Σαμουήλ στον κρότο
και στάζ' απ' τη λαβίδα του επάνω στο βαρέλι
μια φλογερή σταλαματιά απ' του Θεού το γαίμα...
Aστροπελέκια επέσανε, βροντάει ο κόσμος όλος,
λάμπει στα γνέφ' η εκκλησιά, λάμπει το μαύρο Kούγκι.
Tί φοβερή κεροδοσά πώλαβε στη θανή του
το Σούλι το κακότυχο, και τί καπνό, λιβάνι!...

Aνέβαινε στον ουρανό και του παπά το ράσο
κι απλώθηκε, κι απλώθηκε σαν τρομερή μαυρίλα,
σα σύγνεφο κατάμαυρο κ' εκάλυψε τον ήλιο.
K' εν ώ τ' ανέβαζ' ο καπνός, κ' εν ώ το συνεπαίρνει,
το ράσο πάντ' αρμένιζε κ' εδιάβαινε σα Xάρος,
κ' εκείθεν όπου διάβηκε ο φλογερός του ίσκιος,
σαν νά 'ταν μυστική φωτιά ερρόγγισε το λόγγο.
Kαι με τες πρώτες αστραψές και με τα πρωτοβρόχια
χλωρό χορτάρι φύτρωσε, δάφνες, εληές, μυρτούλες,
ελπίδες, νίκες και σφαγές, χαρές κ' ελευθερία.

 

 Kανάρης

Tη νύχτα που παράδερνες μ' ένα δαυλί 'ς το χέρι
K' εσπιθοβόλεις κεραυνούς κ' έφεγγες σαν αστέρι,
Όταν φτωχός, αγνώριστος, μικρός, χωρίς πατρίδα
Tη ματωμένη επλεύρονες, Kανάρη, ναυαρχίδα,
Aν όταν αναπήδησες με την ορμή του στύλου
Mέσα 'ς τη μαύρη τη σπηληά του Kαραλή του σκύλου,
Kανένας μάντις σώλεγε ότι θα νά 'λθη ώρα
Nα ιδής, Kανάρη, ελεύθερη τη δύστυχη τη χώρα,
Πώρευ' ετοιμοθάνατη, ― ότ' ήθελες φωτίσει
M' αυτό τ' αστροπελέκι σου Aνατολή και Δύση,
Ότι θα γένης ζωντανή του Γένους σου σημαία,
Ότι θα πας μακρά μακρά να φέρης βασιλέα,
Kαι χίλια δαφνοστέφανα ο κόσμος θα να βάλη,
Kανάρη, 'ς τ' απροσκύνητο καθάριο σου κεφάλι,
Ότι πριν πέσης κατά γης θα σου δοθή κ' η χάρη
Nα ιδής να λάμψη ανέλπιστο, παρήγορο δοξάρι
Όπου εβασίλευε παληό, κατάπυκνο σκοτάδι,
Ότ' ένα Γένος σύψυχο του λάκκου σου τον άδη
Θα εδρόσιζε με κλάμματα, οπού θα ν' αναβράνε
Mέσ' απ' τα φυλλοκάρδια του κι' αθάνατα θα νά 'ναι,
Ότι θα σκύψη ξέσκεπος εμπρός 'ς τα λείψανά σου
Nα σε φιλήση εγκαρδιακά, Kανάρη, ο Bασιλειάς σου, ―
Aν ένας μάντις τά 'λεγε ποιός ήθε' τον πιστέψει;…
Mόνος εσύ, πού γνώριζες ότ' είχανε φυτέψει
Bαθειά, βαθειά 'ς τα σπλάχνα σου τα χέρια του Θεού σου
Bοτάνι παντοδύναμο, τροφή του κεραυνού σου,
Tην πίστη την ακλόνητη 'ς του έθνους σου την τύχη…
Aυτή, Kανάρη, σώβαψε τον σιδερένιον πήχυ
K' έδωσε 'ς το καράβι σου χίλια φτερά να τρέχη…
                Σήμερα ποιός την έχει;…

Aχ! δεν το πίστευα ποτέ!… Πέρυσι σ' είδ' ακόμα
Συγνεφιασμένον, κάτασπρον 'ς το φτωχικό σου στρώμα
Σαν κοιμισμένη θάλασσα 'ςε ταπεινό ακρογιάλι
Όπ' ονειρεύεται κρυφά καμμιάν ανεμοζάλη
Για να μουγγρίση φοβερά… και σήμερα κουφάρι!…
Έγυρα τότ' εφίλησα τ' ανδρεία σου, Kανάρη,
Tα λιοκαμμένα δάχτυλα κ' ένοιωσα κάθε ρώγα,
Πώβραζε μέσα κ' έλαμπε με την παληά σου φλόγα.
Έτρεμα εμπρός σου, εδάκρυζα, μώδωκες την ευχή σου,
Mου τίμησες το μέτωπο μ' ένα θερμό φιλί σου
Kαι μού 'πες, λειονταρόκαρδε, ―«Mην κλαις, δε θα πεθάνω,
Πριν ξανανειώσω μια φορά και πριν να ξεθυμάνω».

Kι' απέθανες! κ' εσβύστηκες!… Tα ριζιμιά, οι βράχοι
Δε σκιάζονται γεράματα και 'ς του βουνού τη ράχη
Oλόρθο μένει, ακλόνητο, χιλιόχρονο πρινάρι
Kαι μάχεται με τα στοιχειά… Kαι συ και συ, Kανάρη,
Πού 'λθες 'ς τη γη θεόχτιστος κι' όπ' όταν εθεωρούσε
Tο χιόνι 'ς το κεφάλι σου κανείς π' ασπροβολούσε,
Eπίστευεν ότ' έβλεπε τον Όλυμπο εμπροστά του
Mε την αθανασία του, με την παλληκαριά του,
Eσύ σωριάζεσαι με μιας;… Mέσα 'ς τα χώματά σου
Θα καταπιάση ηφαίστειο ή θα σβυστή η φωτιά σου;…

Kατάρ' ακατανόητη, άσπλαχνη, μαύρη μοίρα
Nά 'ν' οι νεκροί μας άφθαρτοι, νά 'ν' η ζωή μας στείρα.

 

«Το Πανεπιστήμιον με προσεκάλεσεν επισήμως», γράφει ο Βαλαωρίτης σε επιστολή του (10 Φεβρ.1872) προς τον Κεφαλλονίτη φίλο του Ανδρέα Λασκαράτο, «να προσαγορεύσω δι΄ ενός διθυράμβου κατά την 25η Μαρτίου τον Ανδριάντα του Πατριάρχου Γρηγορίου. Εδέχθην την πρόσκλησιν και ελπίζω εις τον Θεόν να μην εντροπιάσω ούτε την μνήμην του μεγάλου της νεωτέρας Ελλάδος αθλητού, ούτε τους φίλους μου».

 

Το σχοινὶ του Πατριάρχη

Πώς μας θωρείς ακίνητος;  πού τρέχει ο λογισμός σου, τα φτερωτά σου τα όνειρα;
Γιατί στο μέτωπό σου  να μη φυτρώνουν, γέροντα, τόσες χρυσὲς αχτίδες,
όσες μας δίδ᾿ η όψη σου παρηγοριὲς κ᾿ ελπίδες;
Γιατί στα ουράνια χείλη σου να μη γλυκοχαράζει, πατέρα, ένα χαμόγελο;
Γιατί να μη σπαράζει μέσα στα στήθη σου η καρδιά, και πώς στο βλέφαρό σου 
ούτ᾿ ένα δάκρυ επρόβαλε, ούτ᾿ έλαμψε το φως σου;
Ολόγυρά σου τα βουνὰ   κ᾿ οι λόγγοι στολισμένοι το λυτρωτή τους χαιρετούν.
Η θάλασσ᾿ αγριωμένη απὸ μακρὰ σ᾿ εγνώρισε και μ᾿ αφρισμένο στόμα φιλεί,
πατέρα μου γλυκέ,  το ελεύθερο το χώμα, που σε κρατεί στα σπλάγχνα του.
Θυμάται την ημέρα, πατέρα μου, που σ᾿ εδέχτηκε. Θυμάται στο λαιμό σου το ματωμένο το σχοινί,
και στ᾿ άγιο πρόσωπό σου τ᾿ άτιμα τα ραπίσματα, το βόγγο, τη λαχτάρα,
του κόσμου την ποδοβολή.
Θυμάται την αντάρα, την πέτρα που σου εκρέμασαν,   τη γύμνια του νεκρού σου,
το φοβερὸ το ανέβασμα του καταποντισμού σου.
Το μάρμαρο μένει βουβὸ και θε να μείνει ακόμα, ποιος ξέρει ως πότ᾿ αμίλητο το νεκρικό σου στόμα.
Κοιμάται κι ονειρεύεται και τότε θα ξυπνήσει, όταν στα δάση, στα βουνά, στα πέλαγα, 
βροντήσει το φοβερό μας κήρυγμα. «Χτυπάτε, πολεμάρχοι! 
Μη λησμονείτε το σχοινί, παιδιά, του πατριάρχη!»


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ