Μνήμη γενοκτονίας του Πόντου

 ΠόντοςΑθήνα 19.5.2022
Του Μητροπολίτη Πάφου Γεωργίου

Νιώθω βαθιά τη συγκίνηση να με κατακλύζει, ερχόμενον από την Κύπρο, το άλλο Ελληνικό μέρος στο οποίο πάτησε βαριά το πόδι της η Ιστορία, να μιλήσω για τον Πόντο, μπροστά σ’εσάς, τους απογόνους εκείνων των οποίων τα οστά λιπαίνουν την αγαπημένην πατρική γη.
Στον Πόντο η Ιστορία διέτρεξε όλη τη μουσική της κλίμακα, των περιπετειών και των θριάμβων. Εκεί ο Ιάσονας με τους Αργοναύτες του, ο Ξενοφών με τους μυρίους του, ο Διογένης με τη στωϊκήφιλοσοφία του, ο Πέτρος και ο Ανδρέας οι κλεινοί απόστολοι, ο Μ.Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, με τις δογματικές θέσεις τους, οι Κομνηνοί και τόσοι άλλοι διαλαλούν τον πέραν των τριών χιλιάδων χρόνων ελληνικό χαρακτήρα της περιοχής και τη δισχιλιόχρονη χριστιανική πορεία της. Μα κι οι δηώσεις, οι διωγμοί, οι εξισλαμισμοί, οι φόνοι, οι κατατρεγμοί και ο εκτοπισμός, περιγράφουν τα δεινά της, χαρακτηριστικό και του έθνους και της θρησκείας μας.
Έτος μνήμης και τιμής, φέτος, προς τις τρεις χιλιετίες του Ποντιακού πολιτισμού, με αφορμή και την θλιβερή επέτειο της Μικρασιατικής καταστροφής. Τόσο αρχαία ήταν η παρουσία μας εκεί. Μα και έτος απότισης φόρου τιμής σ’όσους, με τον ιδρώτα αλλά και το αίμα τους, πότισαν τα ιερά εκείνα χώματα και σ’όσους, με την ψυχή στο στόμα, μεταλαμπάδευσαν εκείνο τον πολιτισμό στη Δυτικά του Αιγαίου Ελλάδα.
Ειδικότερα η σημερινή μέρα είναι αφιερωμένη στις 350 και πλέον χιλιάδες Έλληνες του Πόντου, οι οποίοι με τον αγώνα και τη θυσία τους εφώτισαν, με μιαν τελευταία ιδιαίτερη λάμψη, το φοβερό έρεβος της πολυαίωνης δουλείας.
Είναι λίγες οι φορές που η Ιστορία συμπεριφέρθηκε τόσο βάναυσα, όσο στους κατοίκους του Πόντου. Στους κατοίκους των προαιώνιων αυτών ελληνικών περιοχών που, μετά από πορεία τριών χιλιάδων χρόνων στην ελληνική Ιστορία, έμελλαν, μέσα σε λίγα χρόνια, να οδηγηθούν σε μιαν οδυνηρή «Έξοδο» από τη γη των προγόνων τους. Μιαν έξοδο που οδήγησε στην τουρκοποίηση τόσων δυναμικών κοινωνιών που είχαν διατηρηθεί στη συντριπτική πλειοψηφία τους χριστιανικές και ελληνικές στη διάρκεια των πέντε αιώνων οθωμανικής κυριαρχίας.
Έστω, όμως, κι αν η παλίρροια της Ιστορίας σάρωσε τους Έλληνες από τον Πόντο, έχουν μείνει πίσω τα χνάρια μας και τα σημάδια μας. Βαθιά και ανεξίτηλα, χρυσά αλλά και αιματοπότιστα. Τίποτα και κανένας δεν μπορεί να τα εξαλείψει, γιατί η Ιστορία του κόσμου εκείνου έχει καταγραφεί.
Όταν άλλοι λαοί, οι οποίοι σήμερα ρυθμίζουν τις τύχες του κόσμου, δεν αποτελούσαν καν κοινωνίες ανθρώπων, όταν οι ίδιοι οι Τούρκοι ζούσαν ως πρωτόγονοι στις στέπες της Μογγολίας, στον Πόντο ανθούσε ένας υπέροχος Ελληνικός πολιτισμός. Κι όταν εμφανίστηκε στο προσκήνιο της Ιστορίας ο χριστιανισμός, η γη του Πόντου έγινε αποστολοβάδιστη.
Η Παναγία του Σουμελά τι διακηρύσσει; Ο Άγιος Γεώργιος Περιστερεώτας, ο άγιος Ιωάννης Βαζελώνος, η Παναγία Γουμερά, η Αγία Σοφία Τραπεζούντας, τι άλλο, παρά το χριστιανικό παρελθόν της περιοχής εξαγγέλουν; Ο Διογένης ο κυνικός, το άγαλμα του οποίου ορθώνεται στη Σινώπη, χωρίς βέβαια μνεία της Ελληνικής καταγωγής του, τα αρχαία τείχη, τι άλλο υπενθυμίζουν παρά «πόλεις ελληνίδας» όπως αναφέρει ο Ξενοφών στην «Ανάβασή» του;
Επώδυνη η αναφορά μας σε τόπους βασανισμένους αλλά και πολυαγαπημένους. Έχουν εν τούτοις, τη σημασία τους και οι επέτειοι επώδυνων γεγονότων και ιδιαίτερα της Ποντιακής Γενοκτονίας. Πέραν της υπενθύμισης των ιστορικών γεγονότων, των δεινών και των οδυνών, των ταγμάτων εργασίας, των εμπρησμών, των εκτοπισμών και των απαγχονισμών,- και η ιστορική μνήμη έχει πολύ μεγάλη σημασία για την επιβίωση του έθνους,- αλλά και πέραν της απόδοσης τιμής σ’ όσους αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν, εκφράζουν τη βούληση να μην επαναληφθεί η συμφορά. Να αντλήσουμε τα διδάγματα που πρέπει, για όσα συνέβησαν εκείνη την κρίσιμη περίοδο και για όσα προηγήθηκαν, για να προγραμματίζουμε σωστό το μέλλον.
Ίσως οι νύξεις στις ψυχές σας να μην έχουν κλείσει ακόμα, ίσως και να μην κλείσουν ποτέ, καθώς οι διηγήσεις για τα χωριά και τις πόλεις που εγκατέλειψαν οι πατέρες σας, οι αναφορές στις στιγμές ανείπωτης ευτυχίας και ευημερίας να επιστρέφουν πάλιν και πολλάκις, σταλάζοντας πάνω σας την πίκρα για το άδικο του πράγματος και τη νοσταλγία. Ένας αιώνας σιωπής• ένας αιώνας πόνου• ένας αιώνας μακρυά, μα κι ένας αιώνας πεθυμιά.
Οφείλουμε, γι’αυτό, να επιστρέφουμε στο παρελθόν, μνημονεύοντας το στο παρόν, ιδίως σε καιρούς κρίσης ισοπεδωτικής παγκοσμιοποίησης και λησμονιάς, για να μπορούμε να συνεχίσουμε στο μέλλον που περιμένει ως αδέκαστος κριτής. Δεν μπορούμε να γυρίσουμε την πλάτη στην Ιστορία. Είμαστε υποχρεωμένοι να σκεφτόμαστε όχι με μέτρο τους αιώνες, τα εκατόν χρόνια, αλλά τις χιλιετίες.
Εξάλλου, έχει διαχρονική ισχύ η ρήση ότι όσο μακρύτερα στο παρελθόν κοιτάζει κανείς, τόσο μακρύτερα και στο μέλλον μπορεί να δει.
Συναισθάνομαι ότι δυο παράγοντες μας δυσκολεύουν, ιδιαίτερα φέτος, στην ορθή προσέγγιση της σημερινής επετείου. Πρώτα ο συναισθηματικός, που μας προσγειώνει από την ηρωική έξαρση που ζήσαμε πέρσι, γιορτάζοντας τα 200 χρόνια από την εθνεγερσία του 1821, στην καταστροφή του 1922, αναφερόμενοι μάλιστα στον ίδιο ιστορικό εχθρό της σύγχρονης Ελλάδας. Κι είναι πάντοτε πιο εύκολο να μιλάς και να αναλύεις μιαν επιτυχία και ιδιαίτερα οδυνηρό να αντλείς διδάγματα από μιαν καταστροφή που δεν έχει, μάλιστα, δυνατότητα μεταβολής αφού υπογράψαμε και αποδεχτήκαμε τα τετελεσμένα. Είναι, ύστερα, και η τάση πολλών, η οποία δεν μπορώ να πω ότι δεν επηρεάζει και εμένα, να κρίνουν το χθες με την ασφάλεια που παρέχει το σήμερα. Πώς θα μπορούσε να αξιολογήσει κανείς ορθά, αποφάσεις που λαμβάνονταν και πράξεις που γίνονταν σ’ ένα περιβάλλον του οποίου η εξέλιξη και η διαχείριση ήταν άγνωστη και απρόβλεπτη;
Έχοντας συνταχθεί με την πολιτική της εθνικής αμνησικακίας, λόγω αδήριτης ανάγκης, χωρίς όμως και να ανέχομαι την ιστορική αμνησία, θα προσπαθήσω να ανταποκριθώ αντικειμενικά, στις απαιτήσεις της αποψινής βραδιάς.
Δεν έχω κάποια συγκεκριμένη ειδικότητα στο θέμα. Έχω, όμως, πολλές εμπειρίες από τη συναναστροφή μου, για 26 τώρα χρόνια, με τις χιλιάδες των Ποντίων που ζουν στην Πάφο. Παρακολουθώ για χρόνια τις εθνικές ευαισθησίες τους, την ιστορική μνήμη τους, την καλλιέργεια των εθίμων και της γλώσσας τους. Τελούμε κάθε χρόνο, την πιο κοντινή προς τη σημερινή επέτειο Κυριακή, το μνημόσυνο όσων πολέμησαν και έπεσαν «υπέρ πίστεως και πατρίδος», όσων άνανδρα δολοφονήθησαν από τους Τούρκους και όσων πέθαναν εκεί από τις κακουχίες, την πείνα, τη δίψα, το κρύο. Οργανώνουμε κάθε χρόνο διαγωνισμούς μεταξύ των μαθητών, και διοργανώνουμε, επίσης, επιστημονικά συνέδρια για το θέμα αυτό.
Πέραν αυτών, όμως, κάθε Έλληνας που εγκύπτει στην Ιστορία μας νιώθει την ιδιαιτερότητα εκείνου του λαού, και δεν μπορεί να λησμονήσει εκείνον τον ανεπανάληπτο εθνικό χώρο.
Η γη του Πόντου υπήρξε ο κατ’ εξοχήν χώρος των μαρτυρίων αλλά και των ηρωισμών του γένους μας. Στον ακραίο εκείνο γεωγραφικό χώρο, ο υπόδουλος Ελληνισμός αγωνίστηκε για ελευθερία μόνο με τις δικές του ηθικές και υλικές δυνάμεις. Το ελεύθερο Ελληνικό κράτος κράτησε αποστάσεις ασφαλείας, απ’ όσα φρικτά και κατ’ εξακολούθηση, για χρόνια πολλά, γίνονταν εκεί. Κώφευσε στις πολλές και αγωνιώδεις εκκλήσεις για στήριξη και ουσιαστική συμπαράσταση.
Όταν κατά το απαισίας μνήμης καλοκαίρι του 1974, η Τουρκία εισέβαλλε στην Κύπρο, βίαζε, σκότωνε, κατακτούσε,προσέβαλλε την ελληνική αξιοπρέπειά μας, ακούσαμε από ελληνικά χείλη, πρωθυπουργικά, ότι «η Κύπρος κείται μακράν». Κι ας είχε προηγηθεί ο Κίμων, από τον 5ο αιώνα π.Χ, με τριήρεις ελευθερώνοντας την από τους Πέρσες. Αν η Κύπρος βρισκόταν μακρυά, θα’ταν πιο κοντά ο Πόντος;
Παρόλο ότι οι διωγμοί και τα μαρτύρια του Ποντιακού Ελληνισμού ξεκίνησαν από πολύ πιο νωρίς και εντάθηκαν από το 1914, με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, εν τούτοις, συμβατικά, το 1919 θεωρείται ως το έτος που συντελέστηκε η γενοκτονία και η 19η Μαΐου,η ημέρα που ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα του Πόντου και έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο της ολοκληρωτικής εξόντωσης του Ελληνισμού της περιοχής, ως η επέτειος ημέρα αυτής.
Η λέξη γενοκτονία σημαίνει την ολοκληρωτική εξόντωση μιας φυλετικής ομάδας, όχι γι’αυτά που διέπραξε, αλλά γι’αυτό που είναι. Η γενοκτονία αποτελεί το βαρύτερο έγκλημα, για το οποίο, μάλιστα, δεν υπάρχει παραγραφή.
Η 19η Μαΐου κηρύχθηκε από το 1994, από το Ελληνικό Κοινοβούλιο ως Ημέρα μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου». Το ίδιο έπραξε αργότερα και το Κυπριακό Κοινοβούλιο. Όμως, παρά τη σημασία της πράξης αυτής, η ημέρα παραμένει, ουσιαστικά, μια ξεχασμένη επέτειος και κατ’επέκταση το ιστορικό γεγονός της γενοκτονίας παραμένει στο περιθώριο της νεοελληνικής ιστοριογραφίας.
Γιατί, όμως υποβαθμίστηκε η γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού μέσα στη συλλογική μνήμη του Νεοελληνισμού; Πιστεύω πως αυτό έχει να κάνει με τη λανθασμένη προσέγγιση των γεγονότων στην Ελλάδα, και τον ελληνικό, γενικά, κόσμο, με βάση την ανταλλαγή των πληθυσμών. Αυτή, η πολιτικού τύπου ερμηνεία, σχετικοποίησε το έγκλημα. Επέβαλε, έτσι, για δεκαετίες πολλές, τη λήθη μέσα από μια λογική εξισορρόπησης: Ανταλλαγή τουρκικών πληθυσμών ( ή έστω μουσουλμανικών) της Ελλάδας με τους ελληνικούς της Μ.Ασίας.
Μα έτσι παρασιωπάται η αλήθεια ότι όταν υπεγράφη η Συνθήκη της Λωζάνης, το 1923, για την ανταλλαγή των πληθυσμών, ουδείς Πόντιος ευρισκόταν στον Πόντο. Είχαν ήδη όλοι εκτοπιστεί, είχαν εξολοθρευθεί. Όσοι δεν είχαν φύγει στην Ελλάδα ή στον Καύκασο, βρίσκονταν εκτοπισμένοι στα βάθη της Μ. Ασίας, αποδεκατιζόμενοι από τον τύφο και άλλες ασθένειες.
Πώς, όμως, ο βαθύρριζος ποντιακός Ελληνισμός οδηγήθηκε στο τραγικό αυτό τέλος; Ποια τα αίτια της μεγάλης τραγωδίας;
Για δυο χιλιετίες, μέχρι τον 11ο μ.Χ. αιώνα, τα πάντα απέπνεαν Ελλάδα στην Ελληνική εκείνη γη. Όχι χωρίς περιπέτειες και χωρίς δηώσεις, καταστάσεις σύμφυτες με τον Ελληνισμό, χαρακτηριστικές όλων των Ελληνικών περιοχών. Το 1071, όμως, όπως είναιγνωστό, με τη μάχη στο Μαντζικέρτ οι Τούρκοι νικούν τον αυτοκράτορα Ρωμανό Διογένη και καταλαμβάνουν την Τραπεζούντα και την επαρχία Χαλδίας. Ο Θεόδωρος Γαβράς, δούκας τηςΧαλδίαςστη συνέχεια ελευθερώνει την Τραπεζούντα και κυβερνά ως ανεξάρτητος, από το Βυζάντιο, άρχοντας. Το 1098 ο Θεόδωρος απάγεται στο Ερζερούμ και μαρτυρεί υπέρ του Χριστιανισμού.
Το 1204, με την πτώση της Κωνσταντινούπολης στα χέρια των Φράγκων, οι αδελφοί Αλέξιος και Δαβίδ Κομνηνοί ιδρύουν την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας ως ελεύθερο κράτος. Η Αυτοκρατορία αυτή το 1461, οκτώ δηλ. χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, πέφτει στα χέρια των Τούρκων. Από τότε αρχίζει η μαρτυρική πορεία του Ποντιακού Ελληνισμού.
Τα σύμβολα της Αυτοκρατορίας τα κράτησε τότε η Εκκλησία και τα διατήρησε σ’όλους τους μαύρους αιώνες της σκλαβιάς. Μέσα σ’αυτούς τους φοβερούς αιώνες, αυτή στάθηκε το πνευματικό και εθνικό κέντρο των Ποντίων. Εναντίον των κληρικών, μητροπολιτών, ηγουμένων, ιερέων, μοναχών, ξεσπούσε κάθε φορά η μανία των κατακτητών. Το ράσο έγινε πολλές φορές και εθνική σημαία αλλά και σκέπαστρο και καταφυγή των υποδούλων.
Τα περίφημα μοναστήρια της περιοχής έγιναν, συχνά, με τα συσσίτιά τους, και κέντρα υλικής επιβίωσης του λαού. Και δεν ήταν επουσιώδες αυτό σ’εκείνες τις δύσκολες εποχές. Μα και στους ναούς μας, που είχαν γίνει, με την αρπαγή, μουσουλμανικά τεμένη, ο κατατρεγμένος λαός θεωρούσε ότι απλώς κοιμούνταν πρόσκαιρα οι φωνές που κυμάτισαν κάποτε, σε μια θάλασσα χρόνια. Κι ανέμεναν να έλθει η ώρα της λύτρωσης.
Η Εκκλησία, λόγω και της γλώσσας που χρησιμοποιούσε, υπήρξε ο κύριος φορέας διατήρησης της εθνικής ταυτότητας και του ελληνικού πολιτισμού στην περιοχή. Με τον όρο γλώσσα δεν εννοούμε μόνο τη λατρευτική γλώσσα των ιερών ακολουθιών αλλά και όλα τα χειρόγραφα και έντυπα βιβλία και την εκπαίδευση η οποία ουσιαστικά ήταν αρμοδιότητα της Εκκλησίας.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει για την Παιδεία στον Πόντο που για τους Ποντίους ήταν όρος εθνικής ύπαρξης. Τα πολλά εκπαιδευτήρια, με κυριότερο το φροντιστήριο της Τραπεζούντας, δίνουν το μέτρο και την ποιότητα της Εκπαίδευσής τους.
Η αντίστροφη μέτρηση για τον Ποντιακό Ελληνισμό, αλλά και όλους τους χριστιανούς της Μικράς Ασίας, σήμανε με την άνοδο των Νεοτούρκων στην εξουσία. Γρήγορα φάνηκε πως σκοπός των Νεοτούρκων ήταν η μετατροπή της πολυεθνικής οθωμανικής αυτοκρατορίας σε εθνικό τουρκικό κράτος, με την εξόντωση ή τον εκτουρκισμό όλων των άλλων λαών. Η υλοποίηση του στόχου αυτού έγινε με διάφορους τρόπους.
Εκτός από τα πολιτικά-εθνικιστικά αυτά αίτια, υπήρχαν και τα οικονομικά συμφέροντα. Μεγάλο μέρος του εμπορίου και της βιομηχανίας είχε συγκεντρωθεί στα χέρια των Ελλήνων, γεγονός που εμπόδιζε τη Γερμανία να διεισδύσει οικονομικά στην απέραντη υπανάπτυκτη οθωμανική αυτοκρατορία. Ως εκ τούτου οι Γερμανοί στρατιωτικοί υπέδειξαν, κατά τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο, τον εκτοπισμό των Ελλήνων, με σκοπό τη φυσική τους εξόντωση. Γερμανοί αξιωματικοί εκπονούσαν και εφάρμοζαν σχέδια εξόντωσης των χριστιανών. Το Ναζιστικό κόμμα του Χίτλερ, μάλιστα, θεωρούσε τις μεθοδεύσεις του Τουρκικού κράτους ως πρότυπο έμπνευσης, επαινώντας το για την πολιτική «σκούπας» που επέδειξε. Η πλειοψηφία των συγγραφέων του Γ΄Ράιχ τόνιζαν ότι η εκκαθάριση των Ελλήνων και των Αρμενίων ήταν προϋπόθεση για την επιτυχία της Τουρκίας.
Το ρεύμα των καιρών ήταν ξεκάθαρο ότι οδηγούσε σ’ έναν άγριο εθνικισμό, που δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να ανακόψει. Οι Έλληνες του Πόντου το αντελήφθησαν έγκαιρα. Κι ήσανέτοιμοι να αγωνιστούν και για την τιμή και για τα εδάφη τους. Είχαν, μάλιστα, μέχρι τότε αποδείξει πολλές φορές τον ηρωισμό τους. Δεν αρκούσε, όμως, δυστυχώς, στις νέες συνθήκες ο ηρωισμός τους. Χρειάζονταν τη συμπαράσταση τόσο του ελεύθερου ελληνικού κράτους όσο και των συμμάχων με τους οποίους ο Ελληνισμός αγωνίστηκε για την ελευθερία των λαών.
Μα γρήγορα αντελήφθησαν, ότι, στην πολιτική τα συμφέροντα υπερτερούν και των ηθικών αξιών και των υποχρεώσεων. Τα ιδανικά των συμμάχων είχαν το μαύρο χρώμα του πετρελαίου και των δρόμων του εμπορίου, που πολύ απείχαν από το φωτεινό χρώμα της ελευθερίας. Κι αυτά τα συμφέροντα είχαν στομώσει τις μπούκες των κανονιών των πανίσχυρων συμμάχων. Συνειδητοποίησαν τότε, οι Πόντιοι, πως ένα έθνος στους αγώνες για την επιβίωσή του δεν πρέπει να επαφίεται σε ελπίδες για ξένη βοήθεια. Πάντοτε ο ξένος βοηθά πρώτιστα τον εαυτό του και σε οποιαδήποτε στιγμή, αν το συμφέρον του κλίνει αλλού, δεν θα διστάσει να αποσυρθεί.
Μα ούτε και από το εθνικό κέντρο βρήκαν ουσιαστική βοήθεια. Έχοντας ήδη ανοικτά πολλά μέτωπα, η εθνική κυβέρνηση πέραν από σπασμωδικές κινήσεις δεν υπερασπίστηκε τα εθνικά αισθήματα των Ποντίων. Τίποτα, όμως, καμιά απογοήτευση δεν μπόρεσε να αλλοιώσει ή να μειώσει κατ’ελάχιστο την εθνική φλόγα , την ελληνικότητά τους, που φύλαγαν μέσα τους οι Πόντιοι και που την έφεραν εκ γενετής. Κι αυτό γιατί η Ελληνικότητα δεν προεχόταν από μιαν εγκεφαλική τελετουργία πολιτικών υπολογισμών ή γεωστρατηγικών συμφερόντων. Ήταν η ζωή τους, το αίμα τους, το γονίδιό τους.
Ο ποντιακός ελληνισμός εξακολούθησε σ’όλους τους αιώνες της δουλείας να έχει την ίδια εθνική συνειδησιακή υπόσταση. Παντοτινή και ακοίμητη στα στήθη του, συντηρούσε τη φλόγα για την Ελλάδα. Δεν μπορούσαν οι Πόντιοι να αρνηθούν τον εαυτό τους. Ήξεραν ότι ήσαν λίγοι και μόνοι, αλλά έμειναν και αγωνίστηκαν και έγιναν ιστορικά μέγιστοι, μπροστά στους οποίους υποκλινόμαστε σήμερα.
Στο τέλος του 1914, οι Τούρκοι θέτοντας σε εφαρμογή τα σχέδιά τους, κήρυξαν γενική επιστράτευση όλων των εθνοτήτων της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Τους Έλληνες τους κατέτασσαν στα «τάγματα εργασίας» όπου οι συνθήκες ήταν εξοντωτικές με απώτερο στόχο τον αργό θάνατό τους.
Με πρόσχημα τη λιποταξία των Ποντίων από τα τάγματα εργασίας, οι Τούρκοι άρχισαν συστηματικά την εξόντωση όλων των Ελλήνων του Πόντου, λεηλατώντας και πυρπολώντας ολόκληρα χωριά.
Κορύφωση των τουρκικών μεθοδεύσεων υπήρξε η σχετική διαταγή των Εμβέρ Πασά και Ταλαάτ Μπέη, της 28ης Δεκεμβρίου 1916, που έλεγε ξεκάθαρα: «Άμεση εξόντωση των ανδρών των πόλεων από 16-60 ετών. Γενική εξορία ανδρών κα γυναικοπαίδων των χωριών στα ενδότερα της Ανατολίας, με πρόγραμμα σφαγής και θανάτου».
Τα όσα ακολούθησαν δεν τα χωρεί ο νους του ανθρώπου. Μπροστά τους ωχριά κάθε είδος βαρβαρότητας. Σφαγές, λεηλασίες, αρπαγές, βιασμοί, πυρπολήσεις, εξορίες. Νιώθω πως προκαλώ τα αισθήματά σας υπενθυμίζοντάς σας τις ατέλειωτες σειρές των προγόνων σας που βάδιζαν τον ατέλειωτο δρόμο προς την ενδοχώρα με μόνο προορισμό τον θάνατο, με τις ορδές των Τσετών-ληστοσυμμοριτών να επιδεικνύουν συνεχώς τα πρωτόγονα βάρβαρα ένστικτά τους. Γεγονότα ανατριχιαστικά, αριθμοί θυμάτων τεράστιοι, τρόποι θανάτωσης απίστευτοι. Είναι να διερωτάται κανείς πώς μπορεί να βρεθεί τέτοια απανθρωπία, πώς μπορεί να δικαιολογηθεί τέτοια συμπεριφορά ανθρώπων, αν μπορούν τέτοια όντα να ονομαστούν άνθρωποι, προς συνανθρώπους τους.
Στο ευρύ Ελληνικό κοινό παραμένει άγνωστη η συστηματικά επεξεργασμένη και προμελετημένη πολιτική που άρχισε να εφαρμόζεται με την εξαφάνιση των ανδρών στα εργατικά τάγματα και συνεχίστηκε με τις μαζικές εκτοπίσεις και με τις σφαγές και τους απαγχονισμούς στην Αμάσεια της πολιτικής και πνευματικής ηγεσίας των Ποντίων. Πέραν των 350 χιλιάδων Ελλήνων του Πόντου, σε ένα σύνολο 750.000 εξολοθρεύτηκαν με τη μέθοδο των εκτοπίσεων και των σφαγών στο χρονικό διάστημα 1916-1923.
Οι μαζικές εκτοπίσεις πληθυσμών, σε μια συγκαλυμμένη μορφή εξόντωσης δεν νομιμοποιούνται ούτε και με το Δίκαιο του πολέμου. Ελληνικός στρατός δεν υπήρχε στον Πόντο και οι περιοχές από τις οποίες εκτοπίστηκαν ομαδικά τόσοι άνθρωποι, δεν είχαν στρατιωτική σπουδαιότητα.
Σήμερα το επίσημο τουρκικό κράτος υποστηρίζει ότι οι σφαγές κατά των Ποντίων (δεν αποδέχεται ασφαλώς τον όρο γενοκτονία και αναφέρεται σε περιορισμένης κλίμακας γεγονότα)δεν ήταν μια εσκεμμένη πολιτική της κυβέρνησης, αλλά μια σειρά από μεμονωμένα περιστατικά που σημειώθηκαν, χωρίς πρόθεση, και στο πλαίσιο των δυσχερών πολεμικών συνθηκών κατά τη διάρκεια «κανονικών» εκτοπίσεων. Παραμένει, ωστόσο τρομερά δύσκολο να εξηγηθεί πώς 350 και πλέον χιλιάδες άνθρωποι πέθαναν μέσα σε έξι χρόνια, λόγω εκτοπίσεων, χωρίς να τεθούν σε συναγερμό οι κρατικές αρχές για να τους προστατεύσουν.
Εξάλλου, η προσπάθεια της Τουρκίας να υποβάλει ότι ο τουρκικός εθνικισμός εκδηλώθηκε με επιθετικό τρόπο μετά τους βαλκανικούς πολέμους το 1912, αντιδρώντας στην απώλεια εδαφών, θέλει να αγνοεί την θέση των Νεοτούρκων, που διακηρύχθηκε ξεκάθαρα από το 1908, για εξόντωση όλων των χριστιανικών λαών από τα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αφού τελείωσαν με τους Αρμενίους συνέχισαν με τους Ποντίους και όλο τον υπόλοιπο Μικρασιατικό Ελληνισμό.
100 συν 3 χρόνια από τη συμβατική χρονιά της γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού και 100 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή, τι μπορούν να σημαίνουν οι επετειακές μας εκδηλώσεις και οι αναφορές μας στην πολυφίλητη Ποντιακή γη; Τι απομένει από τα μείζονος σπουδαιότητος ιστορικά αυτά κεφάλαια; Αναμφίβολα οι εικόνες, τα βιώματα, οι αγώνες, οι θυσίες, άραη ιστορική εθνική συλλογική μνήμη. Η ιστορική εθνική συλλογική αυτή μνήμη με άξονα αναφοράς έναν τρισχιλιετή πολιτισμό που αναπτύχθηκε στα εδάφη του Πόντου, συγκροτεί για μας όλους, και ιδιαίτερα για σας, τους απογόνους εκείνων, ζωντανή παρακαταθήκη πολιτισμού, παράδοσης και ιστορικής ταυτότητας. Και προσκαλεί για νέες κατακτήσεις, για ελπιδοφόρα οράματα νέων εθνικών στόχων, στις νέες προκλήσεις των καιρών.
Όλα τα εφιαλτικά «γιατί», οι πληγές οι χαίνουσες και αιμάσσουσες, πρέπει να μεταλλαχθούν, και έχουν ήδη μεταλλαχθεί, σε όραμα, σε στάση ζωής, σε δημιουργία . Οι ρίζες μας είναι βαθιές και δεδομένες. Πάνω σ’αυτές τις ρίζες μπορούμε και πρέπει να στηρίζουμε την προοπτική του μέλλοντος του Γένους μας, τη συνέχεια της πορείας μας και της επιβίωσής μας μέσα σε περιβάλλον αντιξοοτήτων και δυσχερειών. Και να μη ξεχνούμε ότι η Ελληνική ιδέα είναι πλατύτερη της ελληνικής γης• υπερβαίνει τα καθαρώς εθνικά όρια του Ελληνισμού. Αν εδαφικά ο ξεριζωμός από τον Πόντο και τη Μικρασία μας συρρίκνωσε, ως Ιδέα ελληνική καλύπτουμε όλο το σύμπαν.
Η σημερινή θλιβερή επέτειος επιτάσσει να τιμάται η μνήμη όσων έχασαν τη ζωή τους στη γη του Πόντου, είτε υπερασπιζόμενοι τα εδάφη τους, είτε πληρώνοντας το τίμημα για την ελληνική καταγωγή τους, και να τιμάται επίσης και η αξιοπρέπεια όσων επέζησαν. Ταυτόχρονα μας καλεί να παραδειγματιστούμε από τυχόν λάθη μας και τη συμπεριφορά των ξένων για να αποφύγουμε νέες εθνικές τραγωδίες.
Τελειώνω με μιαν αναφορά και στη δική μου, ιδιαίτερη πατρίδα την Κύπρο. Κύπρος και Πόντος έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά: Πανάρχαιη Ελληνική κοιτίδα ο Πόντος, το ίδιο και η Κύπρος, σε εξίσου νευραλγικές γεωγραφικές θέσεις. Επήλυδες οι Τούρκοι και στις δύο περιοχές, πεισματικά αρνούμενοι τον οποιονδήποτε εκπολιτισμό, πλήττοντας διά του αριθμού και όχι διά της ποιότητάς τους. Αναλλοίωτα τα συμφέροντα των ξένων καθώς και η επιτηδειότητα των Τούρκων να τα εκμεταλλεύονται. Χωρίς προσχήματα, ή οποιαδήποτε συγκάλυψη, οι στόχοι της Τουρκίας και τότε και σήμερα. Επιδιώκουν σήμερα, μεθοδικά, τουρκοποίηση της Κύπρου, όπως το επεδίωξαν και το πέτυχαν, πριν εκατό χρόνια, στον Πόντο.
Και το χειρότερο: ο Ελληνισμός υπνώττει και σήμερα, χωρίς να μελετά στα σοβαρά τις μεθοδεύσεις της Τουρκίας, να παίρνει μαθήματα από το παρελθόν. Εξαντλείται σε προτάσεις καλής θέλησης, σαγηνεύεται από τις ψευδαισθήσεις καλής γειτονίας. Στρουθοκαμηλίζει μπροστά στον ξεκάθαρο προγραμματισμό των Τούρκων. Οφείλουμε να ανανήψουμε, να προγραμματιστούμε για να ανακόψουμε τις τουρκικές μεθοδεύσεις.
Αυτό το νόημα δίνουμε στις σημερινές εκδηλώσεις. Να διδαχθούμε από την Ιστορία.
Ευχόμαστε όπως ο Θεός φωτίσει όλους μας, λαό και Ηγεσία, να συναγάγουμε τα σωστά συμπεράσματα από τη βάρβαρη γενοκτονία που διέπραξαν οι Τούρκοι σε βάρος του Ποντιακού Ελληνισμού και να αποφύγουμε όσα προγραμματίζουν για την Κύπρο, και άλλες ελληνικές περιοχές που δεν απέχουν, ποσώς, από εκείνη.