Τεύχος 74  27 Απριλίου 2012

Εάν επιθυμείτε να λαμβάνετε κάθε εβδομάδα την ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ, είτε μόνον εσείς, είτε και κάποια δικά σας πρόσωπα, κάνετε Εγγραφή στο Newsletter μέσα απ’ το δικτυακό μας τόπο.


Κυριακή 29 Απριλίου 2012 – ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

Ο Απόστολος
Πράξεις Αποστόλων (στ΄ 1 - 7)

Πληθυνόντων τῶν μαθητῶν ἐγένετο γογγυσμὸς τῶν Ἑλληνιστῶν πρὸς τοὺς Ἑβραίους, ὅτι παρεθεωροῦντο ἐν τῇ διακονίᾳ τῇ καθημερινῇ αἱ χῆραι αὐτῶν.
Προσκαλεσάμενοι δὲ οἱ δώδεκα τὸ πλῆθος τῶν μαθητῶν εἶπον· οὐκ ἀρεστόν ἐστιν ἡμᾶς καταλείψαντας τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις. Ἐπισκέψασθε οὖν, ἀδελφοί, ἄνδρας ἐξ ὑμῶν μαρτυρουμένους ἑπτά, πλήρεις Πνεύματος Ἁγίου καὶ σοφίας, οὓς καταστήσομεν ἐπὶ τῆς χρείας ταύτης· ἡμεῖς δὲ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ διακονίᾳ τοῦ λόγου προσκαρτερήσομεν.
Καὶ ἤρεσεν ὁ λόγος ἐνώπιον παντὸς τοῦ πλήθους· καὶ ἐξελέξαντο Στέφανον, ἄνδρα πλήρη πίστεως καὶ Πνεύματος Ἁγίου, καὶ Φίλιππον καὶ Πρόχορον καὶ Νικάνορα καὶ Τίμωνα καὶ Παρμενᾶν καὶ Νικόλαον προσήλυτον Ἀντιοχέα, οὓς ἔστησαν ἐνώπιον τῶν ἀποστόλων, καὶ προσευξάμενοι ἐπέθηκαν αὐτοῖς τὰς χεῖρας.
Καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ηὔξανε, καὶ ἐπληθύνετο ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν ἐν Ἱερουσαλὴμ σφόδρα, πολύς τε ὄχλος τῶν Ἰουδαίων ὑπήκουον τῇ πίστει.

Ἀπόδοση στη νεοελληνική:

Καθώς οἱ μαθηταὶ ἐπληθύνοντο, ἄρχισαν παράπονα τῶν Ἑλληνιστῶν κατὰ τῶν Ἑβραίων, διότι παρημελοῦντο αἱ χῆραι των κατὰ τὴν καθημερινὴν διανομήν.
Τότε οἱ δώδεκα προσκάλεσαν ὅλον τὸ σῶμα τῶν μαθητῶν καὶ εἶπαν, «Δὲν εἶναι σωστὸ νὰ ἀφήσωμεν ἐμεῖς τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ὑπηρετοῦμε σὲ τραπέζια. Ἀναζητήσατε λοιπόν, ἀδελφοί, ἑπτὰ ἄνδρας μεταξύ σας ποὺ νὰ χαίρουν καλῆς φήμης, πλήρεις ἀπὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ σοφίαν, τοὺς ὁποίους θὰ τοποθετήσωμεν εἰς τὸ ἔργο αὐτό, ἐμεῖς δὲ θὰ ἀφοσιωθοῦμε εἰς τὴν προσευχὴν καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ λόγου».
Αὐτὰ ποὺ εἶπαν, ἄρεσαν σ’ ὅλους καὶ ἐδιάλεξαν τὸν Στέφανον, ἄνδρα γεμᾶτον πίστιν καὶ Πνεῦμα Ἅγιον, καὶ τὸν Φίλιππον, τὸν Πρόχορον, τὸν Νικάνορα, τὸν Τίμωνα, τὸν Παρμενᾶν καὶ τὸν Νικόλαον, ὁ ὁποῖος ἦτο προσήλυτος ἀπὸ τὴν Ἀντιόχειαν. Αὐτοὺς ἔφεραν ἐνώπιον τῶν ἀποστόλων οἱ ὁποῖοι προσευχήθηκαν καὶ ἔθεσαν ἐπάνω τους τὰ χέρια.
Καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ διεδίδετο, ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ ηὔξανε πάρα πολὺ καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς ὑπήκουαν εἰς τὴν πίστιν.

Το Ευαγγέλιο
Κατά Μάρκον (ιε΄ 43 – ιστ΄ 8)

Εν ταις ημέραις ἐκείναις, ἐλθὼν Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, εὐσχήμων βουλευτής, ὃς καὶ αὐτὸς ἦν προσδεχόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐθαύμασεν εἰ ἤδη τέθνηκε, καὶ προσκαλεσάμενος τὸν κεντυρίωνα ἐπηρώτησεν αὐτὸν εἰ πάλαι ἀπέθανε· καὶ γνοὺς ἀπὸ τοῦ κεντυρίωνος ἐδωρήσατο τὸ σῶμα τῷ Ἰωσήφ. Καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ, ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου. Ἡ δὲ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία Ἰωσῆ ἐθεώρουν ποῦ τίθεται.
Καὶ διαγενομένου τοῦ σαββάτου Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν. Καὶ λίαν πρωῒ τῆς μιᾶς σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. Καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς· τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; Καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος· ἦν γὰρ μέγας σφόδρα. Καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολὴν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν. Ὁ δὲ λέγει αὐταῖς· μὴ ἐκθαμβεῖσθε· Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν. Ἀλλ᾿ ὑπάγετε εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν. Καὶ ἐξελθοῦσαι ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου· εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον· ἐφοβοῦντο γάρ.

Απόδοση στη νεοελληνική:

Τις ημέρες ἐκείνες, ἦλθε ὁ Ἰωσήφ, ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, ὁ ὁποῖος ἦτο σημαίνων βουλευτὴς ποὺ περίμενε καὶ αὐτὸς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς ἐτόλμησε καὶ ἦλθε εἰς τὸν Πιλᾶτον καὶ ἐζήτησε τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Ὁ Πιλᾶτος ἐξεπλάγη ὄταν ἄκουσε ὅτι εἶχε ἤδη πεθάνει. Καὶ ἐκάλεσε τὸν ἑκατόνταρχον καὶ τὸν ἐρώτησε ἐὰν εἶχε πεθάνει πρὸ πολλοῦ. Καὶ ὅταν ἐπληροφορήθηκε ἀπὸ τὸν ἑκατόνταρχον, ἐδώρησε τὸ σῶμα εἰς τὸν Ἰωσήφ. Αὐτὸς δὲ ἀγόρασε σινδόνι καὶ τὸν κατέβασε, τὸν ἐτύλιξε μὲ τὸ σινδόνι καὶ τὸν ἔθεσε εἰς μνῆμα, ποὺ ἦτο λαξευμένον εἰς βράχον καὶ ἐκύλισε ἕνα λίθον εἰς τὴν πόρτα τοῦ μνήματος. Ἡ δὲ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ Μαρία τοῦ Ἰωσῆ παρατηροῦσαν ποῦ τὸν βάζουν.
Ὅταν ἐπέρασε τὸ Σάββατον, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ Μαρία τοῦ Ἰακώβου καὶ ἡ Σαλώμη ἀγόρασαν ἀρώματα διὰ νὰ ἔλθουν νὰ τὸν ἀλείψουν. Καὶ πολὺ πρωΐ, τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος, ἔρχονται εἰς τὸ μνῆμα, ἀφοῦ εἶχε ἀνατείλει ὁ ἥλιος, καὶ ἔλεγαν μεταξύ τους, «Ποιὸς θὰ μᾶς κυλίσῃ τὸν λίθον ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ μνημείου;». Καὶ ὅταν ἐσήκωσαν τὰ μάτια τους, βλέπουν ὅτι ὁ λίθος εἶχε κυλισθῆ. Ἦτο δὲ πάρα πολὺ μεγάλος. Καὶ ὅταν ἐμπῆκαν εἰς τὸ μνῆμα, εἶδαν ἕνα νέον μὲ λευκὴν στολὴν νὰ κάθεται εἰς τὰ δεξιὰ καὶ κατελήφθησαν ἀπὸ φόβο. Αὐτὸς δὲ λέγει εἰς αὐτάς, «Μὴ τρομάζετε. Τὸν Ἰησοῦν ζητᾶτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν σταυρωμένον; Ἀναστήθηκε, δὲν εἶναι ἐδῶ. Νά ὁ τόπος ὅπου τὸν ἔβαλαν. Ἀλλὰ πηγαίνετε καὶ πέστε εἰς τοὺς μαθητάς του καὶ εἰς τὸν Πέτρον, «Πηγαίνει πρὶν ἀπὸ σᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν, ἐκεῖ θὰ τὸν ἰδῆτε, καθὼς σᾶς εἶπε». Καὶ ἐβγῆκαν καὶ ἔφυγαν ἀπὸ τὸ μνημεῖον διότι τὰς κατεῖχε τρόμος καὶ ἔκπληξις. Καὶ σὲ κανέναν δὲν εἶπαν τίποτε, διότι ἐφοβοῦντο.
 


ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ

Κυριακή 29 Απριλίου

Κυριακή των Μυροφόρων

Μυροφόρες εἶναι οἱ γυναῖκες ποὺ ἀκολουθοῦσαν τὸν Κύριο μαζὶ μὲ τὴ Μητέρα του, ἔμειναν μαζί της κατὰ τὴν ὥρα τοῦ σωτηριώδους πάθους καὶ φρόντισαν νὰ ἀλείψουν μὲ μύρα τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου. Ὅταν δηλαδὴ ὁ Ἰωσὴφ καὶ ὁ Νικόδημος ζήτησαν κι’ ἔλαβαν ἀπὸ τὸν Πιλάτο τὸ δεσποτικὸ σῶμα, τὸ κατέβασαν ἀπὸ τὸ σταυρό, τὸ περιέβαλαν σὲ σινδόνια μαζὶ μὲ ἐκλεκτὰ ἀρώματα, τὸ τοποθέτησαν σὲ λαξευτὸ μνημεῖο καὶ ἔβαλαν μεγάλη πέτρα πάνω στὴ θύρα τοῦ μνημείου. Παρευρίσκονταν, κατὰ τὸν Εὐαγγελιστὴ Μᾶρκο, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ ἄλλη Μαρία ποὺ καθόταν ἀπέναντι τοῦ τάφου. Ἄλλη Μαρία ἐννοοῦσε ὁπωσδήποτε τὴ Θεομήτορα. Δὲν παρευρίσκονταν μόνο αὐτές, ἀλλὰ καὶ πολλὲς ἄλλες γυναῖκες ὅπως ἀναφέρει καὶ ὁ Λουκᾶς.
Ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου εἶναι ἀνανέωση τῆς ἀνθρώπινης φύσεως καὶ ἀνάπλαση καὶ ἐπάνοδος πρὸς τὴν ἀθάνατη ζωὴ τοῦ πρώτου Ἀδὰμ ποὺ καταβροχθίσθηκε ἀπὸ τὸ θάνατο λόγω τῆς ἁμαρτίας καὶ διὰ τοῦ θανάτου ἐπανῆλθε πρὸς τὴ γῆ ἀπὸ τὴν ὁποία πλάσθηκε.
Ὅπως λοιπὸν ἐκεῖνον στὴν ἀρχὴ δὲν τὸν εἶδε κανεὶς ἄνθρωπος νὰ πλάθεται καὶ νὰ παίρνει ζωή, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε κανεὶς ἄνθρωπος ἐκείνη τὴν ὥρα, μετὰ δὲ τὴ λήψη τῆς πνοῆς ζωῆς μὲ θεῖο ἐμφύσημα πρώτη ἀπὸ ὅλους τὸν εἶδε μία γυναίκα, γιατί μετὰ ἀπὸ αὐτὸν πρῶτος ἄνθρωπος ἦταν ἡ Εὕα. Ἔτσι τὸν δεύτερο Ἀδάμ, δηλαδὴ τὸν Κύριο, ὅταν ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκρούς, κανεὶς ἄνθρωπος δὲν τὸν εἶδε, ἀφοῦ δὲν παρευρισκόταν κανεὶς δικός του καὶ οἱ στρατιῶτες ποὺ φύλαγαν τὸ μνῆμα ταραγμένοι ἀπὸ τὸ φόβο, εἶχαν γίνει σὰν νεκροί. Μετὰ δὲ τὴν ἀνάσταση πρώτη ἀπ’ ὅλους τὸν εἶδε μία γυναίκα.
Ὑπάρχει κάτι συνεσκιασμένο ἀπὸ τοὺς εὐαγγελιστές, τὸ ὁποῖο ἀποκαλύπτουμε στὴν ἀγάπη σας. Πραγματικὰ, πρώτη ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ὅπως ἦταν σωστὸ καὶ δίκαιο, εἶδε τὸν ἀναστάντα καὶ ἀπόλαυσε τὴν ὁμιλία του καὶ ἄγγισε τὰ ἄχραντα πόδια του, ἔστω καὶ ἂν οἱ εὐαγγελιστὲς δὲν τὰ λέγουν φανερά, μὴ θέλοντας νὰ φέρουν ὡς μάρτυρα τὴ μητέρα, γιὰ νὰ μὴ δώσουν ἀφορμὴ ὑποψίας στοὺς ἀπίστους.
Ἀφοῦ λοιπὸν οἱ μυροφόρες ἑτοίμασαν τὰ μύρα καὶ τὰ ἀρώματα, κατὰ τὴν ἐντολή, τὸ Σάββατο ἡσύχασαν. Ὁ Λουκᾶς ἀναφέρει: «Τὴν πρώτη τῆς ἑβδομάδος, ὄρθρο βαθύ, ἦρθαν στὸ μνῆμα, ἡ Μαρία Μαγδαληνή, ἡ τοῦ Ἰακώβου, ἡ Ἰωάννα καὶ ἄλλες μαζί τους». Ὁ Ματθαῖος λέγει: «ἀργὰ τὸ Σάββατο, ξημερώνοντας τὴν πρώτη τῆς ἑβδομάδος καὶ δύο μυροφόρες προσῆλθαν». Ὁ Ἰωάννης λέγει: «Τὸ πρωί, ἐνῶ ἦταν σκοτεινὰ καὶ ἦταν μόνο ἡ Μαρία Μαγδαληνή». Ἐνῶ ὁ Μᾶρκος ἀναφέρει: «Πολὺ πρωὶ τῆς πρώτης τῆς ἑβδομάδος καὶ ἦταν τρεῖς οἱ προσερχόμενες μυροφόρες».
Πρώτη τῆς ἑβδομάδος ποὺ ἀναφέρουν ὅλοι οἱ εὐαγγελιστὲς εἶναι ἡ Κυριακή. Ἀργὰ τὸ βράδυ, ὄρθρο βαθύ, πολὺ πρωὶ καὶ πρωὶ σκοτεινὰ ἀκόμη, ὀνομάζουν τὸ χρόνο γύρω ἀπὸ τὸν ὄρθρο, ἀνάμικτο ἀπὸ φῶς καὶ σκοτάδι. Φαίνονται βέβαια νὰ διαφωνοῦν κάπως οἱ εὐαγγελιστὲς μεταξύ τους τόσο γιὰ τὴν ὥρα, ὅσο καὶ γιὰ τὸν ἀριθμὸ τῶν γυναικῶν.
Οἱ μυροφόρες ἦταν πολλὲς καὶ ἦλθαν στὸν τάφο ὄχι μιὰ φορά, ἀλλὰ καὶ δύο καὶ τρεῖς φορές, συντροφιὰ μέν, ἀλλὰ ὄχι οἱ ἴδιες, κατὰ τὸν ὄρθρο μὲν ὅλες, ἀλλ’ ὄχι τὸν ἴδιο χρόνο ἀκριβῶς.
Ὅπως συνάγεται, ἀπὸ ὅλους τοὺς εὐαγγελιστές, πρώτη ἀπ’ ὅλους ἦλθε στὸν τάφο τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἡ Θεοτόκος, ἔχοντας μαζὶ τὴ Μαρία Μαγδαληνὴ. Λέγει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος, «ἦλθε ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ ἡ ἄλλη Μαρία», ποὺ ἦταν ὁπωσδήποτε ἡ Θεομήτωρ, «γιὰ νὰ δοῦν τὸν τάφο. Καὶ ἔγινε μεγάλος σεισμός, γιατί ἄγγελος Κυρίου ἦλθε, σήκωσε τὴ μεγάλη πέτρα ἀπὸ τὸ μνημεῖο καὶ κάθισε πάνω της. Ἦταν ἡ μορφή του σὰν ἀστραπὴ καὶ τὸ ἔνδυμά του λευκὸ σὰν χιόνι καὶ ἀπὸ τὸ φόβο τους ταράχθηκαν οἱ φύλακες καὶ ἔγιναν σὰν νεκροί». Ὅλα δείχνουν ὅτι γιὰ τὴ Θεοτόκο ἀνοίχθηκε ὁ ζωηφόρος τάφος (γιατί γι’ αὐτὴ πρώτη καὶ μέσω αὐτῆς ἔχουν ἀνοιχθεῖ σ’ ἐμᾶς ὅλα, εἴτε στὸν οὐρανὸ εἴτε στὴ γῆ) γι’ αὐτὴν ἄστραψε ὁ ἄγγελος νὰ δεῖ τὸν ἄδειο τάφο καὶ τὸ μέγα θαῦμα τῶν ἐνταφίων χωρὶς τὸν ἀναστάντα Κύριο. Καὶ προφανῶς ὁ εὐαγγελιστὴς αὐτὸς ἄγγελος ἦταν ὁ Γαβριήλ, ποὺ ἀνάφερε τὴν ἀνάσταση δείχνοντας τὸ κενὸ μνημεῖο καὶ λέγοντας στὶς μυροφόρες νὰ τὴν ἀναγγείλουν στοὺς μαθητές. Καὶ τότε «ἐξῆλθαν μὲ φόβο καὶ χαρὰ μεγάλη». Πιστεύεται ἐπίσης ὅτι τὸν φόβο ἔχει ἀκόμη ἡ Μαρία Μαγδαληνὴ καὶ οἱ ἄλλες γυναῖκες, ἐνῶ ἡ Θεομήτωρ ἀπέκτησε τὴ μεγάλη χαρά, γιατί κατενόησε τὰ χαρμόσυνα λόγια τοῦ ἀρχαγγέλου τὰ ὁποία πίστεψε καὶ ἀπὸ τὰ τόσα ἀξιόπιστα γεγονότα, τοῦ σεισμοῦ, τῆς μετάθεσης τοῦ λίθου, τοῦ ἄδειου τάφου, τῶν ἄλυτων ἐνταφίων ἀδειανῶν ἀπὸ τὸ σῶμα.
Καὶ τέλος, πρώτη ἡ Θεοτόκος ἀναγνώρισε τὸν ἀναστάντα καὶ προσέπεσε στὰ πόδια του καὶ ἔγινε ἀπόστολος πρὸς τοὺς Ἀποστόλους, ὅταν ἐπιστρέφοντας ἐμφανίσθηκε ὁ Ἰησοῦς στὶς μυροφόρες, λέγοντας τό: «Χαὶρετε».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος β’.
Ὅτε κατῆλθες πρὸς τὸν θάνατον, ἡ ζωὴ ἡ ἀθάνατος, τότε τὸν ᾍδην ἐνέκρωσας, τῇ ἀστραπῇ τῆς Θεότητος· ὅτε δὲ καὶ τοὺς τεθνεῶτας ἐκ τῶν καταχθονίων ἀνέστησας, πᾶσαι αἱ δυνάμεις τῶν ἐπουρανίων ἐκραύγαζον· Ζωοδότα Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν δόξα σοι.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Αὐτόμελον.
Τὸ Χαῖρε τοῖς Μυροφόροις φθεγξάμενος, τὸν θρῆνον τῆς Προμήτορος Εὔας κατέπαυσας τῇ Ἀναστάσει σου Χριστὲ ὁ Θεός· τοῖς Ἀποστόλοις δὲ τοῖς σοῖς, κηρύττειν ἐπέταξας· ὉΣωτὴρ ἐξανέστη τοῦ μνήματος.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Μυροφόρων θεῖος χορός, Ἰωσὴφ εὐσχήμων, καὶ Νικόδημος ὁ σεπτός, οἱ μύροις τὸ σῶμα ἀλείψαντες Κυρίου, καὶ τούτου τὴν ἁγίαν, ἰδόντες ἔγερσιν.

Οἱ Ἅγιοι Ἰάσονας καὶ Σωσίπατρος οἱ Ἀπόστολοι

Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι Ἰάσων καὶ Σωσίπατρος ἀνήκουν στὴ χορεία τῶν Ἀποστόλων τοῦ Κυρίου καὶ κατάγονταν ὁ μὲν Ἰάσων ἀπὸ τὴν Ταρσὸ ἢ τὴν Θεσσαλονίκη, κατὰ τὸ παλαιὸ χειρόγραφο, ὅπως σημειώνει ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ὁ δὲ Σωσίπατρος ἀπὸ τὴν Ἀχαΐα.
Τὸ ὄνομα τοῦ Ἰάσων ἀπαντᾶ σὲ δύο ἀπὸ τὰ βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης. Στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων καὶ στὴν πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολὴ τοῦ Παύλου.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, μετὰ τοὺς Φιλίππους, ἦλθε στὴν Θεσσαλονίκη, ὅπου δίδαξε ἐπὶ τρεῖς ἑβδομάδες. Ἡ διδασκαλία του ἐπέσυρε τὸ μίσος τῶν Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι στράφηκαν ἐναντίον του, παρακινώντας καὶ τοὺς ἀγοραίους τῆς πόλεως. Ἐπειδὴ φιλοξενοῦνταν στὸ σπίτι τοῦ Ἰάσονος, οἱ Ἰουδαῖοι τὸν ἀναζήτησαν ἐκεῖ. Δὲν τὸν βρῆκαν ὅμως, γι’ αὐτὸ ἔσυραν τὸν Ἰάσονα καὶ τοὺς ἄλλους ἀδελφοὺς στοὺς πολιτάρχες, δηλαδὴ στοὺς δημοτικοὺς ἄρχοντες. Στὴν ἀφήγηση αὐτὴ τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων ἀναφέρεται γιὰ πρώτη φορὰ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰάσονα. Στὴν πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολὴ ὁ Παῦλος ἀναφέρει τὸν Ἰάσονα μὲ ἐκείνους ποὺ ἀπηύθυναν χαιρετισμοὺς στοὺς παραλῆπτες τῆς Ἐπιστολῆς.
Ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, ἀπὸ τὴν ὁποία ἔχουμε τὶς πρῶτες πληροφορίες καὶ συγκεκριμένα στὴν πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολή, ὁ Ἰάσων καὶ ὁ Σωσίπατρος χαρακτηρίζονται «συγγενεῖς» τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτὸς δημιούργησε ὁρισμένα ἐρωτήματα. Κατὰ πᾶσα πιθανότητα σημαίνει ὅτι ὁ Παῦλος καὶ ὁ Ἰάσων ἦταν ὁμότεχνοι, πάντως ὄχι συγγενεῖς ἐξ αἵματος. Ἐν τούτοις, ὅπως δέχονται οἱ ἐρευνητές, ὁ ἀναφερόμενος στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων καὶ στὴν Ἐπιστολὴ εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπο. «Τούτου τοῦ Ἰάσονος», λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, «καὶ Λουκᾶς μέμνηται. Οὐ γὰρ ἁπλῶς συγγενῆν μέμνηται, εἰ μὴ καὶ τὴν εὐσέβειαν εἶεν ἑοικότως αὐτῷ». Μὲ τὸ ἴδιο πνεῦμα ὁμιλεῖ καὶ ὁ Θεοφύλακτος: «Εἰ μὴ γὰρ τοιοῦτοι ἦσαν, οὐκ ἂν αὐτῶν ἐμνήσθη». Στὸ ἴδιο συμπέρασμα καταλήγουν ὁ Θεοδώρητος Κύρου, ὁ Οἰκουμένιος καὶ ὅλοι οἱ νεότεροι ἑρμηνευτές· δέχονται δηλαδὴ ταυτισμὸ τοῦ Ἰάσονος τῶν Πράξεων καὶ τῆς Ἐπιστολῆς.
Ὁ Ἰάσων φαίνεται ὅτι διατηροῦσε μικρὸ ἐργαστήριο ὑφαντουργίας, στὸ ὁποῖο ὁ Παῦλος βρῆκε ἐργασία. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ συνεργάτης τοῦ Ἀποστόλου ἦταν ἐγκατεστημένος στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ἴσως μονίμως. Τὸ Μηναῖον τῆς Ἐκκλησίας φέρει τὸν Ἰάσονα Ταρσέα ὡς πρὸς τὴν καταγωγή. «Τούτων ὁ μὲν Ἰάσων Ταρσεὺς ἦν, ὃς καὶ πρῶτος ἐκεῖθεν ζωγρεῖται πρὸς τὴν εὐσέβειαν». Ἴσως ἡ ἄποψη αὐτὴ σχηματίσθηκε ἀπὸ τὴν φράση τοῦ Παύλου «οἱ συγγενεῖς μου» καὶ κυρίως ἀπὸ παρερμηνεία σχετικῆς φράσεως τῶν λεγομένων «Πράξεων τῶν Ἁγίων», ἔργο κατὰ πᾶσα πιθανότητα τοῦ 9ου αἰῶνος μ.Χ. Οἱ «Πράξεις τῶν Ἁγίων» ἀναφέρουν ὅτι ὁ Ἰάσων καταστάθηκε ἀπὸ τὸν Παῦλο, Ἐπίσκοπος Ταρσοῦ. «Ἐξ ἀρχῆς», λέγει τὸ κείμενο τῶν «Πράξεων τῶν Ἁγίων», «ὁμοῦ Ἰάσων τῆς Ταρσοῦ μητρόπολιν κυβερνῶν ἐμπεπίστευτο παρὰ Παύλου ὡς οἰκείαν πατρίδα». Ἀλλὰ τὸ «οἰκείαν πατρίδα» δὲν ἀναφέρεται στὸν Ἰάσονα, ἀλλὰ στὸν Ταρσέα Παῦλο, ποὺ ἐμπιστεύθηκε τὴν πατρίδα του στὸν Ἰάσονα. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη ὁ Ἰάσων καταγόταν ἀπὸ τὴν Ταρσό, δὲν θὰ ἦταν Χριστιανὸς πρὶν ἀπὸ τὴν ἐγκατάστασή του στὴ Θεσσαλονίκη. Τοῦτο εἶναι εὔκολο νὰ τὸ ἰσχυρισθοῦμε, διότι ἐὰν εἶχε γνωρίσει τὴν χριστιανικὴ πίστη στὴν Ταρσό, βρισκόμενος στὴν Θεσσαλονίκη ἔπρεπε τουλάχιστον νὰ εἶχε προλειάνει τὸ ἔδαφος. Τὸ μόνο βέβαιο εἶναι ὅτι ὁ Ἰάσων ζοῦσε στὴν Θεσσαλονίκη καὶ ὅτι ἔγινε μαθητὴς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου.
Ἡ γνώμη τοῦ Holzner ὅτι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἦλθε ἀπὸ τοὺς Φιλίππους στὴ Θεσσαλονίκη κομίζοντας Ἐπιστολὲς πρὸς τὸν Ἰάσονα, συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως ἐκείνης ὅτι ὁ Παῦλος δὲν γνώριζε τὸν Ἰάσονα καὶ ὅτι ὁ Ἰάσων γνώρισε τὸν Χριστιανισμὸ ἀπὸ τὸν Παῦλο. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὰ πρῶτα χρόνια τῆς ἱεραποστολικῆς δράσεώς του, ἐπισκεπτόταν καταρχὴν τοὺς Ἰουδαίους καὶ ἔπειτα ἀπευθυνόταν στοὺς Ἐθνικούς. Ἔτσι καὶ στὴ Θεσσαλονίκη, ὅπως εἶναι γνωστό, πρῶτα ἐπισκέφθηκε τὴ συναγωγή, ὅπου καὶ μίλησε. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἑρμηνευτὲς ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ Ἰάσων ἦταν Ἰουδαῖος. Τὸ ὄνομα Ἰάσων ἦταν συνηθισμένο στοὺς Ἕλληνες, τὸ ἔπαιρναν ὅμως καὶ πολλοὶ Ἑλληνιστὲς Ἰουδαῖοι. Ἡ πληροφορία τοῦ Δωροθέου Τύρου, ὅτι ὁ Ἰάσων ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς Ἑβδομήκοντα Μαθητὲς τοῦ Κυρίου ἔχει ἀποκρουσθεῖ.
Ἡ δράση τοῦ Ἰάσονος, ἀρχίζει ἀμέσως μετὰ τὴν μεταστροφή του στὸν Χριστό. Φιλοξενεῖ τὸν Παῦλο στὸ σπίτι του, προσφέρει στὸν δάσκαλο καὶ στοὺς πρώτους Χριστιανοὺς τὴ βοήθειά του, διαθέτει τὸ ἴδιο του τὸ σπίτι γιὰ τὶς συνάξεις καὶ ὑφίσταται διώξεις χάρη τοῦ Εὐαγγελίου. Ἡ ἀναζήτηση τοῦ Παύλου ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους καὶ ἡ σύλληψη τοῦ Ἰάσονος στὴ Θεσσαλονίκη ἦταν πράξη ἀνεύθυνη. Ἂν πράγματι οἱ κατηγορίες ὅτι ἐνεργοῦσε κατὰ τοῦ Καίσαρος ἦταν ἐπιβεβαιωμένες, τότε ἔπρεπε νὰ γίνει ἔρευνα ὄχι ἀπὸ τὸν ὄχλο, ἀλλὰ ἀπὸ τὶς ἀρχές. Οἱ πολιτάρχες, ὕστερα ἀπὸ ἐξέταση στὴν ὁποία ὑπέβαλαν τὸν Ἰάσονα καὶ τοὺς ἀδελφούς, τοὺς ἄφησαν ἐλεύθερους καὶ τοὺς διαβεβαίωσαν ὅτι δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐνοχληθοῦν. Παρ’ ὅλα αὐτά, ἡ θέση τοῦ Ἰάσονος δὲν ἔπαυσε νὰ εἶναι ἐπισφαλής.
Ὅλα αὐτὰ ἀποτελοῦν προοίμιο ἄλλων διώξεων ποὺ ἐπρόκειτο νὰ ὑποστεῖ ὁ Ἰάσων. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ἐπαινώντας τὸν Ἀπόστολο Ἰάσονα, τὸν χαρακτηρίζει θαυμαστό: «Θαυμαστὸς ὁ ἀνὴρ εἰς κινδύνους ἑαυτὸν ἐκδοὺς καὶ ἐκπέμψας αὐτούς».
Μετὰ τὰ συμβάντα στὴ Θεσσαλονίκη, ὁ Παῦλος ἀναχωρεῖ γρήγορα γιὰ τὴν Βέροια. «Οἱ δὲ ἀδελφοὶ διὰ νυκτὸς ἐξέπεμψαν τόν τε Παῦλον καὶ Σίλαν εἰς Βέροιαν». Πρωτοστάτης γιὰ τὴ φυγάδευση τοῦ διδασκάλου τους ἦταν ὁ Ἰάσων, ὁ ὁποῖος ἔμεινε στὴ Θεσσαλονίκη διοργανώνοντας τὴν πρώτη Ἐκκλησία.
Ὅταν οἱ Ἀπόστολοι Τιμόθεος καὶ Σίλας πῆγαν στὴν Κόρινθο, ὁ Ἰάσων τοὺς ἔδωσε χρήματα γιὰ τὸν Παῦλο. Καὶ ὅταν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔγραφε τὴν πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολή, ὁ Ἰάσων ἦταν στὴν Κόρινθο καὶ ἀπηύθυνε χαιρετισμοὺς στοὺς Χριστιανοὺς τῆς κοινότητος τῆς Ρώμης.
Μία παράδοση φέρει τὸν Ἀπόστολο Ἰάσονα Ἐπίσκοπο τῆς γενέτειρας τοῦ διδασκάλου του, τὸν δὲ Ἀπόστολο Σωσίπατρο Ἐπίσκοπο Ἰκονίου. Ἄλλη πάλι παράδοση, τὴν ὁποία ὅμως ἀποκρούουν οἱ ἑρμηνευτές, θέλει τὸν Ἰάσονα Ἐπίσκοπο Ἰκονίου. Τόσο ὁ Ἰάσων ὅσο καὶ ὁ Σωσίπατρος ἦλθαν στὴν Κέρκυρα, ὅπου ἀνέπτυξαν πλούσια δράση.
Καὶ οἱ δύο συνεργάτες τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ἐξαιτίας τῆς ἱεραποστολικῆς τους δραστηριότητας, συκοφαντήθηκαν, συνελήφθησαν καὶ ρίχθηκαν στὴ φυλακὴ ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα Κερκυλλίνο. Στὴν φυλακὴ μετέστρεψαν ἑπτὰ ληστὲς στὸν Χριστό, οἱ ὁποῖοι ἀργότερα μαρτύρησαν γιὰ τὴν πίστη τους. Οἱ δύο Ἀπόστολοι παραδόθηκαν ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα στὸν ἔπαρχο Καπριανό, ὁ ὁποῖος μὴν μπορώντας νὰ τοὺς μεταπείσει, τοὺς ἔριξε στὴν φυλακή.
Τὰ βασανιστήρια ποὺ ὑπέστησαν ἀπὸ τὸν ἔπαρχο οἱ δύο Ἀπόστολοι, συγκίνησαν τὴν θυγατέρα τοῦ ἡγεμόνος, Κέρκυρα, ἡ ὁποία ἀσπάσθηκε τὸν Χριστιανισμό. Οἱ δύο Ἀπόστολοι ρίχθηκαν σὲ ἕνα σιδερένιο καζάνι, ὅπου ὑπῆρχε πίσσα καὶ ρητίνη. Ὁ Ἰάσων ἐξῆλθε ἀβλαβής, ἐνῷ ὁ Σωσίπατρος πέθανε. Ἀπὸ τὴ δοκιμασία αὐτὴ τῶν δύο Ἀποστόλων, ὁ ἡγεμόνας μετανόησε, κατηχήθηκε, βαπτίσθηκε καὶ μετονομάσθηκε Σεβαστιανός.
Ὁ Ἀπόστολος Ἰάσων, ὅπως ἀναφέρουν οἱ «Πράξεις τῶν Ἁγίων», ἔζησε μέχρι τὰ βαθειὰ γεράματα, διακονώντας τὴν Ἐκκλησία τῆς Κέρκυρας καὶ χτίζοντας ναούς. Οἱ Κερκυραίοι γιὰ τὴν προσφορὰ τῶν δύο Ἀποστόλων, τοὺς εὐλαβοῦνται καὶ πρὸς τιμὴν τους ὑπάρχει περικαλλὴς ναός, ποὺ θεωρεῖται ὁ ἀρχαιότερος στὴν πόλη.
Οἱ τίμιες κάρες τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Ἰάσονος καὶ Σωσιπάτρου φυλάσσονται μὲ εὐλάβεια στὴν ἱερὰ μονὴ Ὁσίου Λουκᾶ Βοιωτίας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Δυὰς ἡ ὁμότροπος, τῶν Ἀποστόλων Χριστοῦ, Ἰάσων ὁ ἔνδοξος, Σωσίπατρος ὁ κλεινός, συμφώνως τιμάσθωσαν· οὗτοι γὰρ δεδεγμένοι, τὸν τῆς χάριτος λόγον, ηὔγασαν ἐν Κερκύρᾳ, εὐσεβείας τὸ φέγγος, πρεσβεύοντες τῷ Κυρίῳ, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Χειρόγραφον εἰκόνα.
Τοῖς δόγμασι τοῦ Παύλου καταυγασθέντες, γεγόνατε φωστῆρες τῆς οἰκουμένης, τρισμακάριοι· καταυγάζετε γὰρ ἀεὶ κόσμον θαύμασιν, Ἰάσων, ἡ πηγὴ τῶν ἰαμάτων, Σωσίπατρε, Χριστοῦ Μαρτύρων κλέος, Ἀπόστολοι θεοφόροι, προστάται τῶν ἐν ἀνάγκαις, καθικετεύσατε Θεῷ, τοῦ σωθήναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἀποστόλων ἡ ξυνωρίς, τῆς σεπτῆς Τριάδος, δημηγόροι καὶ ὑπουργοί, σὺν τῷ Σωσιπάτρῳ, Ἰάσων θεοφόρε· ὑμεῖς γὰρ ἀληθείας, ὤφθητε στόματα.


Ἡ Ἁγία Κέρκυρα ἡ Μάρτυς

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Κέρκυρα ἔζησε τὸν 1ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἦταν θυγατέρα τοῦ ἡγεμόνος τῆς Κέρκυρας, Κερκυλλίνου. Πίστεψε στὸν Χριστὸ διὰ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Ἰάσονος καὶ Σωσιπάτρου. Ὅταν δὲ εἶδε τοὺς Ἁγίους νὰ ἔχουν συλληφθεῖ καὶ νὰ ὁδηγοῦνται στὴ φυλακή, ὁμολόγησε καὶ αὐτὴ τὸν Χριστὸ καὶ διαμοίρασε στοὺς φτωχοὺς τὰ κοσμήματά της, τὰ ὁποία φοροῦσε.
Ὅταν τὸ ἔμαθε ὁ πατέρας της καὶ ἀφοῦ δὲν μπόρεσε νὰ τῆς ἀλλάξει τὴν ἀπόφασή της, τὴν παρέδωσε σὲ ἕναν Αἰθίοπα γιὰ νὰ τὴν διαφθείρει. Ἀλλὰ ὁ Αἰθίοπας πίστεψε στὸν Χριστὸ διὰ αὐτῆς καὶ θανατώθηκε. Ἡ δὲ Ἁγία Κέρκυρα, ἀφοῦ βασανίσθηκε ποικιλοτρόπως, κρεμάσθηκε, τρυπήθηκε μὲ βέλη καὶ εν τέλει ἔλαβε τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
 


Δευτέρα 30 Απριλίου

Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀπόστολος

Ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος ἦταν υἱὸς τοῦ Ζεβεδαίου καὶ τῆς Σαλώμης καὶ πρεσβύτερος ἀδελφὸς τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου. Καταγόταν καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὴν Βησθαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας. Ἀσχολοῦνταν μὲ τὴν ἁλιεία στὴν λίμνη τῆς Γεννησαρὲτ μαζὶ μὲ τὸν Ἰωάννη, ἔχοντας καὶ οἱ δύο μαζί τους καὶ τὸν πατέρα τους, καθὼς καὶ πολλοὺς ἐργάτες. Εἶχαν δικό τους πλοῖο καὶ συνεργάτης τους ἦταν καὶ ὁ Ἀπόστολος Πέτρος. Παρόλα αὐτὰ ὅταν ἄκουσαν τὸ κήρυγμα τοῦ Ἰησοῦ «ἀφέντες τὸν πατέρα αὐτῶν Ζεβεδαῖον ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ τῶν μισθωτῶν ἀπῆλθον ὀπίσω αὐτοῦ».
Ὁ Ἰάκωβος μαζὶ μὲ τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰωάννη ἐπέδειξαν μεγάλο ζῆλο ὡς Μαθητὲς τοῦ Κυρίου. Γι’ αὐτὸ καὶ κλήθηκαν υἱοὶ βροντῆς καὶ ἔγιναν μάρτυρες πολλῶν μεγάλων γεγονότων, ποὺ δὲν τὰ βίωσαν οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι. Ἔγιναν ἀποκλειστικοὶ μάρτυρες τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου. Εἶδαν τὴ θαυμαστὴ Ἀνάσταση τῆς θυγατέρας τοῦ ἀρχισυναγωγοῦ Ἰάειρου καὶ εἶχαν τὴν εὐλογία νὰ προσκληθοῦν ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ κοντά Του κατὰ τὶς ὧρες τῆς προσευχῆς καὶ τῆς ἀγωνίας Του στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ. Ἡ οἰκειότητα αὐτὴ ὁδήγησε προφανῶς τὸν Ἰάκωβο μὲ τὸν ἀδελφό του Ἰωάννη νὰ ζητήσουν μέσῳ τῆς μητέρας τους ἀπὸ τὸν Κύριο, πρωτοκαθεδρία στὴν ἐγκόσμια βασιλεία Του, παρανοώντας τὴν ἀποστολὴ τοῦ Μεσσία. Οἱ δυὸ Μαθητὲς ζήτησαν ἀπὸ τὸν Χριστό, δόξα μὲ ἀνθρώπινα κριτήρια, ἔχοντας κατὰ νοῦ ὅτι ἡ Βασιλεία Του εἶναι αἰσθητή. Ὁ Χριστὸς ὅμως, διορθώνοντας τὴν ἐσφαλμένη δοξασία τους, ὑποδεικνύει τὴν πραγματικὴ καὶ αἰώνια δόξα, ἡ ὁποία διέρχεται μέσα ἀπὸ τὸ «ποτήριον», ποὺ εἶναι τὰ Πάθη καὶ ὁ Σταυρός. Γι’ αὐτὸ τοὺς λέγει: «Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. Δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι;».
Μετὰ τὴν Πεντηκοστὴ ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο στὴν εὐρύτερη περιοχὴ τῆς Παλαιστίνης. Μεγάλο πλῆθος ἀνθρώπων μεταστρεφόταν στὴ νέα πίστη καὶ ἄλλαξε τρόπο ζωῆς χάρη στὸ ἔργο τοῦ Ἰακώβου. Αὐτὸ θορύβησε ἰδιαίτερα τοὺς ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι, τὸ ἔτος 44 μ.Χ., τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν ἀποκεφάλισαν, ὡς ἀμνό, μὲ διαταγὴ τοῦ Ἡρώδου τοῦ Ἀγρίππα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Γόνος ἅγιος, βροντῆς ὑπάρχων, κατεβρόντησας, τῇ οἰκουμένῃ, τὴν τοῦ Σωτῆρος Ἰάκωβε κένωσιν, καὶ τὸ ποτήριον τούτου ἐξέπιες, μαρτυρικῶς ἐναθλήσας Ἀπόστολε· ὅθεν πάντοτε, ἐξαίτει τοῖς σὲ γεραίρουσι, πταισμάτων ἱλασμὸν καὶ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Φωνῆς θεϊκῆς, ἀκούσας προσκαλούσης σε, ἀγάπην πατρός, παρεῖδες καὶ προσέδραμες, τῷ Χριστῷ Ἰάκωβε, μετὰ τοῦ συγγόνου σου ἔνδοξε· μεθ’ οὗ ἠξιώθης ἰδεῖν, Κυρίου τὴν θείαν Μεταμόρφωσιν.

Μεγαλυνάριον.
Ἡ τῶν ἀπορρήτων θεία βροντή, ὁ ἐν Θαβωρίῳ, ἐπακούσας φωνῆς Πατρός, καὶ βροντοφωνήσας, ἡμῖν τὴν σωτηρίαν, Ἰάκωβος ὁ μύστης, Χριστοῦ ὑμνείσθω μοι.


Ὁ Ἅγιος Δονάτος Ἐπίσκοπος Εὐροίας

Ὁ Ἅγιος Δονάτος ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου (37 – 395 μ.Χ.). Γεννήθηκε περὶ τὸ 330 μ.Χ. στὴν Εὔροια καὶ μορφώθηκε στὸ Βουθρωτὸ τῆς Ἠπείρου. Σὲ ἡλικία τριάντα ἐτῶν χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Εὐροίας καὶ ἀρχιεράτευσε ἐπὶ ἑξήντα χρόνια. Μετεῖχε δὲ στὴν Β’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Ἄλλες πηγὲς θεωροῦν ὅτι ὁ Ἅγιος καταγόταν ἀπὸ τὴ Δύση, ἀφοῦ τὸ ὄνομα αὐτὸ ἦταν πολὺ διαδεδομένο ἐκεῖ.
Στὶς λατινικὲς πηγὲς παρατηρεῖται σύγχυση μεταξὺ τοῦ Ἁγίου Δονάτου, Ἐπισκόπου Εὐροίας, καὶ τοῦ ὁμωνύμου του Ἐπισκόπου Ἀρητίου Τυρρηνίας, ὁ ὁποῖος μαρτύρησε ἐπὶ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου. Αὐτὸ ἦταν εὔκολο νὰ συμβεῖ, ἀφενὸς μὲν λόγῳ τῆς συνωνυμίας, ἀφετέρου δὲ διότι ἡ Ἐπισκοπὴ Εὐροίας ὑπαγόταν Ἐκκλησιαστικὰ στὴ Δύση, ἂν καὶ πολιτικὰ ἀνῆκε στὸ Βυζάντιο.
Οἱ ἁγιολογικὲς πηγὲς μαρτυροῦν πλῆθος θαυμάτων ἀπὸ τὸν Ἅγιο. Στὸ Συναξάρι ἀναφέρεται καὶ τὸ θαῦμα τοῦ Ἁγίου ποὺ φόνευσε τὸν δράκοντα. Κοντὰ στὴν Εὔροια ὑπῆρχε ἕνα χωριὸ ποὺ ὀνομαζόταν Σωρεία, στὸ ὁποῖο ὑπῆρχε μία πηγή, ἀπὸ τὴν ὁποία, ὅποιος ἔπινε, πέθαινε. Ὅταν ὁ Ἅγιος πληροφορήθηκε τὸ γεγονός, πῆρε μαζί του καὶ ἄλλους ἱερεῖς καὶ πῆγε στὴν πηγή. Τὴν στιγμὴ ποὺ ἔφθασε ἐκεῖ, ἀκούσθηκε μία βροντή. Ἀμέσως ἐμφανίσθηκε μπροστά του ἕνας δράκοντας, ποὺ εἶχε τὴν φωλιά του στὴν πηγή. Μόλις ὁ Ἅγιος ἔστρεψε τὸ βλέμμα του καὶ εἶδε τὸ θηρίο, πῆρε στὰ χέρια του τὸ σχοινί, μὲ τὸ ὁποῖο κτυποῦσε τὸν ὄνο ἐπάνω στὸν ὁποῖο ἐπέβαινε, χτύπησε τὸ θηρίο στὴ ράχη, ποὺ ἔπεσε νεκρὸ στὸ ἔδαφος. Στὴν συνέχεια ὁ Ἅγιος εὐλόγησε τὴν πηγή, ἤπιε πρῶτος αὐτὸς νερὸ ἀπ’ αὐτὴ καί, ἀκολούθως, προέτρεψε καὶ τοὺς ἄλλους νὰ πιοῦν χωρὶς κανένα φόβο. Ἐκεῖνοι, πράγματι, ἤπιαν καὶ εὐφράνθηκαν καὶ ἐπέστρεψαν ἀσφαλεῖς στὶς οἰκίες τους.
Ἡ φήμη τῶν θαυμάτων τοῦ Ἁγίου, ἔφθασε μέχρι τὸν αὐτοκράτορα Θεοδόσιο τὸν Μεγάλο, ὁ ὁποῖος τὸν κάλεσε στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ νὰ θεραπεύσει τὴν θυγατέρα του ποὺ ἔπασχε ἀπὸ δαιμόνιο. Ὁ Ἅγιος θεράπευσε τὴ βασιλόπαιδα καὶ ὁ Θεοδόσιος τοῦ πρόσφερε τόπο στὸν Ὀμφάλιο Ἠπείρου καὶ χρήματα, προκειμένου ὁ Ἅγιος νὰ ἀνεγείρει ναό. Στὴν τοποθεσία αὐτὴ σώζονται ἐρείπια ἀρχαίου ναοῦ, ποὺ χρονολογεῖται ὅμως ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Δεσποτάτου τῆς Ἠπείρου. Εἶναι πιθανὸ ὁ νεότερος αὐτὸς ναὸς νὰ οἰκοδομήθηκε ἐπὶ τῶν θεμελίων ἐκείνου, τὸν ὁποῖο ἔχτισε ὁ Ἅγιος, διότι κατὰ τὶς ἀνασκαφὲς βρέθηκε καὶ παλαιοχριστιανικὸ ὑλικό. Ὁ Ἅγιος Δονάτος «εἰς μακρὸν γῆρας ἐλάσας, ἀπῆλθε», μᾶλλον τὸ 388 μ.Χ. καὶ ἐνταφιάσθηκε πλησίον τοῦ ἀνωτέρου ναοῦ σὲ μνημεῖο, τὸ ὁποῖο κατὰ τὴν παράδοση εἶχε ὁ ἴδιος ἑτοιμάσει.
Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Δονάτου τιμᾶται ἰδιαίτερα στὴ Θεσπρωτία, τὴν Πρέβεζα καὶ τὰ Ἰωάννινα
.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Εὐροίας ποιμένα σε, καὶ τῆς Ἠπείρου πυρσόν, ἡ χάρις ἀνέδειξεν, ὡς Ἱεράρχην σοφόν, Δονᾶτε μακάριε· θαύμασι γὰρ ἐκλάμψας, καὶ λαμπρότητι βίου, νέμεις τοῖς σὲ τιμῶσι, πᾶσαν ἔνθεον δόσιν· διὸ τῇ προστασίᾳ σου, Πάτερ προστρέχομεν.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἑορτάζει σήμερον, Παραμυθίας ἡ πόλις, σὺν αὐτῇ δὲ ἅπασα, ἡ κληρουχία σου Πάτερ, μνήμην σου, τὴν παναγίαν καὶ φωτοφόρον· ἔχει γάρ, τὴν προστασίαν του τεῖχος μέγα· διὰ τοῦτο καὶ βοᾷ σοι· χαίροις Ἠπείρου, Δονᾶτε καύχημα.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῆς Εὐροίας θεῖος ποιμήν, καὶ Παραμυθίας, πολιοῦχος καὶ ἀρωγός· χαίροις Θεσπρωτίας, τὸ κλέος Ἱεράρχα, καὶ τῆς Ἠπείρου πάσης, Δονᾶτε καύχημα.
 

Ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος Ἐπίσκοπος Σταυρουπόλεως

Ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος (Μπριαντσιανίνωφ) γεννήθηκε τὸ ἔτος 1807 μ.Χ. στὴν κωμόπολη Ποκρὸφσκ τῆς ἐπαρχίας Βολογκντὰ τῆς Ρωσίας ἀπὸ οἰκογένεια εὐγενῶν. Τὸ κατὰ κόσμον ὄνομά του ἦταν Δημήτριος. Ὁ τόπος ὅπου μεγάλωσε ὁ Ἅγιος ἦταν γεμάτος ἀπὸ μονὲς καὶ σκῆτες καὶ γι’ αὐτὸ τὸν λόγο ὀνομαζόταν «Θηβαΐδα τῆς Ρωσίας». Τὸ πνευματικὸ αὐτὸ περιβάλλον ἐπέδρασε πολὺ στὴ διαμόρφωση τῆς προσωπικότητας τοῦ Ἁγίου καὶ στὴν καλλιέργεια τῆς εὐσέβειάς του.
Ὁ πατέρας του τὸν ἔγραψε στὴν αὐτοκρατορικὴ σχολὴ πολέμου στὴν Ἁγία Πετρούπολη. Παρὰ τὴν πρόοδό του στὴ σχολή, ἐκεῖνος ἐπιθυμοῦσε νὰ γίνει μοναχὸς καὶ νὰ ἀκολουθήσει τὸ δρόμο τῆς μοναχικῆς πολιτείας. Ἀφορμὴ γι’ αὐτὸ ἔδωσε μία σοβαρὴ ἀσθένειά του τὸ ἔτος 1827, ὅταν ὁ Ἅγιος ἦταν εἴκοσι ἐτῶν, ποὺ τὸν ἔκανε νὰ παραιτηθεῖ ἀπὸ τὴν σχολὴ παρὰ τὶς ἀντιρρήσεις τῶν ἀξιωματικῶν. Ἀμέσως ἐγκαταβιώνει στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου τοῦ Σβὶρ στὴν Πετρούπολη. Ἐκεῖ συνδέεται πνευματικὰ μὲ τὸν Στάρετς Λεωνίδα, τῆς Ὄπτινα ὁ ὁποῖος διέμενε ἐκεῖνο τὸν καιρὸ στὴ μονή. Στὴν συνέχεια πῆγε στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Πετρουπόλεως, ὅπου γνώρισε τὸν Στάρετς Θεοφάνη. Ἐκεῖ ἔμεινε τέσσερα ἀκόμη χρόνια, γιὰ νὰ καταλήξει κοντὰ στὸν γέροντά του Λεωνίδα στὴ μονὴ τῆς Ὄπτινα.
Κείρεται μοναχὸς τὸ 1831 μ.Χ. καὶ ὀνομάζεται Ἰγνάτιος. Λίγο καιρὸ ἀργότερα χειροτονεῖται διάκονος καὶ πρεσβύτερος. Ὁ Ἅγιος ἀρχίζει τὸν ἔντονο πνευματικὸ ἀγώνα. Σὲ αὐτὸν ἀναφέρεται σχετικὰ ὁ γέρων Σωφρόνιος, ποὺ γράφει: «Ἡ χριστιανικὴ τελειότητα ἔγκειται στὴν ἐσωτερικὴ (ἐγκάρδια) καθαρότητα, χάρη στὴν ὁποία ἐμφανίζεται ὁ Θεὸς νὰ ἀποκαλύπτει τὴ διαμονή Του μέσα στὴν καρδιά, μὲ πολλὰ καὶ ποικίλα χαρίσματα τοῦ Πνεύματος. Ἐκεῖνος ποὺ ἀπέκτησε τὴν τελειότητα αὐτὴ γίνεται φορεὺς φωτός, ἐκπληρώνοντας τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν πλησίον ὄχι μὲ σωματικὴ ὑπηρεσία, ἀλλὰ μὲ τὴ διακονία τοῦ Πνεύματος, καθοδηγώντας τοὺς σωζομένους, ἐγείροντας αὐτοὺς ἀπὸ τὴν πτώση, θεραπεύοντας τὶς ψυχικὲς τους πληγές. Ὁ χορὸς τῶν μοναχῶν ἔδωσε στὴν Ἐκκλησία Ποιμένες, οἱ ὁποῖοι ὄχι μὲ ἐπιτηδευμένους λόγους ἀνθρώπινης σοφίας ἀλλὰ μὲ τοὺς λόγους τοῦ Πνεύματος, ποὺ ἐπικυρώνονταν μὲ θαύματα, ποίμαναν καὶ στερέωναν τὴν Ἐκκλησία.
Ἰδού, γιατί ἡ Ἐκκλησία μετὰ τὴν περίοδο τῶν Μαρτύρων ἐπεκτάθηκε στὴν ἔρημο. Ἐκεῖ βρίσκεται ἡ τελειότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ πηγὴ τοῦ φωτός της καὶ ἡ κύρια δύναμη τῆς στρατευόμενης Ἐκκλησίας
».
Μὲ ἐντολὴ τοῦ τσάρου Νικολάου καλεῖται στὴν Ἁγία Πετρούπολη καὶ ἀναλαμβάνει ἡγούμενος τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Σεργίου. Προηγουμένως ὅμως, παραιτεῖται ἀπὸ ὅλα τὰ ἀξιώματα ποὺ εἶχε στὴν Ἐκκλησία καὶ ἀποσύρεται στὴν ἡσυχία τῆς μονῆς τῆς Ὄπτινα. Στὸ μεταξὺ ἡ Ἐκκλησία τὸν καλεῖ νὰ τὴν διακονήσει ὡς Ἐπίσκοπος Σταυρουπόλεως, Καυκάσου καὶ Εὐξείνου Πόντου. Ἡ πνευματική του δραστηριότητα δὲν σταματᾶ. Κατὰ ἐκείνη τὴν περίοδο θὰ γράψει καὶ τὸ περίφημο ἔργο του «Προσφορὰ εἰς τὸν σύγχρονον μοναχισμόν», στὸ ὁποῖο ἀποτυπώνεται ἡ ἁγιότητα τῆς ὑπάρξεώς του.
Λόγοι ἀσθενείας τὸν ἀναγκάζουν νὰ παραιτηθεῖ ἀπὸ τὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο. Ἔτσι, ἀποσύρεται στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου στὸ Μπαμπάεβο.
Ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος, ἀφοῦ ἔζησε ἐκεῖ ὡς ἁπλὸς μοναχός, κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη, τὸ ἔτος 1867, σὲ ἡλικία ἑξήντα ἐτῶν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx


Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίας Ἀργυρῆς τῆς Νεομάρτυρος

Ἡ μνήμη τῆς Ἁγίας Ἀργυρῆς τῆς Νεομάρτυρος, τιμᾶται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία στὶς 5 Ἀπριλίου ὅπου καὶ ὁ βίος της.
Στὶς 30 Ἀπριλίου 1725 ἐτελεῖται ἡ ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων της, ἐπειδὴ ζήτησε τοῦτο πολὺς κόσμος ποὺ ἐγνώριζε τὰ βάσανα ποὺ ὑπέφερε ἐπὶ τόσα χρόνια ἡ Ἀργυρή. Κατὰ τὴν ἀνακομιδή, τὴ βρῆκαν ὁλόσωμη νὰ εὐωδιάζει. Ἀμέσως εἰδοποίησαν τὸν Πατριάρχη Παΐσιο, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ ἐρεύνησε αὐτοπροσώπως καὶ εἶδε μὲ τὰ μάτια του τὸ θαῦμα, ἐλειτούργησε μὲ ὅλη τὴν Ἱερὰ Σύνοδο καὶ διέταξε νὰ θέσουν τὸ ἅγιο λείψανό της σὲ ἰδιαίτερη λάρνακα.
Ἰδοὺ τί γράφει καὶ ὁ Πατριάρχης: «Ὢ, τῶν θαυμασίων σου Χριστέ. Ἀφοῦ ἀνοίξαμεν τὸν τάφον εἶδα νὰ μένει σῶο καὶ ἄφθορο τὸ ἅγιο αὐτῆς σκῆνος, νὰ ἀναβλύζει δὲ θαυμασίαν εὐωδίαν καὶ νὰ κάνει σὲ ὅλους θαύματα».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, ἀντεχομένη, πολυχρόνιον, ἤνυσας ἆθλον, Νεομάρτυς Ἀργυρῆ ἀξιάγαστε· καὶ τὸν Χριστὸν τοῖς σοῖς πόνοις δοξάσασα, ἐμεγαλύνθης ἐνθέοις χαρίσμασιν· ὅθεν πρέσβευε, δοθῆναι τοῖς σὲ γεραίρουσι, πταισμάτων ἱλασμὸν καὶ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Πτερωθεῖσα πάνσεμνε, τῆς εὐσεβείας τῷ πόθῳ, ἀνδρικῶς ἐνήθλησας, ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ Σωτῆρος· ὅθεν σε, ὁ σὸς Νυμφίος λαμπρῶς δοξάσας, ἄφθαρτον, ἡμῖν ἀνέδειξε τὸ σὸν σῶμα, Ἀργυρῆ Μεγαλομάρτυς, πᾶσι πηγάζον χάριν ἀέναον.

Μεγαλυνάριον.
Ἤθλησας νομίμως ὑπὲρ Χριστοῦ, Ἀργυρῆ θεόφρον, καὶ δεδόξασαι θαυμαστῶς· ὅθεν σου τὸ σῶμα, τὸ τίμιον πλουτοῦντες, ἐκ τούτου θείαν χάριν πιστῶς καρπούμεθα.
 


Τρίτη 1 Μαΐου

Ὁ Προφήτης Ἱερεμίας

Ὁ Προφήτης Ἱερεμίας γεννήθηκε πιθανῶς κατὰ τὸ 650 π.Χ., στὴν μικρὴ πόλη τῆς φυλῆς Βενιαμὶν Ἀναθώθ, βορειοανατολικὰ τῆς Ἱερουσαλήμ. Ὁ πατέρας του ἦταν ἱερέας καὶ ὀνομαζόταν Χελκίας. Ἀνατράφηκε στὴν ἱερατικὴ αὐτὴ οἰκογένεια μὲ αὐστηρότητα. Μελετοῦσε τοὺς πρὸ αὐτοῦ Προφῆτες Ἡσαΐα καὶ Ὠσηέ. Νεότατος στὴν ἡλικία, περίπου 23 – 25 ἐτῶν, περὶ τὸ 627 – 625 π.Χ., καλεῖται ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸ προφητικὸ ἀξίωμα. Ἀνταποκρίνεται στὸ θέλημα τοῦ Κυρίου καὶ ἔτσι τὸ ὄνομά του (Ἱερεμίας), ποὺ σημαίνει ὁ Θεὸς ἀνυψώνει ἢ καθιστᾶ, ἐκφράζει καὶ τὴν ἀποστολή του.
Κατάπληκτος ἀπὸ τὴν τιμὴ αὐτὴ ὁ Ἱερεμίας, ἀρνεῖται τὴν ὑψηλὴ τιμητικὴ κλήση, προβάλλοντας τὶς ἀσθενεῖς νεανικές του δυνάμεις. Ὁ Θεὸς ὅμως ἐνισχύει αὐτὸν ὑποσχόμενος, ὄχι ὑλικὲς ἀμοιβὲς καὶ τιμές, ἀλλὰ τὸ πολυτιμότερο ὅλων: τὴ βοήθειά Του. Ὁ Ἱερεμίας ὑπακούει.
Ὁ Προφήτης Ἱερεμίας καθαγιάσθηκε πρὶν ἀπὸ τὴ γέννησή του, ὅπως γράφει ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος. Πράγματι, στὴν ἀρχὴ τοῦ προφητικοῦ του βιβλίου ὁ Ἴδιος ὁ Θεὸς τοῦ λέγει: «Πρὸ τοῦ με πλάσαι σε ἐν κοιλίᾳ ἐπίσταμαί σε καὶ πρὸ τοῦ σε ἐξελθεῖν ἐκ μήτρας ἡγίακά σε, προφήτην εἰς ἔθνη τέθεικά σε».
Σὲ τέσσερις περιόδους δυνάμεθα νὰ διαιρέσουμε τὴν δημόσια δράση του. Πρώτον, ἐπὶ τοῦ βασιλέως Ἰωσίου πρὸ τῆς μετερρυθμίσεως (627 – 621 π.Χ.), δεύτερον, ἐπὶ τοῦ βασιλέως Ἰωακεὶμ μέχρι τοῦ Σεδεκίου (609 – 598 π.Χ.), τρίτον, ἐπὶ Σεδεκίου (598 – 586 π.Χ.) καὶ τέταρτον, μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ τὴν αἰχμαλωσία τοῦ Σεδεκίου.
Μετὰ τὴν καταστροφὴ τοῦ βασιλείου τοῦ Ἰσραήλ, τὸ βασίλειο τοῦ Ἰούδα, ὅπου βρισκόταν ὁ Προφήτης Ἱερεμίας, τελοῦσε ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τῶν Ἀσσυρίων, ὄχι μόνο πολιτικὰ ἀλλὰ καὶ θρησκευτικά. Ἡ πολυθεΐα τῶν Ἀσσυρίων εἶχε εἰσχωρήσει στοὺς Ἰουδαίους, διότι ὁ βασιλέας Μανασσῆς (693 – 639 π.Χ.) ἦταν ὑποτελὴς τῶν Ἀσσυρίων καὶ εἶχε παραδοθεῖ σὲ θρησκευτικὸ συγκρητισμὸ καὶ σὲ εἰδωλολατρία. Ὅσες πόλεις ὑπῆρχαν στὴν Ἰουδαία, τόσοι ἦταν καὶ οἱ θεοί, ὅσοι οἱ δρόμοι τῆς Ἱερουσαλήμ, τόσα θυσιαστήρια τοῦ Βαάλ. Ὑπῆρχε ἡ εἰδωλολατρία τοῦ Μολὼχ μὲ τὰ ἀνθρώπινα θύματα. Στὶς αὐλὲς τοῦ ναοῦ ἦταν θυσιαστήρια τῶν Ἀσσυρίων θεῶν καὶ τὸ εἴδωλο τῆς Ἀστάρτης. Ὁ Ἱερεμίας, ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Ἰωσίου, ἀπὸ τὸ 627 π.Χ., ἐπέρχεται κατὰ τῆς πολυθεΐας κηρύσσοντας τὸν Ἕνα καὶ Μόνο Ἀληθινὸ Θεὸ καὶ στηλιτεύοντας τὴ διαφθορά. Ἐκτὸς τῆς εἰδωλολατρίας καὶ ἀνηθικότητας, ὁ Ἱερεμίας πολεμάει κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ καὶ τοὺς ψευδοπροφῆτες, οἱ ὁποῖοι παραπλανοῦσαν τὸν λαὸ μὲ ψευδεῖς προφητεῖες. Ὁ Προφήτης διαισθάνεται κάποια μεταβολὴ τοῦ λαοῦ, κάποια μετάνοια, διότι στὴν πρόσκληση τοῦ Θεοῦ, ὁ λαὸς ἀπαντᾶ: «Ἰδού, πρὸς Σὲ ἔρχομαι». Ἡ μετάνοια ὅμως αὐτὴ ἦταν πρόσκαιρη λόγω τῆς ἀνομβρίας. Ὁ Προφήτης πονάει, ὑποφέρει. Περιέρχεται σὲ ἀπόγνωση. Ὅμως ἡ μακροθυμία τοῦ Θεοῦ δὲν ἐξαντλεῖται. Ὁ Θεὸς συμβουλεύει τὸν Προφήτη νὰ ἐρευνήσει τὴν ὑπὸ τοῦ κακοῦ τρυγηθεῖσα ἄμπελο, τὸ λαό Του, μήπως εὕρει ρώγα σταφυλιοῦ, κάποιον ἄνθρωπο εὐσεβή, ἀτρύγητο ἀπὸ τὸ κακό. Ἔτσι τονίζεται ἡ μεγάλη ἀξία τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Προφήτης δὲν βρίσκει δυστυχῶς καμία ρώγα σταφυλιοῦ ἀτρύγητη ἀπὸ τὸ κακό. Στὴν ἄκαρπη αὐτὴ προσπάθεια τοῦ Προφήτη, ὁ Θεὸς συνιστᾶ σὲ αὐτὸν καὶ πάλι νὰ συνεχίσει τὴν ἐργασία του, γιὰ νὰ πεισθεῖ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Προφήτης γιὰ τὸ ἀδιόρθωτο τοῦ λαοῦ καὶ τὴ δίκαιη τιμωρία του. Ὁ Θεὸς παρομοιάζει τὸν Προφήτη μὲ μεταλλουργὸ ποὺ δοκιμάζει τὰ μέταλλα καὶ φροντίζει ἀπὸ τὸ μεῖγμα νὰ ἐξαγάγει αὐτὰ ποὺ εἶναι εὐγενή, δηλαδὴ τὸ χρυσὸ καὶ τὸν ἄργυρο. Μάταια ὅμως.
Ἐδῶ τερματίζεται ἡ πρώτη περίοδος τῆς δράσεως τοῦ Προφήτη Ἱερεμίου. Κατόπιν ἔρχεται ἡ κατάλυση τοῦ Ἀσσυριακοῦ βασιλείου διὰ τῆς πίστεως τῆς Νινευΐ τὸ 621 π.Χ. Ὁ εὐσεβὴς βασιλέας Ἰωσίας, ἐπωφελούμενος ἀπὸ τὴν κατάρρευση αὐτή, ἀνέλαβε πολιτικὴ ἐξωτερικῆς ἀνεξαρτησίας καὶ προέβη σὲ ἐσωτερικὲς μεταρρυθμίσεις, γιὰ νὰ ὀρθώσει τὴν πίστη στὸν Θεό. Ὁ Ἱερεμίας, κατὰ τὸ χρονικὸ διάστημα 621 – 608 π.Χ., ἀποσύρθηκε πιθανότατα σὲ μόνωση. Χαρακτηριστικὸ τῆς ἀσκητικῆς του ζωῆς ἦταν ὅτι αὐτὸς «λινοῦν περίζωμα εἶχε μόνον. Ὡς δὲ τὰ εὐτραφῆ τῶν σωμάτων γυμνούμενα φανερωτέραν δείκνυσι τὴν ἀκμήν, οὕτω καὶ τῶν ἠθῶν τὸ κάλλος, μὴ ἀνειλούμενον ἀπειροκάλοις φλυαρίαις, τὸ μεγαλοπρεπὲς ἐνδείκνυται».
Κατὰ τὴν δεύτερη περίοδο τῆς δράσης του, ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ βασιλέως Ἰωακεὶμ (609 – 598 π.Χ.), ὁ Προφήτης Ἱερεμίας στρέφεται κατὰ τῶν ἀτόπων τῆς Ἰσραηλιτικῆς θρησκείας. Ὁ μαγικὸς χαρακτήρας, τὸν ὁποῖο ἀπέδιδαν οἱ Ἰουδαῖοι στὸ ναὸ καὶ στὶς τελετές, τὸν ἐνοχλοῦσε. Ἔλεγε δέ, ὅτι «ὁ ναός, ὁ ὁποῖος χρησιμεύει νὰ καλύπτει τὰ κακουργήματα, εἶναι ὄχι ναὸς Θεοῦ, ἀλλὰ σπήλαιο λῃστῶν».
Κατὰ τὸ πρῶτο ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ Ἰωακείμ, σὲ κάποια μεγάλη ἑορτή, ἐμφανίζεται ὁ Προφήτης Ἱερεμίας στὴν αὐλὴ τοῦ ναοῦ καὶ μέσα στὸ ἐνθουσιῶδες ἀπὸ τὴ θέα τοῦ ναοῦ πλῆθος, προσβάλλει τὴν ἐσφαλμένη αὐτὴ πίστη, τὴν ὁποία εἶχε ὁ λαὸς περὶ τοῦ ναοῦ καὶ κηρύσσει τὴν ἐπερχόμενη καταστροφὴ τοῦ ναοῦ. Ὅλος ὁ λαὸς ἐξεγείρεται καὶ ζητεῖ τὸν θάνατό του. Σώζεται μὲ τὴν ἐπέμβαση τοῦ Ἀχικάμ. Μεταβαίνει στὸ ἐργαστήριο τοῦ κεραμέως καὶ παρατηρεῖ ὅτι ὁ κεραμέας μεταπλάσσει ὅσα ἀπὸ τὰ πήλινα δοχεῖα δὲν ἀρέσουν σὲ αὐτόν. Ἔτσι, λέγει ὁ Προφήτης, θὰ κάνει ὁ Θεὸς σὲ ἔθνη καὶ ἀνθρώπους, τὰ ὁποία δὲν ἀρέσουν σὲ Αὐτόν. Γιὰ τὴν ἀποφυγὴ τῆς καταστροφῆς συνιστᾶ τὴν ἐσωτερικὴ μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου. Ἄρχοντες καὶ λαὸς ἀντιδροῦν. Κουρασμένος ὁ Προφήτης ἀπὸ τοὺς ἄκαρπους ἀγῶνες του ζητεῖ τὴ μόνωση καὶ προβλέποντας τὴν ἀμετανοησία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, προλέγει τὴν καταστροφή του.
Κάποιοι ἄνθρωποι ἀποφασίζουν νὰ τὸν δηλητηριάσουν στὴν Ἀναθώθ. Συνωμοτοῦν ἐναντίον του καὶ συγγενεῖς του. Ὁ Ἱερεμίας ἀποδίδει τὴν σωτηρία του στὸν Θεό. Στρέφεται κατὰ τῶν ἀρχόντων, τοῦ βασιλέως Ἰωακεὶμ καὶ τῶν ἀνακτόρων, τῶν ὁποίων κηρύσσει τὴν καταστροφή. Ὅλος ὁ κόσμος εἶναι ἐναντίον του. Πρὸς στιγμὴν κάμπτεται, διότι νομίζει ὅτι ἔχει ἐγκαταλειφθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ παραπονεῖται. Συνέρχεται ὅμως καὶ συνεχίζει τὸ ἔργο του. Στὴν αὐλὴ τοῦ ναοῦ κηρύσσει καὶ πάλι τὴν καταστροφὴ τοῦ ναοῦ. Τὸ κήρυγμα αὐτὸ προκαλεῖ ἀναταραχή. Γι’ αὐτὸ ὁ στρατηγὸς τοῦ ἱεροῦ χώρου τοῦ ναοῦ Πασχὼρ τὸν ραβδίζει καὶ τὸν ρίχνει στὴ φυλακή. Τὰ κηρύγματά του γίνονται δεκτὰ μὲ εἰρωνεῖες. Τοῦ ἀπαγορεύουν νὰ ἐπισκέπτεται τὸ ναό. Ὁ Προφήτης σκέπτεται νὰ ἐγκαταλείψει τὸν ἀγῶνα. Ἡ φωτιὰ ὅμως τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι μέσα του, δὲν τὸν ἀφήνει. Κατὰ τὸ τέλος τοῦ 605 π.Χ., μετὰ τὴν ἥττα τῶν Αἰγυπτίων στὸ Χαρκαμύς, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ εἰσέλθει στὴν αὐλὴ τοῦ ναοῦ, δίδει στὸν μαθητή του Βαροὺχ νὰ ἀναγνώσει στὸ μέσο τῆς αὐλῆς τοῦ ναοῦ, προφητεία, διὰ τῆς ὁποίας κηρυσσόταν ἡ καταστροφὴ τοῦ ναοῦ. Ὅλοι τότε ἐπαναστατοῦν ἐναντίον του. Ὁ Ἱερεμίας καὶ ὁ Βαροὺχ κρύβονται, γιὰ νὰ μὴ συλληφθοῦν. Ἡ προλεχθεῖσα ὅμως καταστροφὴ ἐπῆλθε.
Οἱ Βαβυλώνιοι κατέστησαν φόρου ὑποτελὴ τὸ βασιλέα Ἰωακείμ. Αὐτός, ἐπιθυμώντας τὴν ἀνεξαρτησία καὶ ἀφοῦ παρακινήθηκε ἀπὸ ἄκριτους ἀνθρώπους, προκαλεῖ τὴ Βαβυλώνιο ἐκστρατεία κατὰ τῆς Ἱερουσαλήμ. Ὁ Ναβουχοδονόσωρ ἐπέρχεται ἐναντίον του καὶ πολιορκεῖ τὴν Ἱερουσαλήμ. Ὁ Ἱερεμίας μάταια συνιστᾶ στὸν βασιλέα Ἰωακείμ, ὑποταγὴ στοὺς Βαβυλώνιους. Ὁ Ἰωακεὶμ πεθαίνει καὶ ἡ πόλη καταλαμβάνεται καὶ πολιορκεῖται. Ὁ ναὸς καταστρέφεται. Ὁ ἄμεσος διάδοχος τοῦ Ἰωακείμ, ὁ Ἰωαχεὶμ (Ἰεχονίας) πορεύεται σὲ αἰχμαλωσία μὲ τοὺς ἀξιωματούχους τῆς χώρας καὶ δέκα χιλιάδες ἀπὸ τὸ λαό. Ὁ βασιλέας Ναβουχοδονόσωρ ὁρίζει ὡς διάδοχο τοῦ Ἰεχονίου, τὸν Σεδεκία.
Κατὰ τὴν Τρίτη περίοδο τῆς δράσεως τοῦ Προφήτη Ἱερεμίου, τὸ 594 π.Χ., ἀπεσταλμένοι τῶν Ἰδουμαίων, Ἀμμωνιτῶν, Τύρου καὶ Σιδῶνος, παρακάλεσαν τὸν Σεδεκία νὰ συμμαχήσουν κατὰ τῶν Βαβυλωνίων. Οἱ ψευδοπροφῆτες κηρύσσουν ὅτι τὰ ἱερὰ σκεύη τοῦ ναοῦ ποὺ εἶχαν κλαπεῖ θὰ ἐπιστραφοῦν. Ὁ Ἱερεμίας ἀντιτίθεται καὶ συμβολικὰ θέτει ζυγὸ στὸν τράχηλό του, γιὰ νὰ δηλώσει ὅτι θὰ εἶναι δοῦλοι τοῦ Ναβουχοδονόσορ. Ὁ ψευδοπροφήτης Ἀνανίας σπάζει τὸ ζυγὸ πάνω στὸν τράχηλο τοῦ Ἱερεμία, γιὰ νὰ τονίσει τὴν ἀποτίναξη τοῦ ζυγοῦ τῶν Βαβυλωνίων. Ὁ Ἱερεμίας ἀπαντᾶ: «Ἔσπασες ξύλινους ζυγούς; Σιδερένιους θὰ θέσει ὁ Θεὸς στὸν τράχηλό σας».
Ὁ Σεδεκίας τήρησε συνετὴ πολιτικὴ πρὸς τοὺς ἀπεσταλμένους τῶν ἄλλων περιοχῶν καὶ ἐνέκρινε τὴν γνώμη τοῦ Προφήτη Ἱερεμία. Ὅμως, κατὰ τὸ 588 π.Χ., ὁ φαραὼ τῆς Αἰγύπτου Οὐαφρῆς ἐπαναστατεῖ κατὰ τῶν Βαβυλωνίων. Τὸ φρόνημα τῶν Ἰουδαίων ἀναπτερώνεται καὶ λαμβάνουν καὶ αὐτοὶ μέρος στὴν ἐπανάσταση αὐτή. Ὁ Ἱερεμίας τοὺς ἀποτρέπει ἀπὸ τὸ νὰ συμμαχήσουν μὲ τοὺς Αἰγυπτίους κατὰ τῶν Βαβυλωνίων. Οἱ Ἰουδαῖοι δὲν ὑπακοῦν καὶ ἐπαναστατοῦν. Ὁ Ἱερεμίας ἐπιμένει ὅτι ἡ πόλη τῶν Ἱεροσολύμων θὰ καταστραφεῖ. Οἱ ἄρχοντες τὸν ρίχνουν σὲ λάκκο βορβορώδη, διότι μὲ τὸν τρόπο ποὺ ὁ Προφήτης ὁμιλοῦσε παρέλυε τὰ χέρια τῶν πολεμιστῶν. Μὲ τὴν ἐπέμβαση ὅμως τοῦ Ἀβδεμέλεχ ἀποσύρεται ἀπὸ τὸν λάκκο. Ἡ πόλη τῶν Ἱεροσολύμων καταλαμβάνεται καὶ ὁ βασιλέας Σεδεκίας συλλαμβάνεται, τυφλώνεται καὶ ὁδηγεῖται στὴ Βαβυλώνα. Ἡ πόλις παραδίδεται στὶς φλόγες.
Κατὰ τὴν τέταρτη περίοδο τῆς δράσεώς του, ὁ Ἱερεμίας, μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Ἱερουσαλήμ, ἀποφασίζει νὰ διαμείνει πλησίον τοῦ Γοδολίου. Τὸν Γοδολία, ὁ βασιλέας Ναβουχοδονόσωρ ἐγκαθιστᾶ κυβερνήτη τῆς Ἰουδαίας. Μετὰ ἀπὸ λίγο, ὅμως, ὁ Γοδολίας δολοφονεῖται καὶ ὁ Ἰουδαϊκὸς λαός, φοβούμενος τὴν τιμωρία ἀπὸ τοὺς Βαβυλωνίους, ἀποφασίζει νὰ ἀπέλθει στὴν Αἴγυπτο παρὰ τὴν γνώμη τοῦ Ἱερεμίου καὶ τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Χωρὶς τὴν θέλησή του, παίρνουν μαζί τους καὶ τὸν Ἱερεμία, ὁ ὁποῖος κηρύττει καὶ στὴν Αἴγυπτο. Προλέγει τὴν εἰσβολὴ τοῦ Ναβουχοδονόσωρ, ἡ ὁποία καὶ ἔγινε. Ἐκεῖ οἱ Ἰουδαῖοι περιπίπτουν σὲ εἰδωλολατρία. Ὁ Προφήτης ἐπέρχεται καὶ πάλι ἐναντίον αὐτῶν. Ἐκεῖνοι ὅμως δὲν ὑπακούουν καὶ ὁ Προφήτης προλέγει τὴν καταστροφή τους.
Ὁ Προφήτης Ἱερεμίας λιθοβολήθηκε ἀπὸ τοὺς συμπατριῶτες του στὴν πόλη Τάφνα τῆς Αἰγύπτου ἢ ἀπήχθη μαζὶ μὲ τὸν Βαροὺχ αἰχμάλωτος ἀπὸ τὸν βασιλέα Ναβουχοδονόσωρ σὲ κάποια εἰσβολή του στὴν Αἴγυπτο τὸ 568 π.Χ., ὡς λέγει κάποια Ραββινικὴ παράδοση.
Ἡ Σύναξη αὐτοῦ ἐτελεῖτο στὸ ναὸ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, ποὺ ἦταν κοντὰ στὴν Μεγάλη Ἐκκλησία.
Τὸ βιβλίο τοῦ Προφήτου Ἱερεμίου στὴν Παλαιὰ Διαθήκη δὲν παρουσιάζει μόνο ὑψηλὲς θρησκευτικὲς ἰδέες, ἀλλὰ κυρίως μία ζωηρὴ θρησκευτικὴ προσωπικότητα, διότι ὁ Ἱερεμίας δὲν κήρυττε μόνο, ἀλλὰ ζοῦσε τὴν διδασκαλία αὐτὴ μὲ τόση ἐπιμονή, ὥστε ὄχι μόνο ὁ θάνατός του ὑπῆρξε μαρτυρικός, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρη ἡ ζωή του ἦταν ἕνα διαρκὲς μαρτύριο. Ἡ διδασκαλία τοῦ Προφήτου Ἱερεμίου ἀφοροῦσε, α) τὸν ἄνθρωπο, β) τὸν Θεὸ καὶ γ) τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ. Κέντρο καὶ τῶν τριῶν αὐτῶν εἶναι ἡ καρδιά, ἡ βάση τῆς προσωπικότητας τοῦ ἀνθρώπου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ἐκ γαστρὸς ἡγιάσθης τῇ προγνώσει τοῦ Κτίσαντος, καὶ προφητικῆς ἐπληρώθης ἐκ σπαργάνων συνέσεως· ἐθρήνησας τὴν πτῶσιν Ἰσραήλ, σοφὲ Ἱερεμία ἐν στοργῇ· διὰ τοῦτο ὡς Προφήτην καὶ Ἀθλητήν, τιμῶμέν σε κραυγάζοντες· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ χορηγοῦντι διὰ σοῦ, ἡμῖν τὰ κρείττονα.


Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως.
Ὡς ἐκ γαστρὸς θεόληπτος, καὶ συμπαθείας ἔμπλεως, τὴν τοῦ λαοῦ σου ἐθρήνησας ἔκπτωσιν, Ἱερεμία ἔνδοξε· διὰ τοῦτό σε λίθοις, ἐν Αἰγύπτῳ Προφῆτα φόνῳ παρέδωκαν, οἱ μὴ εἰδότες ψάλλειν, σὺν σοὶ Θεῷ· Ἀλληλούϊα.

Μεγαλυνάριον.
Τὸν ἡγιασμένον ἀπὸ γαστρός, ὡς ἐκλελεγμένον, ἐπαξίως τῷ Σαβαώθ, σὲ Προφητομάρτυς, σοφὲ Ἱερεμία, ὑμνοῦμεν καὶ βοῶμεν· Σκέπε τοὺς δούλους σου.


Ἡ Ὁσία Ἰσιδώρα ἡ διὰ Χριστὸν Σαλή

Ἀναφέρεται στὰ Γεροντικὰ ὅτι ὁ Ὅσιος Πιτυροῦν († 29 Νοεμβρίου) πληροφορήθηκε ἀπὸ τὸν Κύριο γιὰ τὴν ἀρετὴ τῆς Ὁσίας Ἰσιδώρας καὶ ἀφοῦ ἐπισκέφθηκε τὴ μονὴ αὐτῆς ζήτησε νὰ συγκεντρωθοῦν ὅλες οἱ μοναχές. Ὅταν ἦλθαν αὐτές, ὁ Ὅσιος Πιτυροῦν δὲν διέκρινε σὲ καμία φωτοστέφανο, ὅπως εἶχε ἀπὸ τὸν Θεὸ ἐπιβεβαιωθεῖ ὅτι θὰ ἔχει ἡ Ὁσία Ἰσιδώρα. Τότε ζήτησε νὰ πληροφορηθεῖ ἐὰν ὑπῆρχε ἄλλη μοναχὴ στὴ μονή. Ἀναφέρθηκε λοιπὸν στὸν Ἅγιο ὅτι ὑπῆρχε μία σαλή. Ὁ Ὅσιος Πιτυροῦν παρακάλεσε νὰ κληθεῖ καὶ ἡ σαλή. Κατὰ τὴν εἴσοδο τῆς Ὁσίας Ἰσιδώρας, ὁ Ὅσιος Πιτυροῦν διέκρινε τὸ φωτοστέφανο ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῆς καὶ ἔτσι ἀποκαλύφθηκε ὅτι ἡ Ὁσία Ἰσιδώρα ὑποκρινόταν τὴν σαλὴ καὶ τοῦτο γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ Ὁσία Ἰσιδώρα, ἀφοῦ ἀσκήτεψε θεοφιλῶς σὲ μονὴ τῆς Αἰγύπτου, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 365 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx


Ἡ Ἁγία Ταμάρα ἡ βασίλισσα

Ἡ Ἁγία Ταμάρα ἡ Μεγάλη, βασίλισσα τῆς Γεωργίας, γεννήθηκε περὶ τὸ 1165 καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν ἀρχαία γεωργιανὴ δυναστεία τῶν Μπαγκραντίντ. Τὸ 1178 συνεβασίλευσε μὲ τὸν πατέρα της Γεώργιο τὸν Γ’. Ἡ βασιλεία τῆς Ταμάρας ἔμεινε γνωστὴ στὴ Γεωργιανὴ Ἱστορία ὡς Χρυσὴ Ἐποχή. Ἡ Ἁγία διακρινόταν γιὰ τὴν μεγάλη εὐλάβειά της καὶ τὸ ἱεραποστολικό της ἔργο. Συνεχίζοντας τὸ ἔργο τοῦ παπποῦ της, Ἁγίου Δαβὶδ († 26 Ἰανουαρίου), διέδωσε τὸν Χριστιανισμὸ σὲ ὅλη τὴν Γεωργία καὶ ἀνήγειρε ναοὺς καὶ μονές. Τὸ 1204, ὁ κυβερνήτης τοῦ σουλτανάτου Ρούμα, ὁ Ρούκν-ἐν-Ντίν, ἔστειλε μία διαταγὴ στὴ βασίλισσα Ταμάρα, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ Γεωργία ἔπρεπε νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη στὸν Χριστὸ καὶ νὰ ἀσπασθεῖ τὸν Μουσουλμανισμό.
Ἡ Ἁγία Ταμάρα ἀρνήθηκε καὶ σὲ μία ἱστορικὴ μάχη, κοντὰ στὴ Βασιανή, ὁ γεωργιανὸς στρατὸς νίκησε τοὺς Μουσουλμάνους. Ἡ σοφὴ καὶ δίκαιη βασιλεία τῆς Ἁγίας Ταμάρας τῆς χάρισε τὴν ἀγάπη τοῦ λαοῦ της. Ἡ Ἁγία διῆλθε τὰ τελευταία χρόνια τοῦ βίου της στὸ μοναστήρι τῶν Σπηλαίων τῆς Μπάρζια. Τὸ κελί της συνδεόταν μὲ τὴν ἐκκλησία μὲ ἕνα παράθυρο, διὰ μέσου τοῦ ὁποίου μποροῦσε νὰ προσεύχεται στὸν Θεὸ κατὰ τὴν διάρκεια τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1213 καὶ συγκαταριθμήθηκε στὴ χορεία τῶν Ἁγίων.
Ἡ μνήμη τῆς Ἁγίας Ταμάρας τιμᾶται, ἐπίσης, καὶ τὴν Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων
.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx


Ὁ Ὅσιος Παφνούτιος ὁ Θαυματουργός

Ὁ Ὅσιος Παφνούτιος τοῦ Μπορόβκ, κατὰ κόσμον Παρθένιος, ἔζησε κατὰ τὸν 13ο καὶ 14ο αἰώνα μ.Χ. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Ἰωάννης. Σὲ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν ὁ Παρθένιος ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τὴν πατρικὴ οἰκία καὶ κατέφυγε σὲ μοναστήρι. Τὸ 1414 κείρεται μοναχὸς στὴ μονὴ Ποκρόβσκι Βισότσκι τῆς πόλεως Μπορὸβκ καὶ ὀνομάζεται Παφνούτιος. Ὅταν πέθανε ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς, ὁ Ὅσιος ἐξελέγη στὴ θέση του. Τὸ 1426 χειροτονεῖται πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Κιέβου Φώτιο. Σὲ ἡλικία πενήντα ἑνὸς ἐτῶν ὁ Ὅσιος Παφνούτιος ἀσθένησε βαριὰ καὶ ἀποσύρθηκε ἀπὸ τὴν ἡγουμενία, ἀφοῦ ἔλαβε τὸ μέγα ἀγγελικὸ σχῆμα.
Μετὰ τὴν ἀνάρρωσή του, τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, στὶς 23 Ἀπριλίου τοῦ 1444, ἐγκαταλείπει τὸ μοναστήρι καὶ καταφεύγει γιὰ ἄσκηση καὶ ἡσυχία στὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Πρότβα. Σὲ λίγο τὸν ἀκολουθοῦν καὶ ἄλλοι μοναχοὶ καὶ ἔτσι δημιουργεῖται μία νέα μονή. Πρώτιστο μέλημα τοῦ Ὁσίου ἦταν ἡ ἀνοικοδόμηση ἑνὸς νέου πέτρινου ναοῦ ἀφιερωμένου στὸ Γενέσιον τῆς Θεοτόκου.
Ὁ Ὅσιος ἀποτελοῦσε παράδειγμα ἁπλότητας καὶ ἐγκράτειας. Εἶχε τὸ πιὸ φτωχὸ κελλὶ καὶ ἡ τροφή του ἦταν πολὺ ἁπλὴ καὶ ἐλάχιστη. Ἀπὸ τὰ διακονήματα τῆς μονῆς ὁ Ὅσιος διάλεγε τὰ πιὸ βαριά: ἔκοβε καὶ μετέφερε ξύλα, ἔσκαβε καὶ πότιζε τὸν κῆπο. Αὐτὸ ὅμως ποὺ τὸν διέκρινε ἦταν ἡ ἀγάπη του πρὸς τὸ λειτουργικὸ βίο τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὶς Ἀκολουθίες.
Ὁ Ὅσιος Παφνούτιος προέβλεψε τὸ θάνατό του. Προσευχήθηκε γιὰ τελευταία φορά, εὐλόγησε τοὺς ἀδελφούς του καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1477.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx


Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος τοῦ Μπολτίνκ, κατὰ κόσμο Γρηγόριος, γεννήθηκε τὸ 1490 στὸ Πέρεσλαβ – Ζάλεσκ τῆς Ρωσίας. Ἀπὸ μικρὴ ἡλικία διακρινόταν γιὰ τὸ φιλακόλουθο τοῦ χαρακτήρα του καὶ τὴν εὐσέβειά του. Εἶχε ὡς πρότυπό του τὸν Ὅσιο Δανιὴλ τοῦ Περεγιασλάβλ († 7 Ἀπριλίου) καὶ γι’ αὐτὸ ἀκολούθησε νωρὶς τὸν μοναχικὸ βίο. Μετὰ ἀπὸ ἕνα σύντομο χρονικὸ διάστημα δοκιμασίας, ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Γεράσιμος.
Ὁ νέος μοναχὸς μὲ μεγάλο ζῆλο ἐκπλήρωσε τὶς ἀρετὲς τῆς νηστείας καὶ τῆς προσευχῆς καὶ σύντομα ἔγινε γνωστὸς στὴ Μόσχα γιὰ τὴν πνευματικότητα καὶ τὸ αὐστηρὸ τοῦ βίου του. Αὐτὸς ἦταν ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο κλήθηκε στὴ Μόσχα, ὅπου γνώρισε τὸν τσάρο.
Ἡ μεγάλη φήμη του στὴ χώρα, ἦταν ἕνα βάρος γιὰ τὸν Ὅσιο, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμοῦσε τὴν ἡσυχία καὶ τὴν ἄσκηση. Ἔτσι, μετὰ ἀπὸ εἴκοσι ἕξι χρόνια κάτω ἀπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ Ἁγίου Δανιήλ, ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ἔλαβε τὴν εὐλογία τοῦ Γέροντός του γιὰ τὸν ἡσυχαστικὸ βίο. Ἐγκαταστάθηκε κοντὰ στὴν πόλη Ντορογκομπούζα, στὴ χώρα τῶν Σμόλενκ, σὲ ἕνα ἄγριο δάσος, στὸ ὁποῖο κατοικοῦσαν μόνο φίδια καὶ ἄγρια ζῶα. Συχνὰ ὁ Ὅσιος δεχόταν ἐπιθέσεις ληστῶν, ἀλλὰ τὶς ὑπέμενε μὲ ἠρεμία καὶ ἡσυχία προσευχόμενος γιὰ ἐκείνους ποὺ βρίσκονταν μακριὰ ἀπὸ τὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ. Ἐξαιτίας ἑνὸς συγκεκριμένου ὁράματος, πῆγε στὸ βουνὸ Μπολντίνα, ὅπου σὲ μία πηγὴ βρισκόταν μία τεράστια βελανιδιά. Οἱ γηγενεῖς τὸν κτύπησαν μὲ ρόπαλα καὶ ἤθελαν νὰ τὸν πνίξουν, ἀλλὰ ἐπειδὴ φοβήθηκαν, τὸν παρέδωσαν στὸν κυβερνήτη τῆς Ντορογκοπούζα, ὁ ὁποῖος τὸν ἔριξε στὴ φυλακή, ἐπειδὴ ἦταν ἄστεγος. Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος μὲ ὑπομονὴ ἄντεξε τὸν ἐξευτελισμό, ἔμεινε σιωπηλὸς καὶ προσευχόταν.
Κατὰ τὴν διάρκεια αὐτῆς τῆς περιόδου, ἕνας αὐτοκρατορικὸς ἀντιπρόσωπος ἦλθε στὴ Μόσχα στὸν κυβερνήτη. Βλέποντας τὸν Ὅσιο Γεράσιμο, ὑποκλίθηκε σὲ αὐτὸν καὶ ζήτησε τὴν εὐλογία του. Παλαιότερα εἶχε δεῖ τὸν Ὅσιο Γεράσιμο μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Δανιὴλ ἐνώπιον τοῦ τσάρου. Ὁ κυβερνήτης τρομοκρατήθηκε καὶ ἀμέσως ἱκέτευσε γιὰ τὴ συγχώρηση τοῦ Ὁσίου καὶ ὑποσχέθηκε νὰ κτίσει ἕνα οἴκημα, γιὰ νά τὸν προστατεύει ἀπὸ τοὺς ληστές. Ἀπὸ αὐτὴν τὴν περίοδο, ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ἄρχισε νὰ δέχεται αὐτοὺς ποὺ διακατέχονταν ἀπὸ τὸν πόθο γιὰ τὸ μοναχικὸ βίο καὶ ζήτησε ἄδεια ἀπὸ τὴ Μόσχα, γιὰ νὰ κτίσει ἕνα μοναστήρι. Τὸ 1530 ἔκτισε μία ἐκκλησία ἀφιερωμένη στὴν Ἁγία Τριάδα καὶ οἰκοδόμησε κελλιὰ γιὰ τοὺς μοναχούς.
Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ μοναστήρι στὴ Μπολντίνα, ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ἵδρυσε ἀκόμη ἕνα μοναστήρι πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου στὴν πόλη τῆς Βιάζμα καὶ ἀργότερα στὸ δάσος Βράϊανκ, στὸν ποταμὸ Ζίζντρα, ἕνα μοναστήρι ἀφιερωμένο στὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου. Ὁ Πέτρος Κοροστέλεβ, ἕνας μαθητὴς τοῦ Ὁσίου Γερασίμου, ἔγινε ἡγούμενος σὲ αὐτὸ τὸ μοναστήρι.
Ἀρκετοὶ ἀσκητὲς ἦταν ὑπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ Ὁσίου Γερασίμου: ὁ ἡγούμενος Ἀντώνιος, ὁ ὁποῖο ἀργότερα ἔγινε Ἐπίσκοπος Βολόγκντα († 26 Ὀκτωβρίου) καὶ ὁ Ἀρκάδιος, ὁ ὁποῖος ἀσκήτεψε ὡς ἐρημίτης καὶ ἐνταφιάσθηκε στὸ μοναστήρι τῆς Μπολντίνα.
Πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατό του, ὁ Ὅσιος Γεράσιμος κάλεσε ὅλους τοὺς ἡγουμένους καὶ τοὺς μοναχοὺς ἀπὸ τὰ μοναστήρια ποὺ εἶχε ἱδρύσει, τοὺς εἶπε γιὰ τὸν βίο του καὶ τοὺς ἔδωσε τὶς τελευταῖες πνευματικὲς ὑποθῆκες, ποὺ καταγράφηκαν στὸ βιβλίο «Ζωή», τὸ ὁποῖο ἔγραψε ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος κατ’ ἀπαίτηση τῶν γερόντων.
Ὁ Ἅγιος Γεράσιμος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1554.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx


Ὁ Ἅγιος Πανάρετος Ἐπίσκοπος Πάφου

Ὁ Ἅγιος Πανάρετος γεννήθηκε στὴν Κύπρο καὶ συγκεκριμένα στὴν Περιστερωνοπηγὴ Ἀμμοχώστου, περὶ τὸ 1710. Ἡ ἐποχὴ ἐκείνη ἦταν δύσκολη. Τὸ πολύσκλαβο μαρτυρικὸ νησὶ ἦταν κάτω ἀπὸ τὴν σκλαβιὰ τῶν Τούρκων. Οἱ γονεῖς του ἦταν ἄνθρωποι εὐλαβεῖς καὶ εὔποροι. Ὁ Ἅγιος ἔμαθε τὰ πρῶτα γράμματα ἀπὸ τοὺς γονεῖς του καὶ μετὰ συνέχισε τὶς σπουδές του στὸ Ἑλληνικὸ σχολεῖο στὴ Λευκωσία. Μετὰ τὸ πέρας τῶν σπουδῶν του ἐπέστρεψε καὶ ἐγκαταβίωσε στὸ ἐρειπωμένο μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἀναστασίου, ποὺ βρισκόταν στὸ χωριό του.
Ἀργότερα χειροτονήθηκε ἱερέας καὶ διετέλεσε ἡγούμενος γιὰ πολλὰ χρόνια στὸ μοναστήρι τῆς Θεοτόκου στὴν Παλλουριώτισσα Λευκωσίας. Ἡ περίοδος τῆς ἡγουμενίας του στὸ μοναστήρι ὑπῆρξε μία περίοδος ἐθνικῶν δοκιμασιῶν καὶ διωγμῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ στοιχείου. Ἕνας Τοῦρκος ἐπαναστάτης, ὀνόματι Χαλήλης, μὲ δύο χιλιάδες περίπου ὁμοεθνεῖς του, θέλησε νὰ καταλάβει τὴν Λευκωσία. Ἡ κατάσταση ἦταν μαρτυρική. Μὲ κίνδυνο τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς του ὁ Ἅγιος Πανάρετος, στὶς δύσκολες ἐκεῖνες στιγμές, ἔγινε ὁ παρήγορος ἄγγελος τῶν πονεμένων καὶ ὁ ὑπερασπιστὴς καὶ προστάτης τῶν καταδιωγμένων. Ἡ ζωντανὴ καὶ οὐσιαστικὴ συμπαράστασή του στὸν πόνο τοῦ λαοῦ ἐκτιμήθηκε τόσο, ὥστε κλῆρος καὶ λαὸς συνῆλθε καὶ τὸν ἐξέλεξε Μητροπολίτη Πάφου τὸ 1767.
Ἀπὸ τὴ θέση αὐτὴ τοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία νὰ ἀναπτύξει ὅλα τὰ κρυμμένα χαρίσματά του καὶ ἔγινε τὰ σκοτεινὰ ἐκεῖνα χρόνια γιὰ τοὺς σκλαβωμένους βακτηρία καὶ στήριγμα καὶ φάρος φωτεινός. Ποίμανε τὸ ποίμνιό του μὲ αὐταπάρνηση. Μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παραδέχονταν μὲ εἰλικρίνεια τὰ λάθη τους καὶ ἀγωνίζονταν νὰ διορθωθοῦν, ἦταν ἐπιεικής. Τοὺς πονηροὺς καὶ ἀδιόρθωτους τοὺς ἀντιμετώπιζε μὲ τὴν ἁρμόζουσα σὲ κάθε περίπτωση αὐστηρότητα, προκειμένου νὰ ἀφυπνίσει συνειδήσεις καὶ νὰ προκαλέσει τὴ μετάνοια καὶ τὴ διόρθωση.
Κάποιος ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς τῆς ἐπαρχίας τοῦ Ἁγίου καταλήφθηκε ἀπὸ τὸ πάθος τῆς αἰσχροκέρδειας, μὲ ἀποτέλεσμα οἱ ἐνορίτες του νὰ ὑποφέρουν καὶ νὰ ἀναγκασθοῦν νὰ τὸν καταγγείλουν στὸν Ἐπίσκοπο. Αὐτὸς κάλεσε τὸν ἱερέα, τοῦ ἔκανε τὶς σχετικὲς παρατηρήσεις, τὸν συμβούλευσε κατάλληλα καὶ ἐκεῖνος ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ προσπαθήσει νὰ διορθωθεῖ. Στὴν πραγματικότητα ὅμως δὲν ἔκανε καμία προσπάθεια, ἀντίθετα μάλιστα τὰ πράγματα χειροτέρεψαν καὶ οἱ ἐνορίτες ζήτησαν τὴν ἀπομάκρυνσή του. Ὁ Ἐπίσκοπος τὸν συμβούλεψε καὶ γιὰ δεύτερη καὶ γιὰ τρίτη φορά. Ὅταν ὅμως βεβαιώθηκε γιὰ τὴν ἀμετανοησία του καὶ γιὰ τὴν προσπάθειά του νὰ παραπλανήσει τὸν Ἐπίσκοπο μὲ ψεύτικους ὅρκους, τὸν τιμώρησε μὲ ἕναν πρωτότυπο καὶ ἀσυνήθιστο τρόπο. Τὴν ὥρα ποὺ μιλοῦσε μὲ θράσος καὶ ἔλεγε ψέματα, τοῦ εἶπε μὲ αὐστηρότητα: «νὰ κλείσεις τὸ στόμα σου καὶ νὰ μὴν ὁμιλεῖς, ἀφοῦ καταδέχεσαι νὰ ψεύδεσαι καὶ νὰ ὁρκίζεσαι χωρὶς φόβο». Καὶ ἀπὸ ἐκείνη τὴν στιγμὴ ἔμεινε ἄλαλος καὶ δὲν μποροῦσε νὰ μιλήσει. Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὸ χρονικὸ διάστημα καὶ ἀφοῦ ὁ ἱερέας ἀρρώστησε βαριά, ζήτησε νὰ δεῖ τὸν Ἅγιο καὶ μὲ νεύματα νὰ ἐξομολογηθεῖ. Ἐκεῖνος ἔτρεξε κοντά του καί, ὅταν διέγνωσε τὴν ἀληθινή του μετάνοια, τὸν συγχώρεσε, τὸν εὐλόγησε καὶ τότε λύθηκε ἡ γλῶσσα του. Ἐξομολογήθηκε, κοινώνησε καὶ ἀπῆλθε τοῦ κόσμου τούτου μὲ μετάνοια.
Τὸν Ἅγιο Πανάρετο ἀπασχολοῦσε ἔντονα τὸ θέμα τῆς σωτηρίας του. Σὲ ὅλη του τὴν ζωὴ προετοιμαζόταν γιὰ τὴν ὥρα τῆς ἐξόδου του. Εἶχε τὸ χάρισμα τῆς μνήμης τοῦ θανάτου καὶ ἐπιθυμοῦσε τὰ τέλη τῆς ζωῆς του νὰ εἶναι χριστιανά, ἀνεπαίσχυντα καὶ εἰρηνικά. Ἀξιώθηκε δὲ νὰ προγνώσει τὴν ὥρα τῆς κοιμήσεώς του καὶ φρόντισε νὰ εἶναι πανέτοιμος. Λίγο πρὶν τὴν κοίμησή του εἶπε στὸν πρωτοσύγκελό του ὅτι θὰ ἔλθει ὁ φίλος του Ἐπίσκοπος πρώην Καρπάθου Παρθένιος, γιὰ νὰ τὸν ἐξομολογήσει. Ὁ πρωτοσύγκελος νόμισε ὅτι ὁ Ἅγιος παραμιλοῦσε λόγω τῆς ἀρρώστιας του καὶ παράκουσε. Στὴν συνέχεια ὅμως, μετὰ τὴν ἐπιμονὴ τοῦ Ἁγίου, ὑπάκουσε καὶ πραγματικὰ βρῆκε στὴν προκυμαία ἕνα πλοῖο, τὸ ὁποῖο λόγω τῶν ἰσχυρῶν ἀνέμων ποὺ ἔπνεαν, προσάραξε στὴν Πάφο. Μέσα σὲ αὐτὸ βρισκόταν ὁ Ἐπίσκοπος Παρθένιος, ὁ ὁποῖος ἔσπευσε, γεμάτος συγκίνηση καὶ θαυμασμό, νὰ συναντήσει τὸν Ἅγιο. Ἀφοῦ τὸν ἐξομολόγησε, τὴν ἑπόμενη ἡμέρα λειτούργησε καὶ τὸν κοινώνησε. Ὁ Ἅγιος Πανάρετος τὸν παρακάλεσε νὰ παραμείνει ἄλλη μία ἡμέρα, γιὰ νὰ τελέσει καὶ τὴν ἐξόδιο Ἀκολουθία του. Ἐκεῖνος παρέμεινε καὶ κήδευσε τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου, τὸ ὁποῖο εὐωδίαζε καὶ μάλιστα θεράπευσε καὶ πολλοὺς ἀσθενεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐπικαλέσθηκαν τὶς πρεσβεῖες του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τὸν τῆς Πάφου Ποιμένα θεῖον Πανάρετον, ὡς Ἱεράρχην Κυρίου ἀνευφημήσωμεν, ὅτι ἐργάτης συνετὸς ὄντως καὶ ἄριστος, ποσῶν τῶν θείων ἀρετῶν, καὶ Ἁγίοις θαυμαστὸς ἐγένετο ἐπ’ ἐσχάτων, καὶ πάντων προστάτης καὶ φύλαξ, τῶν ἀνυμνοῦν τῶν αὐτοῦ τὴν κοίμησιν..


Ὁ Ἅγιος Ἀκάκιος ὁ Ὁσιομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Ὁσιομάρτυρας Ἀκάκιος, κατὰ κόσμον Ἀθανάσιος, καταγόταν ἀπὸ τὸ Νεοχώρι, σημερινὸ Ἀσβεστοχώρι Θεσσαλονίκης καὶ γεννήθηκε τὸ 1792. Οἱ γονεῖς του εἶχαν ἀναγκασθεῖ γιὰ βιοποριστικοὺς λόγους νὰ μετακομίσουν τὸ 1805 στὶς Σέρρες, ὅπου παρέδωσαν τὸν ἐννιάχρονο Ἀθανάσιο σὲ κάποιον ὑποδηματοποιό, γιὰ νὰ τοῦ διδάξει τὴν τέχνη του. Ὅμως ἡ σκληρὴ συμπεριφορά του καὶ ἡ κακομεταχείριση, ἐξώθησαν τὸν Ἀθανάσιο σὲ ἄρνηση τῆς πίστης του, γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὰ βάσανα. Στὴν πράξη του αὐτὴ τὸν προέτρεψαν καὶ δύο Ὀθωμανές, οἱ ὁποῖες παρακολουθοῦσαν τὴν ἀπάνθρωπη συμπεριφορὰ τοῦ ἀφεντικοῦ του καὶ ὑποσχόμενες μία καλύτερη ζωὴ στὸν μικρὸ Ἀθανάσιο, τὸν ἔπεισαν τὴν ἡμέρα τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς νὰ ἀλλαξοπιστήσει. Μωαμεθανός, πλέον, ὁ Ἀθανάσιος δέχθηκε τὴν πονηρὴ ἐπίθεση τῆς μητριᾶς του, ἡ ὁποία, καθὼς ἔβλεπε τὸν Ἀθανάσιο νὰ μεγαλώνει καὶ νὰ ἀνδρώνεται, τὸν ἐρωτεύθηκε, ὅπως στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἐρωτεύθηκε τὸν Ἰωσὴφ ἡ γυναίκα τοῦ Πετεφρῆ. Ἐπειδὴ ὅμως αὐτὸς δὲν ὑποχώρησε καὶ δὲν ὑπέκυψε στὸ πάθος τῆς μητριᾶς του, συκοφαντήθηκε ἀπὸ αὐτὴν στὸν θετὸ πατέρα του, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐκδιωχθεῖ ἀπὸ αὐτόν. Ἐκμεταλλευόμενος αὐτὴν τὴν εὐκαιρία κατέφυγε στὴν Θεσσαλονίκη κοντὰ στοὺς γονεῖς του, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐγκαταλείψει τὶς Σέρρες, μόλις πληροφορήθηκαν τὴν ἀρνησιθρησκεία του.
Στὴν συνέχεια, ἀκολουθώντας τὶς συμβουλὲς τῶν γονέων του, μετέβη στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου, ἀφοῦ περιπλανήθηκε σὲ ἀρκετὲς μονές, κατέληξε τελικὰ στὴν Σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου, στὴν συνοδεία τοῦ Γέροντα Νικηφόρου, ὁ ὁποῖος τὸν παρέδωσε ὡς ὑποτακτικὸ στὸν Γέροντα Ἀκάκιο, γιὰ νὰ τὸν προετοιμάσει γιὰ τὸ μαρτύριο, ὅπως εἶχε κάνει καὶ προηγουμένως μὲ τοὺς Ὁσιομάρτυρες Εὐθύμιο καὶ Ἰγνάτιο.
Μετὰ ἀπὸ ἕνα διάστημα συνεχοῦς ἀσκήσεως καὶ ἀδιάλειπτης προσευχῆς, ὁ Ἀθανάσιος, ὁ ὁποῖος ἐκάρη μοναχὸς καὶ μετονομάσθηκε Ἀκάκιος, ἔχοντας τὶς εὐλογίες τῶν λοιπῶν γερόντων ξεκίνησε, συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν μοναχὸ Γρηγόριο, ὁ ὁποῖος εἶχε συνοδεύσει νωρίτερα καὶ τοὺς δύο παραπάνω Ὁσιομάρτυρες, γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη στὶς 10 Ἀπριλίου. Ὁ Ἅγιος βάδιζε μὲ χαρὰ πρὸς τὸ μαρτύριο.
Λίγο πρὶν τὴν ἀναχώρησή του, πλήρης Πνεύματος Ἁγίου, ἔγραψε τὴν ἀκόλουθη ἐπιστολὴ πρὸς τὸν γέροντα καὶ τοὺς ἀδελφοὺς μοναχούς:
«Πανοσιώτατέ μοι καὶ πνευματικέ μου πάτερ δουλικῶς σοῦ προσκυνῶ καὶ τὴν ἁγίαν δεξιάν σου ἀσπάζομαι.
Τὸ παρόν μου ταπεινὸν γράμμα δὲν εἶν’ εἰς ἄλλο τι εἰ μὴ εἰς τὸ νὰ ζητήσω τὴν εὐχήν σας καὶ διὰ νὰ μάθετε καὶ τὸ καλό μας κατεβώδιο μὲ τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Θεοῦ καὶ μὲ τὶς ἐδικές σας ἁγίες εὐχές. Κατευωδωθήκαμεν εἰς τὴν βασιλεύουσαν τὴ 24ῃ τοῦ Ἀπριλίου μηνὸς [καὶ ἐμπήκαμεν μαζὶ μὲ τὸν γέροντά μου εἰς τὰ ἐργαστήρια τὰ χαβιαρτζίδικα, ὅπου καὶ ἄλλην φορὰ ἐμπῆκεν ὁ γέροντάς μου], καὶ ἐλπίζω μὲ τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Θεοῦ καὶ τῆς Κυρίας μου Βασίλισσας καὶ μὲ τὶς ἐδικές σου θερμὲς δεήσεις πρὸς τὸν Κύριον καὶ τῶν συναδέλφων μου νὰ λάβῃ τέλος κι ἡ ὑπόθεσίς μας.
Τοὺς συναδέλφους μου πολὺ τοὺς παρακαλῶ καὶ τοὺς χαιρετῶ, νὰ μὴν μὲ λησμονήσουν καὶ ἀκούγοντας τὸ μακάριόν μου τέλος νὰ εὐχαριστήσετε τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ τὴν Κυρίαν μου Βασίλισσαν καὶ νὰ δοξολογήσετε καὶ νὰ καταλύσετε ὅλη τὴν ἑβδομάδα ἐν χαρᾷ καὶ ἀγαλλιάσει ψυχῆς. Διὰ τοὺς κόπους ποὺ ἐδοκιμάσατε δι’ ἐμὲ μέχρι σήμερα ἐγὼ δὲν εἶμαι ἱκανὸς νὰ σᾶς εὐχαριστήσω, μόνον ὁ ἐπουράνιος βασιλεύς μου νὰ σᾶς ἀντιβραβεύσῃ ἐν τὴ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν καὶ νὰ μᾶς ἀξιώσῃ ὁ Κύριος νὰ συγκατοικήσουμε ὁμοῦ. Καὶ ὅσοι ἀκόμη συνέδραμαν καὶ βοήθησαν εἰς αὐτὸ τὸ ἔργο ἂς λάβουν τὸν μισθό τους ἀπὸ τὸν ἐπουράνιον βασιλέα μου.
Ἀκόμη ὅλους τοὺς ἁγίους πατέρας τῆς ἱερᾶς σκήτεώς μας εὐλαβῶς τοὺς προσκυνῶ, τὸν διδάσκαλό μου, τὸν γέροντα Ὀνούφριον τὸν ἀσπάζομαι, καὶ τοὺς συναδέλφους μου γέροντες, Ἀκάκιον, Ἰάκωβον καὶ Καλλίνικον. Χαιρετίσματα καὶ εἰς τὸν διδάσκαλον Γαβριήλ. Προσκυνήματα καὶ εἰς τὸν παπᾶ Ἀγαθάγγελον, ἀσπάζομαι τὴν δεξιάν του. Τὸν παπᾶ Δοσίθεον μετὰ τοῦ γέροντός του καὶ τῆς συνοδίας του προσκυνῶ, ὡς καὶ τὸν γείτονά μας τὸν Νεόφυτον μὲ τὴν συνοδία του. Ἀσπάζομαι ὁμοίως καὶ τὸν γέροντα Μιχαὴλ καὶ τὴν συνοδίαν του. Ταῦτα γράφω ἐν συντομίᾳ γέροντά μου καὶ πνευματικέ μου. Αὔριο λοιπὸν Παρασκευὴ 28 Ἀπριλίου μέλλω νὰ κινήσω εἰς τὸν δρόμον τῆς ἀθλήσεως καὶ εἴθε οἱ ἅγιες εὐχές σας νὰ μὲ βοηθήσουν. Ἀμήν
».
Ὁ πλοίαρχος, ἄνθρωπος εὐλαβής, ὅταν ἔμαθε τὸν σκοπὸ τοῦ ταξιδιοῦ τοῦ Ἀκακίου, ὑποσχέθηκε στὸν Γρηγόριο νὰ μεριμνήσει γιὰ τὴν ἐξαγορὰ τοῦ λειψάνου του μετὰ τὸ μαρτυρικό του τέλος καὶ νὰ τὸ ἐπανακομίσει ὁ ἴδιος στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ὕστερα ἀπὸ δεκατρεῖς ἡμέρες ἔφθασαν στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου φιλοξενήθηκαν ἀπὸ κάποιον παντοπώλη, γνώριμο τοῦ Γρηγορίου. Τὸ Σάββατο 29 Ἀπριλίου, ὁ Ἅγιος Ἀκάκιος, ἀφοῦ προετοιμάσθηκε κατάλληλα λαμβάνοντας τὰ Ἄχραντα Μυστήρια, ἐνδύθηκε μὲ ροῦχα τουρκικὰ καὶ μὲ τὴν καθοδήγηση τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ καπετάνιου ἔφθασε στὸ κριτήριο, ὅπου ὁμολόγησε ἐνώπιον ὅλων τῶν παρισταμένων τὴν ἐπάνοδό του στὴν πατρώα πίστη. Ἐξαιτίας αὐτῆς του τῆς ὁμολογίας κλείσθηκε φυλακή. Καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς φυλακίσεώς του προσπάθησαν ἐπανειλημμένα εἴτε μὲ κολακεῖες καὶ ὑποσχέσεις, εἴτε μὲ βασανιστήρια καὶ ἐκφοβισμοὺς νὰ τὸν μεταπείσουν. Ὅλα αὐτὰ ὅμως δὲν κατάφεραν νὰ τὸν κλονίσουν. Ἰδιαίτερα μάλιστα ἐνισχύθηκε καὶ προετοιμάσθηκε γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὸ μαρτύριο, ὅταν ἔλαβε τὴ Θεία Κοινωνία ποὺ τοῦ μετέφερε κρυφὰ στὴν φυλακὴ ὁ ἀδελφὸς τοῦ καπετάνιου μὲ τὴν εὐλογία τοῦ μοναχοῦ Γρηγορίου ἀπὸ τὸ ναὸ τῆς Παναγίας τῆς Καταφιανῆς. Οἱ Τοῦρκοι προύχοντες, βλέποντας τὸ σταθερὸ φρόνημα τοῦ Ἀκακίου, κατάλαβαν πὼς μάταια κοπιάζουν, γι’ αὐτὸ καὶ ἀποφάσισαν τὴν θανάτωσή του.
Ἔτσι, «εἰς τόπον καλούμενον Δακτυλόπορταν», ὁ Ἅγιος Νεομάρτυρας Ἀκάκιος παρέδωσε τὸ πνεῦμά του διὰ τοῦ ξίφους τὸ 1816. Τὴν τρίτη ἡμέρα, σύμφωνα μὲ τὴν ἐπικρατοῦσα συνήθεια, ὁ μοναχὸς Γρηγόριος ἐξαγόρασε τὸ λείψανο τοῦ Μάρτυρος μὲ χρήματα ποὺ συγκέντρωσε ἀπὸ τοὺς παντοπῶλες τοῦ Γαλατᾶ καὶ τὸ μετέφερε στὴ νῆσο Πρίγκηπο, ὅπου ἐπιβιβάστηκαν στὸ πλοῖο μὲ τὸ ὁποῖο εἶχαν ἔλθει στὴν Κωνσταντινούπολη, μὲ προορισμὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Στὶς 9 Μαΐου ἀποβιβάσθηκαν στὸ λιμενίσκο τῆς μονῆς Ἰβήρων καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μετέφεραν τὸ τίμιο λείψανο στὴν Καλύβη τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ὅπου τὸ ἐνταφίασαν στὸ παρεκκλήσι τῶν ὁσιομαρτύρων Εὐθυμίου καὶ Ἰγνατίου μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμία τοῦ Ὁσιομάρτυρος.

Πηγή: http://vatopaidi.wordpress.com/2010/04/24

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Λυχνία τρίφωτος, κόσμῳ ἐδείχθητε, Ὁσιομάρτυρες, Χριστοῦ τρισάριθμοι, τὴν Ἐκκλησίαν ταῖς αὐγαῖς πυρσεύσοντες τῶν ἀγώνων, ἔνδοξε Εὐθύμιε, ἀφθαρσίας τὸ στέλεχος, ἱερὲ Ἰγνάτιε, ἐγκρατείας τὸ ἔσοπτρον, καὶ ῥόδον ἀκακίας Ἀκάκιε· ὅθεν ὑμᾶς ὑμνολογοῦμεν.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τῶν Ὁσίων σύμμορφοι, καὶ τῶν Μαρτύρων εἰκόνες, ἀληθῶς ἐδείχθητε, Ὁσιομάρτυρες θεῖοι· τούτων γάρ, τὰς ἀριστείας ὡς ὑπελθόντες, στέφανον, διπλοῦν εἰλήφατε ἐκ Κυρίου, Εὐθύμιε θεοφόρε, σὺν Ἰγνατίῳ καὶ Ἀκακίῳ ὁμοῦ.

Μεγαλυνάριον.
Τοὺς Ὁσιομάρτυρας τοῦ Χριστοῦ, Εὐθύμιον πάντες, καὶ Ἰγνάτιον τὸν κλεινόν, σὺν τῷ Ἀκακίῳ, ὑμνήσωμεν βοῶντες· Χαίρετε Ἐκκλησίας, νέα προπύργια.


Ὁ Ὅσιος Νικηφόρος ἐκ Χίου

Ὁ Ὅσιος Νικηφόρος γεννήθηκε στὰ Καρδάμυλα τῆς Χίου τὸ 1750 ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς καὶ τὸ κοσμικό του ὄνομα ἦταν Γεώργιος. Σὲ νεαρὴ ἡλικία οἱ γονεῖς του τὸν ἀφιέρωσαν στὴν Ἐκκλησία, γιὰ νὰ τὸν σώσουν ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τοῦ λοιμοῦ. Στὴν συνέχεια εἰσῆλθε στὴ Νέα Μονή, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Νικηφόρος. Διακρίθηκε γιὰ τοὺς μοναχικούς του ἀγῶνες, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν εὐφυΐα καὶ τὴ φιλομάθειά του. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, οἱ πατέρες τῆς Μονῆς τὸν ἔστειλαν στὴ Χώρα, γιὰ νὰ συνεχίσει τὶς σπουδές του, ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψη καὶ χειραγωγία τοῦ περίφημου διδασκάλου Νεοφύτου τοῦ Καυσοκαλυβίτου. Μετὰ τὴν ὁλοκλήρωση τῶν σπουδῶν του δίδαξε ὡς δάσκαλος στὴ σχολή, ὅταν σχολάρχης ἦταν ὁ Ἀθανάσιος ὁ Πάριος. Ἐκεῖ δίδαξε μέχρι τὸ 1802, ὁπότε ἀνέλαβε τὴν ἡγουμενία τῆς μονῆς καὶ συνέγραψε τὴν ἱστορία της. Λόγω τῆς ἀκαταστασίας στὴ μονὴ καὶ τῶν ποικίλων ἀντιδράσεων ὁρισμένων πατέρων, ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ αὐτὴν καὶ κατέφυγε στὸ Μεστά, στὸ μονύδριο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ὅπου μόναζε καὶ ὁ Ἰωσὴφ ἀπὸ τὰ Ἄγραφα.
Ὁ Ὅσιος Νικηφόρος κοιμήθηκε εἰρηνικὰ τὸ 1821.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
 

Ἡ Ἁγία Μαρία ἡ Νεομάρτυς

Ἡ καλλιπάρθενος Νεομάρτυς τῆς πίστεως Μαρία, ἡ ἐπονομαζόμενη Μεθυμοπούλα, γεννήθηκε στὴν Κάτω Φουρνὴ Μεραμβέλλου Κρήτης ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους. Τὴν Ἁγία ἀγάπησε ἕνας Τουρκαλβανὸς χωροφύλακας, ὁ ὁποῖος κατέβαλε κάθε προσπάθεια νὰ τὴν προσελκύσει στὸ μιαρὸ ἔρωτά του. Ὅσο ὅμως αὐτὸς προσπαθοῦσε, τόσο ἡ μακαρία Μαρία τὸν ἀποστρεφόταν. Ἔτσι ὁ ἀσεβὴς αὐτὸς ἄνδρας ἀποφάσισε νὰ φονεύσει τὴν Ἁγία. Ἀφοῦ τὴν βρῆκε μία ἡμέρα νὰ συλλέγει φύλλα γιὰ τὴν διατροφὴ τῶν μεταξοσκωλήκων, ἐπιτέθηκε ἐναντίον της καὶ τὴν ἔπληξε θανάσιμα στὴν καρδιά. Ἔτσι ἔλαβε ἡ πάγκαλος νύμφη τοῦ Κυρίου τὸ στέφανο τῆς ἀθλήσεως.
Ἡ Ἁγία Νεομάρτυς Μαρία φέρεται ὅτι μαρτύρησε κατὰ τὸ 1826.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
 


Τετάρτη 2 Μαΐου

Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου

Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος γεννήθηκε κατὰ τὸ ἔτος 295 μ.Χ. στὴν Ἀλεξάνδρεια ἀπὸ Χριστιανοὺς γονεῖς. Ἔτυχε ἐπιμελημένης ἐκπαιδεύσεως φιλοσοφικῆς καὶ θεολογικῆς. Κατὰ τὴ νεανική του ἡλικία συνδέθηκε μὲ τὸν Μέγα Ἀντώνιο καὶ ἀσκήτευσε μαζί του στὴν ἔρημο.
Στὴν ἀρχὴ χειροθετήθηκε ἀναγνώστης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ τὸ 318 μ.Χ. ἦταν ἤδη διάκονος. Τὸ ἔτος 325 μ.Χ. συνοδεύει τὸν γέροντα Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρο στὴ Νίκαια, ὅπου συγκλήθηκε ἡ Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, «τοῦ χοροῦ τῶν διακόνων ἡγούμενος». Ἐκεῖ, χάρη στὴ μόρφωσή του καὶ μάλιστα στὴ θερμουργὸ καὶ ἀκλόνητη πίστη του, ἀναδείχθηκε ἕνας ἀπὸ τοὺς θαρραλέους ἀγωνιστὲς κατὰ τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρείου. Μάλιστα δέ, ὅπως ἀποφάνθηκε ἡ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Σύνοδος τοῦ 399 μ.Χ., κυρίως ὁ Ἀθανάσιος «τὴν νόσον τοῦ Ἀρειανισμοῦ ἔστησεν». Κανένας, ἴσως, ἄλλος ἀπὸ τοὺς Πατέρες καὶ Διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας, τῆς περιόδου ἐκείνης, δὲν ἀντιμετώπισε τόσο σπουδαία ἐκκλησιαστικὰ καὶ θεμελιώδη προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἦταν τὰ περὶ Θεοῦ, κόσμου, ἀνθρώπου, δημιουργίας, τριαδολογίας, ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, σωτηρίας, χριστολογίας, πνευματολογίας, Οἰκουμενικῆς Συνόδου κ.ἄ.
Ἡ φήμη τοῦ Ἀθανασίου ἑδραιώθηκε τόσο πολὺ κατὰ τὴ Σύνοδο τῆς Νίκαιας, ὥστε μετὰ ἀπὸ λίγο, ὅταν πέθανε ὁ γέροντας Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρος († 17 Ἀπριλίου 328 μ.Χ.), ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Ἀλεξανδρείας πιθανότατα τὸν ἴδιο χρόνο.
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, κατὰ τὰ 46 ἔτη τῆς ἀρχιερατείας του, ὑπῆρξε ὁ στύλος τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ κατ’ ἐξοχὴν Πατὴρ τῆς Ὀρθοδοξίας. Μερίμνησε δραστήρια γιὰ τὴν ὀργάνωση τῆς Ἐκκλησίας του. Περιηγούμενος τὴν ἐπαρχία του, μετέβη στὴ Θηβαΐδα, τὴν Πεντάπολη, τὴν Κάτω Αἴγυπτο γιὰ νὰ δεῖ ἀπὸ κοντὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ ποιμνίου του, τὸ ὁποῖο τὸν ὑποδεχόταν παντοῦ μὲ ἐνθουσιασμό. Ἐγκαθιστοῦσε στὶς διάφορες πόλεις ἄξιους καὶ ἱκανοὺς Ἐπισκόπους, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸν Ἅγιο Φρουμέντιο († 30 Νοεμβρίου), τὸν ὁποῖο χειροτόνησε Ἐπίσκοπο Ἀξώμης.
Ὅμως, οἱ Ἀρειανοί, δημιούργησαν πολλὲς ταραχὲς καὶ ὀχλήσεις στὸν Ἅγιο, τὸν ὁποῖο συκοφαντοῦσαν. Ὁ Ἅγιος ἐξορίστηκε πέντε φορὲς καὶ διῆλθε περισσότερα ἀπὸ δεκαέξι χρόνια τῆς ἀρχιερατείας του στὴν ἐξορία. Ἐσύρθη κατ’ ἐπανάληψη ἀπὸ τοὺς Ἀρειανοὺς ἐνώπιον Συνόδων καὶ καθαιρέθηκε. Καταδιώχθηκε ἀπὸ αὐτοκράτορες, ὑπέφερε ἀνεκδιήγητες ταλαιπωρίες καὶ στερήσεις, εἶδε πολλοὺς ἀπὸ τοὺς συνεργάτες του νὰ ὑποκύπτουν στὶς πιέσεις καὶ τὴν βία τῶν Ἀρειανῶν καὶ τὸν Ἐπίσκοπο Ρώμης Λιβέριο (352 – 366 μ.Χ) νὰ ὑπογράψει ἀρειανικὸ ὅρο πίστεως, γιὰ νὰ ἀποφύγει τὴν ἐξορία. Ἦλθαν στιγμές, κατὰ τὶς ὁποῖες ὁ χριστιανικὸς κόσμος φαινόταν ἀντίθετος πρὸς τὸν Ἅγιο, ἀλλὰ αὐτὸς ποτὲ δὲν κάμφθηκε καὶ ἀγωνιζόταν γιὰ τὴν ἀλήθεια.
Ἀφορμὴ γιὰ τὶς διώξεις κατὰ τοῦ Ἁγίου, ἔδωσε ἡ ἄρνησή του νὰ ἀποκαταστήσει στὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία τὸν ὑπὸ τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καθαιρεθέντα Ἄρειο, ὁ ὁποῖος παρουσιαζόταν ὑποκριτικὰ ὡς ἀποδεχόμενος τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία. Ὅταν ὁ Ἄρειος ἀνακλήθηκε ἀπὸ τὴν ἐξορία ὑπέβαλε τὸ 330 ἢ 331 μ.Χ. ὁμολογία πίστεως, στὴν ὁποία ἀπέφυγε ἐπιμελῶς νὰ ἀναφέρει τὶς ἀρειανικὲς ἐκφράσεις. Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος εἶδε τὴν ἀπάτη καὶ τὸ δόλο τοῦ Ἀρείου καὶ ἀρνήθηκε κατηγορηματικὰ νὰ δεχθεῖ σὲ κοινωνία τὸν Ἄρειο παρὰ τὴ διαταγὴ τοῦ αὐτοκράτορα Μεγάλου Κωνσταντίνου. Μετὰ τὴν ἄρνηση τοῦ Ἁγίου, οἱ ἐχθροί του ἄρχισαν νὰ ὀργανώνουν συστηματικὰ τὸν κατ’ αὐτοῦ ἀγώνα. Ὁ Μέγας Κωνσταντίνος, ἂν καὶ τιμοῦσε τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο γιὰ τὸ ἦθος καὶ τὸ θάρρος του, παρασύρθηκε τελικὰ ἀπὸ τὶς συνεχεῖς ἐναντίον του μηχανορραφίες τῶν Ἀρειανῶν καὶ διέταξε τὴ σύγκλιση Συνόδου στὴν Καισάρεια, τὸ 335 μ.Χ., μὲ σκοπὸ τὴν ἐξέταση τῶν κατηγοριῶν κατὰ τοῦ Ἀθανασίου. Ἡ Σύνοδος τελικὰ συγκλήθηκε στὴν Τύρο τῆς Φοινίκης. Ὁ Ἀθανάσιος συνῆλθε στὴ Σύνοδο, στὴν ὁποία παρέστησαν 60 Ἀρειανοὶ Ἐπίσκοποι. Οἱ κατηγορίες δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ σταθοῦν παρὰ τὰ ἐφευρήματα τῶν αἱρετικῶν. Ἐπειδή, ὅμως, ἔγινε ἀντιληπτὸ ὅτι οἱ ἐχθροί του Ἀθανασίου ζητοῦσαν νὰ τὸν φονεύσουν, οἱ ἄνθρωποι τοῦ βασιλέως, ποὺ εἶχαν ἐπιφορτισθεῖ τὴν τήρηση τῆς τάξεως καὶ τῆς εἰρήνης, τὸν φυγάδευσαν κρυφά. Ἔτσι κατέφυγε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ζήτησε νὰ δεῖ τὸν αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος λόγω τῶν διαβολῶν, ἀρνήθηκε νὰ τὸν δεχθεῖ σὲ ἀκρόαση καὶ διέταξε τὴν ἐξορία του στὴ Γαλατία. Ἐπανῆλθε στὴν ἕδρα του μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, στὶς 23 Νοεμβρίου 337 μ.Χ. Πλὴν ὅμως καὶ πάλι οἱ ἐχθροί του ἄρχισαν τὶς κατ’ αὐτοῦ διαβολὲς καὶ συκοφαντίες. Τότε ὁ Ἀθανάσιος συγκάλεσε Σύνοδο στὴν Ἀλεξάνδρεια, τὸ 339 μ.Χ στὴν ὁποία ἔλαβαν μέρος 100 Ἐπίσκοποι. Οἱ ἐχθροί του τότε, συγκρότησαν ἀρειανικὴ Σύνοδο στὴν Ἀντιόχεια, ἡ ὁποία τὸν καθαίρεσε καὶ ὅρισε ὡς Ἐπίσκοπο Ἀλεξανδρείας τὸν Εὐσέβιο τὸν Ἐμισηνό, ἀντ’ αὐτοῦ δέ, ἐπειδὴ δὲν ἀποδέχθηκε τὴν ἐκλογή, τὸν Καππαδόκη Γρηγόριο, ὁ ὁποῖος ἐγκαταστάθηκε στὴν Ἀλεξάνδρεια διὰ τῆς βίας μετὰ τὴν ἀπομάκρυνση τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου.
Τότε ὁ Ἅγιος κατέφυγε στὴ Ρώμη, ὅπου εὑρίσκονταν καὶ ἄλλοι ἐξόριστοι ἱερεῖς καὶ Ἐπίσκοποι. Ἐκεῖ, τὸν δέχθηκαν ὅλοι μὲ τιμὴ καὶ ἀναγνώρισαν τοὺς ἀγῶνες του ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἔτσι, ὁ Πάπας Ἰούλιος συγκάλεσε, τὸ ἔτος 341 μ.Χ., Σύνοδο, ἡ ὁποία ἀναγνώρισε τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο ὡς κανονικὸ Ἐπίσκοπο Ἀλεξανδρείας καὶ τὸν κήρυξε ἀθῶο ἀπὸ ὅλες τὶς κατηγορίες τῶν ἐχθρῶν του.
Ὅταν τὸ 345 μ.Χ. πέθανε ὁ Ἀλεξανδρείας Γρηγόριος, κατόπιν ὑποδείξεως τοῦ Κώνσταντος, ὁ αὐτοκράτορας Κωνστάντιος ἀνακάλεσε τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο ἀπὸ τὴν ἐξορία. Ὁ Ἅγιος ἐπέστρεψε γενόμενος δεκτὸς θριαμβευτικὰ ἀπὸ τὸ ποίμνιό του. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ τὴ φορὰ μόνο γιὰ λίγο ἔμεινε ἀδιατάρακτος στὴν ἕδρα του, διότι μετὰ τὴν δολοφονία τοῦ Κώνσταντος, τὸ ἔτος 350 μ.Χ., ὁ Κωνστάντιος, πεισθεὶς σὲ νέες διαβολὲς καὶ πιέσεις τῶν φίλων τῶν Ἀρειανῶν, καταδίκασε συνοδικῶς τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο. Ἀπέστειλε μάλιστα καὶ στρατιῶτες, γιὰ νὰ τὸν συλλάβουν τὴν νύκτα τῆς 9ης Φεβρουαρίου 356 μ.Χ., ἐνῶ τελοῦσε παννυχίδα μὲ πλῆθος πιστῶν στὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Θεωνᾶ. Ὁ Ἅγιος φυγαδεύτηκε στὴν ἔρημο, ὅπου παρέμεινε ἕξι χρόνια, παρακολουθώντας τὶς κινήσεις καὶ ἐνέργειες τῶν Ἀρειανῶν καὶ στηρίζοντας τοὺς κλονιζόμενους Χριστιανούς.
Τέλος, ἐπὶ αὐτοκράτορα Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (361 – 363 μ.Χ.) μπόρεσε νὰ ἐπανέλθει στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ νὰ συγκροτήσει Σύνοδο ἡ ὁποία ἀποτέλεσε σημαντικότατο σταθμὸ στὴν ἱστορία τῶν ἀγώνων τῆς Ὀρθοδοξίας κατὰ τοῦ Ἀρειανισμοῦ.
Οἱ διωγμοὶ συνεχίστηκαν καὶ ἐπὶ αὐτοκράτορα Οὐάλη, ποὺ ἐξόρισε τὸν Ἅγιο. Φοβούμενος ὅμως ἐξέγερση τοῦ λαοῦ τῆς Ἀλεξανδρείας, ἀναγκάσθηκε νὰ ἀνακαλέσει τὸν Ἅγιο ἀπὸ τὴν ἐξορία.
Ἀγωνιζόμενος γιὰ τὴν ὀρθόδοξη πίστη μέχρι τὸ τέλος τοῦ βίου του, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη στὶς 2 Μαΐου 373 μ.Χ., σὲ ἡλικία 75 ἐτῶν, ἀφοῦ κατεκόσμησε τὸ θρόνο τῆς Ἀλεξανδρείας.
Ἡ Ἐκκλησία πολὺ νωρὶς τοῦ ἀπένειμε τὸν τίτλο τοῦ Μεγάλου Πατρὸς αὐτῆς. Εἶναι ἐκεῖνος ποὺ διαισθάνθηκε καὶ ἀντιλήφθηκε ἄριστα τὶς λεπτεπίλεπτες σχέσεις ἀλληλεξαρτήσεως τῶν ἐπὶ μέρους ἀληθειῶν τῆς πίστεως, οἱ ὁποῖες στὴ σκέψη του ἀποτελοῦν τμήματα μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἀλήθειας, ὥστε ἡ πλάνη περὶ τὴν μία ἐπὶ μέρους ἀλήθεια, νὰ συνεπάγεται ἀναπότρεπτα τὴν ἀνατροπὴ ὁλόκληρου τοῦ συστήματος τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας καὶ τὴν δημιουργία αἱρέσεως.
Ἀλλὰ ὁ Ἅγιος καὶ μὲ τὸν καθόλου βίο του, ἀπέδειξε τὸ ἐνάρετο καὶ τὸ εὐσεβές του ἤθους αὐτοῦ σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε τὸ ὄνομά του νὰ ἀποβεῖ ταυτόσημο πρὸς τὴν ἀρετή. Γι’ αὐτὸ λέγει ἐπιγραμματικὰ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνὸς : «Ἀθανάσιον ἐπαινῶν, ἀρετὴν ἐπαινέσομαι· ταὐτὸν γὰρ ἐκεῖνόν τε εἰπεῖν καὶ ἀρετὴν ἐπαινέσαι». Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος συνεχίζοντας παρατηρεῖ ὅτι ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἔγινε κατ’ ἐξοχὴν δέκτης τοῦ θείου φωτισμοῦ, ἔφθασε σὲ ὕψος βιβλικῶν προσώπων καὶ ἴσως μάλιστα κάποια ἀπὸ αὐτὰ νὰ ὑπερέβαλε, γιατί κυριολεκτικὰ ἑνώθηκε καὶ ἔγινε ἕνα μὲ τὸ θεῖο φῶς. Καὶ ἔτσι μόνο κατόρθωσε νὰ ἀντιμετωπίσει τὶς μεγάλες κακοδοξίες τῶν αἱρετικῶν τῆς ἐποχῆς του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Στῦλος γέγονας, Ὀρθοδοξίας, θείοις δόγμασιν, ὑποστηρίζων, τὴν Ἐκκλησίαν, Ἱεράρχα Ἀθανάσιε· τῷ γὰρ Πατρὶ τὸν Υἱὸν ὁμοούσιον, ἀνακηρύξας κατῄσχυνας Ἄρειον. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Ὀρθοδοξίας φυτεύσας τὰ δόγματα, κακοδοξίας ἀκάνθας ἐξέτεμες, πληθύνας τὸν σπόρον τῆς πίστεως, τῇ ἐπομβρίᾳ τοῦ Πνεύματος Ὅσιε· διό σε ὑμνοῦμεν Ἀθανάσιε.

Μεγαλυνάριον.
Τῆς Ὀρθοδοξίας σάλπιγξ χρυσῆ, ὤφθης Ἱεράρχα, ὁμοούσιον τῷ Πατρί, τὸν Υἱὸν κηρύττων, καὶ Πνεύματι Ἁγίῳ· διό σε Ἀθανάσιε μεγαλύνομεν.


Οἱ Ἅγιοι Ἕσπερος καὶ Ζωὴ οἱ Μάρτυρες καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν Κυριάκος καὶ Θεόδουλος

Κατὰ τὶς ἡμέρες τοῦ βασιλέως Ἀδριανοῦ (117 – 138 μ.Χ.) ἄρχισε καὶ πάλι ἡ δίωξη τῶν Χριστιανῶν. Ἐκείνη τὴν περίοδο μαρτύρησε καὶ ἡ Ἁγία Ζωὴ μὲ τὸν ἄνδρα της Ἕσπερο καὶ τὰ παιδιά της Κυριάκο καὶ Θεόδουλο, ποὺ κατάγονταν ἀπὸ τὴν Πισιδία.
Οἱ Ἅγιοι εἶχαν ἀγορασθεῖ ὡς δοῦλοι ἀπὸ τὸν Ρωμαῖο συγκλητικὸ Κάτλο καὶ τὴν γυναῖκα του Τετραδία, ποὺ κατοικοῦσαν στὴν Ἀττάλεια τῆς Παμφυλίας. Βλέποντας οἱ ἄρχοντες τὶς θυσίες τῶν ἀρχόντων στὰ εἴδωλα παρατηροῦσαν τὴν μάταιη λατρεία αὐτῶν καὶ πρόσεχαν πολὺ μήπως καὶ ἡ τροφὴ ποὺ τοὺς πρόσφεραν ἦταν ὑπολείμματα ἀπὸ εἰδωλολατρικὲς θυσίες.
Στὸ Συναξάρι τους ἀναφέρεται ὅτι ἡ Ἁγία Ζωὴ πήγαινε τὸ βράδυ στὸν φρουρὸ ποὺ φύλαγε τὸ ἀνάκτορο τῶν ἀρχόντων καὶ τοῦ ἔλεγε νὰ πάει νὰ κοιμηθεῖ, γιατί ἦταν κουρασμένος καὶ τὸν ἀναπλήρωνε στὰ καθήκοντά του. Ἔξω ὅμως ἀπὸ τὶς πύλες τοῦ ἀρχοντικοῦ ἦταν σκυλιὰ τὰ ὁποία κατασπάρασσαν ὅποιον φτωχὸ πήγαινε νὰ ζητήσει βοήθεια καὶ εὐποιία. Ἡ Ἁγία Ζωὴ ἔπαιρνε ψωμὶ ποὺ τῆς ἔδιναν γιὰ τὴν καθημερινὴ συντήρηση τῆς οἰκογένειάς της, ἔριχνε λίγο στὰ σκυλιὰ γιὰ νὰ σωπάσουν, καὶ τὸ ὑπόλοιπο τὸ μοίραζε στοὺς φτωχούς, λέγοντάς τους:
«Νὰ γίνετε Χριστιανοί, Χριστοῦ δοῦλοι, διότι μόνο Ἐκεῖνος εἶναι ὁ Σωτῆρας τοῦ κόσμου».
Ἔτσι λοιπὸν ἔπραττε ἡ Ἁγία Ζωὴ διδάσκοντας καὶ τὰ παιδιά της. Ὁ δὲ σύζυγός της Ἕσπερος ἀπεστάλη ἀπὸ τὸν ἄρχοντα Κάτλο στὴν πόλη Τριτόνιο, ὡς ἐπίτροπος αὐτοῦ καὶ ζοῦσε ἐκεῖ. Ὁ Κάτλος ἔμαθε ὅμως ὅτι ἡ οἰκογένεια τοῦ Ἑσπέρου καὶ τῆς Ζωῆς ἦταν Χριστιανοὶ καὶ ταράχθηκε ἡ διάνοιά του. Ἐπειδὴ ἡ σύζυγός του Τετραδία ἦταν ἔγκυος, ἀνέμενε τὴν γέννηση τοῦ βρέφους καὶ ἐπιθυμοῦσε νὰ προσφέρει θυσίες στὴ θεὰ Τύχη, ἐνέβαλε τὸ θέμα καὶ τοὺς ἀπέστειλε στὸ Τριτόνιο, ἐκεῖ ὅπου ἦταν ὁ Ἕσπερος.
Ὅταν γεννήθηκε τὸ παιδὶ τοῦ Κάτλου καὶ θυσίαζαν γι’ αὐτὸ στὴ θεὰ Τύχη, ὁ Κάτλος ἀπέστειλε στὸν Ἕσπερο καὶ τὴν οἰκογένειά του, κρασὶ καὶ κρέατα. Ἡ δὲ Ἁγία Ζωή, μόλις εἶδε τὰ εἰδωλόθυτα, ἀτένισε στὸν οὐρανὸ καὶ εἶπε: «Θεέ, καρδιογνῶστα, ἀληθινέ, αἰώνιε, βοήθησέ μας, διότι δὲν ἔχουμε κανένα πλήν Σοῦ καὶ τοῦ Υἱοῦ Σου». Καὶ ἔριξε στὰ σκυλιὰ τὰ μολυσμένα κρέατα καὶ ἔχυσε τὸ κρασί.
Ὅταν ὁ Κάτλος πληροφορήθηκε τὸ γεγονὸς θύμωσε καὶ διέταξε νὰ ὁδηγήσουν ἀμέσως ἐνώπιόν του τὴν Ἁγία Ζωή, τὸν ἄνδρα αὐτῆς καὶ τὰ παιδιά της. Βλέποντας ὁ ἡγεμόνας τὴν ἔνσταση τῶν Ἁγίων καὶ τὴν ἀμετάθετη πίστη τους πρὸς τὸν Χριστό, γέμισε ἡ καρδιά του ἀπὸ ὀργὴ καὶ ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τοῦ διαβόλου. Ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τοὺς βάλουν σὲ φοῦρνο ἀσφαλισμένο ἀπὸ παντοῦ, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν ἀναπνέουν κὰν καὶ τὸ μαρτύριο νὰ εἶναι μεγαλύτερο καὶ φρικτότερο. Μέσα στὴν φωτιὰ οἱ Ἅγιοι δοξολογοῦσαν τὸ Ὄνομα τοῦ Ἁγίου Θεοῦ, ὅπως οἱ Ὅσιοι Παῖδες στὴν κάμινο ἐπὶ Ναβουχοδονόσορος.
Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα ἦλθαν στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου ὁ Κάτλος καὶ οἱ στρατιῶτες του, ποὺ ἄκουγαν ψαλμωδίες μέσα ἀπὸ τὸν φοῦρνο. Ἄρχισαν νὰ ἀναρωτιοῦνται ἀπὸ ποὺ ἔβγαινε αὐτὸ ὁ ἦχος τοῦ πλήθους. Νόμισαν ὅτι ἄνθρωποι εἶχαν εἰσέλθει μέσα στὸν φοῦρνο καὶ ἀμέσως τὸν κύκλωσαν, γιὰ νὰ τοὺς συλλάβουν. Μόλις ἄνοιξαν τὸν φοῦρνο δὲν βρῆκαν τίποτα καὶ δὲν εἶδαν κανένα, παρὰ μόνο τὰ τίμια λείψανα τῶν Ἁγίων Μαρτύρων ποὺ κείτονταν κατὰ ἀνατολὰς σὰν νὰ ἐκοιμοῦντο.
Ἔτσι μαρτύρησαν οἱ Ἅγιοι Ζωὴ καὶ Ἕσπερος καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν, ἀφοῦ νίκησαν τὸ δόλιο καὶ ἐνάντιο διάβολο καὶ τοὺς παρανόμους εἰδωλολάτρες αὐτοῦ.
Ναὸ στὴν Μάρτυρα Ζωὴ ἀνήγειρε ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανὸς (527 – 565 μ.Χ.), κοντὰ στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Ἄννας στὸ Δεύτερον τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ βασιλέας Βασίλειος Α’ (867 – 886 μ.Χ.) τὸν ἀνοικοδόμησε ἐκ βάθρων, διότι εἶχε πέσει.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx


Ὁ Ἅγιος Βόρις – Μιχαὴλ ὁ Ἱσαπόστολος ὁ πρίγκιπας καὶ Φωτιστῆς τοῦ Βουλγαρικοῦ λαοῦ

Ὁ Ἅγιος Ἰσαπόστολος τσάρος Βόρις, ὁ μετονομασθεῖς Μιχαήλ, ἦταν βασιλέας τῆς Βουλγαρίας καὶ γιὰ τὸ ἱεραποστολικό του ἔργο εἶχε προφητεύσει ὁ θεῖος του Ἅγιος Μποϋάν († 28 Μαρτίου).
Μόλις ἀνῆλθε στὸ θρόνο, διαδεχόμενος κατὰ πᾶσα πιθανότητα τὸν Πρεσσιάμ, ἔδειξε ὅτι εἶχε συνείδηση τῶν σκοπῶν του καὶ τῶν μέσων τῆς ἐπιτεύξεώς τους. Ὅμως τὰ πρῶτα χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ Βόριδος, σημαδεύτηκαν ἀπὸ ἀνεπιτυχεῖς ἐκστρατεῖες κατὰ τῶν Κροατῶν καὶ τῶν Σέρβων. Κατόπιν ὅμως διὰ πολιτικῶν ἐνεργειῶν καὶ πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων πέτυχε μερικὲς ἐδαφικὲς ἐπεκτάσεις πρὸς τὰ βορειοδυτικά, ὅταν κατέλαβε καὶ τὴν Ἀχρίδα καὶ πρὸς τὰ νοτιοανατολικά.
Κατὰ τὴν διάρκεια μιᾶς μάχης, ἀπὸ τὶς πολλὲς μεταξὺ τῶν Βουλγάρων καὶ τῶν Ἑλλήνων, αἰχμαλώτισε τὸν ἐπιφανὴ σύμβουλο Θεόδωρο Κουφαρᾶ, ὁ ὁποῖος εἶχε γίνει μοναχός. Ἦταν ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ποὺ φύτεψε τὸν σπόρο τοῦ Εὐαγγελίου στὴν ψυχὴ τοῦ Βουλγάρου τσάρου. Σὲ μία ἀπὸ τὶς ἐκστρατεῖες τῶν Ἑλλήνων, ἡ νεότερη ἀδελφὴ τοῦ τσάρου αἰχμαλωτίσθηκε ἀπὸ τὸν Λέοντα τὸν Ἀρμένιο καὶ γαλουχήθηκε μὲ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη στὴν αὐλὴ τοῦ Βυζαντινοῦ αὐτοκράτορος. Ὅταν ὁ Θεόφιλος πέθανε, ὁ τσάρος Βόρις ἀποφάσισε νὰ ἐκμεταλλευθεῖ αὐτὴ τὴν περίσταση, γιὰ νὰ ἐκδικηθεῖ τοὺς Ἕλληνες γιὰ προηγούμενες ἧττες. Ἔτσι καὶ κάτω ἀπὸ τὴν ἐντύπωση τῆς βυζαντινῆς λάμψεως φιλοδόξησε νὰ καταλάβει τὸ Βυζάντιο. Τὸ 853 μ.Χ. ὁ Βόρις νόμισε ὅτι ἦταν δυνατὸν νὰ ἐπωφεληθεῖ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸν θρόνο τοῦ Βυζαντίου κυβερνοῦσε ἡ Θεοδώρα καὶ κήρυξε ἀπότομα πόλεμο. Λέγουν μάλιστα ὅτι ἡ Θεοδώρα ἀπάντησε σὲ αὐτόν: «Ἂν ἐπιτεθεῖς κατὰ τῆς χώρας μου, θὰ σὲ ἀντιμετωπίσω ἐλπίζουσα τὴ νίκη. Ἂν ὅμως νικηθῶ, δὲν θὰ εἶναι μεγάλη ἡ δόξα γιὰ σένα ὅτι νίκησες γυναῖκα».
Ἡ θαρραλέα αὐτὴ ἀπάντηση ἄρεσε στὸν Βούλγαρο μονάρχη καὶ δέχθηκε νὰ διαπραγματευθεῖ. Ἄλλωστε, καθὼς ἡ πεῖνα καὶ ἡ πανώλη περιστοίχιζαν τὴν χώρα, ἡ Βουλγαρία ἀντιμετώπισε τρομερὲς δυσκολίες. Ὁ Βόρις εἶδε τὴ σωτηρία τῆς χώρας του, ἡ ὁποία βρισκόταν στὸ σκοτάδι ἐξαιτίας τῆς εἰδωλολατρίας, στὴν Ὀρθόδοξη πίστη. Ἔτσι ὁ τσάρος Βόρις συμφώνησε σὲ μία συνθήκη εἰρήνης. Ὁ Θεόδωρος Κουφαρᾶς ἀνταλλάχθηκε μὲ τὴν Βουλγάρα πριγκίπισσα, ἡ ὁποία κατήχησε τὸν Βόριδα ἀναδεικνύοντας τὴν οἰκτρότητα τῶν εἰδώλων καὶ τὸ ὕψος τῆς διδασκαλίας τοῦ Θεανθρώπου. Ἔτσι, πρὸς τὸ τέλος τοῦ 864 μ.Χ. ἢ στὶς ἀρχὲς τοῦ 865 μ.Χ., βαπτίσθηκε ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Ἰωσὴφ καὶ μετονομάσθηκε Μιχαήλ.
Ἀμέσως κατηχητὲς ἐστάλησαν παντοῦ πρὸς φωτισμὸ καὶ βάπτισμα τοῦ λαοῦ. Ὁ Πατριάρχης Φώτιος, μετὰ ἀπὸ αἴτηση τοῦ Ἁγίου Μιχαήλ, ἀπέστειλε στὴν Βουλγαρία πολλοὺς κατηχητές. Ὁ Μιχαὴλ ζήτησε ἀκόμη, ὄχι μόνο Ἀρχιεπισκόπους καὶ Ἐπισκόπους, ἀλλὰ καὶ τὴν ἵδρυση Πατριαρχείου. Φιλοδοξοῦσε νὰ περιβληθεῖ ὁ θρόνος του μὲ τὴν ἴδια πολιτική, στρατιωτικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ λαμπρότητα, μὲ τὴν ὁποία ἐπιδεικνυόταν ὁ αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου. Ὁ ἱερὸς Φώτιος ἀπέφυγε κάτι τέτοιο καὶ ὁ Μιχαὴλ στράφηκε πρὸς τῆς Ρώμη. Ὁ Πάπας Νικόλαος ἀπέφυγε καὶ αὐτὸς νὰ συντελέσει στὴν ἵδρυση αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας, διότι φοβόταν τὴν ἀφομοίωσή της μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καὶ διότι ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν Αὐτοκέφαλων Ἐκκλησιῶν ἦταν ἀντίθετος πρὸς τὴν καισαρικὴ ἀντίληψη περὶ ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας τοῦ Βατικανοῦ. Ἔστειλε μόνο δύο Ἐπισκόπους, τὸν Φορμόζο ντὲ Πόρτο καὶ τὸν Παῦλο τῆς Ποπουλανίας καὶ ἀπάντησε σὲ 106 δογματικὰ καὶ ἄλλα ἐκκλησιαστικὰ ἐρωτήματά του, στὰ ὁποῖα καὶ ὁ ἱερὸς Φώτιος, ἀφοῦ ἐρωτήθηκε, ἀπάντησε.
Κατὰ τὸ 888 μ.Χ. ὁ Ἅγιος Βόρις-Μιχαὴλ παραιτήθηκε ἀπὸ τὸν θρόνο καὶ εἰσῆλθε σὲ μοναστήρι, ἀφήνοντας τὸ βασίλειό του στοὺς υἱούς του, Βλαδίμηρο καὶ Συμεών. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Βλαδίμηρος, ὁ ὁποῖος τὸν εἶχε διαδεχθεῖ, εἶχε ἀποκηρύξει τὸν Χριστιανισμὸ καὶ ἐργαζόταν μαζὶ μὲ τοὺς βογιάρους γιὰ τὴν ἐκρίζωσή του, ὁ Ἅγιος Βόρις – Μιχαὴλ ἐπανῆλθε, συνέλαβε καὶ τιμώρησε τὸν υἱό του. Ἀφοῦ ἔδωσε τὸν θρόνο στὸ νεότερο υἱό του, τὸν Συμεών, ἐπέστρεψε στὸ μοναστήρι.
Ὁ Ἅγιος Βόρις – Μιχαὴλ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 907 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx


Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πατελλάριος

Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος Γ’, ὁ Πατελλάριος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, καταγόταν ἀπὸ τὸ Ρέθυμνο τῆς Κρήτης. Ἐξελέγη Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης καὶ ἀργότερα, ὅταν ὁ Πατριάρχης Κύριλλος ὁ Λούκαρις ἐξορίστηκε στὴν Τένεδο, ὁ Ἀθανάσιος ἀνῆλθε στὸν Πατριαρχικὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὸ Μάρτιο τοῦ 1634. Μετὰ ὅμως σαράντα ἡμέρες ἐκδιώχθηκε καὶ στὸν θρόνο ἐπανῆλθε ὁ Κύριλλος ὁ Λούκαρις. Ὁ Ἀθανάσιος ἔγινε καὶ πάλι Πατριάρχης τὸ 1651, ἀλλὰ μόνο γιὰ δεκαπέντε ἡμέρες ὅταν, ὑποκύπτοντας στὴν ἀντίδραση τῶν Μητροπολιτῶν, ἐξαναγκάσθηκε σὲ παραίτηση καὶ ἀπῆλθε στὸ Γαλάζιον καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴ Ρωσία. Ἐκεῖ ἔγινε εὐμενῶς δεκτὸς στὴ Μόσχα καὶ τέλος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη στὴν πόλη τῆς Λούβνας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
 


Πέμπτη 3 Μαΐου

Οἱ Ἅγιοι Τιμόθεος καὶ Μαύρα οἱ Μάρτυρες

Ὁ Ἅγιος Τιμόθεος καὶ ἡ σύζυγός του Ἁγία Μαύρα ἦταν ένα ἁγιασμένο ζευγάρι, ποὺ ζοῦσε σὲ κάποιο μικρὸ χωριὸ τῆς Θηβαΐδος, στὴν Αἴγυπτο, κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 3ου αἰῶνος μ.Χ.
Ὁ Ἅγιος Τιμόθεος ξεχώριζε ἀπὸ τοὺς ἄλλους συμπολίτες του γιὰ τὴν μεγάλη εὐσέβειά του καὶ τὴν ἐπίδοση ποὺ εἶχε στὰ ἱερὰ γράμματα. Τοὺς τὰ διάβαζε στὸ σπίτι του ἢ στὴν ἐκκλησία καὶ ξεδιψοῦσε τὶς ψυχές τους μὲ τὸ ἀθάνατο νερὸ τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ.
Ἐπιβραβεύοντας αὐτὸ τὸ ζῆλο του, ὁ Ἐπίσκοπος τῆς Θηβαΐδος τὸν χειροθέτησε ἀναγνώστη, τοποθετώντας τον ἔτσι στὸ προστάδιο τῶν κληρικῶν. Ὅμως, ἀντὶ ἐκείνου τοῦ σταδίου, ἡ Θεία Πρόνοια τὸν εἰσήγαγε σὲ ἕνα ἄλλο. Στὸ ὑψηλότερο ἀπὸ ὅλα, δηλαδὴ στὴν κορυφὴ τοῦ Γολγοθᾶ, ποὺ εἶναι στολισμένη ἀπὸ τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ.
Ἐκεῖνο ἀκριβῶς τὸν καιρό, δὲν εἶχαν περάσει οὔτε εἴκοσι ἡμέρες ποὺ ὁ Τιμόθεος εἶχε νυμφευθεῖ τὴ Μαύρα, ἐνῷ ὅλοι χαίρονταν γιὰ τὸν ἁρμονικὸ αὐτὸ γάμο, κάποιοι φθονεροὶ χωρικοὶ τοὺς διέβαλαν στὸν εἰδωλολάτρη ἡγεμόνα τῆς Θηβαΐδος, Ἀρριανό. Ὁ Ἀρριανὸς διέταξε τὸν Ἅγιο Τιμόθεο νὰ παρουσιασθεῖ ἐνώπιόν του. Τὸν ἀνέκρινε. Καὶ βλέποντας τὴν ἀκλόνητη πίστη του, πρόσταξε νὰ τὸν φυλακίσουν καὶ νὰ τὸν βασανίσουν, μὲ τὴν ἐλπίδα πὼς θὰ τοῦ συνέτριβε τὸ φρόνημα. Μάταιος κόπος.
Σὰν εἶδε πὼς δὲν μποροῦσε μὲ τίποτα πιὰ νὰ ἀλλάξει τὴν πίστη τοῦ Μάρτυρος, ὁ τύραννος σκέφθηκε νὰ φέρουν τὴ γυναίκα του, Μαύρα, περιμένοντας πὼς ἐκείνη μὲ τὰ καλοπιάσματά της, θὰ τὸν λυγίσει. Ὅταν ἡ Ἁγία Μαύρα παρουσιάσθηκε μπροστὰ στὸν ἡγεμόνα, ἐκεῖνος τῆς εἶπε: «Ἄκουσα, Μαύρα, πὼς δὲν πέρασαν οὔτε εἴκοσι ἡμέρες ποὺ στεφανώθηκες τὸν ἄνδρα σου. Τὰ λεμονάνθια εἶναι ἀκόμα δροσερὰ στὰ νέα καὶ ὄμορφα κεφάλια σας καὶ εἶναι κρίμα νὰ σταθεῖ ἡ πίστη του ἐμπόδιο στὸ νὰ χαρεῖτε τὴ ζωὴ μαζί. Πήγαινε λοιπόν, ὅπως εἶσαι στολισμένη, νὰ τὸν πείσεις νὰ ἔλθει στὰ λόγια μου καὶ νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα».
Ἡ Ἁγία Μαῦρα ὑποσχέθηκε νὰ ἐπισκεφθεῖ στὴ φυλακὴ τὸν σύζυγό της καὶ νὰ τοῦ μιλήσει. Πῆγε ὅμως, ὄχι νὰ τὸν βγάλει ἀπὸ τὴν πίστη, ἀλλὰ νὰ τὸν στηρίξει σὲ αὐτὴν καὶ νὰ στηριχθεῖ καὶ ἡ ἴδια ἀπὸ τὰ λόγια του, γιὰ ὅσα ἔμελλε καὶ ἐκείνη, ὕστερα ἀπὸ λίγο, νὰ ὑποφέρει γιὰ τὴν δόξα τοῦ Χριστοῦ. Γυρίζει λοιπὸν στὸν ἡγεμόνα καὶ ὁμολογεῖ πὼς καὶ αὐτὴ εἶναι Χριστιανή, ἕτοιμη νὰ μαρτυρήσει. Ὁ Ἀρριανὸς ἔγινε ἔξαλλος. Δίνει ἐντολὴ νὰ βασανίσουν τὴν Ἁγία μὲ φρικώδη βασανιστήρια. Ἀλλὰ ἡ Μάρτυς πέρασε ὅλες τὶς φρικτὲς δοκιμασίες μὲ ἀπτόητο θάρρος.
Στὸ τέλος, ὁ μιαρὸς Ἀρριανὸς προστάζει νὰ καρφώσουν σὲ σταυροὺς τὸν Τιμόθεο καὶ τὴν Μαύρα. Τοὺς σταύρωσαν τὸν ἕνα δίπλα στὸν ἄλλο, γιὰ νὰ εἶναι ὁ πόνος τους πιὸ μεγάλος. Ἀλλὰ καὶ ἐσταυρωμένοι οἱ δύο νεαροὶ σύζυγοι, οἱ Ἅγιοι Τιμόθεος καὶ Μαύρα, ἀντικριστὰ ἐπάνω στὰ ξύλα, εὐχαριστοῦσαν τὸν Θεό, ποὺ τοὺς ἀξίωνε νὰ ἔχουν τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς τους ὅμοιο μὲ ἐκεῖνο τοῦ Υἱοῦ Του. Ἔτσι, λοιπόν, πάνω στὸν σταυρὸ παρέδωσαν στὸν Κύριο τὶς ἁγνές τους ψυχὲς καὶ εἰσῆλθαν στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς ζεῦγος ὁμόζυγον, καὶ ξυνωρὶς θαυμαστή, Τιμόθεε πάνσοφε, καὶ Μαύρα νύμφη Χριστοῦ, ἐνθέως ἠθλήσατε· σύμμορφοι γὰρ ὀφθέντες, τῶν παθῶν τοῦ Κυρίου, δόξης ἀκατάλυτου, ἠξιώθητε ἄμφω, πρεσβεύοντες τῷ Σωτῆρι, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τοὺς πολυτρόπους αἰκισμοὺς ἐνεγκόντες, καὶ τοὺς στεφάνους ἐκ Θεοῦ εἰληφότες, ὑπὲρ ἡμῶν πρεσβεύσατε πρὸς Κύριον, μνήμην τὴν πανίερον, τὴν ὑμῶν ἐκτελούντων, μέγιστε Τιμόθεε, καὶ ἀοίδιμε Μαύρα, τοῦ εἰρηνεῦσαι πόλιν καὶ λαόν· αὐτός ἐστι γάρ, πιστῶν τὸ κραταίωμα.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις συζυγία ἰσοκλεής, Τιμόθεε μάκαρ, σὺν τῇ Μαύρᾳ τῇ φωταυγεῖ· σύμφρονες γὰρ ὄντες, ἐν βίῳ καὶ ἐν ἄθλοις, καὶ τῶν βραβείων ἅμα, κατηξιώθητε.


Θαύματα των Αγίων Τιμοθέου και Μαύρας

Έσωσαν δύο από πνιγμό
Πρόκειται για διπλό θαύμα που έγινε στην Ζάκυνθο, στο χωριό Μαχαιράδο ή Μαχαιράδες. Εκεί υπάρχει ναός προς τιμήν των δύο Αγίων και μία θαυματουργός εικόνα της Αγίας Μαύρας. Το πρώτο θαύμα αναφέρεται σε μια δαιμονισμένη γυναίκα, που το ακάθαρτο πνεύμα την έσπρωχνε πολλές φορές να πνιγεί στη θάλασσα. Οι συγγενείς της κατέφυγαν στη χάρη των Αγίων Τιμοθέου και Μαύρας και για να την προστατεύσουν από τις ξαφνικές κρίσεις, που την έπιαναν, την είχαν δέσει μπροστά στην εικόνα των Αγίων. Κάποια μέρα όμως, που έλειπαν οι συγγενείς της γυναίκας, εκείνη κατάφερε να λυθεί από τα δεσμά της και το δαιμόνιο την οδήγησε και την έριξε μέσα σ' ένα βαθύ πηγάδι που υπήρχε κοντά στον ναό. Εκεί έμεινε περισσότερο από τρεις ώρες χωρίς καμία βοήθεια. Οι συγγενείς της τρόμαξαν όταν είδαν ότι είχε φύγει και άρχισαν να την ψάχνουν παντού για την βρούν. Στο τέλος, την ανακάλυψαν μέσα στο πηγάδι όπου έστεκε όρθια χωρίς να κρατιέται από πουθενά και χωρίς να βραχεί καθόλου από το νερό του πηγαδιού.
-Πώς γλύτωσες και δεν έπεσες μέσα στο νερό; Εσύ ούτε χτύπησες ούτε βράχηκες; Τι συνέβη;
-Εγώ δεν έκανα τίποτα. Η Αγία Μαύρα με κρατούσε από τα μαλλιά και δεν με άφηνε να βουλιάξω μέσα στο νερό!
Όταν την έβγαλαν από το πηγάδι, η γυναίκα είχε ελευθερωθεί τελείως από το δαιμόνιο και αφού εδόξασε το Θεό και προσκύνσε την εικόνα των δύο θαυματουργών Αγίων επέστρεψε στο σπίτι της.
Παρόμοιο θαύμα έγινε στην ίδια περιοχή και με κάποιο δαιμονισμένο άνδρα που είχε την τάση να πέσει στη θάλασσα και να πνιγεί. Αυτός με τη βοήθεια των Αγίων, μόλις είδε και προσκύνησε την εικόνα τους απαλλάχθηκε από τον δαίμονα και εδόξασε το Θεό, που τον θεράπευσε μέσω των Αγίων του. Από τότε έγινε παντού ο ζωντανός κήρυκας της θαυματουργικής δυνάμεως των Αγίων Τιμοθέου και Μαύρας.

Πώς εσώθη το εκκλησίασμα
Και αυτό το θαύμα έγινε στον Ιερό Ναό των Αγίων στη Ζάκυνθο το έτος 1801. Ήταν 3 η Μαΐου, ημέρα της ετήσιας μνήμης των Αγίων και ο ναός και ο γύρω χώρος ήταν κατάμεστος από πιστούς, που ήλθαν για την πανήγυρι. Οι ιερείς ντυμμένοι με τα ιερά τους άμφια είχαν τελειώσει τον Όρθρο και ήταν έτοιμοι μετά την Δοξολογία να τελέσουν την λιτάνευση της εικόνος των δύο Αγίων Μαρτύρων.
Εντός του ιερού ναού όμως υπήρχε φυλαγμένη, μέσα σε κιβώτιο μεγάλη ποσότητα πυρίτιδος. Άλλοι λένε για πυροτεχνήματα χάρη του πανηγυρισμού, μάλλον αβάσιμη έκδοση διότι τα πυροτεχνήματα θα έπρεπε να ήταν έτοιμα την ημέρα της γιορτής, ενώ άλλοι πιστεύουν ότι επρόκειτο να αποσταλλεί στην σκλαβωμένη πατρίδα (τα επτάνησα τότε εβρίσκοντο υπό την κυριαρχία των Γάλλων) και αυτό είναι το πιθανότερο. Άγνωστο λοιπόν με ποιο τρόπο το κιβώτιο πήρε φωτιά. Η ποσότητα πυρίτιδος ήταν τόσο μεγάλη, ώστε θα μπορούσε να τινάξει στον αέρα όχι μόνο τον ναό αλλά ολόκληρο φρούριο.
-Κύριε ελέησον
-Χριστέ μας, Παναγία μας.
-Άγιοι Σώστε μας.
Κλήρος και λαός φώναξαν αμέσως τρομαγμένοι με τις ξαφνικές φλόγες που ξεπετάχθηκαν στο ναό και κανείς δε μπορούσε να κάνει ένα βήμα από το μεγάλο συνωστισμό. Αμέσως ακούστηκε μια φοβερή βροντή σα δέσμη κεραυνών και μια λάμψη που κάλυψε τα πάντα. Η γη σείσθηκε σαν να έγινε σεισμός μεγάλος. Αλλά κανείς δεν έπαθε το παραμικρό. Οι τεράστιες φλόγες της φωτιάς και η μεγάλη πίεση, μαζί με τα κομμάτια του κιβωτίου έφευγαν προς τα παράθυρα και τινάζονταν στον ανοιχτό ορίζοντα, σαν να υπάκουαν τυφλά σε κάποια αόρατη δύναμη. Οι Άγιοι έκαναν και πάλι το θαύμα τους. Διότι η έκρηξη ήταν τόσο δυνατή, που θα μπορούσε και το ναό να γκρεμίσει και όλο το εκκλησίασμα να σκοτώσει.
Όταν πέρασαν λίγα λεπτά και όλοι είδαν ολοφάνερο το θαύμα, άρχισαν με δάκρυα στα μάτια να ψάλλουν και να ευχαριστούν το Θεό και τους Αγίους:
-Μέγας ει κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου!
-Οι μάρτυρές σου Κύριε…
-Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις αυτού...
Ύστερα έψαλλαν όλοι μαζί, με ένα στόμα το «Κοντάκιον» των Αγίων Τιμοθέου και Μαύρας.

(Ήχος Δ΄, Προσόμοιον «Επεφάνης σήμερον»)
«Γηθοσύνως σήμερον, η Εκκλησία,
ευφημεί γεραίρουσα τους αθλοφόρους του Χριστού,
Μαύραν Μαρτύρων το έρεισμα
και αριστέα, Τιμόθεον ένδοξον».

Οι Άγιοι Τιμόθεος και Μαύρα διασώζουν τον Ιωάννη Καποδίστρια
Ιστορική θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί η ακόλουθη εικόνα των ένδοξων Αγίων Μαρτύρων Τιμοθέου και Μαύρας, όχι μόνο διότι συνδέεται με τη ζωή του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας Ι. Καποδίστρια, αλλά και γιατί η ιστορία που οδήγησε στην αγιογράφηση αυτής αποτελεί μεγάλο θαύμα.
Το γεγονός συνέβη το Μάιο του 1803 στην Κέρκυρα, όπου ο Ι. Καποδίστριας ζούσε και ασκούσε το επάγγελμα του γιατρού. Ο Ι. Καποδίστριας κατοικούσε λίγο έξω από την πόλη της Κέρκυρας σε απόσταση τριών χιλιομέτρων από αυτή, στη θέση Κουκουρίτσα. Την 3η Μαΐου 1803 τον ειδοποίησαν να επισκεφθεί κάποιο ασθενή στην πόλη.
Ανέβηκε αμέσως στο άλογό του και ξεκίνησε. Είχε καλύψει τη μισή απόσταση του δρόμου όταν ξαφνικά το άλογο αφήνιασε, τινάχθηκε ψηλά και άρχισε να τρέχει με μανία, σέρνοντας δίπλα του τον αναβάτη του που το πόδι του είχε μπλεχτεί στον αναβατήρα. Την ίδια ώρα ο ιερομόναχος Μασέλλος, της Ι. Μονής Πλατυτέρας, που βρισκόταν κοντά στην πόλη της Κέρκυρας, ενώ διάβαζε την Ακολουθία των Αγίων Μαρτύρων Τιμοθέου και Μαύρας και προσευχόταν, αισθάνθηκε ότι κάτι τρομερό συνέβαινε κοντά στη Μονή. Από υπερφυσική δύναμη κινούμενος βγήκε να δεί τι συμβαίνει και αντίκρυσε το φοβερό θέαμα. Το άλογο μανιασμένο να τρέχει και να σέρνει τον τραυματισμένο Ι. Καποδίστρια. Επικαλέστηκε τη χάρη των εορταζόντων την ημέρα εκείνη Αγίων Τιμοθέου και Μαύρας και επέτυχε να σταματήσει το άλογο και να ελευθερώσει τον τραυματισμένο γιατρό. Τον μετέφερε μέσα στο Μοναστήρι και φρόντισε τα τραύματά του. Όταν συνήλθε ο πάντοτε πιστός Ι. Καποδίστριας, αντιλήφθηκε την θαυματουργική σωτηρία του από τους δύο Άγιους Μάρτυρες τους οποίους αγάπησε και είχε πάντοτε ως προστάτες τους, ενώ στην Ι. Μονή της Πλατυτέρας προσέφερε πολλά και μεγάλα αφιερώματα ευγνωμοσύνη και τον Ιερομόναχο π. Μάσελλο είχε έκτοτε ως εξομολόγο του.
Το θαύμα έγινε γνωστό σε όλη την Κέρκυρα και δύο αγιογράφοι της εποχής το απεικόνησαν σε τρεις εικόνες. Οι δύο από αυτές φυλάσσονται σήμερα στη Ι. Μονή (η πρώτη απεικονίζει τον Ιερομόναχο να συγκρατεί από τα χαλινάρια το αφηνιασμένο άλογο και η δεύτερη το άλογο με τον Καποδίστρια πεσμένο και άνωθεν οι δύο Άγιοι). Η Τρίτη εικόνα, που σήμερα πρωτοδημοσιεύεται και παριστά τους δύο θαυματουργούς Αγίους άνωθεν και το άλογο με τον τραυματισμένο Καποδίστρια φυλάσσεται στο Μονίδριον της Υπεραγίας Θεοτόκου στην Αιξωνή Γλυφάδας (ιδιοκτησία ιερέως Μαρίου Δαπέργολα). Επίσης πρέπει να λεχθεί ότι η αγάπη και η ευγνωμοσύνη του Καποδίστρια προς τους δύο Αγίους, που τον έσωσαν από βέβαιο θάνατο ήταν τόσο μεγάλη, ώστε εξέφρασε την επιθυμία να ταφεί στην Ι. Μονή Πλατυτέρας στην Κέρκυρα και όντως ετάφη στο νάρθηκα, όπου επίσης τάφηκαν και άλλοι συγγενείς του πρώτου και όντως μεγάλου Κυβερνήτου της Ελλάδας Ι. Καποδίστρια
.

Πηγή: http://www.agiamavra.gr


Ἡ Ἁγία Ξενία ἡ Μεγαλομάρτυς

Ἡ Ἁγία Μεγαλομάρτυς Ξενία γεννήθηκε στὴν Καλαμάτα τὸ 291 μ.Χ. ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους, τὸ Νικόλαο καὶ τὴ Δέσποινα, ποὺ κατάγονταν ἀπὸ τὰ ἀνατολικὰ μέρη τῆς Ἰταλίας. Ἐξαιτίας τῶν διωγμῶν κατὰ τῶν Χριστιανῶν κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους κατέφυγαν στὴν Καλαμάτα καὶ ἐγκαταστάθηκαν σὲ κάποιο ἀγρόκτημα ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, διότι ὁ πατέρας της ἦταν γεωργός.
Ἀπὸ μικρὴ ἡλικία ἡ Ξενία στόλιζε τὴν ψυχή της μὲ νηστεῖες, ἐγκράτεια, σιωπή, ἀδιάλειπτη προσευχή, δάκρυα καὶ ἀγρυπνίες, φιλανθρωπία καὶ ἐλεημοσύνη. Ὅταν κάποτε συνάντησε τὴν Ἁγία ὁ ἔπαρχος τῆς περιοχῆς Δομετιανός, θαμπώθηκε ἀπὸ τὴν ὀμορφιά της καὶ θέλησε νὰ τὴν κάνει γυναίκα του. Ἀλλὰ ἡ Ξενία ἀρνήθηκε σθεναρὰ νὰ ἀλλάξει τὴν πίστη της καὶ νὰ γίνει σύζυγος εἰδωλολάτρη ἄρχοντα. Τότε ὁ Δομετιανὸς ἔδωσε ἐντολὴ καὶ τὴν συνέλαβαν. Ἡ Ἁγία βασανίσθηκε ἀνηλεῶς καὶ ἀποκεφαλίσθηκε τὸ 318 μ.Χ. Ἔτσι εἰσῆλθε στὴν χαρὰ τοῦ Κυρίου της καὶ ἔλαβε τὸ ἀμαράντινο στέφανο τῆς δόξας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx


Ὁ Ἅγιος Πέτρος Ἐπίσκοπος Ἄργους

Ὁ Ἅγιος Πέτρος κατάγονταν ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ γεννήθηκε περὶ τὰ μέσα τοῦ 9ου αἰῶνος μ.Χ. Οἱ γονεῖς του διακρίνονταν ὄχι μόνο κατὰ τὸν ἐπίγειο πλοῦτο τους, ἀλλὰ καὶ στὴν εὐσέβεια καὶ στὴ φιλανθρωπία. Τὰ ὀνόματά τους δὲν εἶναι γνωστά. Γνωρίζουμε μόνο ὅτι σὲ ἀτμόσφαιρα ἀρετῆς καὶ σωφροσύνης, ἀγάπης καὶ ἐλεημοσύνης, εὐλάβειας καὶ εὐσέβειας, ἐξέθρεψαν μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου τὰ πέντε τέκνα τους: Παῦλο, Διονύσιο, Πέτρο, Πλάτωνα καὶ τὴ θυγατέρα τους.
Γονεῖς καὶ τέκνα μὲ ἔνθεο ζῆλο ἐπιλέγουν τὴν ἄσκηση τῆς μοναχικῆς ζωῆς καὶ ἀποσύρονται σὲ μονή. Ἐκεῖ ὁ Πέτρος, ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία, ἀπερίσπαστος ἀπὸ κοσμικὲς ἢ ἄλλες φροντίδες, ἀφοσιώνεται μὲ ὅλες του τὶς δυνάμεις στὴν ἄσκηση καὶ τὸν ἀγώνα τῆς ἀρετῆς. Ἀναδεικνύεται ὁ αὐστηρὸς ἀσκητὴς τῆς ἐρήμου, κοσμούμενος μὲ τὶς ἀρετὲς τῆς ταπεινοφροσύνης, τῆς σωφροσύνης, τῆς φιλαλήθειας, τῆς συμπάθειας, τῆς φιλανθρωπίας, τῆς ὑπομονῆς, τῆς ἐγκράτειας, τῆς προσευχῆς. Μελετᾶ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τοὺς Πατέρες, ἀλλὰ καὶ τὴ θύραθεν σοφία, τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γραμματολογία, ἔχοντας ὡς πρότυπο τὸν Μέγα Φώτιο, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.
Ἀφοῦ ἔμαθε τὶς ἀρετὲς τοῦ Ἁγίου Πέτρου, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νικόλαος ὁ Μυστικός, ἄνδρας προικισμένος μὲ σοφία, ἱκανότητα, διορατικότητα καὶ ἀποφασιστικότητα, ἐπιθυμοῦσε διακαῶς νὰ ἀναβιβάσει τὸν Ἅγιο στὸ ἀξίωμα τῆς ἀρχιεροσύνης καὶ τὸν κάλεσε προκειμένου νὰ πληρώσει τὴ χηρεύουσα Μητρόπολη Κορίνθου. Ὁ Ἅγιος Πέτρος διστάζει νὰ ἀνταλλάξει τὴν ἀγαπητή του εἰρηνικὴ ζωὴ μὲ τὴν τύρβη τοῦ κόσμου. Μὲ μετριοφροσύνη ἀποποιεῖται τὴν τιμή, εὐχαριστεῖ καὶ ἀρνεῖται. Ὁ Πατριάρχης τότε στρέφεται πρὸς τὸν ἀδελφὸ τοῦ Ἁγίου, Παῦλο († 27 Μαρτίου), τὸν ὁποῖο καθιστᾶ Μητροπολίτη Κορίνθου. Ἀλλὰ καὶ δὲν παύει νὰ προσπαθεῖ νὰ πείσει τὸν Πέτρο νὰ ἀποδεχθεῖ τὴν ἀρχιεροσύνη. Ἕνεκα τούτου καὶ γιὰ νὰ μὴν πικραίνει τὸν Πατριάρχη, ὁ Ἅγιος ἀποφασίζει νὰ κατέλθει στὴν Κόρινθο, τὸν θρόνο τῆς ὁποίας κοσμοῦσε ὁ ἀδελφός του Παῦλος, γιὰ νὰ ἐφησυχάσει κοντά του.
Ὅταν χήρεψε ἡ Ἐπισκοπὴ Ἄργους, ἡ ὁποία ἐξαρτιόταν ἀπὸ τὴν Μητρόπολη Κορίνθου, Ἀργείοι καὶ Ναυπλιεῖς ἀπευθύνονται πρὸς τὸν Ἐπίσκοπο Παῦλο ζητώντας ἐπίμονα ὡς Ἐπίσκοπο τῆς περιοχῆς τους τὸν Ἅγιο Πέτρο. Ὁ Ἅγιος κάμπτεται καὶ ἀποδέχεται τὴ θέση τοῦ Ἐπισκόπου Ἄργους.
Ὡς Ἐπίσκοπος ἀναδεικνύεται τύπος τῶν πιστῶν σὲ ὅλα. Δίδασκε ἀδιάλειπτα μὲ τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα, στήριζε τοὺς κλονιζόμενους, ἔτρεφε τοὺς πεινῶντες, θεράπευε τοὺς πάσχοντες, ἐξαγόραζε αἰχμαλώτους τῶν Σαρακηνῶν. Ὅλοι φωτίζονται ἀπὸ τὸ φῶς τῆς ἀλήθειας καὶ τὸ ἅγιο παράδειγμά του. Ὁ Δωρεοδότης Θεὸς ἐπιβραβεύει τὶς ἀρετὲς τοῦ Ἁγίου καὶ ἀπαντᾶ στὶς δεήσεις ὑπὲρ τοῦ ποιμνίου του, χαρίζοντας πλούσιες τὶς εὐλογίες Του. Χάρη στὴν ἐπέμβαση καὶ τὶς προσευχὲς τοῦ Ἁγίου, ἐπιτελοῦνται θαύματα. Ὡς ἄλλος προφήτης Ἠλίας τρέφει σὲ καιρὸ λιμοῦ τοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς μὲ λίγο ἀλεύρι. Λυτρώνει μὲ τὴν ἐπίμονη προσευχή του νεαρὴ αἰχμάλωτη τῶν Σαρακηνῶν. Θεραπεύει γυναίκα δαιμονισμένη.
Ἀκόμη ὁ Ἅγιος, πολυμαθὴς καὶ σοφός, εἶναι ὁ παιδευτικὸς καὶ εὐφράδης διδάσκαλος. Τοῦτο μαρτυροῦν οἱ διασωθέντες ἑπτὰ λόγοι του.
Ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες ἡ γλυκιὰ φωνὴ τοῦ Ἁγίου Πέτρου νουθετεῖ ἀπὸ τὸ κρεβάτι τὰ τέκνα του καὶ τὰ εὐλογεῖ. Μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη περὶ τὸ 925 μ.Χ. Τὸ πρόσωπό του φαινόταν ὡς νὰ ζοῦσε καὶ νὰ κοιμόταν, φωτισμένο μὲ φῶς. Ἱερεῖς καὶ πλῆθος λαοῦ, μὲ συγκίνηση καὶ εὐλάβεια, ἐνταφιάζουν τὸ ἱερὸ λείψανο στὴν ἀριστερὴ πλευρὰ τοῦ ναοῦ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Τὰ τίμια λείψανά του γίνονται πρόξενα πολλῶν θαυμάτων. Ὅμως, στὶς 21 Ἰανουαρίου τοῦ 1421, ὁ Λατῖνος Ἐπίσκοπος Σιγουντονάνης ἅρπαξε τὸ ἱερὸ σκήνωμα, γιὰ νὰ τὸ μεταφέρει στὴ Ρώμη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ'. Θείας πίστεως.
Πέτρα ἄρρηκτος, τῆς Ἐκκλησίας, ποιμὴν ἄριστος, πόλεως Ἄργους, ἀνεδείχθης Ἱεράρχα πανεύφημε. Ὡς οὖν πιστὸς οἰκονόμος τῆς χάριτος, παντοίων νόσων ἡμᾶς ἐλευθέρωσον, Πέτρε Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν αἰτούμενος, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τῷ Κορυφαίῳ τῶν σοφῶν Ἀποστόλων, συνωνύμησας εὐκλεῶς Πάτερ Πέτρε, τῶν τούτων κατετρύφησας ἁγίων δωρεῶν· ζήλῳ γὰρ τῆς πίστεως, εὐσεβῶς διαπρέψας, θαύμασιν ἐκόσμησας, τὸν σὸν ἔνθεον βίον· Ἱερουργὲ τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ, τοὺς σὲ τιμῶντας, κινδύνων διάσωζε.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Βυζαντίου θεῖος βλαστός, καὶ τῆς Ἀργολίδος, ποιμενάρχης καὶ ἀρωγός· χαίροις Ἐκκλησίας, πνευματοφόρος πέτρα, τῆς χάριτος τὸ ὕδωρ, Πέτρε πηγάζουσα.


Ὁ Ἅγιος Οἰκουμένιος Ἐπίσκοπος Τρίκκης

Ὁ Ἅγιος Οἰκουμένιος ἔζησε περὶ τὰ τέλη τοῦ 10ου αἰῶνος μ.Χ. καὶ ἦταν Ἐπίσκοπος Τρίκκης. Διακρίθηκε γιὰ τὴν ἁγιότητα τοῦ βίου του, τὴν φιλανθρωπία του καὶ συνέγραψε ὑπομνήματα στὶς Πράξεις, στὶς Ἐπιστολὲς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καὶ τὶς Καθολικὲς Ἐπιστολές. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη καὶ ἐνταφιάσθηκε στὸ ναὸ τῶν Ἀρχαγγέλων στὰ Τρίκαλα.
Τὸ πρόβλημα τοῦ βίου καὶ τοῦ χρόνου δράσεως τοῦ Ἁγίου Οἰκουμενίου ἀπασχόλησε πολὺ τοὺς ἐρευνητὲς καὶ διατυπώθηκαν πολλὲς καὶ ἀλληλοσυγκρουόμενες γνῶμες.
Πολλοὶ θεωροῦν ὅτι ὁ Ἅγιος Οἰκουμένιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας καὶ γεννήθηκε ἀπὸ γονεῖς ἐπίσημους καὶ περιφανεῖς. Ἦταν ἀνεψιὸς τοῦ Ἁγίου Ἀχιλλίου, Ἀρχιεπισκόπου Λαρίσης καὶ ἔλαβε μέρος στὴν Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ συνῆλθε τὸ 325 μ.Χ. στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας, ἀκολουθώντας τὸν μεγάλο Ἀχίλλιο. Τὸ ἀσκητήριο τοῦ Ἁγίου Οἰκουμενίου κατὰ τὸν 14ο αἰώνα μ.Χ. λεγόταν «Καταφύγιον». Σήμερα καλεῖται «Καταφεῖδι». Βρίσκεται ὀκτὼ χιλιόμετρα περίπου βορείως τῆς πόλεως τῶν Τρικάλων καὶ εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς λόφους, ποὺ περιβάλλουν τὸ σημερινὸ χωριὸ Χαϊδεμένη. Στὴν κορυφὴ τοῦ λόφου ἔκειτο μοναστήρι ποὺ καταστράφηκε ἐπὶ Τουρκοκρατίας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx


Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καθηγούμενος τῆς Λαύρας τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος γεννήθηκε στὴν πόλη Βασίλιεφ τῆς περιοχῆς τοῦ Κιέβου, τὸ 1092 μ.Χ., ἀπὸ εὔπορους γονεῖς. Κατὰ τὴν ὥρα τῆς βαπτίσεώς του, ὁ ἱερέας ποὺ τὸν βάπτιζε, εἶδε ὅτι τὸ βρέφος αὐτὸ θὰ ἀφιέρωνε ἀργότερα τὴν ζωή του στὸν Θεό, γι’ αὐτὸ καὶ τοῦ ἔδωσε τὸ ὄνομα Θεοδόσιος.
Δὲν πέρασε πολὺς καιρὸς καὶ οἱ γονεῖς του ἀναγκάσθηκαν, μὲ διαταγὴ τοῦ ἡγεμόνα, νὰ μετοικήσουν μακριὰ σὲ ἄλλη πόλη, στὸ Κούρκ, στὴν ὁποία γεννήθηκε ὁ Ὅσιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ. Αὐτὸ ἦταν οἰκονομία Θεοῦ, γιὰ νά λάμψει ἐκεῖ ὁ μικρὸς Θεοδόσιος μὲ τὴν ἐνάρετη ζωή του. Σὲ αὐτὴ τὴν πόλη μεγάλωνε σωματικὰ ἀλλὰ αὐξανόταν καὶ πνευματικὰ στὴ σοφία καὶ στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Μελετοῦσε μὲ ἐπιμέλεια τὸν Θεῖο Λόγο καὶ πολὺ γρήγορα ἔγινε κάτοχος ὅλης τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ὅλοι ἔμειναν ἔκπληκτοι ἀπὸ τὴ σοφία του, τὴν ἀντίληψη καὶ τὴν ταχύτητα ἐκμαθήσεως. Καθημερινὰ ἐπισκεπτόταν τὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ καὶ παρακολουθοῦσε μὲ ὅλη του τὴν προσοχὴ τὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες. Σὲ ἡλικία δεκατριῶν ἐτῶν, ὁ θάνατος τοῦ στέρησε τὸν πατέρα. Ἀπὸ τότε ὁ μακάριος Θεοδόσιος ἔγινε περισσότερο ἀσκητικός. Πήγαινε μαζὶ μὲ τοὺς ὑπηρέτες τοῦ σπιτιοῦ στὰ χωράφια καὶ ἔκανε τὸ καθετὶ μὲ βαθιὰ ταπείνωση. Στὴν καρδιά του ἀρχίζει νὰ καλλιεργεῖται ἡ αἴσθηση τῆς πτώχιας καὶ τῆς ταπεινώσεως. Ἔτσι, σὲ νεαρὴ ἡλικία ἀπεκδύεται τὰ ἀρχοντικά του ροῦχα, ἐνδύεται μὲ τὰ ἐνδύματα τῶν χωρικῶν, τοὺς ὁποίους βοηθᾶ σὲ κάθε εἴδους ἐργασίας. Ἡ συμπεριφορά του ἐξοργίζει τὴν μητέρα του, ἡ ὁποία τὸν ἐπιπλήττει καὶ τὸν κτυπᾶ.
Κάποτε ὁ Θεοδόσιος πῆγε σὲ ἕνα σιδερὰ καὶ παρήγγειλε μία σιδερένια ζώνη. Ὅταν ἑτοιμάσθηκε, τὴν πῆρε καὶ τὴν φόρεσε κατάσαρκα, χωρὶς νὰ τὴν βγάζει καθόλου ἀπὸ ἐπάνω του. Ἦταν στενή, ἕσφιγγε πολὺ τὸ σῶμα του καὶ προξενοῦσε πόνους, ποὺ τοὺς ὑπέμενε ὅμως καρτερικὰ σὰν νὰ μὴν συνέβαινε τίποτε.
Σὲ ἕνα ἑορταστικὸ γεῦμα, ποὺ θὰ δινόταν στὸ μέγαρο τοῦ ἄρχοντα καὶ θὰ παρευρίσκονταν ὅλοι οἱ προύχοντες τῆς πόλεως, ἔπρεπε νὰ πάει καὶ ὁ Θεοδόσιος, γιὰ νὰ ὑπηρετήσει. Ἀναγκάσθηκε λοιπὸν ἀπὸ τὴ μητέρα του νὰ ἐνδυθεῖ τὴν καλή του στολή. Καθὼς τὴν φοροῦσε, δὲν μπόρεσε νὰ προφυλαχθεῖ καὶ τὸ διακριτικὸ μάτι τῆς μητέρας πρόσεξε πάνω στὴ φανέλα στίγματα ἀπὸ αἷμα. Πλησίασε νὰ ἐξετάσει καὶ μόλις διαπίστωσε πὼς ὀφειλόταν στὸ σφίξιμο τῆς σιδερένιας ζώνης, ἄναψε ἀπὸ τὸ κακό της. Ὃρμησε πάνω του μὲ μανία, ἄρχισε νὰ τὸν κτυπάει, τοῦ ξέσκισε τὴν φανέλα καὶ τοῦ ἀφαίρεσε τὴ ζώνη ὀργισμένη. Ἀλλὰ ὁ εὐλογημένος ἐκεῖνος νέος, σὰν νὰ μὴ συνέβαινε τίποτε, ἐνδύθηκε τὰ ροῦχα του καὶ ξεκίνησε εἰρηνικά, γιὰ νὰ ὑπηρετήσει στὸ γεῦμα.
Μία ἡμέρα ἄκουσε στὸ Εὐαγγέλιο τὸν Κύριο νὰ λέγει: «Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος…». «Μήτηρ μου καὶ ἀδελφοί μου οὗτοι εἰσιν, οἱ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ ἀκούοντες καὶ ποιοῦντες αὐτόν». Ἐπίσης ἄκουσε κι ἄλλα: «Δεῦτε πρὸς μὲ πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς. Ἄρατε τὸν ζυγόν μου ἐφ’ ὑμᾶς καὶ μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ ὅτι πρᾶος εἰμὶ καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ, καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν». Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ πυρπολήθηκε ἡ καρδιὰ τοῦ φωτισμένου ἀπὸ τὸν Κύριο Θεοδοσίου. Καὶ φλεγόμενος ἀπὸ θεῖο ἔρωτα, συλλογιζόταν καθημερινὰ πῶς θὰ μποροῦσε, κρυφὰ ἀπὸ τὴν μητέρα του, νὰ ἐνδυθεῖ τὸ ἅγιο μοναχικὸ σχῆμα.
Ἔτσι, ὁ Ὅσιος φεύγει ἀπὸ τὸ σπίτι, γιὰ νὰ ἔλθει νὰ ἀσκητέψει στὸ Κίεβο. Λόγω τοῦ νεαροῦ τῆς ἡλικίας του δὲν τὸν δέχεται κανένας. Βρίσκει ὅμως πνευματικὸ καταφύγιο κοντὰ στὸν Ὅσιο Ἀντώνιο. Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος παραδόθηκε τώρα ὁλόψυχα στὸν Θεὸ καὶ στὸν θεοφόρο Γέροντά του Ἀντώνιο. Ἐπιδόθηκε σὲ μεγάλες ἀσκήσεις καὶ βάσταζε μὲ χαρὰ τὸ ζυγὸ τῆς μοναχικῆς ζωῆς. Τὶς νύχτες τὶς ἀφιέρωνε στὴ δοξολογία τοῦ Κυρίου, ἀρνούμενος τὴν ξεκούραση τοῦ ὕπνου. Τὶς ἡμέρες, σκληραγωγοῦσε τὸν ἑαυτό του μὲ τὴν ἐγκράτεια, τὴ νηστεία καὶ τὴ χειρωνακτικὴ ἐργασία. Πάντοτε θυμόταν τὸ ψαλμικό: «Ἴδε τὴν ταπείνωσίν μου καὶ τὸν κόπον μου καὶ ἄφες πάσας τὰς ἁμαρτίας μου».
Μάταια ἡ μητέρα του τὸν ἀναζητοῦσε. Ὅταν ἐπιτέλους τὸν βρῆκε μετὰ ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια, τὸν παρακάλεσε νὰ ἐπιστρέψει σπίτι καὶ νὰ μείνει ἐκεῖ μέχρι τὸ θάνατό της. Ὁ Ὅσιος τὴν παρακάλεσε νὰ γίνει μοναχὴ καὶ νὰ μείνει κάπου ἐκεῖ κοντά. Ἡ μητέρα του τελικὰ πείσθηκε καὶ ἔγινε μοναχὴ στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Ἀφοῦ ἔζησε μὲ μετάνοια τὸν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς της, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.
Οἱ ἀσκητικοὶ ἀγῶνες τοῦ Ὁσίου Θεοδοσίου μέσα στὸ σπήλαιο, πολὺ γρήγορα τὸν ἀνέδειξαν τροπαιοφόρο νικητὴ κατὰ τῶν πονηρῶν πνευμάτων. Ὅταν μάλιστα ἡ μητέρα του ξεπέρασε τὸν πόνο της καὶ ἔγινε μοναχή, τότε ἐπιδόθηκε σὲ μεγαλύτερες ἀσκήσεις, φλεγόμενος ἀπὸ θεῖο ἔρωτα. Μέσα στὸ σπήλαιο μποροῦσε τότε νὰ δεῖ κανεὶς τρεῖς λαμπάδες ἀναμμένες, ποὺ μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴ νηστεία διέλυαν τὸ σκότος τῶν δαιμόνων: τὸν Ὅσιο Ἀντώνιο, τὸν μακάριο Θεοδόσιο καὶ τὸν μεγάλο Νίκωνα.
Ὅταν ἀργότερα, τὸ 1062, ὁ ἡγεμόνας ὀργίσθηκε κατὰ τῶν σπηλαιωτῶν μοναχῶν, ἐπειδὴ εἶχαν δεχθεῖ στὴ μονή, τὸν βογιάρο Βαρλαὰμ καὶ τὸν εὐνοῦχο Ἐφραίμ, ὁ μακάριος Νίκων ἀναγκάσθηκε νὰ φύγει μὲ μερικοὺς ἀδελφούς. Πῆγε στὸ Τμουταρακᾶν, στὴν ἀνατολικὴ ὄχθη τῆς Ἀζοφικῆς θάλασσας, ὅπου ἵδρυσε μοναστήρι καὶ ἔμεινε μέχρι τὸ 1068. Τότε ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος, μὲ θέλημα Θεοῦ καὶ ἐπιθυμία τοῦ Ὁσίου Ἀντωνίου, χειροτονήθηκε ἱερέας. Ὡς ἱερέας τελοῦσε καθημερινὰ τὴ Θεία Λειτουργία μὲ πνεῦμα ταπεινοφροσύνης. Ξεχώριζες ἐπάνω του τὴ φυσικὴ πραότητα, τὴν ἀταραξία τῶν λογισμῶν καὶ τὴν ἁπλότητα τῆς καρδίας. Ἦταν γεμάτος πνευματικὴ σοφία καὶ ἔτρεφε ἀγάπη πρὸς ὅλους ἀδιάκριτα τοὺς ἀδελφούς, ποὺ μαζεύτηκαν γύρω ἀπὸ τὸν Ὅσιο Ἀντώνιο.
Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὸ καιρὸ ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος ἀνέθεσε τὴν ἡγουμενία στὸν μακάριο Βαρλαὰμ καὶ ἀναχώρησε σὲ ἕνα ἥσυχο λόφο. Ἐκεῖ ἄνοιξε ἄλλο σπήλαιο καὶ συνέχισε τὴν ἀσκητική του ζωή.
Ὁ ἡγούμενος Βαρλαὰμ καὶ οἱ ἀδελφοί, ἀφοῦ πῆραν τὴν εὐχὴ καὶ εὐλογία τοῦ Ὁσίου, συνέχισαν νὰ ζοῦν ὁσιακὰ καὶ ἐνάρετα στὸ πρῶτο σπήλαιο. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ἀδελφότητα σιγά-σιγὰ αὐξήθηκε καὶ ὁ χῶρος τοῦ σπηλαίου δὲν ἐπαρκοῦσε γιὰ τὶς λατρευτικὲς συνάξεις της, ὁ εὐλαβέστατος Θεοδόσιος καὶ ὁ μακάριος Βαρλαάμ, μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Ὁσίου Ἀντωνίου, ἔκτισαν ἐπάνω ἀπὸ τὸ σπήλαιο ἕνα εὐρύχωρο ξύλινο ἐκκλησάκι, ἀφιερωμένο στὴν Κοίμηση τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, γιὰ νὰ συναθροίζονται σὲ αὐτὸ οἱ ἀδελφοὶ καὶ νὰ κάνουν τὶς Ἀκολουθίες.
Ἡ στενότητα χώρου μέσα στὸ σπήλαιο καὶ οἱ κόποι τῆς ἀσκήσεως προξενοῦσαν στοὺς πατέρες μεγάλες θλίψεις καὶ ταλαιπωρίες, ποὺ μόνο ὁ Θεὸς τὶς γνωρίζει καὶ ποὺ γλῶσσα ἀνθρώπου δὲν μπορεῖ νὰ ἐκφράσει. Συντηροῦσαν τὸν ἑαυτό τους μὲ νερὸ καὶ λίγο ψωμὶ ἀπὸ σίκαλη. Φαγητὸ μαγειρεμένο ἔτρωγαν μόνο τὸ Σαββατοκύριακο καὶ ὄχι πάντα, γιατί ὁρισμένες φορὲς δὲν ὑπῆρχε, ὁπότε κατέφευγαν στὰ βρασμένα χόρτα. Ἀνάμεσα στὶς ἄλλες ἐργασίες, ἔπλεκαν καθημερινὰ καλάθια, τὰ πουλοῦσαν καὶ μὲ τὰ χρήματα, ἀγόραζαν σιτάρι. Τὴ νύχτα ἄλεθε ὁ καθένας τὸ μερίδιό του καὶ ἔπειτα συγκέντρωναν τὸ ἀλεύρι, γιὰ νά φτιάξουν ψωμί. Πρὶν ξημερώσει, συναθροίζονταν στὴν ἐκκλησία γιὰ τὸν Ὄρθρο. Κατόπιν πήγαιναν στὰ ἐργόχειρά τους, ποὺ προορίζονταν γιὰ πούλημα. Ἂν εἶχαν περιθώριο χρόνου, δούλευαν καὶ στὸν κῆπο. Ἔπειτα τελοῦσαν στὸ ναὸ τὶς Ὧρες καὶ τὴ Θεία Λειτουργία καὶ στὴ συνέχεια, παίρνοντας λίγο ψωμί, συνέχιζαν τὶς ἐργασίες τους, ποὺ διαρκοῦσαν ὡς τὴν ὥρα τοῦ Ἑσπερινοῦ καὶ τοῦ Ἀποδείπνου. Ἔτσι μοχθοῦσαν κάθε ἡμέρα, ἀφοσιωμένοι στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος, ποὺ ἦταν τώρα καὶ ἱερέας, κατέπλησσε ὅλους τοὺς ἄλλους ἀδελφοὺς μὲ τὴ νηστεία, τὴν ἀνδρεία, τὴν ἐργατικότητα, τὴν ταπεινοφροσύνη καὶ τὴν ὑπακοή του. Ἦταν πρόθυμος νὰ τοὺς ἐξυπηρετεῖ ὅλους. Μετέφερε νερὸ ἢ ξύλα ἀπὸ τὸ δάσος. Ὁρισμένες φορές, ἐνῷ οἱ ἀδελφοὶ ἀναπαύονταν, μάζευε τὸ σιτάρι ποὺ ἔπρεπε νὰ ἀλέσουν ἐκεῖνοι καὶ τὸ ἄλεθε ὁ ἴδιος, ἐργαζόμενος καὶ προσευχόμενος ὅλη τὴ νύχτα.
Ἀλλὰ συνέβη κάποτε νὰ προσκληθεῖ ὁ μακάριος Βαρλαάμ, ὁ ἡγούμενος τῆς ἀδελφότητας, ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα Ἰζιασλάβο, γιὰ νὰ ἀναλάβει τὴν ἡγουμενία τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, ποὺ ὁ ἴδιος εἶχε ἱδρύσει.
Ὅταν, λοιπόν, ὁ μακάριος Βαρλαὰμ ἔφυγε γιὰ τὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, οἱ ἀδελφοὶ πῆγαν καὶ ζήτησαν ὁμόφωνα ἀπὸ τὸν Ὅσιο Ἀντώνιο νὰ τοποθετήσει ἡγούμενο τὸν Ὅσιο Θεοδόσιο. Ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος συμφώνησε. Μὲ τὴν εὐλογία του ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος ἔγινε ἡγούμενος τῶν εἴκοσι ἀδελφῶν. Ὁ ἀξιοθαύμαστος Θεοδόσιος, ἂν καὶ ἔγινε ἡγούμενος, δὲν ἀπέβαλε τὸ ταπεινὸ φρόνημα, ἀλλὰ θυμόταν πάντα τὰ λόγια τοῦ Κυρίου: «Ὃς ἂν θέλῃ ἐν ὑμῖν εἶναι πρῶτος, ἔσται ὑμῶν δοῦλος». Ταπείνωνε τὸν ἑαυτό του καὶ γινόταν ἔσχατος καὶ ὑπηρέτης ὅλων. Στὸ καθετὶ παρεῖχε τὸν ἑαυτό του, τύπο καλῶν ἔργων. Στὴν ἐργασία καὶ στὸ ναὸ ἦταν ὁ πρῶτος ποὺ πήγαινε καὶ τελευταῖος ποὺ ἔφευγε. Οἱ δεήσεις τοῦ δικαίου Θεοδοσίου ἔφεραν πολλὲς εὐλογίες καὶ ἡ ζωὴ τῆς ἀδελφότητας ἄνθιζε καὶ προόδευε. Σὰν τὸ σπόρο ποὺ ἔπεσε σὲ εὔφορη γῆ καὶ ἔφερε καρπὸ ἑκατονταπλάσιο, ἔτσι μεγάλωσε σὲ μικρὸ χρονικὸ διάστημα ἡ ἀδελφότητα καὶ ἔφθασε τοὺς ἑκατὸ ἀδελφούς. Καὶ ὅλοι προόδευαν μὲ τὴν ἐνάρετη ζωή τους καὶ τὴν προσευχή.
Πιστὸς ὁ Ἅγιος Θεοδόσιος στὶς παραδόσεις τοῦ Ὁσίου Ἀντωνίου ζεῖ μία σκληρὴ ἀσκητικὴ ζωὴ καὶ συνεχὴ μετάνοια, προσευχὴ ἀλλὰ καὶ χαρά. Ἡ ὄψη του ἦταν πάντοτε φωτισμένη, ἱλαρὴ καὶ ἀντανακλοῦσε τὴν χαρὰ τοῦ Πάσχα. Ἀπὸ τὶς ἀρετές του ξεχώριζαν δύο: ἡ ταπείνωση καὶ ἡ ἀγάπη. Ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Ὁσίου στρεφόταν ὄχι μόνο πρὸς τοὺς πάσχοντες ἀδελφούς, τοὺς ἀσθενεῖς καὶ τοὺς φτωχούς, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐκείνους ποὺ τὸν ἀδικοῦσαν ἢ ἔβλαπταν τὸ μοναστήρι. Ὁ Ἅγιος Θεὸς τὸν προίκισε μὲ τὸ χάρισμα τῆς διακρίσεως καὶ τῆς θαυματουργίας.
Ὁ εὐσεβὴς Στουδίτης μοναχὸς Μιχαήλ, ποὺ προερχόταν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, βρισκόταν τότε κοντὰ στὴν ἀδελφότητα. Εἶχε ἔλθει ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, συνοδεύοντας τὸν νεοχειροτόνητο Μητροπολίτη Κιέβου Γεώργιο (1062). Πληροφόρησε, λοιπόν, τὸν Ὅσιο Θεοδόσιο γιὰ τὴ θεάρεστη ζωὴ τῶν Στουδιτῶν μοναχῶν, ζωὴ ποὺ ἀξιώθηκε καὶ ὁ ἴδιος νὰ ζήσει. Οἱ πληροφορίες αὐτὲς ἄρεσαν πολὺ στὸν Ὅσιο. Χωρὶς καθυστέρηση, ἀποστέλλει κάποιον ἀδελφὸ στὴν Κωνσταντινούπολη μὲ τὴν ἐντολὴ νὰ βρεῖ τὸν μοναχὸ Ἐφραίμ, τὸν εὐνοῦχο, ποὺ τότε ἐπέστρεφε ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Τόπους καὶ νὰ τοῦ ἀναθέσει τὸ σπουδαῖο αὐτὸ ἔργο: νὰ ἐπισκεφθεῖ δηλαδὴ τὴ μονὴ τοῦ Στουδίου, νὰ γνωρίσει ὁ ἴδιος μὲ τὸν ἀκριβέστερο τρόπο τὴν τάξη καὶ τὸ Τυπικό της καὶ νὰ καταγράψει ὅλα μὲ κάθε λεπτομέρεια.
Πράγματι, ὁ μακάριος Ἐφραίμ, σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ Ὁσίου, παρακολούθησε τὴν τάξη τῆς μονῆς, κατέγραψε μὲ ἀκρίβεια τὸ Τυπικὸ καὶ ἐπέστρεψε. Μόλις πῆρε στὰ χέρια του ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος τὸ κείμενο, ἔδωσε ἐντολὴ νὰ διαβασθεῖ σὲ ὅλη τὴν ἀδελφότητα. Ἀπὸ τότε ἡ Πετσέρσκαγια Λαύρα ἄρχισε νὰ ἐφαρμόζει τὸ Στουδίτικο Τυπικό. Ἀπὸ ἐκεῖ τὸ παρέλαβαν καὶ τὰ ἄλλα μοναστήρια, ὅπως ἀκριβῶς τὸ ἐφάρμοσε ὁ Ὅσιος. Ἔτσι, ὅλες οἱ Ρωσικὲς μονές, ποὺ προηγουμένως δὲν γνώριζαν τὸ καθαυτὸ μοναστηριακὸ τυπικό, τώρα ἔστρεφαν τὰ βλέμματα στὴ Λαύρα τοῦ Ὁσίου Θεοδοσίου καὶ τὴ θεωροῦσαν γιὰ τὸ καθετὶ ὡς πρότυπό τους.
Ὁ Ὅσιος νουθέτησε πάντοτε τοὺς μοναχοὺς λέγοντας: «Σᾶς ἱκετεύω, ἀδελφοί. Ἂς προοδεύσουμε στὴ νηστεία καὶ στὴν προσευχή, ἂς φροντίσουμε γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ψυχῶν μας, ἂς ἐπιστρέψουμε ἀπὸ τὶς κακίες μας καὶ τοὺς δρόμους τοῦ πονηροῦ. Ἂς πλησιάζουμε τὸν Θεὸ μὲ στεναγμούς, μὲ δάκρυα, μὲ τὴ μετάνοια, τὶς ἀγρυπνίες καὶ τὴν ὑπακοή, ὥστε νὰ ἀποσπάσουμε τὸ ἔλεός Του. Καὶ ἂς μισήσουμε τὸν παρόντα κόσμο, ἔχοντας πάντοτε στὴ σκέψη μας τὰ λόγια τοῦ Κυρίου. Ἔτσι κι ἐμεῖς, ἀδελφοί, ποὺ ἀπαρνηθήκαμε τὸν κόσμο, ἂς ἀπαρνηθοῦμε καὶ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου. Ἂς μισήσουμε τὸ ψέμα, ποὺ μᾶς ἑλκύει σὲ πράγματα ἐλεεινά, καὶ ἂς μὴν στραφοῦμε στὶς πρῶτες ἁμαρτίες μας. Πῶς θὰ ἀποφύγουμε τὴν αἰώνια κόλαση, ἂν τελειώσουμε τὴν ζωή μας μὲ ὀκνηρία καὶ χωρὶς μετάνοια; Ἡ μετάνοια εἶναι τὸ κλειδὶ τῆς βασιλείας τῶν Οὐρανῶν καὶ χωρὶς αὐτὴ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τὴν κερδίσει. Εἶναι ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν αἰώνια πατρίδα. Ἂς τὸν ἀκολουθήσουμε μὲ φόβο Θεοῦ καὶ ἂς στερεώσουμε ἐπάνω του γερὰ τὰ βήματά μας. Στὴν ὁδὸ τῆς μετάνοιας δὲν πλησιάζει ὁ πονηρός, καὶ παρόλο ποὺ τώρα εἶναι τεθλιμμένη, ἀργότερα θὰ μᾶς γεμίσει χαρά. Προτοῦ πλησιάσουν οἱ ἔσχατες ἡμέρες, ἂς πάρουμε τὸ δρόμο αὐτό, γιὰ νὰ κερδίσουμε τὰ μέλλοντα ἀγαθά».
Ὁ Ὅσιος, σὲ ἡλικία μόλις σαράντα πέντε ἐτῶν, προαισθάνθηκε τὸ τέλος του. Κάλεσε τοὺς συνασκητές του καὶ τοὺς ἔδωσε τὶς τελευταῖες του πατρικὲς συμβουλὲς γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς τους. Τοὺς ὑπέδειξε νὰ ἐκτελοῦν μὲ προσοχὴ τὰ διακονήματά τους, νὰ ἐπιμελοῦνται ἰδιαίτερα τὸ ναὸ καὶ νὰ εἰσέρχονται σὲ αὐτὸν μὲ πολλὴ εὐλάβεια καὶ φόβο Θεοῦ, νὰ ἔχουν ἀγάπη μεταξύ τους καὶ ὑπακοὴ στοὺς μεγαλύτερους, νὰ ἐπιδίδονται στὴν ἄσκηση καὶ τὴ νηστεία.
Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 1074 μ.Χ. Πολλοὶ Χριστιανοί, χωρὶς κανεὶς νὰ τοὺς εἰδοποιήσει, σὰν νὰ τοὺς ἔσπρωχνε κάποια θεία δύναμη, μαζεύτηκαν ἔξω ἀπὸ τὴν πύλη τῆς μονῆς καὶ περίμεναν κλαίγοντας τὴν ὥρα τῆς ἐκφορᾶς. Οἱ ἀδελφοί, σύμφωνα μὲ τὴν παραγγελία τοῦ Ὁσίου, εἶχαν ἀσφαλισμένη τὴν πόρτα. Ὅσο ὑπῆρχε ὁ κόσμος αὐτός, οἱ ἀδελφοὶ δὲν μποροῦσαν νὰ ξεκινήσουν γιὰ τὸν ἐνταφιασμό. Εὐτυχῶς ὅμως, κατὰ θεία βούληση, ὁ οὐρανὸς σκεπάσθηκε ξαφνικὰ μὲ σύννεφα καὶ μία δυνατὴ βροχὴ σκόρπισε τὰ πλήθη ποὺ περίμεναν. Ἔτσι οἱ ἀδελφοὶ μπόρεσαν νὰ κάνουν τὴν ἐκφορά. Ἔφεραν τὸ τίμιο σκήνωμα τοῦ Ὁσίου Θεοδοσίου στὸ σπήλαιο ποὺ ἀσκήτευε καὶ τὸ ἐνταφίασαν ἐκεῖ μὲ τιμές.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
 


Παρασκευή 4 Μαΐου

Ἡ Ἁγία Πελαγία ἡ Μάρτυς

Ἡ Ἁγία Πελαγία γεννήθηκε στὴν πόλη Ταρσὸ τῆς Κιλικίας καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.). Μεγάλωσε σὲ εἰδωλολατρικὸ περιβάλλον. Ὅμως, σὲ νεαρὴ ἡλικία, εἶδε σέ ὅραμα τὸν Ἐπίσκοπο τῆς πόλεως Λίνο, ὁ ὁποῖος βάπτιζε καὶ ἐπέστρεφε πολλοὺς ἀπὸ τοὺς ἐθνικοὺς στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι ἐπιθύμησε νὰ τὸν δεῖ καὶ ἀφοῦ ζήτησε ἄδεια ἀπὸ τὴν μητέρα της μὲ τὸ πρόσχημα ὅτι θὰ μεταβεῖ στὴν τροφό της, ποὺ ζοῦσε σὲ ἄλλη πόλη, προσῆλθε στὸν Ἐπίσκοπο καὶ βαπτίσθηκε. Ἀφοῦ παρέδωσε τὰ πολυτελὴ ἐνδύματά της, ντύθηκε μὲ φτωχικὰ ροῦχα καὶ παρουσιάσθηκε στὴν μητέρα της. Ὃταν ἡ μητέρα της ἀντίκρισε τὴν θυγατέρα της μὲ αὐτὴ τὴν ἐνδυμασία καὶ ἄκουσε γιὰ τὴν μεταστροφή της στὸν Χριστό, τὴν κατήγγειλε στὸν υἱὸ τοῦ Διοκλητιανοῦ καὶ στὴν συνέχεια στὸν ἴδιο τὸν Διοκλητιανό. Ὁ αὐτοκράτορας ἔδωσε ἐντολὴ νὰ πυρώσουν ἕνα χάλκινο βόδι μέσα στὸ ὁποῖο ἔριξαν τὴν Ἁγία, ἡ ὁποία βρῆκε ἔτσι μαρτυρικὸ θάνατο.
Ἡ Σύναξη τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Πελαγίας ἐτελεῖτο στὸ Μαρτύριον αὐτῆς κοντὰ στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Κόνωνος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, τῇ ἐπιγνώσει, ζόφον ἔλιπες, τῆς ἀγνωσίας, Πελαγία Χριστοῦ, καλλιπάρθενε· οὗ τὴν ἀείζωον δρόσον πλουτήσασα, διὰ πυρὸς τὸν ἀγῶνα ἐτέλεσας. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Καταλιποῦσα μνηστῆρα τὸν πρόσκαιρον, τῷ ἀθανάτῳ ἐμφρόνως νενύμφευσαι, καὶ τούτῳ ὡς προῖκα προσέφερες, ἁγνείαν ἅμα καὶ πόνους ἀθλήσεως· διό σε Πελαγία γεραίρομεν.

Μεγαλυνάριον.
Πλήρης θυμηδίας πνευματικῆς, τῷ πυρακτωθέντι, χαλκουργήματι ἐμμανῶς, εἰσελθοῦσα Μάρτυς, πρὸς ὕδωρ ἀφθαρσίας, θεόφρον Πελαγία, χαίρουσα ἔδραμες.
 

Ἡ Ἁγία Μόνικα μητέρα τοῦ Ἁγίου Αὐγουστίνου

Ἡ Ἁγία Μόνικα, μητέρα τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου († 15 Ἰουνίου), γεννήθηκε τὸ 332 μ.Χ. στὴν πόλη Ταγάστη τῆς βόρειας Ἀφρικῆς ἀπὸ γονεῖς Χριστιανούς, εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους. Νυμφεύθηκε τὸν ἐθνικὸ διοικητὴ Πατρίκιο, ὁ ὁποῖος εἶχε ἐντελῶς διαφορετικὸ χαρακτήρα ἀπὸ τὴν Ἁγία. Αἰσθανόταν ἐνοχλημένος ἀπὸ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή της, ἔβρισκε τὴν φιλανθρωπική της διάθεση ὑπερβολική, ἀδυνατοῦσε νὰ κατανοήσει τὴν διάθεσή της νὰ ἐπισκέπτεται τοὺς πάσχοντες καὶ τοὺς ἀσθενεῖς. Ἡ Ἁγία Μόνικα ἀντιμετώπιζε ὅλη αὐτὴν τὴν κατάσταση μὲ προσευχὴ καὶ ἀγωνιζόταν νὰ ἀναθρέψει τοὺς δύο υἱούς της καὶ τὴ θυγατέρα της μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ σύζυγός της δὲν συμφωνοῦσε στὴν βάπτιση τῶν παιδιῶν του. Ἡ Ἁγία δὲν ἀντιστεκόταν στὴ βίαιη ἰδιοσυγκρασία καὶ τὶς ἠθικὲς παρεκτροπὲς τοῦ Πατρικίου. Γνώριζε ὅτι αὐτὰ ποὺ εἶναι ἀδύνατα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, εἶναι δυνατὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ ἦταν πολὺ διακριτικὴ καὶ ὑπομονετική. Ἡ προσευχὴ τῆς Ἁγίας εἰσακούσθηκε καὶ ὁ Θεὸς φώτισε τὴν καρδιὰ τοῦ Πατρικίου καὶ μετὰ ἀπὸ δεκαέξι χρόνια βαπτίσθηκε Χριστιανός, γιὰ νὰ κοιμηθεῖ μὲ εἰρήνη τὸ 371 μ.Χ. Λίγα χρόνια ἀργότερα, τὴν νύχτα τοῦ Πάσχα στὶς 25 Ἀπριλίου τοῦ 387 μ.Χ., ὁ Αὐγουστίνος βαπτίσθηκε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἀμβρόσιο, Ἐπίσκοπο Μεδιολάνων καὶ ἡ Ἁγία ἦταν παροῦσα στὴν βάπτιση τοῦ υἱοῦ της. Γράφει γιὰ τὴν στάση τῆς μητέρας του Μόνικας ὁ ἱερὸς Αὐγουστίνος στὶς «Ἐξομολογήσεις» του: «Ἡ μητέρα μου ἔχυνε γιὰ ἐμένα περισσότερα δάκρυα ἀπὸ ὅσα χύνουν οἱ μητέρες ἐπάνω στὰ νεκρὰ τέκνα τους. Μὲ τὴν θέρμη τῆς πίστης, ἡ ὁποία τῆς χάριζε ἡ μεγάλη της εὐσέβεια, μὲ ἔβλεπε ἠθικῶς νεκρό. Καὶ Σὺ Κύριε εἰσάκουσες τὴν δέησή της καὶ δὲν περιφρόνησες τὰ δάκρυά της, μὲ τὰ ὁποῖα πότισε τὸ ἔδαφος, παντοῦ ὅπου προσευχόταν. Οἱ πόνοι της νὰ μὲ ἀναγεννήσει διὰ τοῦ Πνεύματος ἦταν σκληρότεροι ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ὁποίου ὑπέφερε νὰ μὲ γεννήσει διὰ τῆς σαρκός».
Ἡ Ἁγία Μόνικα, αἰσθανόμενη ὅτι εἶχε ἀγωνισθεῖ γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ἐπέστρεψε στὴν Ἀφρικὴ καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, μετὰ ἀπὸ σύντομη ἀσθένεια, στὴν πόλη Ὄστια. Πράγματι εἶχε ἐκπληρώσει τὸν ἱερὸ σκοπό της καὶ τὴν μαρτυρία της ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ. Ἐνταφιάσθηκε στὴν Ὄστια καὶ τὸ ἱερὸ λείψανό της μετακομίσθηκε μετὰ ἀπὸ λίγα χρόνια στὴ Ρώμη, στὶς 9 Ἀπριλίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx


Ὁ Ἅγιος Φλωριανὸς ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Φλωριανὸς γεννήθηκε στὴν πόλη Ἒμς τῆς Αὐστρίας. Ἦταν ἀνώτερος ἀξιωματοῦχος τοῦ Ρωμαϊκοῦ στρατοῦ καὶ ὑπηρετοῦσε στὴν πόλη Νόρικουμ τῆς Αὐστρίας κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.). Ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ ἐνώπιον τοῦ διοικητοῦ Ἀκυλίνου καὶ βασανίσθηκε σκληρά. Στὸ τέλος, τοῦ ἔδεσαν μία πέτρα στὸν λαιμὸ καὶ τὸν ἔριξαν στὸν ποταμὸ Ἔμς, ὅπου τελειώθηκε μαρτυρικὰ τὸ 303 μ.Χ.
Ὁ Ἅγιος Φλωριανὸς εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς προστάτες Ἁγίους τῆς Αὐστρίας.

Πηγή: http://vatopaidi.wordpress.com
 


Σάββατο 5 Μαΐου

Ἡ Ἁγία Εἰρήνη ἡ Μεγαλομάρτυς

Ἡ Ἁγία Μεγαλομάρτυς Εἰρήνη ἄθλησε κατὰ τὸν 4ο αἰώνα μ.Χ. Ἦταν θυγατέρα τοῦ Λικινίου, ποὺ ἦταν βασιλιὰς κάποιου μικροῦ βασιλείου, καὶ τῆς Λικινίας. Καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Μαγεδὼν καὶ ἀρχικὰ ὀνομαζόταν Πηνελόπη. Ὅταν ἡ Ἁγία ἔγινε ἕξι ἐτῶν, ὁ πατέρας της Λικίνιος τὴν ἔκλεισε σὲ ἕνα πύργο καὶ ἀνέθεσε τὴν διαπαιδαγώγησή της σὲ κάποιον γέροντα, ὀνόματι Ἀπελλιανό, ὁ ὁποῖος καὶ ἔγραψε τὰ ὑπομνήματα τοῦ μαρτυρίου αὐτῆς.
Μία νύχτα ἡ Εἰρήνη εἶδε τὸ ἑξῆς ὅραμα: μπῆκε στὸν πύργο ἕνα περιστέρι κρατώντας μὲ τὸ ράμφος του κλαδὶ ἐλιᾶς, τὸ ὁποῖο καὶ ἄφησε ἐπάνω στὸ τραπέζι. Ἐπίσης, μπῆκε καὶ ἕνας ἀετὸς μεταφέροντας στεφάνι ἀπὸ ἄνθη, τὸ ὁποῖο τοποθέτησε καὶ αὐτὸς ἐπάνω στὸ τραπέζι. Ἔπειτα μπῆκε ἀπὸ ἄλλο παράθυρο ἕνας κόρακας, ὁ ὁποῖος ἔβαλε ἐπάνω στὸ τραπέζι ἕνα φίδι. Τὸ πρωὶ ποὺ ξύπνησε ἀποροῦσε καὶ σκεπτόταν τί ἄραγε νὰ σημαίνουν αὐτὰ ποὺ εἶδε. Τὰ διηγήθηκε λοιπὸν στὸν γέροντα Ἀπελλιανὸ καὶ ἐκεῖνος τὰ ἑρμήνευσε ὡς προάγγελμα τῶν στεφάνων τῆς δόξας καὶ τοῦ μαρτυρικοῦ τέλους αὐτῆς μετὰ τὴ βάπτισή της.
Στὸ Χριστιανισμὸ ἑλκύσθηκε ἀπὸ κάποια κρυπτοχριστιανὴ νέα, ἡ ὁποία, λόγω τῆς τιμιότητας καὶ τῶν ἀρετῶν της, ἔχαιρε μεγάλης ἐκτιμήσεως ἀπὸ τοὺς γονεῖς τῆς Πηνελόπης καὶ εἶχε τοποθετηθεῖ ἀπὸ αὐτοὺς ὡς θεραπαίνιδα τῆς θυγατέρας τους. Ἕνας ἱερεύς, ὀνόματι Τιμόθεος, βάπτισε κρυφὰ τὴ νεαρὴ ἡγεμονίδα καὶ τὴ μετονόμασε Εἰρήνη.
Τὸ γεγονὸς δὲν ἄργησε νὰ πληροφορηθεῖ ὁ πατέρας της Λικίνιος, ὅταν μάλιστα ἡ Ἁγία Εἰρήνη συνέτριψε τὰ εἴδωλα τῆς πατρικῆς της οἰκίας ὀμολογώντας μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο τὴν πίστη της στὸν Χριστό. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἀνακρίθηκε καὶ καταδικάσθηκε πρῶτα ἀπὸ τὸν ἴδιο της τὸν πατέρα. Στὴ συνέχεια ἔπαθε πολλὰ ἀπὸ τοὺς Πέρσες καὶ τοὺς βασιλεῖς αὐτῶν Σεδεκία καὶ Σαπώριο Α’.
Ἔπειτα ἡ Ἁγία Εἰρήνη πῆγε στὴν Καλλίπολη τοῦ Ἑλλησπόντου, ὅπου βασίλευε ὁ Νουμεριανός. Ἐκεῖ παρουσιάσθηκε σὲ αὐτὸν καὶ ὁμολόγησε μὲ παρρησία τὴν πίστη της στὸν Χριστό. Οἱ εἰδωλολάτρες τὴν ἔκλεισαν διαδοχικὰ σὲ τρία πυρακτωμένα χάλκινα βόδια. Τὸ τρίτο ὅμως βόδι, τὴ στιγμὴ ποὺ βρισκόταν ἐντός του ἡ Μεγαλομάρτυς, ὅλως παραδόξως κινήθηκε, ἐνῷ ἦταν ἄψυχο ἀνθρώπινο κατασκεύασμα. Στὴ συνέχεια αὐτὸ σχίσθηκε καὶ βγῆκε ἀπὸ μέσα του ἡ Ἁγία ἐντελῶς ἀβλαβὴς ἀπὸ τὴν κόλαση τῆς πυρᾶς. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ προσέλθουν στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ χιλιάδες ψυχές. Στὴν πόλη Μεσημβρία τῆς Θράκης ἡ Ἁγία Εἰρήνη θανατώθηκε, ἀλλὰ μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ ἀναστήθηκε καὶ εἵλκυσε στὴν πίστη τὸ διοικητὴ καὶ ὁλόκληρο τὸ λαό. Τέλος, ἡ Ἁγία κατέφυγε μαζὶ μὲ τὸ δάσκαλό της Ἀπελλιανὸ στὴν Ἔφεσο τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ὅπου διέμεινε ἐπιτελώντας πολλὰ θαύματα καὶ τιμώμενη ὡς ἀληθινὴ ἰσαπόστολος. Ἐκεῖ ἀνέπτυξε μεγάλη δράση μέχρι τὴν ἡμέρα τῆς κοιμήσεως αὐτῆς, τὸ 315 μ.Χ.
Στὸ Συναξάρι της ἀναφέρεται ὅτι στὴν Ἔφεσο ἡ Ἁγία βρῆκε μία λάρνακα, στὴν ὁποία δὲν εἶχε ὡς τότε ἐνταφιασθεῖ κανένας, μπῆκε μέσα σὲ αὐτὴν καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Πρὶν δὲ ἀπὸ τὴν κοίμησή της ἡ Ἁγία Εἰρήνη εἶχε δώσει ἐντολὴ νὰ μὴν μετακινήσει κανένας τὴν ταφόπετρα, μὲ τὴν ὁποία θὰ σκέπαζε τὴ λάρνακα ὁ δάσκαλός της Ἀπελλιανός, προτοῦ περάσουν τέσσερις ἡμέρες. Μετὰ ὅμως ἀπὸ δύο ἡμέρες ἐπισκέφθηκαν τὸν τάφο ὁ Ἀπελλιανὸς καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι εἶδαν ὅτι ἡ ταφόπετρα ἦταν σηκωμένη καὶ ἡ λάρνακα κενή.
Κατὰ τὰ δυτικὰ Μαρτυρολόγια ἡ Ἁγία Εἰρήνη μαρτύρησε στὴ Θεσσαλονίκη, ἀφοῦ ρίχθηκε στὴν πυρά. Πρέπει δὲ νὰ σημειώσουμε ὅτι, κατὰ τὸ Μηνολόγιον τοῦ αὐτοκράτορα Βασιλείου Β’, ἡ Ἁγία Εἰρήνη τελειώθηκε μαρτυρικὰ δι’ ἀποκεφαλισμοῦ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Εἰρήνης τὸν ἄρχοντα, ἰχνηλατοῦσα σεμνή, εἰρήνης ἐπώνυμος, δι’ ἐπιπνοίας Θεοῦ, ἐδείχθης πανεύφημε· σὺ γὰρ τοῦ πολεμίου, τὰς ἐνέδρας φυγοῦσα, ἤθλησας ὑπὲρ φύσιν, ὡς παρθένος φρονίμη· διὸ Μεγαλομάρτυς Εἰρήνη, εἰρήνην ἡμῖν αἴτησαι.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Παρθενίας κάλλεσι, πεποικιλμένη παρθένε, τῇ ἀθλήσει γέγονας, ὡραιοτάτη Εἰρήνη· αἵμασι, τοῖς ἐκχυθεῖσί σου φοινιχθεῖσα, πλάνην τε, καταβαλοῦσα τῆς ἀθεΐας· διὰ τοῦτο καὶ ἐδέξω, βραβεῖα νίκης χειρὶ τοῦ Κτίστου σου.

Μεγαλυνάριον.
Τῇ εἰρηνωνύμῳ κλήσει σεμνή, κατακολουθοῦσα, εὐηγγέλισαι μυστικῶς, ἄθλοις σου θαυμάτων, ψυχαῖς πολεμουμέναις, σωτήριον εἰρήνην, Εἰρήνη ἔνδοξε.


Οἱ Ἅγιοι Εἰρηναῖος, Περεγρίνος καὶ Εἰρήνη οἱ Μάρτυρες ἐκ Θεσσαλονίκης

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Εἰρηναῖος, Περεγρίνος καὶ Εἰρήνη ἀναφέρονται τόσο στὸ Ἱερωνυμικὸ ὅσο καὶ στὸ Ρωμαϊκὸ Μαρτυρολόγιο. Τὸ μαρτύριό τους ἐμφανίζει ἀρκετὲς παραλλαγὲς στοὺς Λατινικοὺς Κώδικες αὐτῶν τῶν Συναξαρίων, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ διατυπώνονται ποικίλες ὑποθέσεις, ποὺ ἀμφισβητοῦν τὸ μαρτύριο τοῦ Εἰρηναίου καὶ τοῦ Περεγρίνου στὴ Θεσσαλονίκη ἢ ταυτίζουν τὴν Εἰρήνη μὲ τὴν Μεγαλομάρτυρα Εἰρήνη, τῆς ὁποίας ἡ μνήμη ἀναγράφεται στὸ Συναξάριον τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἡ μὲ τὴν Εἰρήνη ποὺ μαρτύρησε στὴ Θεσσαλονίκη μαζὶ μὲ τὶς Μάρτυρες Ἀγάπη καὶ Χιονὶα († 16 Ἀπριλίου).
Ὡστόσο ἡ πλειοψηφία τῶν Κωδίκων, καθὼς καὶ δυτικὰ ἁγιολογικὰ ὑπομνήματα, ποὺ συντάχθηκαν γιὰ τοὺς τρεῖς Μάρτυρες, τοὺς χαρακτηρίζουν ρητὰ ὡς Ἁγίους τῆς Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα μὲ τὰ στοιχεῖα ποὺ ἀντλοῦμε ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὑπομνήματα, οἱ Ἅγιοι Εἰρηναῖος, Περεγρίνος καὶ Εἰρήνη ἡ Παρθένος ἄθλησαν ἐπὶ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοὺ (284 – 305 μ.Χ.), ἀρνούμενοι νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα. Μαρτύρησαν διὰ πυρὸς καὶ χαρακτηρίζονται ὡς «ἔνδοξοι μάρτυρες τῆς Θεσσαλονίκης τῆς Μακεδονίας»
.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx


Ὁ Ἅγιος Ἱλάριος Ἐπίσκοπος Ἀρελάτης

Ὁ Ἅγιος Ἱλάριος γεννήθηκε στὴ Λωραίνη τῆς Γαλλίας καὶ χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Ἀρελάτης τῆς Γαλλίας κατὰ τὸ α’ ἥμισυ τοῦ 6ου αἰῶνος μ.Χ. Ἀποδοκίμασε τὴ διδασκαλία τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου περὶ χάριτος καὶ προορισμοῦ, συνέγραψε τὸ βίο τοῦ Ἁγίου Ὀνωράτου καὶ ἄλλα ἔργα. Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ἁγίου Ὀνωράτου († 429 μ.Χ.) ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Ἀρελάτης καὶ ποίμανε τὴν Ἐκκλησία θεοφιλῶς ἐπὶ 20 – 25 ἔτη.
Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη μεταξὺ τῶν ἐτῶν 450 – 455 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
 

Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος ὁ Μυροβλύτης Ἐπίσκοπος Μαδύτου

Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος γεννήθηκε στοὺς Ἐπιβάτες τῆς Θράκης στὶς ἀρχὲς τοῦ 10ου αἰῶνος μ.Χ. Ἀδελφή του κατὰ σάρκα ἦταν ἡ Ὁσία Παρασκευὴ ἡ Ἐπιβατηνὴ († 14 Ὀκτωβρίου). Ὅταν πέθανε ὁ πατέρας του Νικήτας, ἡ μητέρα του τὸν ὁδήγησε σὲ μονὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅπου παρέμεινε ἐπὶ τριάντα χρόνια καὶ διέπρεψε στοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες. Ὁ Ἅγιος ὅμως ἀγαποῦσε τὴν ἡσυχία. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἔφυγε ἀπὸ τὴ μονὴ καὶ ἀσκήτεψε σὲ ἐρημικὴ περιοχὴ ὡς ἐρημίτης.
Ὁ θεοφιλὴς βίος του τὸν ἀνέδειξε οἰκονόμο τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ. Χειροτονήθηκε διάκονος ἀπὸ τὸν τότε Ἐπίσκοπο Περίνθου, ἀκολούθως δὲ Πρεσβύτερος ἀπὸ ἄλλον Ἐπίσκοπο. Τέλος ἀναδείχθηκε Ἐπίσκοπος τῆς Μαδύτου τοῦ Ἑλλησπόντου, διακρινόμενος γιὰ τὴν ἀκάματη ἄσκηση τῆς ἀρετῆς καὶ τὴν ἐξαίρετη ποιμαντορική του ἱκανότητα. Ὁ Θεὸς τοῦ χάρισε τὸ δῶρο τῆς θαυματουργίας καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ζωῆς του ἐπιτελοῦσε πλῆθος θαυμάτων καὶ θεράπευε λεπροὺς καὶ κωφάλαλους.
Ἡ φήμη τοῦ Ἁγίου ἀνδρὸς ἔφθασε μέχρι τὸ παλάτι καὶ τὸν αὐτοκράτορα Βασίλειο Β’ (976 – 1025), ὁ ὁποῖος ἐπισκέφθηκε τὸν Ἅγιο Εὐθύμιο στὴ Μάδυτο. Ἐκεῖ ὁ Ἅγιος προφήτευσε τὴ νίκη τοῦ βασιλέως ἐναντίον τοῦ Βάρδα Φωκᾶ τὸ 989 μ.Χ.
Ὁ Ἅγιος Εὐθύμιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη μεταξὺ τῶν ἐτῶν 989 – 996 μ.Χ. Κατὰ τὴν ὁσιακὴ κοίμησή του ὁ τάφος του ἀνέβλυσε μύρο, ὡς ἀπόδειξη τῆς ἁγιότητος τοῦ βίου του, καὶ πολλοὶ ἀσθενεῖς θεραπεύθηκαν. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐπονομάσθηκε Μυροβλύτης.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Μαδύτου σε πρόεδρον, καὶ Ἱεράρχην κλεινόν, ἡ χάρις ἀνέδειξεν, ὡς τοῦ Χριστοῦ μιμητήν, Εὐθύμιε Ὅσιε· ὅθεν ἱερατεύσας, θεοφρόνως Κυρίῳ, ὤφθης τῆς εὐσεβείας, πρακτικὸς ὑποφήτης· καὶ νῦν Πάτερ ἱκέτευε, ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς Ἱεράρχην τοῦ Σωτῆρος ἐνθεώτατον
Καὶ τῆς Μαδύτου ποιμενάρχην καὶ διδάσκαλον
Ἀνυμνοῦμέν σε οἱ παῖδές σου θεοφόρε.
Ἀλλ’ ὡς χάριτος τῆς θείας ἐνδιαίτημα
Μὴ ἐλλείπῃς πάσης βλάβης ἐκλυτρούμενος
Τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις Πάτερ Εὐθύμιε.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῆς Μαδύτου ἀστὴρ λαμπρός, θεῖος ποιμενάρχης, καὶ θερμότατος ἀρωγός· χαίροις Ἐκκλησίας, ἀγλάϊσμα καὶ κλέος, Εὐθύμιε παμμάκαρ, Ἀγγέλων σύσκηνε.

 

Ὁ Ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Ἱερομάρτυρας ὁ ἐν Νέᾳ Μάκρῃ Ἀττικῆς

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Ἐφραὶμ γεννήθηκε στὶς 14 Σεπτεμβρίου 1384. Σὲ μικρὴ ἡλικία ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα ἀδέλφια του, τὴ δὲ φροντίδα τους ἀνέλαβε ἡ εὐσεβὴς μητέρα του. Σὲ ἡλικία δεκατεσσάρων ἐτῶν ὁ Ὅσιος εἰσῆλθε στὴ μονὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου τοῦ ὄρους τῶν Ἀμώμων (Καθαρῶν) τῆς Ἀττικῆς καὶ ἀσκήτεψε ἐκεῖ προοδεύοντας στὴν ἀρετὴ καὶ τὴν κατὰ Χριστὸν βιοτὴ καὶ πολιτεία. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καὶ πάντοτε διακονοῦσε στὸ ἱερὸ θυσιαστήριο μὲ φόβο Θεοῦ.
Στὶς 14 Σεπτεμβρίου 1425, ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὸ ἀσκητήριό του στὴ μονή, τὴν εἶδε κατεστραμμένη ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Ὅλοι οἱ πατέρες δέ, εἶχαν σφαγιασθεῖ ἀπὸ τοὺς ἀλλόπιστους. Ὁ Ἅγιος συνελήφθη καὶ βασανίσθηκε ἀνηλεῶς. Οἱ Τοῦρκοι τὸν κρέμασαν ἀνάποδα σὲ ἕνα δένδρο, κάρφωσαν τοὺς πόδες καὶ τὴν κεφαλὴ τοῦ Ἁγίου καὶ τέλος διαπέρασαν τὸ μαρτυρικὸ σῶμα του μὲ πυρακτωμένο ξύλο. Ἔτσι ὁ Ἅγιος Ἐφραὶμ μαρτύρησε τὸ 1426, καὶ ἔλαβε τὸ ἀμαράντινο στέφανο τῆς δόξας.
Ἡ εὕρεση τῶν ἱερῶν λειψάνων αὐτοῦ ἔγινε στὶς 3 Ἰανουαρίου τοῦ 1950
.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
 

Ὁ Ἅγιος Πλάτων ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Ἀχρίδος

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Πλάτων (Γιοβάνοβιτς) γεννήθηκε στὸ Βελιγράδι τὸ 1874. Μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐγκυκλίων μαθημάτων του συνέχισε τὶς σπουδές του στὴ Μόσχα καὶ τὸ 1901 ἐπέστρεψε στὴ Σερβία, ὅπου ἔγινε ἡγούμενος τῆς μονῆς Ρακόβιτσα κοντὰ στὸ Βελιγράδι. Παράλληλα δίδασκε στὸ ἐκκλησιαστικὸ σεμινάριο τοῦ Βελιγραδίου.
Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Α’ Παγκοσμίου πολέμου ἔμεινε στὴ Σερβία καὶ ἀνέλαβε τὴ διακονία τῶν ὀρφανῶν καὶ τῶν πληγέντων. Τὸ 1938 ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Ἀχρίδος καὶ τὸ 1939 μετατέθηκε στὴν Ἐπισκοπὴ τῆς Μπάνια Λούκα στὸ βόρειο μέρος τῆς Βοσνίας.
Ὅταν ὁ Χίτλερ, κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Β’ Παγκοσμίου πολέμου, κατέλαβε τὸ βασίλειο τῆς Γιουγκοσλαβίας, διόρισε φιλοναζιστικὴ κυβέρνηση στὴν Κροατία. Ἡ νέα κυβέρνηση ἀπαίτησε ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι Σέρβιοι (περίπου 3.000.000 πιστοί) νὰ ἀσπασθοῦν τὸ Ρωμαιοκαθολικισμό, γιὰ νὰ θεωροῦνται Κροάτες, ἢ νὰ ἐγκαταλείψουν τὸν τόπο τους, γιὰ νὰ μὴν δολοφονηθοῦν. Οἱ ἀρχὲς ζήτησαν ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Πλάτωνα, ἐπειδὴ καταγόταν ἀπὸ τὸ Βελιγράδι, νὰ ἐγκαταλείψει τὴν περιοχὴ καὶ νὰ φύγει μαζὶ μὲ τὸ ποίμνιό του στὴ Σερβία, ἀλλὰ ἐκεῖνος ἀρνήθηκε σθεναρὰ νὰ ἐγκαταλείψει τὸ ποίμνιό του καὶ τὴν Ἐπισκοπή του. Ἔτσι, στὶς 4 Μαΐου 1941, τὸν συνέλαβαν, τὸν βασάνισαν καὶ τὸν σκότωσαν. Τὸ τίμιο λείψανό του τὸ ἔριξαν στὸν ποταμό, ὅπου βρέθηκε μετὰ τρεῖς ἑβδομάδες. Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ πολέμου ἡ φιλοναζιστικὴ ἐξουσία ὁδήγησε στὸ Γιασένοβακ, τὸ μεγαλύτερο στρατόπεδο συγκέντρωσης στὸ χῶρο τῶν Βαλκανίων, τοὺς Χριστιανούς, τοὺς Ἑβραίους καὶ τοὺς Τσιγγάνους. Ἐκεῖ βασανίσθηκαν καὶ δολοφονήθηκαν περὶ τοὺς 700.000 ἄνθρωποι.
Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας, μὲ ἀπόφασή της, ἀνεκήρυξε τὸν Ἐπίσκοπο Πλάτωνα Ἅγιο καὶ τὸν ἐνέταξε στὸ ἁγιολόγιό της.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
 


Επιμέλεια- Διανομή: Καθεδρικός Ι.Ν. Παναγίας Φανερωμένης Χολαργού
Design : ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ
Εάν δεν επιθυμείτε να λαμβάνετε το Ενημερωτικό, παρακαλούμε πατήστε εδώ
Εάν λαμβάνετε το Ενημερωτικό περισσότερες από μία φορά, παρακαλούμε πατήστε εδώ