Τεύχος 87  27 Ιουλίου 2012

Εάν επιθυμείτε να λαμβάνετε κάθε εβδομάδα την ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ, είτε μόνον εσείς, είτε και κάποια δικά σας πρόσωπα, κάνετε Εγγραφή στο Newsletter μέσα απ’ το δικτυακό μας τόπο.

 

Κυριακή 29 Ιουλίου 2012 – Η΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Ο Ἀπόστολος
Προς Κορινθίους Α΄επιστολή Παύλου (α΄ 10-17)

     

Ἀδελφοί, παρακαλῶ ὑμᾶς, διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἵνα τὸ αὐτὸ λέγητε πάντες, καὶ μὴ ᾖ ἐν ὑμῖν σχίσματα, ἦτε δὲ κατηρτισμένοι ἐν τῷ αὐτῷ νοῒ καὶ ἐν τῇ αὐτῇ γνώμῃ. Ἐδηλώθη γάρ μοι περὶ ὑμῶν, ἀδελφοί μου, ὑπὸ τῶν Χλόης ὅτι ἔριδες ἐν ὑμῖν εἰσι.
Λέγω δὲ τοῦτο, ὅτι ἕκαστος ὑμῶν λέγει· ἐγὼ μέν εἰμι Παύλου, ἐγὼ δὲ Ἀπολλώ, ἐγὼ δὲ Κηφᾶ, ἐγὼ δὲ Χριστοῦ. Μεμέρισται ὁ Χριστός; Μὴ Παῦλος ἐσταυρώθη ὑπὲρ ὑμῶν; Ἢ εἰς τὸ ὄνομα Παύλου ἐβαπτίσθητε;
Εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ ὅτι οὐδένα ὑμῶν ἐβάπτισα εἰ μὴ Κρίσπον καὶ Γάϊον, ἵνα μή τις εἴπῃ ὅτι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα ἐβάπτισα. Ἐβάπτισα δὲ καὶ τὸν Στεφανᾶ οἶκον· λοιπὸν οὐκ οἶδα εἴ τινα ἄλλον ἐβάπτισα. Οὐ γὰρ ἀπέστειλέ με Χριστὸς βαπτίζειν, ἀλλ᾿ εὐαγγελίζεσθαι, οὐκ ἐν σοφίᾳ λόγου, ἵνα μὴ κενωθῇ ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ
.

   

Ἀπόδοση στη νεοελληνική:

  

Ἀδελφοί, σᾶς παρακαλῶ, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, νὰ λέγετε ὅλοι τὸ ἴδιο καὶ νὰ μὴν ὑπάρχουν διαιρέσεις μεταξύ σας, ἀλλὰ νὰ εἶσθε ἑνωμένοι μὲ τὸ ἴδιο πνεῦμα καὶ τὴν ἴδια γνώμη. Διότι ἐπληροφορήθηκα γιὰ σᾶς, ἀδελφοί μου, ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῆς Χλόης, ὅτι ὑπάρχουν ἔριδες μεταξύ σας.
Ἐννοῶ τοῦτο: καθένας ἀπὸ σᾶς λέγει, «Ἐγὼ εἶμαι τοῦ Παύλου», «Ἐγὼ τοῦ Ἀπολλώ», «Ἐγὼ τοῦ Κηφᾶ», «Ἐγὼ τοῦ Χριστοῦ». Μήπως ἔχει μοιρασθῆ ὁ Χριστός; Μήπως ὁ Παῦλος ἐσταυρώθηκε γιὰ σᾶς; Ἢ μήπως ἐβαπτισθήκατε εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Παύλου;
Εὐχαριστῶ τὸν Θεὸν ποὺ δὲν ἐβάπτισα κανένα ἀπὸ σᾶς παρὰ τὸν Κρίσπον καὶ τὸν Γάϊον, διὰ νὰ μὴ μπορῇ νὰ πῇ κανεὶς ὅτι ἐβαπτισθήκατε εἰς τὸ δικό μου ὄνομα. Ἐβάπτισα ἐπίσης καὶ τὴν οἰκογένειαν τοῦ Στεφανᾶ. Ἐκτὸς ἀπ’ αὐτοὺς δὲν γνωρίζω ἐὰν ἐβάπτισα κανένα ἄλλον. Ὁ Χρίστὸς δὲν μὲ ἔστειλε νὰ βαπτίζω, ἀλλὰ νὰ κηρύττω τὸ εὐαγγέλιον, ὄχι μὲ σοφίαν ρητορικήν, διὰ νὰ μὴ χάσῃ τὴν δύναμίν του ὁ σταυρικὸς θάνατος τοῦ Χριστοῦ.

  

Το Ευαγγέλιο
Κατά Ματθαίον (ιδ΄ 14-22)

 

Τῷ καιρῷ εκείνῳ, ἐξελθὼν ὁ Ἰησοῦς εἶδε πολὺν ὄχλον, καὶ ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτοῖς καὶ ἐθεράπευσε τοὺς ἀρρώστους αὐτῶν.
Ὀψίας δὲ γενομένης προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν· ἀπόλυσον τοὺς ὄχλους, ἵνα ἀπελθόντες εἰς τὰς κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα.
Ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐ χρείαν ἔχουσιν ἀπελθεῖν· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν.
Οἱ δὲ λέγουσιν αὐτῷ· οὐκ ἔχομεν ὧδε εἰ μὴ πέντε ἄρτους καὶ δύο ἰχθύας.
Ὁ δὲ εἶπε· φέρετέ μοι αὐτοὺς ὧδε.
Καὶ κελεύσας τοὺς ὄχλους ἀνακλιθῆναι ἐπὶ τοὺς χόρτους, λαβὼν τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἔδωκε τοῖς μαθηταῖς τοὺς ἄρτους, οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ὄχλοις.
Καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις. Οἱ δὲ ἐσθίοντες ἦσαν ἄνδρες ὡσεὶ πεντακισχίλιοι χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων.
Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους.

  

Απόδοση στη νεοελληνική:

  

Τον καιρό εκείνο, ὅταν ἀποβιβάσθηκε ὁ Ἰησοῦς, εἶδε πολὺν κόσμον καὶ τοὺς σπλαγχνίσθηκε καὶ ἐθεράπευσε τοὺς ἀρρώστους.
Ὅταν δε ἐβράδιασε, ἦλθαν σὲ αὐτὸν οἱ μαθηταὶ καὶ τοῦ εἶπαν, «Ὁ τόπος εἶναι ἔρημος καὶ ἡ ὥρα περασμένη· ἄφησε λοιπὸν τὸν κόσμο νὰ πᾶνε εἰς τὰ χωράφια καὶ νὰ ἀγοράσουν διὰ τοὺς ἑαυτούς των τρόφιμα».
Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε, «Δὲν ἔχουν ἀνάγκην νὰ πᾶνε· δῶστε τους σεῖς νὰ φάγουν».
Αὐτοὶ δὲ τοῦ λέγουν, «Δὲν ἔχομεν ἐδῶ παρὰ πέντε ψωμιὰ καὶ δύο ψάρια». Ἐκεῖνος δὲ εἶπε, «Φέρετέ μού τα ἐδῶ».
Καὶ ἀφοῦ διέταξε τὸν κόσμον νὰ ξαπλώσῃ εἰς τὸ χορτάρι, ἐπῆρε τὰ πέντε ψωμιὰ καὶ τὰ δύο ψάρια καὶ ἀφοῦ ὕψωσε τὰ μάτια του εἰς τὸν οὐρανόν, τὰ εὐλόγησε, τὰ ἔκοψε καὶ ἔδωκε εἰς τοὺς μαθητὰς τὰ ψωμιά, οἱ δὲ μαθηταὶ εἰς τὸν κόσμο.
Καὶ ἔφαγαν ὅλοι καὶ ἐχόρτασαν καὶ ἐσήκωσαν ὅ,τι ἐπερίσσεψε ἀπὸ τὰ κομμάτια, δώδεκα κοφίνια γεμᾶτα. Ἐκεῖνοι δὲ ποὺ ἔφαγαν ἦσαν πέντε χιλιάδες περίπου ἄνδρες ἐκτὸς τῶν γυναικῶν καὶ τῶν παιδιῶν.
Καὶ ἀμέσως ὁ Ἰησοῦς ἀνάγκασε τοὺς μαθητὰς νὰ μποῦν εἰς τὸ πλοιάριον καὶ νὰ πᾶνε πρὶν ἀπὸ αὐτὸν στὴν ἀπέναντι ὄχθην, ἕως ὅτου διαλύσῃ τὸν κόσμον.

    


 

ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ
Κυριακή 29 Ιουλίου


Ὁ Ἅγιος Καλλίνικος ὁ Μάρτυρας

 

Καταγόταν ἀπὸ τὴν Κιλικία. Μὲ ἰδιαίτερη εὐφράδεια λόγου, ἀλλὰ καὶ μὲ πολὺ ζῆλο, δίδασκε τὸ Εὐαγγέλιο.
Ὅταν ἔφθασε στὴν Αἴγυπτο, φανατικοὶ εἰδωλολάτρες ἐξεγέρθηκαν ἐναντίον του, τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν ὁδήγησαν στὸν ἡγεμόνα Σακέρδωνα. Αὐτός, ὑποκρινόμενος, ἔδειξε ὅτι λυπᾶται, καὶ γιὰ νὰ κάμψει τὸ φρόνημα τοῦ Καλλινίκου, ἀνέφερε δῆθεν περιστατικὰ πρώην γενναίων χριστιανῶν, ποὺ ὅταν ἀντίκρισαν τὰ σκληρὰ βάσανα, ἀρνήθηκαν τὴν πίστη τους. Ὁ Καλλίνικος, ἀντιλαμβανόμενος τὴν ὑποκρισία τοῦ ἡγεμόνα, μειδίασε καὶ τοῦ εἶπε: «Μὴν ἀναβάλλεις, ἔπαρχε, νὰ λάβεις πεῖρα τῆς δύναμης μὲ τὴν ὁποία ὁ Χριστὸς ὁπλίζει τοὺς γνήσιους πιστούς Του. Γρήγορα ἑτοίμασε ὅλα σου τὰ κολαστήρια ὄργανα, φωτιά, ξίφη, τροχούς, μαχαίρια, μαστίγια καὶ ὅτι ἄλλο σκληρὸ μαρτύριο ἔχεις. Ὅλα αὐτὰ καὶ ἄλλα περισσότερα καὶ σκληρότερα βασανιστήρια ποθῶ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ».
Πράγματι, ὁ ἔπαρχος τὸν μαστίγωσε σκληρά. Ἔσκισε τὶς σάρκες του μὲ σιδερένια νύχια καὶ ὅπως ἦταν μισοπεθαμένος, τὸν ἔδεσε πίσω ἀπὸ ἕνα ἄγριο ἄλογο, ποὺ τὸν ἔσυρε γιὰ πολλὰ χιλιόμετρα. Τόση ἦταν ἡ λύσσα τοῦ ἐπάρχου, ποὺ πρὶν ὁ Καλλίνικος ἀφήσει τὴν τελευταία του πνοή, τὸν ἔριξε μέσα στὴ φωτιά.
Ἔτσι ἔνδοξα πῆρε τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.
 
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx 
 

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Κλῆσιν σύνδρομον, ἔχων τῷ βίῳ, νῖκος κάλλιστον, ἦρας ἐν ἄθλοις, καταλλήλως γεγονώς ὃ προκέκλησαι· σὺ γὰρ καλῶς τὸν ἀγῶνα τελέσας σου, ὡς νικητὴς ἐδοξάσθης Καλλίνικε. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ταῖς ἐπομβρίαις τῶν ἐνθέων σου λόγων, τῆς ἀσεβείας κατασβέσας τὴν φλόγα, μερτυρικοῖς διέλαμψας ἀγῶσι σοφέ· ὅθεν καὶ εἰσέδραμες, τῇ καμίνῳ προθύμως, ἐκβοῶν Καλλίνικε, τῷ ἰσχύν σοι διδόντι· Ἐν τῷ φωτί με ἴθυνον τῷ σῷ, τὸν ἐν πυρί σε, Χριστὲ μεγαλύναντα.

Μεγαλυνάριον.
Ἄνθραξι τῶν λόγων σου τῶν σοφῶν, ὕλην ἀσεβείας, καταφλέξας ἀθλητικῶς, ὡς τερπνὴ θυσία, διὰ πυρὸς προσήχθης, Καλλίνικε παμμάκαρ, τῷ ἀθλοθέτῃ σου.   

  

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ στρατιώτης

   

Ὁ Ἅγιος αὐτὸς ὑπῆρξε στὰ χρόνια του Ἰουλιανοῦ του Παραβάτου (361) καὶ ἦταν στρατιώτης «εἰς τὰ νούμερα τῶν καλουμένων Ταϊφάλων». Εἶχε σταλεῖ μαζὶ μὲ ἄλλους στρατιῶτες νὰ καταδιώξει χριστιανούς. Φαινομενικά τους καταδίωκε, ἐνῷ στὰ κρυφά τους βοηθοῦσε νὰ διαφύγουν, νὰ ἀντέχουν τὰ βασανιστήρια, νὰ ἔχουν τὰ στοιχειώδη γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν ἀσθενειῶν τους καὶ ἄλλα.
Ἔτσι θεάρεστα ἀφοῦ πέρασε τὴ ζωὴ τοῦ ὁ Ἰωάννης, ἀναπαύθηκε εἰρηνικὰ καὶ τάφηκε στὸν Πανδέκτη, τόπο ποὺ καὶ οἱ ξένοι ἐνταφιάζονταν.
Ἡ σύναξή του γινόταν στὸν πρῶτο ἀποστολικὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου.
 
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx 
  

Ἡ Ἁγία Θεοδότη ἡ Μάρτυς καὶ τὰ τρία παιδιά της

   

Ἡ Ἁγία Θεοδότη ἦταν ἀπὸ τὴ Νίκαια καὶ διακρινόταν γιὰ τὴ θερμότητα τῆς εὐσέβειάς της.
Ἔμεινε χήρα καὶ ἀφοσιώθηκε στὴν ἀνατροφὴ τῶν τριῶν παιδιῶν της, χωρὶς νὰ δώσει καμιὰ προσοχὴ στὶς προτάσεις δεύτερου γάμου. Μὲ τὴ φιλόστοργη φροντίδα της, μεγάλωσαν οἱ γιοί της καὶ ἀναδείχτηκαν παιδιὰ πιστὰ καὶ μὲ μεγάλη φρόνηση. Τὰ χρόνια ὅμως ἐκεῖνα, ἦταν δύσκολα καὶ ἐπικίνδυνα. Ἡ εἰκονομαχία ἦταν στὸ ἀποκορύφωμά της. Ἡ Ἁγία Θεοδότη μὲ τοὺς γιούς της, ἦταν στὴν πρώτη τάξη τῶν ὑπερμάχων ἀθλητῶν τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἐκείνη μεταξὺ τοῦ γυναικείου κόσμου, αὐτοὶ μεταξὺ τῶν συνομηλίκων τους, συμβούλευαν καὶ διήγειραν κατὰ τῶν ἄσεβων προσταγμάτων τῶν εἰκονομάχων βασιλέων. Τὸ καθῆκον αὐτό, ἔφερε μητέρα καὶ γιοὺς στὸ μαρτύριο, ποὺ τὸ ὑπέστησαν μὲ ἀξιοθαύμαστη καρτερία.
Ἔτσι ὅλοι μαζί, πῆραν τὰ ἀθάνατα στεφάνια, ποὺ παρέχει στοὺς καλοὺς ἀθλητὲς ὁ ἀγωνοθέτης Θεός. Ναὸ στὴν Ἁγία Θεοδότη ἔκτισε ὁ αὐτοκράτωρ Ἰουστινιανός.

  

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx 
  

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Ὡς δῶρον ἐκλεκτόν, Θεοδότη θεόφρον, προσήγαγες Θεῷ, τοὺς ἐνθέους βλαστούς σου· σὺν τούτοις γὰρ ἠγώνισαι, ἱερῶς ἐναθλήσασα, μεθ’ ὧν πρέσβευε, ὑπὲρ ἡμῶν τῷ Κυρίῳ, δοῦναι ἄφεσιν, ἁμαρτιῶν ἡμῖν πᾶσι, καὶ βίου διόρθωσιν.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς μητέρα βλέποντες εὐφραινομένην, ἐπὶ τέκνοις σήμερον τὴν Θεοδότην τὴν σεμνήν, ταύτης τὴν ἄθλησιν μέλψωμεν, τὸν στεφοδότην Χριστὸν μεγαλύνοντες.

Μεγαλυνάριον.
Δόσιν Θεοδότη πανευπρεπῆ, οὓς ἐτιθηνήσω, εὐσεβείας τῇ ἀπαρχῇ, τῷ Θεῷ προσφέρεις, ἀθλητικοῖς ἀγῶσι, μεθ’ ὧν καὶ δοξασθεῖσα, ἡμῶν μνημόνευε.

  

Ὁ Εὐσεβὴς Βασιλιὰς Θεοδόσιος Β’ ὁ Νέος ἢ Μικρός

   

Βασίλευσε τὸ ἔτος 408 σὲ ἡλικία μόλις ἑπτὰ χρονῶν, διάδοχός τοῦ πατέρα του Ἀρκαδίου. Ὀνομάστηκε Μικρὸς γιὰ νὰ διακρίνεται ἀπὸ τὸν παπποὺ του τὸν μεγάλο.
Τοῦ μετέδωσε τὴ χριστιανικὴ εὐσέβεια ἡ ἀδελφή του Πουλχερία καὶ ἔτσι ἔτρεφε μεγάλη εὐλάβεια καὶ ἀφοσίωση στὴν ὀρθόδοξη πίστη. Ὅταν ὁ Θεοδόσιος ὁ Μικρὸς ἀνέλαβε τὸ βασιλικὸ σκῆπτρο, μὲ τὴ βοήθεια τῆς ἀδελφῆς του Πουλχερίας, ὑποστήριξε θερμὰ τὴν ἀλήθεια τῆς Ὀρθόδοξης Πίστης καὶ τὴν ἀσφάλεια τοῦ συμβόλου της. Ἔτσι, μὲ βασιλικὸ θέσπισμα τῆς 19ης Νοεμβρίου τοῦ 430, συνῆλθε τὴν 22α Ἰουνίου τοῦ 431 στὴν Ἔφεσο ἡ Γ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ποὺ κατεδίκασε τὶς αἱρετικὲς δοξασίες τοῦ Νεστορίου.
Ἡ Ἐκκλησία, γιὰ τὴ θερμὴ εὐσέβεια καὶ τὴν σπουδαία αὐτὴ ὑπηρεσία τοῦ Θεοδοσίου Β’ πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία, τὸν κατάταξε στὸν χορὸ τῶν Ἁγίων της.

  

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx   

    


 

Δευτέρα 30 Ιουλίου

 

Οἱ Ἅγιοι Σίλας, Σιλουανός, Ἐπαινετός, Κρήσκης καὶ Ἀνδρόνικος οἱ Ἀπόστολοι

 

Οἱ Ἅγιοι Σίλας, Σιλουανός, Ἐπαινετός, Κρήσκης καὶ Ἀνδρόνικος, ἦταν πέντε ἀπὸ τοὺς ἑβδομήκοντα μαθητὲς τοῦ Κυρίου. Ὅλοι ὑπηρέτησαν τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Σίλας φυλακίστηκε μαζὶ μὲ τὸν Παῦλο στοὺς Φιλίππους τῆς Μακεδονίας. Μετὰ ἀπὸ πολλοὺς μόχθους καὶ μακρὰ πορεία ἔγινε ἐπίσκοπος Κορίνθου.
Ὁ Κρήσκης, ἔγινε ἐπίσκοπος Καρχιδονίας καὶ ἀπὸ τὴν θέση αὐτὴ μόχθησε καὶ ὑπηρέτησε τὸ Θεῖο Εὐαγγέλιο.
Ὁ Σιλουανός, ἀπὸ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐπισκόπου Θεσσαλονίκης, ἀγωνίσθηκε καὶ βασανίστηκε καὶ αὐτὸς γιὰ τὴν πίστη του στὸν Κύριο.
Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ἀγωνίσθηκε καὶ ὁ Ἐπαινετὸς σὰν ἐπίσκοπος Καρθαγένης.
Τέλος καὶ ὁ Ἅγιος Ἀνδρόνικος ἀγωνίστηκε καὶ βασανίστηκε γιὰ τὴν πίστη του στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

 
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
 
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι, ὡς οὐρανοὶ λογικοί, τὴν δόξαν ἀστράψαντες, τοῦ κενωθέντος ἐν γῇ, συμφώνως ὑμνείσθωσαν, Κρήσκης Σιλουανός τε, καὶ ὁ ἔνθεος Σίλας, ἅμα σὺν Ἀνδρονίκῳ, Ἐπαινετὸς ὁ θεόφρων· Χριστὸν γὰρ ἱκετεύουσι, σώζεσθαι ἅπαντας.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον τοῦ Ἁγίου Σίλα. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Συνοδίτης τοῦ Παύλου γεγονὼς καὶ συνέκδημος, τὴν Νεάπολιν μάκαρ καὶ Φιλίππους ἐφώτισας, τῆς θείας ἐπιγνώσεως φωτί, Ἀπόστολε Σίλα ἱερέ. Ἀλλὰ φύλαττε καὶ σκέπε πάντας ἡμᾶς, ἐν πίστει ἐκβοῶντάς σοι· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐκπληροῦντι διὰ σοῦ, ἡμῶν τὰ αἰτήματα.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Εἰς τὰ τοῦ κόσμου δραμόντες πληρώματα, θεογνωσίας τὸν λόγον ἐσπείρατε· καὶ στάχυν πολύχουν δρεψάμενοι, τῷ Βασιλεῖ τῶν ἁπάντων προσήξατε, Ἀπόστολοι Χριστοῦ παναοίδιμοι.

Ἕτερον Κοντάκιον τοῦ Ἁγίου Σίλα. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐορτάζει σήμερον ἐν εὐφροσύνῃ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἐκβοᾷ σοι Ἀπόστολε· χαῖρε ὦ Σίλα τοῦ Παύλου συνόμιλε.

Μεγαλυνάριον.
Χαίρετε Ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ, Ἀνδρόνικε Σίλα, καὶ θεόφρον Σιλουανέ, σὺν Ἐπαινετῷ τε, καὶ Κρήσκεντι τῷ θείῳ, τῆς ἀληθοῦς σοφίας ἐνδιαιτήματα.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον τοῦ Ἁγίου Σίλα.
Χαίροις εὐσεβείας θεῖος πυρσός, Ἀπόστολε Σίλα, καὶ τῆς χάριτος θησαυρός· χαίροις ὁ τῷ Παύλῳ, πιστῶς διακονήσας, αἰτούμενος δὲ πᾶσιν, ἡμῖν τὰ κρείττονα.    

   

Ἡ Ἁγία Ἰουλίττη ἀπὸ τὴν Καισαρεία

 

Ἡ Ἁγία Ἰουλίττη ἔζησε στὴν Καισαρεία τῆς Καππαδοκίας, καὶ ὑπῆρξε στὰ χρόνια τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὁ ὅποιος ἔτρεφε μεγάλη ὑπόληψη πρὸς αὐτή, λόγω τῆς εὐσέβειας καὶ τῶν πολλῶν ἀρετῶν της.
Ἡ Ἰουλίττη εἶχε μεγάλη περιουσία καὶ πολεμήθηκε ἀπὸ κάποιο πλεονέκτη καὶ ἅρπαγα ἰσχυρό, ποὺ τὴν ἔμπλεξε σὲ δίκες καὶ κίνησε ἐναντίον της ψευδομάρτυρες. Ἡ Ἰουλίττη, παρακάλεσε τὸν Μέγα Βασίλειο νὰ τὴν προστατέψει. Αὐτός, γνωρίζοντας τὸ δίκιο της, δέχτηκε καὶ ἔγραψε στὸν Παλλάδιο, ἄνδρα χρηστὸ καὶ θεοφοβούμενο, νὰ συνηγορήσει ὑπὲρ τῆς Ἰουλίττης στὸν ἔπαρχο. Στὴν ἴδια δὲ γράφει, γιὰ νὰ τὴν ἐνδυναμώσει, ὅτι «δυνατὸς δὲ ὁ ἅγιος (Θεός) διαγαγεὶν σὲ πάσης θλίψεως, μόνον ἐὰν ἀληθινὴ καὶ γνησία καρδία ἐλπίσωμεν ἐπ’ αὐτόν».
Τελικὰ ὁ ἀντίδικός τῆς Ἰουλίττης, τὴν κατήγγειλε ὅτι ἔβριζε τὰ – ὑπὲρ τῆς εἰδωλολατρίας – διατάγματα τοῦ Ἰουλιανοῦ. Ὅταν ρωτήθηκε γι’ αὐτὸ ἡ Ἰουλίττη, ἀπάντησε ὅτι καταδικάζει τὴν εἰδωλολατρία καὶ καθῆκόν της εἶναι νὰ ἐνισχύει τοὺς χριστιανοὺς στὴν ἀληθινὴ πίστη.
Γιὰ τὴν ὁμολογία της αὐτή, καταδικάστηκε καὶ ρίχτηκε στὴ φωτιά.

 
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
   


 

Τρίτη 31 Ιουλίου


Ἐγκαίνια Ναοῦ τῆς Θεοτόκου ἐν Βλαχερναὶς καὶ Προεόρτια Προόδου Τιμίου Σταυροῦ

 

Ο Σ. Εὐστρατιάδης γιὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ γράφει τὰ ἕξης:
«Κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην ἐξήγετο ἐκ τοῦ σκευοφυλακίου τῆς μεγάλης ἐκκλησίας ὁ τίμιος σταυρός, περιήγετο ἀνὰ τὴν πόλιν καὶ ἐξετίθετο εἰς διαφόρους ναοὺς πρὸς προσκύνησιν καὶ ἁγιασμὸν τῶν πιστῶν καὶ πάλιν ἀπετίθετο εἰς τὸ σκευοφυλάκιον. Εἰς τοὺς κώδικας, τὰς τοῦ τιμίου σταυροῦ προεόρτια ἀναγράφονται καὶ ἄρχονται ἀπὸ τῆς πρώτης Αὐγούστου, ἡ δὲ κατὰ τὴν προεόρτιον ταύτην ἀνάμνησιν ὑμνογραφία εἶναι πλούσια καὶ κεῖται ἀνέκδοτος εἰς πολλοὺς Κώδικας καὶ ἶνα μόνον εἰς τοὺς κατ’ αὐτὴν συντεθέντας Κανόνας περιορισθῶ, σημειῶ Κανόνα τοῦ Θεοφάνους (ἐν τοὶς Κώδ. 368 φ. 3636, 1568 φ. 3α Παρισίων καὶ Ω 147 Λαύρας), τοῦ Γεωργίου Νικομήδειας (ἐν τοὶς Κώδ. 1567 φ. 240 6, 13φ 351α Παρισίων καὶ Θ 32 φ. 344α, Δ 12 φ. 273α, 1135 φ. 333α καὶ Ω 147 φ. 368α Λαύρας), ἕτερον τοῦ αὐτοῦ Γεωργίου Νικομήδειας φέροντα ἀκροστιχίδα «Σταυρῶ γεγηθῶς ἐξάδω θεῖον μέλος Γεώργιος» (ἐν τῷ Παρισινῷ Κώδ. 13 φ. 352 6 καὶ τῷ τῆς Λαύρας Θ 33 φ. 5). Εἰς τοὺς αὐτοὺς δὲ Κώδικας καὶ ἄλλους Στιχηρὰ πολλά, Ἰδιόμελα, Καθίσματα κλπ.»

 
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

  

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Τὸν Τίμιον Σταυρόν, τὸ σωτήριον ὅπλον, δεξώμεθα πιστοί, καθαρᾷ διανοίᾳ· προέρχεσθαι μέλλει γάρ, θείαν χάριν δωρούμενος, καὶ ἰώμενος, ψυχῶν ὁμοῦ καὶ σωμάτων, τὰ νοσήματα, δι’ ἐνεργείας ἀρρήτου, Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Ὡς θεία λαμπάς, προέρχεται τοῖς πέρασι, Χριστοῦ ὁ Σταυρός, δι’ οὗ ζωὴ δεδώρηται· προσέλθωμεν οὖν ἄνθρωποι, καὶ ῥυφθῶμεν τούτου τῇ χάριτι· ὁ γὰρ ἐν τούτῳ προσπαγείς, παρέχει τοῖς πᾶσιν, ἱλασμὸν καὶ ζωήν.

Μεγαλυνάριον.
Δεῦτε καὶ δεξώμεθα εὐλαβῶς, καθαραῖς ἐννοίαις, τὸν πανάγιον νῦν Σταυρόν· αἵματι γὰρ θείῳ, Χριστοῦ κατηρδευμένος, βλυσταίνει ἀκενώτως, πᾶσιν ἰάματα.  

  

Ὁ Ἅγιος Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας

 

Κηδευτῆς τοῦ Δεσπότη Χριστοῦ. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά. (Ματθ. κζ’ 57, 59).
 
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx  

  

Ὁ Ἅγιος Εὐδόκιμος

 

Ὁ Ἅγιος Εὐδόκιμος γεννήθηκε στὴ Καππαδοκία καὶ ἔδρασε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Θεόφιλου (829 – 842).
Οἱ γονεῖς του Βασίλειος καὶ Εὐδοκία ἦταν ἄνθρωποι πλούσιοι καὶ εὐσεβεῖς. Ἡ ὀρθόδοξη οἰκογένειά του τὸν ἀνέθρεψε σύμφωνα μὲ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ Εὐαγγελίου καὶ γρήγορα ὁ Εὐδόκιμος διακρίθηκε γιὰ τὸ ἦθος καὶ τὶς ἀρετές του.
Ὁ ἠθικὸς βίος του καὶ ἡ φιλάνθρωπη δράση του ἐκτιμήθηκαν ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Θεόφιλο, ὁ ὁποῖος τὸν διόρισε στρατοπεδάρχη τῆς Καππαδοκίας ἀρχικὰ καὶ ἀργότερα ὅλης της αὐτοκρατορίας. Κατὰ τὴν τέλεση τῶν καθηκόντων του ὁ Εὐδόκιμος ἦταν πάντα δίκαιος καὶ ταπεινόφρων, ἐνῷ δὲν σταμάτησε στιγμὴ νὰ ἐπιδίδεται στὸ φιλάνθρωπο ἔργο του.
Ἐνῷ βρισκόταν στὸ 33ο ἔτος τῆς ἡλικίας του ὁ Εὐδόκιμος προσβλήθηκε ἀπὸ βαριὰ σωματικὴ ἀσθένεια. Ὅταν παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Κύριο, ἡ χριστιανικὴ κοινότητα βυθίστηκε σὲ θλίψη καὶ τον ἐνταφίασε με μεγάλες τιμές
.
 
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

  

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἐκ γῆς ὁ καλέσας σε, πρὸς οὐρανίους σκηνάς, τηρεῖ καὶ μετὰ θάνατον, ἀδιαλώβητον, τὸ σῶμά σου Ἅγιε· σὺ γὰρ ἐν σωφροσύνῃ, καὶ σεμνῇ πολιτείᾳ, μάκαρ ἐπολιτεύσω, μὴ μολύνας τὴν σάρκα. Διὸ ἐν παρρησίᾳ Χριστῷ, πρέσβευε σωθήναι ἡμᾶς.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἡ σεπτή σου σήμερον, ἡμᾶς συνήθροισε μνήμη, ἐν τῇ θείᾳ λάρνακι, τῶν ἱερῶν σου λειψάνων· πάντες οὖν, οἱ προσιόντες καὶ προσκυνοῦντες, ἅπασαν, δαιμόνων βλάβην ἀποσοβοῦνται, καὶ ποικίλων νοσημάτων, λυτροῦνται τάχος μάκαρ Εὐδόκιμε.

Μεγαλυνάριον.
Εὐδόκιμος πέφηνας τῷ Θεῷ, ἐν δικαιοσύνῃ, τὸν σὸν βίον διαδραμών· ὃ λαθὼν γὰρ ἔσχες, ἐγνώσθη μετὰ τέλος, Εὐδόκιμε θεόφρον, πρὸς θείαν αἴνεσιν.  

      


 

Τετάρτη 1 Αυγούστου


Οἱ Ἅγιοι Ἑπτὰ Μακαβαίοι

 

«Αὐτοκράτωρ ἐστὶ τῶν παθῶν ὁ εὐσεβὴς λογισμός». Ὁ εὐσεβὴς λογισμὸς εἶναι κυρίαρχος καὶ ἐξουσιαστὴς ἐπὶ τῶν παθῶν. Αὐτὸ μὲ περίσσια ἀνδρεία ἀπέδειξαν οἱ ἑπτὰ ἀδελφοὶ Μακκαβαίοι μὲ τὴ στάση τους ἀπέναντι στὸν βασιλιὰ τῆς Συρίας Ἀντίοχο, ὅταν αὐτὸς τοὺς ἔταξε δόξες, τιμὲς καὶ ἐπίγειες ἀπολαύσεις, ἂν αὐτοὶ καταπατοῦσαν τὸν Μωσαϊκὸ νόμο καὶ ἔτρωγαν ἀπὸ τὰ ἀπαγορευμένα φαγητὰ ποὺ τοὺς πρόσφερε.
Προηγήθηκε ὁ ἐνενηκονταετὴς διδάσκαλός τους, Ἐλεάζαρος. Ἐφάρμοσε στὸ ἔπακρο τὸ νόμο ποὺ τοὺς δίδασκε, μὲ ἀποτέλεσμα ὁ Ἀντίοχος νὰ τὸν ρίξει στὴ φωτιά. Ἐμπνεόμενα ἀπὸ τὴ θυσία τοῦ γέροντα διδασκάλου τους, τὰ ἑπτὰ ἀδέλφια κράτησαν τὴν ἴδια γενναία στάση ἀπέναντι στὸ βασιλιά, ὅταν τοὺς κάλεσε μπροστά του.
Στὴν ἀρχὴ ὁ Ἀντίοχος προσπάθησε νὰ τοὺς κολακεύσει μὲ διάφορα ἐγκώμια γιὰ τὴ νιότη τους. Τοὺς εἶπε ὅτι ἂν ἔτρωγαν ἀπὸ τὰ εἰδωλόθυτα ποὺ τοὺς πρόσφερε, θὰ ἀπολάμβαναν μεγάλες τιμές, καὶ φυσικὰ θὰ τοὺς ἔσῳζε ἀπὸ τὸ θάνατο. Τότε οἱ ἑπτὰ ἀδελφοὶ ἀπάντησαν στὸν Ἀντίοχο: «χαλεπώτερον γὰρ αὐτοῦ τοῦ θανάτου νομίζομεν εἶναι σου τὸν ἐπὶ τῇ παρανόμῳ σωτηρία ἡμῶν ἔλεον». Δηλαδή, θεωρούμε τη συμπάθειά σου γιὰ τὴν παράνομη σωτηρία μας, περισσότερο ἐπιβλαβὴ καὶ ἀπ’ αὐτὸν τὸ θάνατο. Ἐξοργισμένος τότε ὁ Ἀντίοχος, μὲ τροχούς, φωτιὰ καὶ ἀκόντια, ἕναν – ἕναν τοὺς σκότωσε ὅλους.
Ὅταν εἶδε αὐτὸ ἡ μητέρα τους Σολομονή, ρίχτηκε μόνη της στὴ φωτιὰ καὶ ἔτσι ὅλοι μαζὶ πῆραν τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

   

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τῶν Μακκαβαίων τὸν ἑπτάριθμον δῆμον, σὺν τῇ μητρὶ Σολομονῇ τῇ ἁγίᾳ, καὶ Ἐλεάζαρ ἅμα εὐφημήσωμεν· οὗτοι γὰρ ἠρίστευσαν, δι’ ἀγώνων νομίμων, ὡς φρουροὶ καὶ φύλακες, τῶν τοῦ Νόμου δογμάτων· καὶ νῦν ὡς καλλιμάρτυρες Χριστοῦ, ὑπὲρ τοῦ κόσμου, ἀπαύστως πρεσβεύουσι.
 
Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Σοφίας Θεοῦ, οἱ στῦλοι οἱ ἑπτάριθμοι, καὶ θείου φωτός, οἱ λύχνοι οἱ ἑπτάφωτοι, Μακκαβαῖοι πάνσοφοι, πρὸ Μαρτύρων μέγιστοι Μάρτυρες, σὺν αὐτοῖς τὸν πάντων Θεόν, αἰτεῖσθε σωθῆναι τοὺς τιμῶντας ὑμᾶς.
 
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις ἡ ἑπτάκλωνος συνδρομή, ὄρπηκες ὡραῖοι, Μακκαβαίων τῆς πατριᾶς, σὺν μητρὶ τῇ θείᾳ, ἅμα καὶ διδασκάλῳ, οἱ εὐκλεεῖς τοῦ Νόμου, καὶ θεῖοι φύλακες.
   

Οἱ Ἅγιοι ἐννέα Μάρτυρες

  

Οἱ Ἅγιοι ἐννέα μάρτυρες, Λέοντιος, Ἄττος, Ἀλέξανδρος, Κινδέας, Μνησίθεος, Κυριακός, Μηναῖος, Κατοῦνος καὶ Εὐκλής, ἔζησαν τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανου καὶ τοῦ ἡγεμόνα Φλαβιανοῦ, στὴν Πέργη τῆς Παμφυλίας.
Ὁ χριστιανισμὸς ἦταν μέσα τους ἀπὸ πολλὴ μικρὴ ἡλικία καὶ κρατήθηκε ἔτσι καὶ ἀφοῦ μεγάλωσαν. Ἕνα βράδυ λοιπόν, ἀποφάσισαν ὅτι θέλουν νὰ μαρτυρήσουν γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ ἔτσι πῆγαν στὸν εἰδωλολατρικὸ ναὸ τῆς Ἀρτέμιδος καὶ κατέστρεψαν ὅλα τὰ ἀγάλματα ποὺ βρίσκονταν ἐκεῖ. Μετὰ τὴν ἐνέργειά τους αὐτή, ἀμέσως συνελήφθησαν ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ τοὺς ἀνέκριναν, τοὺς ὑπέβαλαν σὲ βασανιστήρια.
Πρῶτα τοὺς ἔκαψαν τὰ πλευρά, μετὰ χρησιμοποιώντας σιδερένια νύχια τοὺς ἔσκισαν τὶς σάρκες, καὶ στὴ συνέχεια πῆραν ἀναμμένους δαυλοὺς καὶ τοὺς τρύπησαν τὰ μάτια. Μετὰ τοὺς ἔκλεισαν σὲ μία ἀπάνθρωπη φυλακή, χωρὶς νερὸ καὶ τροφή. Μετὰ ἀπὸ λίγο χρόνο τοὺς ἔβγαλαν καὶ τοὺς ἔριξαν σὲ ἕνα κλουβὶ μὲ θηρία γιὰ νὰ τοὺς κατασπαράξουν. Αὐτὰ ὅμως, παρὰ τὴν πεῖνα τους, καθόντουσαν ἤρεμα καὶ δὲν πλησίαζαν τοὺς Ἁγίους. Ὅσοι εἶδαν αὐτὸ τὸ θαυμαστὸ γεγονός, πράγματι ἐξεπλάγησαν καὶ φώναξαν μὲ μία φωνὴ «Μέγας ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν». Καὶ τότε ἔγινε τὸ θαῦμα. Ἀμέσως ἀκούστηκαν βροντὲς καὶ ἄρχισαν νὰ πέφτουν ἀστραπές, βροχή, ἐνῷ συγχρόνως ἀκούγονταν μία φωνή, ἡ ὁποία προσκαλοῦσε τοὺς Ἁγίους στὸν οὐρανό. Μόλις οἱ Ἅγιοι ἄκουσαν αὐτὴν τὴν φωνή, χάρηκαν πάρα πολύ. Ὕστερα ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονὸς ὁ τύραννος νευρίασε τόσο πολὺ ποὺ διέταξε νὰ τοὺς ἀποκεφαλίσουν.
Με τον τρόπο αυτό ὁλοκληρώθηκε τὸ μαρτύριο τῶν ἐννέα Ἁγίων καὶ πέρασαν στὴν αἰώνια Βασιλεία
.

  

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
  

Ἡ Ἁγία Ἐλέσα ἡ Ὁσιομάρτυς

 

Καταγόταν ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο καὶ ἦταν κόρη ἐνὸς πλούσιου Ἕλληνα, ποὺ ὀνομαζόταν Ἑλλάδιος. Ἡ δὲ μητέρα της Εὐγενία, ἦταν στεῖρα ἀλλὰ θεοσεβὴς χριστιανή. Ἔτσι διὰ τῆς προσευχῆς ἀπόκτησε θαυματουργικὰ τὴν Ἐλέσα, ποὺ ἀνέθρεψε σύμφωνα μὲ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ Εὐαγγελίου καὶ κάτω ἀπὸ τὶς δυσκολίες τοῦ εἰδωλολάτρη ἄντρα της.
Σὲ ἡλικία 14 χρονῶν ἡ Ἐλέσα ἔμεινε ὀρφανὴ ἀπὸ μητέρα καὶ ἔτσι ἔμεινε αὐτὴ κυρία τοῦ πλούσιου σπιτιοῦ τοῦ πατέρα της. Ἀμέτρητες τότε οἱ εὐεργεσίες καὶ οἱ ἐλεημοσύνες ποὺ ἔκανε στοὺς στερημένους καὶ πάσχοντες συνανθρώπους της. Κάποτε ὅμως ὁ πατέρας της τὴν παρακίνησε νὰ παντρευτεῖ κάποιον ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες ἄρχοντες, αὐτὴ ὅμως ἀρνήθηκε διότι ἡ κλήση της ἦταν ἄλλη, αὐτὴ τῆς ἀγγελικῆς πολιτείας. Ἔτσι ὅταν κάποτε ὁ πατέρας της ἔφυγε γιὰ κάποιο ταξίδι, ἡ Ἐλέσα μοίρασε ὅλα της τὰ ὑπάρχοντα στοὺς φτωχοὺς καὶ μὲ τὶς πιὸ πιστὲς δοῦλες της, διέφυγε στὰ Κύθηρα. Ἐκεῖ διὰ τῆς προσευχῆς, ἔκανε πολλὰ θαύματα.
Ὅταν ὅμως ὁ πατέρας της ἐπέστρεψε ἀπὸ τὸ ταξίδι καὶ ἔμαθε τὰ γεγονότα, θύμωσε πολὺ καὶ ἀφοῦ ἀνακάλυψε ποὺ βρισκόταν ἡ Ἐλέσα, ἀναχώρησε γιὰ νὰ τὴ φέρει πίσω. Ἀλλὰ ἡ γνώμη τῆς Ἐλέσας ἦταν ἀντίθετη αὐτῆς τοῦ εἰδωλολάτρη πατέρα.
Τότε αὐτός, ἀφοῦ ἀνελέητα τὴ βασάνισε, τελικὰ τὴν ἀποκεφάλισε καὶ ἔτσι πανάξια ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.
(Ἡ μνήμη τῆς συγκεκριμένης Ἁγίας δὲν ἀναφέρεται πουθενὰ στοὺς Συναξαριστές. Τὴν βρίσκουμε σὰν μάρτυρα μόνο στὰ Κύθηρα).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

  

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἐκ στείρας ἐβλάστησας, καθάπερ ἄνθος τερπνόν, πατρὸς δὲ μισήσασα, τὴν ἀθεΐαν στερρῶς, Ἐλέσα πανένδοξε, ἔλαμψας ἐν τῇ νήσῳ τῶν Κυθήρων ὁσίως, ἤθλησας δὲ ἐν ταύτῃ, καὶ λαμπρῶς ἐδοξάσθης· καὶ νῦν ἀναπηγάζεις, τὰ θεῖα δωρήματα.

Κοντάκιον.Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐν Κυθήροις ἔλαμψας ἀμέμπτῳ βίῳ, καὶ λαμπρῶς ἠγώνισαι, ὑπὲρ Χριστοῦ μαρτυρικῶς· ὅθεν ἀξίως δεδόξασαι, Ὁσιομάρτυς Ἐλέσα πανένδοξε.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις ὦ Ἐλέσα νύμφη Χριστοῦ, Παρθενομαρτύρων, ἀκροθίνιον εὐκλεές· χαίροις Κυθήρων, ὡράϊσμα καὶ σκέπη, σεμνὴ Ὁσιομάρτυς, Ἀγγέλων σύσκηνε.

  

Ὁ Ἅγιος Τιμόθεος ὁ Θαυματουργός Ἀρχιεπίσκοπος Προκοννήσου (Προικοννήσου)

 

Ἔζησε στὰ μέσα του 6ου αἰῶνα, ἐπὶ βασιλέων Ἰουστίνου τοῦ Θράκα καὶ Ἰουστίνου ἀνεψιοῦ του Ἰουστινιανοῦ τοῦ Μεγάλου.
Λόγω τῆς μεγάλης του ἀρετῆς, ἔγινε ἐπίσκοπος Προκοννήσου ἢ Προικοννήσου, καὶ ποὺ σήμερα λέγεται Μαρμαράς. Τὰ ποιμαντικά του καθήκοντα ἐξάσκησε ἄριστα διὰ τῆς πραότητάς του καὶ διὰ τῆς προσευχῆς. Κάποτε μάλιστα θεράπευσε καὶ τὴν κόρη τοῦ βασιλιὰ Ἰουστινιανοῦ ἀπὸ δαιμόνιο.
Ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ τὴν 1η Αὐγούστου. Ἀργότερα ἡ βασίλισσα Θεοδώρα, πρὸς ἔνδειξη εὐγνωμοσύνης στὸν Ἅγιο, ἔκτισε Μονὴ στὸ ὄνομά του, ἐκεῖ ὅπου βρέθηκε τὸ ἅγιο λείψανό του. Ἐκεῖ κοντὰ μάλιστα, βρέθηκε καὶ πηγὴ ἁγιάσματος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

  


 

Πέμπτη 2 Αυγούστου


Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Πρωτομάρτυρα Στεφάνου

 

Τὸ γεγονὸς αὐτὸ συνέβη στὰ χρόνια ποὺ οἱ μεγάλοι διωγμοὶ τῶν πρώτων χριστιανῶν εἶχαν κοπάσει καὶ αὐτοκράτωρ ἦταν ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος.
Τότε, ὁ Ἅγιος Στέφανος φανερώθηκε τρεῖς φορὲς σὲ κάποιον εὐσεβῆ γέροντα ἱερέα, τὸ Λουκιανό, καὶ τοῦ ἀποκάλυψε τὸν τόπο, ὅπου ἦταν κρυμμένο τὸ λείψανό του. Αὐτὸς ἀμέσως τὸ ἀνέφερε στὸν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Ἰωάννη, ποὺ μὲ τὴ σειρὰ του πῆγε στὸν ὑποδεικνυόμενο τόπο καὶ πράγματι βρῆκε τὸ Ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Στεφάνου. Κατὰ τὴν εὕρεση ἔγινε μεγάλος σεισμός, καὶ τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου πλημμύρισε εὐωδία τοὺς παρευρισκόμενους στὸν τόπο ἐκεῖνο.
Λέγεται ὅτι ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἀκούστηκαν ἀγγελικὲς φωνές, ποὺ ἔλεγαν «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῶ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία». Φανέρωναν, ἔτσι, οἱ ἄγγελοι περίτρανα ὅτι ὁ πρωτομάρτυρας Στέφανος μαρτύρησε γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ.
Ἀργότερα, τὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου μεταφέρθηκαν ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἐναποτέθησαν στὸν – ἐπ’ ὀνόματι αὐτοῦ – ἀνεγερθέντα Ναὸ ὑπὸ τοῦ Μ. Κωνσταντίνου
.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
 
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Βασίλειον διάδημα, ἐστέφθη σὴ κορυφή, ἐξ ἄθλων ὧν ὑπέμεινας, ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, Μαρτύρων πρωτόαθλε Στέφανε· σὺ γὰρ τὴν Ἰουδαίων, ἀπελέγξας μανίαν, εἶδές σου τὸν Σωτῆρα, τοῦ Πατρὸς δεξιόθεν. Αὐτὸν οὖν ἐκδυσώπει ἀεί, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον τῆς Ἀνακομιδῆς. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς πλοῦτος ἀκένωτος, τῆς ἀθανάτου ζωῆς, τὸ θεῖόν σου Λείψανον, ἐκ τῶν λαγόνων τῆς γῆς, τῇ κτίσει ἀνέτειλεν· ὅθεν ἡ Ἐκκλησία, θείαν χάριν τρυγῶσα, Στέφανε Πρωτομάρτυς, κατὰ χρέος τιμᾷ σε· ἣν φύλαττε πρεσβείαις σου, ἐκ πάσης αἱρέσεως.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Αὐτόμελον.
Πρῶτος ἐσπάρης ἐπὶ γῆς, ὑπὸ τοῦ οὐρανίου Γεωργοῦ πανεύφημε· πρῶτος τὸ αἷμα ἐπὶ γῆς, διὰ Χριστὸν ἐξέχεας μακάριε· πρῶτος ὑπ’ αὐτοῦ, τὸν τῆς νίκης στέφανον ἀνεδήσω ἐν οὐρανοῖς, ὡς Ἀθλητῶν προοίμιον, στεφανῖτα, τῶν Μαρτύρων ὁ πρώταθλος.

Μεγαλυνάριον.
Ὅλον διάλαμπον ὑπερφυῶς, αἴγλῃ ἀφθαρσίας, ὡς πολύολβος θησαυρός, ἀπὸ γῆς ἐφάνη, Χριστοῦ τῇ Ἐκκλησίᾳ, Στέφανε Πρωτομάρτυς, τὸ θεῖον σκῆνός σου.    

  

Ἡ Ὁσία Φωτεινὴ ἡ Φώτου ἡ Κυπρία

 

Ἐκεῖνο ποὺ πραγματικὰ ἀναδεικνύει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ἐξυψώνει καὶ σὲ τούτη τὴ ζωὴ μὰ καὶ στὴν αἰωνιότητα, δὲν εἶναι ἡ ὑψηλὴ καταγωγή, οὔτε τὰ γράμματα, οὔτε τὰ πλούτη, ἀλλὰ ἡ πίστη ἡ χριστιανικὴ κι ἡ ἀρετή.
Ἀπόδειξη τρανή τῆς ἀλήθειας αὐτῆς εἶναι καὶ ἡ Ἁγία Φωτεινὴ ἡ Κυπρία, ἡ γνωστὴ σὲ ὅλο τὸ νησὶ μὲ τὸ ὄνομα Ἁγία Φώτου ἡ θαυματουργός.
Πότε ἔζησε ἀκριβῶς ἡ Ὁσία καὶ ποιὰ ἦταν ἡ καταγωγή της, δὲν γνωρίζουμε.
Ἡ παράδοσή μας λέει πὼς γεννήθηκε στὸ Ριζοκάρπασο ἀπὸ ἁπλοϊκούς, ἀλλὰ εὐλαβεῖς γονεῖς. Ἀπὸ μικροῦλα ἡ Φωτοὺ ξεχώριζε ἀπὸ τὶς συνομήλικές της γιὰ τὴν καλοσύνη της, τὸ φέρσιμό της, τὴν προθυμία της νὰ ἐξυπηρετήσει τοὺς ἄλλους, τὴν ἀρετή της. Τὰ μεγάλα της φωτεινὰ μάτια καθρέφτιζαν τὸν πλοῦτο τῆς καρδιᾶς της καὶ σκόρπιζαν παντοῦ τὴν ἐμπιστοσύνη, τὴν χαρά. Στὸ σχολεῖο τοῦ χωρίου της ἔμαθε ἡ Φωτοὺ τὰ πρῶτα γράμματα. Σὰν ἔμαθε νὰ διαβάζει πῆρε κι ἄρχισε νὰ ἀποστηθίζει διάφορους ψαλμοὺς καὶ ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας μας. Κάθε Κυριακὴ καὶ γιορτὴ σὰν ἄκουγε τὸ σήμαντρο νὰ χτυπᾷ ἡ ἁγνὴ ψυχὴ της σκιρτοῦσε ἀπὸ χαρὰ κι ἔσπευδε πρώτη αὐτὴ μαζὶ μὲ τοὺς εὐσεβεῖς γονεῖς της νὰ πᾶνε στὴν ἐκκλησία! Ἐκεῖ, ἀκίνητη σὰν κολῶνα δωρικὴ παρακολουθοῦσε μ’ εὐλάβεια καὶ προσοχὴ τὶς διάφορες τελετὲς καὶ τὴ Θεία καὶ Ἱερὴ μυσταγωγία. Καὶ δοξολογοῦσε τὸν Θεὸ μὲ τὴν καρδιά της.
Πόση εὐλογημένη στ’ ἀλήθεια εἶναι ἡ οἰκογένεια, ὅταν μέσα σ’ αὐτὴν κατοικεῖ ὁ Χριστὸς καὶ ὅταν τὸ ἅγιο θέλημά του κατευθύνει καὶ τὶς σκέψεις καὶ τὰ λόγια καὶ τὶς πράξεις τῶν μελῶν της!
Τέτοια εὐτυχισμένη κι εὐλογημένη οἰκογένεια ἦταν ἡ οἰκογένεια τῆς Φωτούς. Μὲ τὴν ὁμόνοια, τὴν ἀγάπη, τὴν ἀνοχή, τὴν εἰρήνη περνοῦσε κάθε μέρα ἡ ζωή. Κι ὅταν ἔπεφτε τὸ δειλινὸ καὶ τὸ σούρουπο ἄρχιζε ν’ ἁπλώνεται στὴ γῆ, γονεῖς καὶ κοροῦλα μαζευόντουσαν σὲ κάποια γωνιά, καὶ ἀπ' τὴν καρδιὰ ἀνέπεμπαν θερμὴ προσευχὴ μπροστὰ στὶς εἰκόνες κάποιων ἁγίων μορφῶν, ποὺ τὸ ἱλαρὸ φῶς ἐνὸς καντηλιοῦ φώτιζε ἀπαλά.
Σὰν διάβηκαν τὰ παιδικὰ χρόνια κι ἡ Φωτοὺ μπῆκε στὴν ἐφηβεία ἡ μανοῦλα της δειλὰ – δειλὰ ἄρχισε στὴν κοροῦλα της νὰ μιλᾷ γιὰ γάμο καὶ οἰκογένεια. Ἡ ἁγνὴ παρθένα στὴν ἀρχὴ κοκκίνιζε καὶ δὲν ἔβγαζε μιλιά. Κάποια μέρα ὅμως τόλμησε νὰ μιλήσει κι εἶπε λίγα λόγια καὶ ἁπλά.
- Μανοῦλα! Γιατί μου μιλᾷς γιὰ γάμο; Ἐγὼ ἔχω ἤδη βρεῖ τὸν καλό μου. Ὅμοιός του δὲν εἶναι ἄλλος στὸν κόσμο κανείς...
Ἡ καλὴ μάνα τρόμαξε. Ἡ καρδιὰ της πῆγε νὰ σπάσει. Γιὰ μία στιγμὴ νόμισε πὼς ἡ κόρη της μὲ κάποιο εἶχε συνδεθεῖ κι ἑτοιμάστηκε νὰ τὴ μαλώσει. Κι ἡ κόρη ποὺ κατάλαβε τοὺς φόβους της ἔσπευσε νὰ ἐξηγήσει.
- Μανοῦλα! Μὴ φοβᾶσαι. Ἡ κόρη σας δὲν πρόκειται ποτὲς νὰ σᾶς ντροπιάσει. Προσεύχου μονάχα νὰ μὲ κρατάει ὁ Θεὸς στὸν δρόμο του. Ὁ καλός μου δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν Χριστό μου, τὸν Σωτῆρα καὶ Λυτρωτή μου...
Ἡ καλὴ μάνα στὰ λόγια τοῦτα δὲν θέλησε ν’ ἀπαντήσει.
«Ἔλα, τῆς εἶπε. Ὁ πατέρας περιμένει στὸ διπλανὸ χωράφι. Πάω νὰ τὸν βοηθήσω. Σὺ κάτσε στὸ σπίτι καὶ κοίταξε τὴν δουλειά σου».
Καὶ βγῆκε. Ὅμως τῆς Φωτεινῆς τὰ λόγια τὴν εἶχαν κυριολεκτικὰ συνταράξει:
«Ἐγὼ βρῆκα τὸν καλό μου. Δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν Χριστό μου, τὸν Σωτῆρα καὶ Λυτρωτή μου».
Μιὰ νύχτα ἡ μητέρα τῆς ξύπνησε. Ἄδικα πάσχισε νὰ ξανακοιμηθεῖ. Χάθηκε ὁ ὕπνος της. Γι’ αὐτὸ σηκώθηκε καὶ πῆγε στὸ διπλανὸ δωμάτιο, ποὺ ἔμενε ἡ κόρη της κάτι νὰ πάρει. Τί εἶδε ὅμως ἐκεῖ; Ἀλοίμονο! Τὸ στρῶμα ἀδειανὸ κι ἀνέγγιχτο. Ἔλειπε ἡ Φωτού.
Ἡ καημένη ἡ μάνα τρομαγμένη ἔτρεξε καὶ ξύπνησε τὸν σύζυγό της. Καὶ μαζί του ἄρχισε νὰ ψάχνει στὸ σπίτι, στὸν δρόμο κι ἔξω ἀπ’ τὸ χωριὸ γιὰ νὰ βροῦν τὴν κοροῦλα τους. Τὰ χαράματα ἐκεῖ ποὺ μὲ τὰ μάτια ὁλοκόκκινα ἀπ’ τὸ κλάμα καὶ τὴν καρδιὰ σπασμένη ἀπ' τὸν φόβο γύριζαν στὸ σπίτι, κάτι βλέπουν. Τί; Τὴν κοροῦλα τους! Τὴ Φωτοὺ νὰ γυρίζει μονάχη!
- Κόρη μας! εἶπαν κι οἱ δυὸ μ’ ἕνα στόμα. Κόρη μας ἀγαπημένη! Ποῦ ἤσουνα; Ποῦ πέρασες τὴ νύχτα;
Κι ἡ κόρη μὲ γλυκύτητα καὶ στενοχώρια γιὰ τὴν ἀνησυχία καὶ τὸν φόβο ποὺ τοὺς πότισε, ἀπήντησε:
- Γονεῖς μου ἀγαπημένοι! Συγχωρέστε με πού σᾶς στενοχώρησα. Δὲν τὸ ἤθελα. Δὲν ἤμουνα σὲ κανένα κακὸ τόπο. Ἤμουνα στὸ ἀσκητήριό μου. Πῆγα ἐκεῖ ἀπὸ νωρὶς γιὰ ἀγρυπνία καὶ προσευχή. Μέρες τώρα κάθε βράδυ πηγαίνω ἐκεῖ καὶ μένω μὲ τὸν Νυμφίο μου Χριστό. Μένω καὶ προσεύχομαι γιὰ σᾶς, γιὰ τοὺς δικούς μας, τὴν πατρίδα μας, γιὰ μένα. Συνήθως ἐπιστρέφω πολὺ πρωί, ὅταν ἀκόμη κοιμᾶστε. Σήμερα ὅμως παρασύρθηκα στὴν προσευχὴ καὶ ξεχάστηκα. Ἔτσι ἄργησα. Συγχωρέστε με, εἶπε ξανά, πού σᾶς λύπησα καὶ σᾶς ἔκαμα ν’ ἀνησυχήσετε...
Καὶ τὰ μάτια της γιόμισαν δάκρυα.
Ἡ εἰλικρίνεια, ἡ ἀθῳότητα τῆς μορφῆς της, τὰ μάτια της τὰ δακρυσμένα καθησύχασαν τοὺς καλοὺς γονεῖς, ποὺ δὲν τόλμησαν νὰ τὴν μαλώσουν περισσότερο, οὔτε καὶ σκέφτηκαν νὰ τὴν περιορίσουν καὶ νὰ τῆς ἀνακόψουν τὴν ἱερὴ ἀπόφασή της νὰ ζήσει γιὰ τὸν Χριστό.
Τὴν ἄλλη μέρα οἱ γονεῖς τῆς Φωτούλας συνόδεψαν τὴν κόρη τους στὸ ἀσκητήριό της. Ἦταν μία σπηλιὰ ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό, μὲ λίγο φῶς, ἀλλὰ καθαρή. Σ' αὐτὴν ἡ Ἁγία κάποια μέρα μὲ τὶς εὐχὲς τῶν γονιῶν της, κι ἀφοῦ ἀποχαιρέτησε τὶς φίλες της, κατέφυγε νὰ ζήσει, ὅπως ποθοῦσε τὴν ζωή της. Σὲ λίγο καιρὸ ὅμως τὸ ταπεινὸ καὶ φτωχικὸ κατάλυμά της ἔγινε τόπος πολυσύχναστος, τόπος ἐπισκέψεων καὶ προσκυνήματος, τόπος καταφυγῆς καὶ παρηγοριᾶς, μὰ καὶ διδασκαλίας καὶ καθοδηγήσεως τῶν κατοίκων ὅλων τῶν γύρω χωριῶν.
Στὸ σπήλαιο αὐτὸ ἡ ἁγνὴ καὶ ἡ ἡρωικὴ κόρη πέρασε ὅλη της τὴ ζωή. Μιὰ ζωὴ ἐγκαρτέρησης καὶ προσευχῆς, ζωὴ ἐγκράτειας καὶ ἀφιέρωσης ὁλοκληρωτικῆς στὸν Οὐράνιο Νυμφίο Χριστό.
Εἴπαμε τὴ ζωὴ αὐτὴ ἡρωική. Κι εἶναι στ’ ἀλήθεια ἡρωική. Γιατί ὁ βίος τοῦ πιστοῦ, μέσα στὴ μαρτυρία Ἰησοῦ Χριστοῦ «εἴτε διὰ ζωῆς εἴτε διὰ θανάτου», εἶναι μία πορεία ἔνδοξη πρὸς αἰώνιο τέρμα. Εἶναι ἀνάγκη ὁ πιστὸς κάθε ἥμερα νὰ δίνει τὴ μαρτυρία τῆς πίστεώς του. Ἕνας ἀγῶνας εἶναι τοῦτος καὶ μία μάχη γιὰ τὴν κατάκτηση τῆς τελειότητας. Τὸ τέλος δὲν εἶναι πάντα εἰρηνικὸ καὶ ἀνώδυνο. ὁ σκοπὸς ὅμως εἶναι πάντα ὁ ἴδιος, ἡ σωτηρία, ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ μέσα στὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας μας. Καὶ τὸ μέσο καὶ κεῖνο εἶναι ἕνα, ἡ προσφορὰ τοῦ ἐαυτοῦ μας ὁλόκληρου σὲ μία θυσία ζωντανὴ κι εὐπρόσδεκτη στὸν Κύριο, «εἴτε διὰ ζωῆς εἴτε διὰ θανάτου». Ἐπισκόπου Διονυσίου Ψαριανοῦ, Μαρτυρία Ἰησοῦ Χρίστου, σελ. 252. Μὲ αἷμα καὶ μὲ δάκρυ «μεγαλυνθήσεται ἐν ἡμῖν ὁ Χριστός».
Ναί! μεγαλυνθήσεται ἐν ἡμῖν ὁ Χριστός. Αὐτὸ ἔγινε καὶ μὲ τὴν ἁγνὴ κόρη, τὴν Φωτού. Ἐδῶ ζωντανὴ τὴν δόξασε ὁ Κύριος.
Θαύματα πολλά, πολλὰ θαύματα ἔκαμε ἡ Ἁγία σὲ πονεμένους καὶ δυστυχισμένους, ὅταν ἀκόμη βρισκόταν στὴ ζωή. Ἐδῶ καὶ πεθαμένη τὴν τίμησε. Τὸ ἅγιο λείψανό της ποὺ τάφηκε κι εὑρέθηκε στὴ σπηλιὰ γύρω στὰ 1718 – 1732 μὲ τὴ σκαλιστὴ ἐπιγραφὴ ἀπὸ πάνω «Φωτεινὴ Παρθένος Νύμφη Χριστοῦ», ἐξακολουθεῖ καὶ σήμερα νὰ προσφέρει τὴ θεραπεία στοὺς ἀρρώστους, στοὺς τυφλοὺς τὸ φῶς, στοὺς πονεμένους τὸ ψυχικὸ ξεκούρασμα καὶ τὴ χαρά.
Τὸ ἀσκητήριο τῆς ἁγίας Φωτεινῆς ὑπάρχει καὶ σήμερα. Βρίσκεται στὸ χωριὸ Ἅγιος Ἀνδρόνικος.
Σ’ αὐτὸ μπαίνει ἕνας ἀπὸ μία στενὴ εἴσοδο καὶ καταβαίνει ἀπὸ μία σκάλα φτιαγμένη ἀπὸ ἐγχώριες πέτρες καὶ ποὺ ἔχει 23 σκαλοπάτια. Τὸ σπήλαιο μοιάζει μὲ κατακόμβη, σὰν κι ἐκεῖνες ποὺ χρησιμοποιοῦσαν οἱ πρῶτοι χριστιανοί. Στὸ βάθος τοῦ σπηλαίου εἶναι τὸ ἁγίασμα. Ἀπὸ τὸ νερὸ αὐτὸ παίρνουν οἱ ἄρρωστοι καὶ πλένουν τὰ ἀρρωστημένα μέλη τους γιὰ νὰ θεραπευτοῦν.
Ἰδιαίτερα ἡ Ἁγία πιστεύεται, πὼς θεραπεύει τὰ ὀφθαλμικὰ νοσήματα.
Στὰ μαῦρα χρόνια τῆς τουρκικῆς σκλαβιᾶς τὸ σπήλαιο τῆς Ὁσίας χρησιμοποιήθηκε καὶ ὡς ναός. Μέσα σ' αὐτὸν λιγογράμματοι, μὰ πιστοὶ ἱερεῖς θέριεψαν τὴν ἀποσταμένη ἐλπίδα μὲ τὰ ἁπλά, ἀλλὰ καὶ μαγικὰ λόγια τοῦ ποιητῆ:
Μὴ σκιάζεστε στὰ σκότη κι ἡ λευτεριὰ σὰν τῆς αὐγῆς τὸ φεγγοβόλο ἀστέρι τῆς νύχτας τὸ ξημέρωμα θὰ φέρει.
Ἡ Ἁγία Φωτεινὴ εἶναι πολὺ σεβαστῆ στὴν Κύπρο. Σεβαστῆ γιὰ τὰ θαύματά της τὰ πολλά, ποὺ πετυχαίνουν ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ μ’ εὐλάβεια καὶ πίστη καταφεύγουν στὸ ναό της. Ὑπάρχει ἐπίσης παράδοση ποὺ λέει, πὼς στὸ Ριζοκάρπασο ὑπάρχουν καὶ σήμερα συγγενεῖς ἀπὸ τὴ γενιά της.
Τὴν ἡμέρα τῆς γιορτῆς της χιλιάδες πιστῶν ἀπ’ ὅλη τὴν Καρπασία κι ἀπὸ διάφορα μέρη τῆς Κύπρου πηγαίνουν στὸν Ἅγιο Ἀνδρόνικο ποὺ εἶναι τὸ ἀσκητήριό της γιὰ νὰ τιμήσουν τὴν Ἁγία καὶ νὰ παρακολουθήσουν μὲ προσοχὴ τὴ θεία Μυσταγωγία.
Τὴ στιγμὴ αὐτὴ ἂς πᾶμε νοερὰ ὡς ἐκεῖ, μιὰ κι οἱ ὀρδὲς τοῦ Ἀττίλα δὲν μᾶς ἀφήνουν νὰ πᾶμε τώρα καὶ σωματικά, κι ἀφοῦ γονατίσουμε μπροστὰ στὸν τάφο ποὺ ἔκλεισε τὸ ἅγιο σκήνωμά της, ἂς ποῦμε εὐλαβικά:
Ὁσία Φωτεινὴ πανένδοξε, τᾶς οὐρανίους μονάς, ἐπαξίως οἰκήσασα, σὺν παρθένων τάγμασι, καὶ ὁσίων στρατεύμασι, τοὺς ἐκτελοῦντας πίστει τὴν μνήμην σου, καὶ προσιόντας πιστῶς τὴ σκέπη σου, σῷζε πρεσβείαις σου, καὶ πταισμάτων ἄφεσιν παρὰ Θεοῦ, αἴτησαι καὶ λύτρωσιν, καὶ μέγα ἔλεος
.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
 
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’.
Καρηασέων τὸ κλέος καὶ Κυπρίων ἀγλάϊσμα, καὶ τῶν ἀσθενούντων ἡ ῥῶσις, τῶν πεπηρωμένων ἀνάβλεψις, τῶν πρὸς σὲ πιστῶς προστρεχόντων ἐν τῷ θείῳ ναῷ σου, πανένδοξε, τὰς ἰάσεις παράσχου τοῖς δούλοις σου πάντοτε, ἵνα εὐχαρίστως κράζωμεν· Φωτεινὴ Ὁσία νύμφη Χριστοῦ καλλιπάρθενε. Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.    

       


 

Παρασκευή 3 Αυγούστου


Οἱ Ὅσιοι Δαλμάτιος, Φαῦστος, καὶ Ἰσαάκιος

  

Ὁ Δαλμάτιος ἦταν στρατιώτης, γρήγορα ὅμως τὴν θεοσεβὴ ψυχή του κυρίευσε ἡ ἐπιθυμία νὰ ἀφοσιωθεῖ στὸν Κύριο καὶ Δημιουργό του. Ξεκίνησε λοιπὸν, μαζὶ μὲ τὸν γιὸ του Φαῦστο νὰ συναντήσει τὸν μοναχὸ Ἰσαάκιο, ἡ φήμη τοῦ ὁποίου εἶχε φέρει κοντὰ του πολλοὺς ἄνδρες.
Ὁ Δαλμάτιος διακρίθηκε ἀνάμεσα στοὺς ὑπολοίπους μοναχοὺς γιὰ τὴν ἀρετή του, τόσο ὥστε ἐξελέγει ἡγούμενος μετὰ τὸν θάνατο τοῦ εὐσεβοῦς Ἰσαακίου. Μάλιστα γιὰ τὸν ἐνάρετο βίο του ὁ Δαλμάτιος τιμήθηκε καὶ ἀπὸ τὴν Γ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ποὺ συνῆλθε τὸ 431 μ.Χ. στὴν Ἔφεσο, στὴν ὁποία οἱ Πατέρες ἀνέδειξαν τὸν Ὅσιο ἀρχιμανδρίτη.
Τὸν δρόμο τοῦ Δαλμάτιου, ὁ ὁποῖος τελείωσε τὴν ζωὴ του ἐν εἰρήνῃ, ἀκολούθησε ὁ γιός του Φαῦστος, ἀναδεικνύοντας ἑαυτὸν, ἄξιο διάδοχο τοῦ πατέρα του.
Ὅσον ἀφορὰ στὸν Ὅσιο Ἰσαάκιο, ἔμεινε ξακουστὸς γιὰ τὴν στάση, τὴν ὁποία ὑπέδειξε ἀπέναντι στὸν αἱρετικὸ αὐτοκράτορα Οὔλη, ὅταν αὐτὸς κατὰ τὴν ἐκστρατεία του ἐνάντια στοὺς Σκύθες συνάντησε τὸν Ὅσιο. Ὁ Ἰσαάκιος πέθανε σὲ βαθειὰ γεράματα
.
 
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

  
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τὴν τρίστιχον χορείαν τῶν Ὁσίων τιμήσωμεν, Φαῦστον Ἰσαάκιον ἅμα, καὶ Δαλμάτον τὸν ἔνδοξον· ὡς τρίφωτος λαμπὰς γὰρ ἀρετῶν, σκεδάζουσι τὴν νύκτα τῶν παθῶν, καὶ ταῖς θείαις καταυγάζουσι δωρεαῖς, τοὺς πόθῳ ἀνακράζοντας· δόξα τῷ θαυμαστώσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ μεγαλύναντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι δι’ ὑμῶν, πᾶσιν ἰάματα.

Κοντάκιον Ἦχος β’. Τὴν ἐν πρεσβείαις.
Τοὺς ἐν ἀσκήσει ἐκλάμψαντας ὡς φωστῆρας, καὶ τὰς αἱρέσεις ἀνατρέψαντας τῇ πίστει, ὕμνοις Ἰσάκιον εὐφημήσωμεν, σὺν τῷ Δαλμάτῳ Φαῦστον, ὡς τοῦ Χριστοῦ θεράποντας, αὐτὸν δυσωποῦντας ὑπὲρ πάντων ὑμῶν.

Μεγαλυνάριον.
Χαίρετε Πατέρων ἡ κορωνίς, Ἰσάκιε Φαῦστε, καὶ Δαλμάτε οἱ εὐκλεεῖς· βίου γὰρ ἐνθέου, στηλογραφία ὄντες, ὤφθητε Ἐκκλησίας, στῦλοι ἀκλόνητοι. 

   

Ἡ Ἁγία Σαλώμη ἡ Μυροφόρος

  

Ἦταν πρώτη ἐξαδέλφη τῆς Παναγίας, μητέρας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἶχε σύζυγο τὸν Ζεβεδαῖο καὶ γιοὺς τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη. Προικισμένη καὶ ἡ ἴδια μὲ ἔνθερμη εὐσέβεια, ἦταν ἀπὸ τὶς γυναῖκες ποὺ ἀκολουθοῦσαν τὸν Χριστό, καὶ συνεισέφεραν στὸ ταμεῖο τῆς ἀποστολικῆς ἀδελφότητας.
Ἡ Σαλώμη ἦταν ἐκείνη, παρακινούμενη ἀπὸ μητρικὴ φιλοστοργία, ποὺ παρακάλεσε τὸν Κύριο ὅταν Αὐτὸς πήγαινε γιὰ τελευταῖα φορὰ στὴν Ἱερουσαλήμ, νὰ τιμηθοῦν οἱ γιοί της μὲ πρωτεύοντα ἀξιώματα. Διότι εἶχε τὴν ἰδέα, ὅτι ὁ Ἰησοῦς στὴν Ἱερουσαλὴμ ἔμελλε νὰ ἀναστήσει τὸν θρόνο τοῦ Δαβίδ. Ὅμως ἡ Σαλώμη, τὶς στιγμὲς τοῦ φρικτοῦ πάθους τοῦ Κυρίου, καὶ ἐνῷ μαθητὲς καὶ φίλοι ἀπὸ φόβο εἶχαν διασκορπιστεῖ, αὐτή, μαζὶ μὲ μερικὲς ἄλλες πιστὲς γυναῖκες ἦταν ἐκεῖ καὶ κτυποῦσαν ἀπὸ λύπη τὰ στήθη τους.
Ἐπίσης ἡ Σαλώμη, ἀξιώθηκε νὰ εἶναι μία ἀπὸ τὶς μυροφόρες, στὶς ὅποιες ὁ ἄγγελος γνωστοποίησε τὴν ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ. Μετὰ τὴν ἵδρυση τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας στὴν Ἱερουσαλήμ, ἡ Σαλώμη ἐξακολούθησε νὰ διακρίνεται γιὰ τὸ ζῆλο καὶ τὶς ἐλεημοσύνες της.
Ὁ διωγμὸς ἐναντίον τῆς ἐκκλησίας στὴν Ἱερουσαλήμ, προξένησε μεγάλη λύπη στὴν Σαλώμη. Ἡ καρδιά της ὑπέστη μεγάλο σπαραγμὸ τὴν ἡμέρα, ποὺ ὁ Ἡρῴδης ἀποκεφάλισε τὸν πρωτότοκο γιό της Ἰάκωβο. Ἀλλὰ ἡ ἐλπίδα στὸν Χριστὸ τὴν ἐνίσχυσε καὶ μὲ τὴν προσδοκία τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν παρέδωσε τὴν ψυχή της εἰρηνικά.
 
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

    

Ἡ Ὁσία Θεοκλητῶ ἡ Θαυματουργός

  

Ἔζησε κατὰ τὸν 9ο αἰῶνα στὰ χρόνια τοῦ βασιλιὰ Θεοφίλου τοῦ εἰκονομάχου καὶ καταγόταν «ἐκ τοῦ θέματος τῶν Ὀπτιμάτων» (Ὀψικίου).
Οἱ γονεῖς της ὀνομάζονταν Κωνσταντῖνος καὶ Ἀναστασία, καὶ ἦταν ἀρκετὰ πλούσιοι καὶ πρὸ πάντων εὐσεβεῖς χριστιανοί. Ἀνάλογη ἀνατροφὴ ἔδωσαν καὶ στὴν κόρη τους Θεοκλητῶ, ποὺ ἦταν πιστή, εὐσεβής, σεμνὴ καὶ μελετοῦσε ἀκατάπαυστα τὸν θεῖο Λόγο.
Ὅταν παντρεύτηκε (τὸν Ζαχαρία, ἄνδρα εὐσεβῇ καὶ ἐλεήμονα), ὑπῆρξε πρότυπο χριστιανῆς συζύγου. Τὸ σπίτι της ἦταν συνεχῶς ἀνοικτὸ γιὰ τοὺς δυστυχεῖς, γιὰ τὶς χῆρες, τὰ ὀρφανὰ καὶ τοὺς φτωχοὺς οἰκογενειάρχες. Συχνὰ πήγαινε ἡ ἴδια στὰ φτωχόσπιτα καὶ μοίραζε ἁπλόχερα ἐλεημοσύνη καὶ περιποίηση στοὺς ἀρρώστους.
Ὁ θάνατος τὴν βρῆκε νὰ ἐκτελεῖ τέτοια θεάρεστα ἔργα. Τὸ δὲ λείψανό της, ἀξιώθηκε νὰ γίνει ὄργανο πολλῶν ἰαμάτων.
(Στὸν κώδικα 73 τῆς Μονῆς Παναγίας τῆς Χάλκης, καλεῖται Θεόκλητη καὶ ἡ μνήμη της ἀναφέρεται τὴν 21η Αὐγούστου).

   


 

Σάββατο 4 Αυγούστου


Οἱ Ἅγιοι Ἑπτὰ Παῖδες ἐν Ἐφέσῳ

 

Στὰ μέσα του 3ου αἰῶνα μ.Χ., ὅταν ὁ αὐτοκράτωρ Δέκιος ἄναψε τὸ καμίνι τῶν διωγμῶν καὶ χωρὶς καμιὰ διάκριση βασάνιζε καὶ σκότωνε νέους καὶ γέρους, τότε καὶ οἱ ἑπτὰ παῖδες, Μαξιμιλιανός, Ἐξακουστοδιανός, Ἰάμβλιχος, Μαρτινιανός, Διονύσιος, Ἀντωνῖνος καὶ Κωνσταντῖνος, γιὰ νὰ μὴν ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους, ἀφοῦ διαμοίρασαν τὰ ὑπάρχοντά τους στοὺς φτωχούς, ἔφυγαν ἀπὸ τὴν πόλη καὶ κρύφτηκαν σὲ κάποια σπηλιά, μέχρι νὰ πάψει ὁ διωγμός.
Ἐπειδή, ὅμως, ὁ κίνδυνος ὁλοένα καὶ πλησίαζε στὴν κρυψώνα τους, προσευχήθηκαν ὅλη τὴ νύκτα νὰ πάρει ὁ Θεὸς τὶς ψυχές τους, χωρὶς νὰ πέσουν στὰ χέρια τοῦ Δεκίου. Ὁ Θεὸς ἄκουσε τὴ δέησή τους, καὶ τὸ πρωὶ κοιμήθηκαν χωρὶς νὰ ξυπνήσουν.
Μετὰ 194 χρόνια, ἐπὶ Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ, στὴν Ἔφεσο κάποια αἵρεση διακήρυττε ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάσταση νεκρῶν. Ἐκείνη, λοιπόν, τὴν ἐποχή, κάποιο παιδὶ στὴν ἀγορὰ τῆς Ἐφέσου ψώνισε ψωμὶ μὲ τὸ νόμισμα τῆς ἐποχῆς τοῦ Δεκίου. Αὐτὸ προκάλεσε ἔκπληξη. Πῆραν, λοιπὸν τὸ παιδὶ καὶ τὸ ἀνέκριναν. Κατόπιν, πῆγαν στὴ σπηλιὰ καὶ βρῆκαν ζωντανὰ καὶ τὰ ὑπόλοιπα παιδιά.
Τότε ὅλοι κατάλαβαν ὅτι εἶναι θαῦμα Θεοῦ, γιὰ νὰ ἀποδειχθεῖ ὅτι «ἀνάστασιν μέλλειν ἔσεσθαι νεκρῶν, δικαίων τε καὶ ἀδίκων». Δηλαδή, ὅτι μέλλει νὰ γίνει ἀνάσταση νεκρῶν, καὶ τῶν δικαίων καὶ τῶν ἀδίκων.

   
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
 
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείῳ Πνεύματι, ἀφθαρτισθέντες, πολυχρόνιον, ἤνυσαν ὕπνον, οἱ ἐν Ἐφέσῳ ἑπτάριθμοι Μάρτυρες καὶ ἀναστάντες πιστοὺς ἐβεβαίωσαν, τὴν τῶν ἀνθρώπων κοινὴν ἐξανάστασιν· ὅθεν ἅπαντες, συμφώνως τούτους τιμήσωμεν, δοξάζοντες Χριστὸν τὸν πολυέλεον.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Οἱ τὰ τοῦ κόσμου ὡς φθαρτὰ παριδόντες, καὶ τὰς ἀφθάρτους δωρεὰς εἰληφότες, διαφθορᾶς διέμειναν θανόντες παρεκτός· ὅθεν ἐξανίστανται, μετὰ πλείονας χρόνους, ἅπασαν ἐνθάψαντες, δυσμενῶν ἀπιστίαν· οὓς ἐν αἰνέσει σήμερον πιστοί, ἀνευφημοῦντες, Χριστὸν ἀνυμνήσωμεν.

Μεγαλυνάριον.
Δόγμα ἀκυροῦται νεκροποιόν· οἱ γὰρ θεῖοι Παῖδες, ἀναστάντες ἐκ τῶν νεκρῶν, ἐδήλωσαν πᾶσι, τὴν μέλλουσαν γενέσθαι, ἐν τῇ ἐσχάτῃ ὥρᾳ, βροτῶν ἀνάστασιν.

   

Ἡ Ὁσία Εὐδοκία ἡ Μάρτυς καὶ ἡ ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων της

 

Καταγόταν ἀπὸ τὰ μέρη τῆς Ἀνατολῆς. Σὲ μία ὅμως ἐκστρατεία τους οἱ Πέρσες, αἰχμαλώτισαν καὶ αὐτὴ καὶ τὴ μετέφεραν στὴν Περσία. Ἐκεῖ ὑποχρεώθηκε νὰ ὑπηρετεῖ τὴν οἰκογένεια ἐνὸς ἀξιωματικοῦ. Ἡ ζωὴ αὐτὴ δὲν δυσαρέστησε τὴν Εὐδοκία. Καὶ πίστευε ὅτι παντοῦ, ὅπου κι ἂν τύχουμε, μποροῦμε νὰ ἔχουμε μεγάλη ἀποστολὴ ὑπὲρ τοῦ ἔργου τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ὠφελείας τοῦ πλησίον μας.
Ἔτσι, εὐπειθής, πρόθυμη καὶ διακριτικὴ καθὼς ἦταν, ἀλλὰ καὶ μὲ πολλὴ φρόνηση καὶ λεπτότητα, κατάφερε αὐτὴ ἡ αἰχμάλωτη νὰ αἰχμαλωτίσει τοὺς κυρίους της. Τὴν ἀγάπησαν ὅλοι καὶ ἔγιναν χριστιανοί. Κατόπιν μὲ πυρῆνα τὸ σπίτι τοῦ ἀξιωματικοῦ, κατάφεραν νὰ ἐκχριστιανίσουν πολλὲς Περσίδες καὶ Πέρσες.
Τὰ γεγονότα ὅμως αὐτὰ ἔφτασαν στ’ αὐτιὰ τῶν ἀρχόντων, ποὺ ἐξοργισμένοι συνέλαβαν τὴν Εὐδοκία καὶ τὴ μαστίγωσαν ἀλύπητα. Ἔτσι πληγωμένη τὴν ἔριξαν στὴ φυλακή. Ἄλλα μετὰ δύο μῆνες τὴν ἔβγαλαν, ἔσχισαν τὶς σάρκες της μὲ ἀκανθωτὰ ραβδιά, τρύπησαν τὸ σῶμα της μὲ μυτερὰ καλάμια καὶ κατόπιν ἕσφιξαν τόσο τὸ σῶμα της μὲ σχοινιά, ὥστε πολλὰ κόκαλά της ἔσπασαν.
Ἀλλὰ ἐπειδὴ ἡ Εὐδοκία μὲ γενναῖο φρόνημα ἐξακολουθοῦσε νὰ ὁμολογεῖ τὸν Χριστό, τὴν ἀποκεφάλισαν, παίρνοντας ἔτσι τὸ ἀμάραντο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.
Ὁ Σ. Εὐστρατιάδης ὅμως, ἔχει ἄλλη ἄποψη γιὰ τὸ Συναξάρι αὐτὸ καὶ λέει τὰ ἑξῆς: Ἐν τῷ Συναξαριστῇ τοῦ Νικόδημου γίνεται σύγχυσις τῆς ἀνακομιδῆς τῶν λειψάνων τῆς μάρτυρος ταύτης, τῆς ἑορταζομένης τὴν 1η Μαρτίου, πρὸς ἄλλην ὁμώνυμον μάρτυρα τῆς 4ης Αὐγούστου, ὅτι περὶ τῆς ἀνωτέρω πρώην πόρνης καὶ εἴτα ὁσιομάρτυρος Εὐδοκίας ὁ λόγος τῆς ἀνακομιδῆς, μαρτυρεῖ ὁ ἀρχαῖος Παρισινὸς Κῶδιξ 13, ὅστις ἐν φ. 356α περὶ τῆς ἑορτῆς τῶν ἐν Ἐφέσῳ ἑπτὰ παίδων καὶ τῆς ἀνωτέρω μάρτυρος Εὐδοκίας ταῦτα σημειοί: Ἰστέον ὅτι τινὰ τῶν Τυπικῶν κατὰ ταύτην τὴν ἡμέραν (ἤγουν τὴν 4ην Αὐγούστου) ἑορτάζουσι τοὺς ἁγίους τούτους (ἑπτὰ παίδας), ἕτερα δὲ κατὰ τὴν β’ ἡμέραν τοῦ μηνός, κατὰ δὲ ταύτην τὴν ἁγίαν ὁσιομάρτυρα Εὐδοκίαν, ἧς ἀκολουθία ψάλλεται τὴ α’ τοῦ Μαρτίου μηνός, εἶγε ἐστὶν αὕτη καὶ οὒχ ἑτέρα· ἐπεῖ ἡ τῆς μάρτυρος ἀκολουθία ταύτην εἶναι παρίστησιν ἡμεῖς δὲ τῷ πλείονι τῶν ψήφων νικώμενοι, ἐνταύθα τοὺς ἁγίους ἑπτὰ παίδας τεθείκαμεν ἐναπομένει δὲ εἰς τὴν διάκρισιν». Πράγματι δὲ ἡ εἰς τὴν ἁγίαν Εὐδοκίαν ἀκολουθία τῆς ἀνακομιδῆς τῶν λειψάνων, ἡ σῳζόμενη εἰς τοὺς Λαυριωτικοὺς Κώδικας Δ 17 φ. 31 καὶ Δ 14 καὶ εἰς τὸν Παρισινὸν 1575 φ. 186α τοῦ Θεοφάνους ποίημα, ἀναφέρεται εἰς τὴν πρώην πόρνην Εὐδοκίαν (τῆς 1ης Μαρτίου) καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ἀνωτέρω τῆς 4ης Αὐγούστου, ἧς τὴν μνήμην καὶ τὴν ἀνακομιδὴν συγχρόνως ἀναγράφει ὁ Νικόδημος. Φρονῶ, ὅτι ἡ Εὐδοκία αὐτὴ τοῦ Νικοδήμου εἶναι φανταστικὸν πρόσωπον, ἐκλαμβανομένη ἀντὶ τῆς μάρτυρος Ἴας, τὴν ὁποίαν πολλοὶ Συναξαρισταὶ κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην σημειούσιν, ἥτις ἔχει καὶ τὸ αὐτὸ ἀπαραλλάκτως ὑπόμνημα, φαίνεται ὅτι ὁ ἀντιγραφεὺς τὸ ὄνομα Ἴα ἐθεώρησε ἀκέφαλον καὶ συνεπλήρωσε αὐτὸ διὰ τῆς προσθήκης τῶν πέντε πρώτων γραμμάτων «Εὐδοκ» ἢ τὸ, καὶ πιθανότερον, ἐπειδὴ κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην μνεῖα γίνεται τοῦ ὀνόματος τῆς Εὐδοκίας διὰ τὴν ἀνακομιδὴν αὐτῆς, καὶ μνεῖα τῆς μάρτυρος Ἴας, τὸ συναξάριον τῆς τελευταίας ταύτης ἀπεδόθη ἐκ συγχύσεως εἰς τὴν Εὐδοκίαν καὶ οὕτω προῆλθε νέα μάρτυς ἀνύπαρκτος Εὐδοκία, διότι δὲν ἐξηγεῖται ἄλλως τὸ κοινὸν Συναξάριον τῆς Ἴας τῶν Συναξαριστῶν καὶ τῆς Εὐδοκίας τοῦ Νικόδημου. (Πρβλ. Συναξαριστὴν Delehaye, σ. 868, 38 καὶ Νικόδημου, σ. 235 – 236, Ἀπριλίου 4).

   
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx   

        


 

Επιμέλεια- Διανομή: Καθεδρικός Ι.Ν. Παναγίας Φανερωμένης Χολαργού
Design : ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ
Εάν δεν επιθυμείτε να λαμβάνετε το Ενημερωτικό, παρακαλούμε πατήστε εδώ
Εάν λαμβάνετε το Ενημερωτικό περισσότερες από μία φορά, παρακαλούμε πατήστε εδώ