Τεύχος 81  15 Ιουνίου 2012

Εάν επιθυμείτε να λαμβάνετε κάθε εβδομάδα την ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ, είτε μόνον εσείς, είτε και κάποια δικά σας πρόσωπα, κάνετε Εγγραφή στο Newsletter μέσα απ’ το δικτυακό μας τόπο.

 

Κυριακή 17 Ιουνίου 2012 – Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Ο Ἀπόστολος
Προς Ρωμαίους επιστολή Παύλου (β΄10–16)

     

Ἀδελφοί, δόξα καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν, Ἰουδαίῳ τε πρῶτον καὶ ῞Ελληνι· οὐ γάρ ἐστι προσωποληψία παρὰ τῷ Θεῷ. Ὅσοι γὰρ ἀνόμως ἥμαρτον, ἀνόμως καὶ ἀπολοῦνται· καὶ ὅσοι ἐν νόμῳ ἥμαρτον, διὰ νόμου κριθήσονται. Οὐ γὰρ οἱ ἀκροαταὶ τοῦ νόμου δίκαιοι παρὰ τῷ Θεῷ, ἀλλ᾿ οἱ ποιηταὶ τοῦ νόμου δικαιωθήσονται. Ὅταν γὰρ ἔθνη τὰ μὴ νόμον ἔχοντα φύσει τὰ τοῦ νόμου ποιῇ, οὗτοι νόμον μὴ ἔχοντες ἑαυτοῖς εἰσι νόμος, οἵτινες ἐνδείκνυνται τὸ ἔργον τοῦ νόμου γραπτὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, συμμαρτυρούσης αὐτῶν τῆς συνειδήσεως καὶ μεταξὺ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν κατηγορούντων ἢ καὶ ἀπολογουμένων. Ἐν ἡμέρᾳ ὅτε κρινεῖ ὁ Θεὸς τὰ κρυπτὰ τῶν ἀνθρώπων κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

   

Ἀπόδοση στη νεοελληνική:

  

Ἀδελφοί, δόξα καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη διὰ τὸν καθένα ποὺ κάνει τὸ καλόν, διὰ τὸν Ἰουδαῖον πρῶτα καὶ ἐπίσης διὰ τὸν Ἕλληνα, διότι ὁ Θεὸς δὲν μεροληπτεῖ. Ὅσοι ἁμάρτησαν χωρὶς τὸν νόμον, χωρὶς τὸν νόμον καὶ θὰ ἀπολεσθοῦν, καὶ ὅσοι ἁμάρτησαν ἐνῷ ἦσαν ὑπὸ τὸν νόμον θὰ κριθοῦν μὲ τὸν νόμον. Διότι δὲν θὰ δικαιωθοῦν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἐκεῖνοι ποὺ ἀκούουν τὸν νόμον, ἀλλὰ ἐκεῖνοι ποὺ ἐφαρμόζουν τὸν νόμον θὰ κηρυχθοῦν δίκαιοι. Ὅταν οἱ ἐθνικοὶ ποὺ δὲν ἔχουν τὸν νόμον, ἐφαρμόζουν τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἐκ φύσεως, τότε, ἂν καὶ δὲν ἔχουν νόμον, ἔχουν τὸν ἑαυτόν τους διὰ νόμον, διότι ἀποδεικνύουν ὅτι τὸ ἔργον ποὺ ζητεῖ ὁ νόμος εἶναι γραμμένον στὶς καρδιές τους, συγχρόνως δὲ μαρτυρεῖ καὶ ἡ συνείδησίς των, καὶ αἱ σκέψεις των μεταξύ των κατηγοροῦν ἢ καὶ ἀπολογοῦνται, ὅπως θὰ φανῇ τὴν ἡμέραν, ὅταν, σύμφωνα μὲ τὸ εὐαγγέλιόν μου, ὁ Θεὸς θὰ κρίνῃ τὰ κρυφὰ τῶν ἀνθρώπων διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

  

Το Ευαγγέλιο
Κατά Ματθαίον (δ΄ 18-23)

 

Τῷ καιρῷ εκείνῳ, περιπατῶν ὁ Ἰησοῦς παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ ᾿Ανδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς· καὶ λέγει αὐτοῖς· δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων. Οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ. Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς, Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῶν καταρτίζοντας τὰ δίκτυα αὐτῶν, καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς. Οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ.
Καὶ περιῆγεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ Ἰησοῦς διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.

  

Απόδοση στη νεοελληνική:

  

Τον καιρό εκείνο, ὅταν περπατοῦσε κοντὰ εἰς τὴν λίμνην τῆς Γαλιλαίας, εἶδε δύο ἀδελφούς, τὸν Σίμωνα, ὁ ὁποῖος ἐλέγετο Πέτρος, καὶ τὸν Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφόν του, νὰ ρίχνουν δίχτυ εἰς τὴν λίμνην, διότι ἦσαν ψαράδες. Καὶ τοὺς λέγει, «Ἐλᾶτε, ἀκολουθῆστε με, καὶ θὰ σᾶς κάνω ψαράδες ἀνθρώπων». Αὐτοὶ ἐγκατέλειψαν ἀμέσως τὰ δίχτυα καὶ τὸν ἀκολούθησαν. Καὶ ὅταν ἐπροχώρησε ἀπὸ ἐκεῖ, εἶδε ἄλλους δύο ἀδελφούς, τὸν Ἰάκωβον, τὸν υἱὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ τὸν Ἰωάννην τὸν ἀδελφόν του, μέσα σὲ πλοιάριον μαζὶ μὲ τὸν Ζεβεδαῖον, τὸν πατέρα τους, νὰ ἐπισκευάζουν τὰ δίχτυα τους καὶ τοὺς ἐκάλεσε. Αὐτοὶ ἀμέσως ἄφησαν τὸ πλοιάριον καὶ τὸν πατέρα τους καὶ τὸν ἀκολούθησαν.
Ὁ Ἰησοῦς ἐγύριζε ὁλόκληρη τὴν Γαλιλαίαν καὶ ἐδίδασκε εἰς τὰς συναγωγάς των καὶ ἐκήρυττε τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ ἐθεράπευε κάθε ἀσθένειαν καὶ κάθε ἀδυναμίαν εἰς τὸν λαόν.

     


 

ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ
Κυριακή 17 Ιουνίου


Οἱ Ἅγιοι Μανουήλ, Σαβὲλ καὶ Ἰσμαὴλ οἱ Μάρτυρες

 

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Μανουήλ, Σαβὲλ καὶ Ἰσμαὴλ κατάγονταν ἀπὸ τὴν Περσία, ἦσαν ἀδελφοὶ καὶ ἄθλησαν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (361 – 363 μ.Χ.). Ὁ πατέρας τους ἦταν πυρολάτρης, ὅπως ὅλοι οἱ Πέρσες. Ἡ μητέρα του ὅμως, εὐσεβέστατη Χριστιανή, ἐμπιστεύθηκε αὐτοὺς στὸν εὐλαβὴ πρεσβύτερο Εὔνικο, γιὰ τὴ χριστιανικὴ αὐτῶν ἀγωγὴ καὶ μόρφωση. Στρατιωτικοὶ τὸ ἐπάγγελμα, ἀπεστάλησαν ὑπὸ τοῦ βασιλέως τῶν Περσῶν Βαλτάνου στὴν Κωνσταντινούπολη ὡς πρεσβευτὲς εἰρήνης. Ἀφιχθέντες στὴ Χαλκηδόνα εἶδαν τὸν αὐτοκράτορα Ἰουλιανὸ νὰ προσφέρει θυσία στὰ εἴδωλα, μὲ τὴν παρουσία πλήθους κόσμου, κατοίκων τῆς πόλεως, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦσαν τὴν εἰδωλολατρικὴ πλάνη. Τοῦτο τοὺς ἐλύπησε πολὺ καὶ οἰκτείρησαν τὸ κράτος, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ὁποίου ἔγινε ἔνοχος τέτοιας ἀσέβειας. Ἕνεκα τούτου καταγγέλθηκαν ὑπὸ τοῦ κουβικουλάριου Ἰνδικοῦ πρὸς τὸν Ἰουλιανό, προσαχθέντες δὲ ἀνώπιον τοῦ αὐτοκράτορος καὶ μὴ πεισθέντες νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα, ἀφοῦ τοὺς ἐχτύπησαν σκληρά, διεπέρασαν τοὺς ἀστραγάλους μὲ περόνες, ἔκαψαν τὶς μασχάλες μὲ ἀναμμένες λαμπάδες καὶ τοὺς ἐβασάνισαν ποικιλότροπα, τοὺς μετέφεραν, τὸ 363 μ.Χ., στὸ τεῖχος τοῦ Κωνσταντίνου κοντὰ στὴ Θράκη, σὲ γκρεμῶδες μέρος καὶ τοὺς ἀποκεφάλισαν. Τὰ τίμια λείψανά τους, περισυλλεγέντα ὑπὸ πιστῶν Χριστιανῶν, ἐνταφιάσθηκαν μὲ τιμὴ καὶ εὐλάβεια.
 
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx 
 

Ὁ Ἅγιος Ἴσαυρος ὁ Ἱερομάρτυρας καὶ οἱ σὺν αὐτῷ μαρτυρήσαντες

 

Ἀπὸ τοὺς Μάρτυρες αὐτοὺς οἱ τρεῖς πρῶτοι κατάγονταν ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, οἱ δὲ λοιποὶ ἀπὸ τὴν Ἀπολλωνιάδα τῆς Ἰλλυρίας καὶ ἄθλησαν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Νουμεριανοῦ (283 – 284 μ.Χ.). Ὁ Ἴσαυρος ὑπῆρξε διάκονος στὴν Ἀθήνα, ἀφοῦ δὲ παρέλαβε καὶ τοὺς ἀσπασθέντας τὸ Χριστιανισμὸ συμπολίτες του Βασίλειο καὶ Ἰννοκέντιο, εὑρῆκαν ἐντὸς σπηλαίου κρυπτόμενους τοὺς ἐπίσης Χριστιανοὺς Φήλικα, Ἑρμεία καὶ Περεγρίνο, μὲ τοὺς ὁποίους, ἀδελφωθέντες, ἐζοῦσαν φυλάττοντες τὶς θεῖες ἐντολὲς καὶ μοχθοῦντες πρὸς ἐξάπλωση τῆς Χριστιανικῆς ἀλήθειας. Καταγγελθέντες στὸν ἔπαρχο Τριπόντιο, συνελήφθησαν, ἀρνηθέντες δὲ νὰ ἀποκηρύξουν τὴ Χριστιανικὴ πίστη τους, οἱ μὲν Φῆλιξ, Ἑρμείας καὶ Περεγρίνος ἀποκεφαλίσθηκαν ὑπ’ αὐτοῦ, ὁ δὲ Ἴσαυρος καὶ οἱ λοιποὶ ἀπεστάλησαν πρὸς τὸν υἱὸ τοῦ Τριποντίου Ἀπολλώνιο, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ τοὺς ἐβασάνισε ἀνηλεῶς, τοὺς ἀπέκοψε, τὸ 284 μ.Χ., τὶς κεφαλές.
 
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
 
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Ὡς ἐννεάριθμον, τοῦ Λόγου σύνταγμα, ἐχθρῶν τὰς φάλαγγας, κατετροπώσαντο, Ἴσαυρος Φῆλιξ σὺν αὐτοῖς, Ἑρμείας καὶ Περεγρῖνος, ἅμα Ἰννοκέντιος, Μανουὴλ καὶ Βασίλειος, Ἰσμαὴλ ὁ ἔνδοξος, καὶ Σαβὲλ ὁ μακάριος· διὸ καὶ τὰ βραβεῖα τῆς νίκης, εὗρον ὡς Μάρτυρες Κυρίου.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς χορὸς θεόπλοκος κατηρτισμένοι, Ἀθληταὶ ἐννάριθμοι, ἀνδραγαθεῖτε εὐκλεῶς, ἐν ὁμονοίᾳ κραυγάζοντες· Σὺ τῶν Μαρτύρων Χριστὲ τὸ κραταίωμα.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἀθλοφόρων παρεμβολή, Ἴσαυρε παμμάκαρ, καὶ οἱ σύναθλοι οἱ κλεινοί· Χαίρετε γενναῖοι, ὁπλῖται τοῦ Κυρίου, Ἀγγέλων συμπολῖται, καὶ ἰσοστάσιοι.

 
Ὁ Ἅγιος Φιλονίδης ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Κουρίου

  

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Φιλονίδης καταγόταν ἀπὸ τὴν Κύπρο καὶ ἄθλησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.). Ὑπηρετῶν ὡς Ἐπίσκοπος Κουρίου τῆς Κύπρου συνελήφθη ἕνεκα τοῦ ἀποστολικοῦ ἔργου του ὑπὸ τοῦ ἡγεμόνος Μαξίμου καὶ μὲ ἄλλους τρεῖς Χριστιανούς, τὸν Ἀριστοκλῆ, τὸν Δημητριανὸ καὶ τὸν Ἀθανάσιο († 23 Ἰουνίου), ἐρρίφθηκε στὴ φυλακή. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ, παρὰ τὶς κακοποιήσεις καὶ τὶς ἀπειλές, ὁ Ἐπίσκοπος Φιλονίδης δὲν ἔπαψε νὰ διδάσκει τὸν Χριστό, ἐπιτυχῶν μάλιστα νὰ ἑλκύσει πρὸς Αὐτὸν εἰδωλολάτρες ἐγκληματίες συγκρετούμενούς του. Ὁ Μάξιμος, ὀργισμένος γιὰ τὴ δράση αὐτὴ τοῦ Ἱεράρχου, ἀφοῦ μὲ σκληρὰ βασανιστήρια ἐτελείωσε τοὺς τρεῖς συγκρατουμένους του Χριστιανούς, διέταξε νὰ εἰσβάλουν στὴ φυλακὴ μεθυσμένοι στρατιῶτες καί, ἀφοῦ ἀπομονώσουν τὸν Ἅγιο Φιλονίδη σὲ σκοτεινὸ κελί, νὰ προσβάλουν τὴν τιμὴ τοῦ σώματος αὐτοῦ. Πληροφορηθεὶς τοῦτο ὁ Ἅγιος ἀπὸ κάποιον κρυπτοχριστιανὸ στρατιώτη, ἐκάλεσε κοντά του μερικοὺς ἀπὸ τοὺς κρατούμενους ἀδελφούς του καὶ τοὺς ἐφανέρωσε τὶς διαθέσεις τοῦ ἄρχοντος καὶ τὴν ἀπόφασή του γιὰ αὐτοθυσία. Ἤθελε νὰ μὴ σκανδαλισθεῖ κανένας ἀπὸ τὸν τρόπο ποὺ θὰ πέθαινε. Ἀφοῦ ἔδεσε τὴν κεφαλὴ αὐτοῦ, γιὰ νὰ μὴ φαίνεται ἡ μακρὰ κόμη του καὶ ἐκάλυψε τὸ πρόσωπό του μὲ τὸν ἐπενδυτὴ του, ξεφεύγοντας ἀπὸ τὴν προσοχὴ τῶν φρουρῶν, ἀνῆλθε σὲ ὑψηλὸ μέρος, ἔκανε τὸν σταυρό του καὶ ἐγκρεμίσθηκε, γιὰ νὰ ἀποφύγει τὸ μολυσμὸ τοῦ σώματος. Προτοῦ τὸ μαρτυρικὸ σῶμα ἀγγίξει τὴ γῆ, ἡ ἁγία ψυχὴ τοῦ Ἱερομάρτυρος ἐλεύθερη ἐπέταξε στὸν οὐρανό. Οἱ εἰδωλολάτρες ἔβαλαν τὸ τίμιο λείψανό του σὲ ἕνα σάκο καὶ τὸ ἔριξαν στὴ θάλασσα. Μὰ αὐτὴ δὲν τὸ ἐκράτησε. Τὸ ἀπέθεσε στὴν ἀμμουδιά, ὅπου ἀνευρέθηκε ἀπὸ πιστοὺς Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι τὸ παρέλαβαν καὶ τὸ ἐνταφίασαν μὲ τιμὴ καὶ εὐλάβεια.
Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Φιλονίδου ἑορτάζεται, ἐπίσης, στὶς 30 Αὐγούστου, ὡς ἀναφέρεται στὸ Σιναϊτικὸ Κώδικα 631.
 
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx 

   


 

Δευτέρα 18 Ιουνίου

 

Ὁ Ἅγιος Λεόντιος ὁ Μάρτυρας καὶ οἱ σὺν αὐτῷ Ὕπατος καὶ Θεόδουλος μαρτυρήσαντες

 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Λεόντιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἄθλησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Βεσπασιανοῦ (69 – 79 π.Χ.). Καταταγεὶς στὸ στράτευμα, διακρινόταν γιὰ τὸρ ρωμαλέο καὶ μεγαλοπρεπὲς παράστημα, τὴ γεναιότητα καὶ ἀνδρεία του. Ἕνεκα τῶν ἀρετῶν του ἀνῆλθε ταχέως τὶς στρατιωτικὲς βαθμίδες, γενόμενος στρατηγός. Διορισθεὶς στὴν Ἀφρική, διένεμε ἄφθονα ἀπὸ τὰ στρατιωτικὰ σιτηρέσια στοὺς φτωχοὺς Χριστιανούς, μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκαταλέγετο καὶ ὁ ἴδιος, λατρεύων τὸν ἕνα καὶ ἀληθινὸ Θεό. Τὸ γεγονὸς τοῦτο πληροφορηθεὶς ὁ ἡγεμόνας τῆς Φοινίκης Ἀδριανός, ἀπέστειλε τὸν τριβοῦνο Ὕπατο μὲ δύο στρατιῶτες γιὰ νὰ συλλάβουν τὸν Λεόντιο καὶ τὸν ὁδηγήσουν ἐνώπιόν του. Αὐτοί, ἀφοῦ ἦλθαν καὶ συναναστράφησαν μετὰ τοῦ Λεοντίου, ἐπείσθησαν ἀπὸ τοὺς λόγους του καὶ ἀσπάσθησαν τὸ Χριστιανισμό, καὶ ὁ Ὕπατος καὶ ὁ ἕνας ἐκ τῶν στρατιωτῶν, ὁ Θεόδουλος. Μαθόντες τὰ γενόμενα οἱ εἰδωλολάτρες, εἰδοποίησαν τὸν Ἀδριανό, ὁ ὁποῖος, ἀφιχθεὶς ἐκ Φοινίκης στὴν Τρίπολη, διέταξε τὴν σύλληψη αὐτῶν καὶ τὴν ἐνώπιόν του προσαγωγή τους. Καὶ τοὺς μὲν Ὕπατο καὶ Θεόδουλο, ἀφοῦ ἤλεγξε γιὰ τὴν ἀνυπακοή τους, ἀποκεφάλισε, τὸν δὲ Λεόντιο, ἀφοῦ μάταια προσπάθησε νὰ ἐπαναφέρει στὴν εἰδωλολατρία, διέταξε νὰ τὸν μαστιγώσουν ἀνηλεῶς, νὰ τὸν κρεμάσουν καὶ νὰ καταξεσχίσουν τὶς σάρκες διὰ σιδηρῶν ὀνύχων καὶ νὰ τὸν ἐγκλείσουν στὴ φυλακή. Τὴν ἑπόμενη, καλέσας ἐκ νέου τὸν Λεόντιο καὶ μὴ δυνηθεὶς πάλι νὰ μεταπείσει αὐτόν, διέταξε τὴν κατόπιν σκληρῶν βασανιστηρίων θανάτωσή του. Ἔτσι, ἀφοῦ τὸν ἐξάπλωσαν στὴ γῆ καὶ τοῦ ἔδεσαν τεντωμένα τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια σὲ τέσσερις πασσάλους, τὸν ἐχτύπησαν μέχρι ποὺ παρέδωσε τὸ πνεῦμα πρὸς τὸν Κύριο, περιβληθεὶς τὸν ἀμάραντο τοῦ μαρτυρίου στέφανο.
Ἡ Σύναξη αὐτοῦ ἐτελεῖτο «πέραν ἐν τῷ Μαρωδίῳ» καὶ στὸν εὐκτήριο οἶκο αὐτοῦ κοντὰ στὴν «Πόρτα τῆς Πηγῆς».

 
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
 
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας Πίστεως.
Ρώμην ἔνθεον, διεζωσμένος, ἐθριάμβευσας, ἐν τοῖς ἀγῶσιν, Ἀθλοφόρε τοῦ Σωτῆρος Λεόντιε· σὺ γὰρ ὡς λέων πρὸς ἄθλησιν ὥρμησας, καὶ πολεμίων τὸ κράτος κατέβαλες. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τῶν τυράννων ᾔσχυνας, τὰς πονηρὰς ἐπινοίας, καὶ Ἑλλήνων ἤλεγξας, τὸ ἀθεώτατον σέβας· ἔλαμψας, θεογνωσίαν πᾶσιν ἀνθρώποις, δόγμασι, τῆς εὐσεβείας θεόφρον Μάρτυς. Διὰ τοῦτό σου τὴν μνήμην, τιμῶμεν πόθῳ, σοφὲ Λεόντιε.

Μεγαλυνάριον.
Δόξῃ διαπρέπων στρατηγικῇ, αἴγλῃ ἐλαμπρύνθης, ἐν Κυρίῳ ἀθλητικῇ· σὺ γὰρ τοῦ Σωτῆρος, τὸ ὄνομα δοξάσας, μεγαλομάρτυς ὤφθης, αὐτοῦ Λεόντιε.
 

 

Ὁ Ἅγιος Αἰθέριος ὁ Μάρτυρας ὁ ἐν Νικομηδείᾳ

 

Εἶναι ἄγνωστος ὁ τόπος καταγωγῆς τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Αἰθερίου. Ἄθλησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Μαξιμιανοῦ (286 – 305 μ.Χ.). Συλληφθεὶς ὑπὸ τοῦ ἄρχοντος Ἐλευσίου γιὰ τὴν πρὸς τὸν Χριστὸ πίστη του καὶ ἀρνηθεὶς νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα, ἐκάηκε μὲ πυρακτωμένα σίδερα στὰ ὦτα, ὥστε οἱ κόρες τῶν ὀφθαλμῶν του κατέπεσαν. Ἐδέθηκε στὴ συνέχεια ἐπὶ τροχοῦ, ἐκρεμάσθηκε διὰ χαλινοῦ ἀπὸ τὸ στόμα, κατακάηκε στὶς σάρκες μὲ ἀναμμένες λαμπάδες, καὶ ἀφοῦ τὸν ἐξάπλωσαν ἐπὶ πυρακτωμένης σχάρας, τὸν ἀποκεφάλισαν, τὸ 303 μ.Χ.
 
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
   


 

Τρίτη 19 Ιουνίου


Ὁ Ἅγιος Ἰούδας ὁ Ἀπόστολος

 

Ὁ Ἀπόστολος Ἰούδας, ἕνας ἐκ τῶν 12 Μαθητῶν καὶ Ἀποστόλων τοῦ Κυρίου, ἦταν υἱὸς τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ μνήστορος Ἰωσὴφ Ἀλφαίου καὶ τῆς συγγενοῦς τῆς Θεοτόκου Μαρίας, ἀδελφὸς δὲ τοῦ ἐπίσης Ἀποστόλου Ἰακώβου τοῦ ἐπιλεγομένου Ἀδελφοθέου. Πρὸς διάκριση ἐκ τοῦ Ἰούδα τοῦ Ἰσκαριώτου, στὸ μὲν τὸ κατὰ Λουκᾶ Εὐαγγέλιο (6, 16) καὶ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων (1, 13) ἀποκαλεῖται Ἰούδας Ἰακώβου (ἀδελφὸς δηλαδὴ τοῦ Ἰακώβου), στὸ δὲ τὸ κατὰ Ματθαῖο (10, 3) καὶ Μάρκο (Γ’, 18) ὀνομάζεται Θαδδαῖος ἢ Λεββαῖος. Ὁ συγγραφέας τῆς Ἐπιστολῆς Ἰούδα χαρακτηρίζεται σαφῶς «Ἰούδας... ἀδελφὸς δὲ τοῦ Ἰακώβου».
Ἡ ζωή του κατὰ τὴν ἐπὶ τῆς γῆς παρουσία τοῦ Κυρίου καὶ μέχρι τῆς Πεντηκοστῆς ἦταν ὅμοια μὲ αὐτὴ τῶν λοιπῶν Ἀποστόλων. Μετὰ τὴν Πεντηκοστὴ ὅμως, ὅταν ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατῆλθε ἐπὶ τῶν Ἀποστόλων, ὁ Ἰούδας, ἀφοῦ γιὰ ἀρκετὸ χρονικὸ διάστημα παρέμεινε ἐργαζόμενος στὰ Ἱεροσόλυμα, κοπιῶν ὑπὲρ τῆς ἐκεῖ Ἐκκλησίας, μετέβη ἀκολούθως στὶς γειτονικὲς χῶρες, κηρύττων τὸ Εὐαγγέλιο στοὺς ἐν Σαμαρείᾳ καὶ Μεσοποταμίᾳ ὁμοεθνεῖς του. Στὴ συνέχεια, μετὰ τοῦ Σίμωνος τοῦ Ζηλωτοῦ ἀφίχθη στὴν Περσία, στὴν Ἔδεσσα, ὅπου ἐθεράπευσε τὸν ἐκ λέπρας πάσχοντα τοπάρχη Ἄβγαρο, καί, τέλος, συνελήφθη στὴν πόλη Ἀραράτ, ὅπου ἐκρεμάσθηκε καὶ ἐτελειώθηκε κτυπηθεὶς διὰ βελῶν. Κατ’ ἄλλους βιογράφους, ὁ Ἰούδας ἐμαρτύρησε στὴ Βηρυττὸ περὶ τὸ 80 μ.Χ., ἀφοῦ προηγουμένως ἐκήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο στὴν Ἰουδαία, Ἀραβία καὶ Συρία. Τέλος, σύμφωνα μὲ τὶς Διαταγὲς τῶν Ἀποστόλων, ὁ Ἰούδας ὑπῆρξε τρίτος Ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων, μετὰ τὸν Ἰάκωβο καὶ Συμεὼν τοῦ Κλωπᾶ (7, 46, 1 – 2), τοῦτο δὲ ἐπανέλαβε καὶ ὁ Γεώργιος Σύγγελος.
Ὅσον ἀφορᾶ στὸ θέμα τῆς συγγραφῆς τῆς Καθολικῆς Ἐπιστολῆς τοῦ Ἰούδα, αὐτὸς χαρακτηρίζει ἑαυτὸν «ὡς Ἰησοῦ Χριστοῦ δοῦλον, ἀδελφὸν δὲ Ἰακώβου». Καὶ διὰ μὲν τοῦ πρώτου χαρακτηρισμοῦ δηλώνει τὴν ἀφοσίωσή του στὸν Ἰησοῦ Χριστό, διὰ δὲ τοῦ δευτέρου δηλώνει ὅτι ἦταν ἀδελφὸς τοῦ γνωστοῦ σὲ ὅλους Ἰακώβου, ὁ ὁποῖος κατεῖχε ἡγετικὴ θέση στὴν Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία.
 
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

  

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Χριστοῦ σε συγγενῆ, ὦ Ἰούδα εἰδότες, καὶ μάρτυρα στερρόν, ἱερῶς εὐφημοῦμεν, τὴν πλάνην πατήσαντα, καὶ τὴν πίστιν τηρήσαντα· ὅθεν σήμερον, τὴν παναγίαν σου μνήμην, ἑορτάζοντες, ἁμαρτημάτων τὴν λύσιν, εὐχαῖς σου λαμβάνομεν.

Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Ἐκ ῥίζης εὐκλεοῦς, θεοδώρητον κλῆμα, ἀνετειλας ἡμῖν τοῦ Κυρίου αὐτόπτα, Ἀπόστολε Θεάδελφε, τοῦ Χριστοῦ κῆρυξ πάνσοφε, τρέφων ἅπαντα, κόσμον καρποῖς σου τῶν λόγων, τὴν ὀρθόδοξον, πίστιν Κυρίου διδάσκων, ὡς μύστης τῆς χάριτος.

Μεγαλυνάριον.
Δεῦτε τὸν Θεάδελφον Μαθητήν, καὶ τῆς εὐσεβείας, τὸν φωστῆρα τὸν θεαυγῆ, ὑμνήσωμεν πόθῳ, χαῖρε αὐτῷ βοῶντες, Ἀπόστολε Ἰούδα, Χριστοῦ διάκονε.
 

 

Ὁ Ὅσιος Παΐσιος ὁ Μέγας καὶ Θεοφόρος

 

Ὁ Ὅσιος καὶ Θεοφόρος Πατέρας μας Παΐσιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, ἀπὸ γονεῖς εὔπορους, ἐνάρετους καὶ εὐσεβεῖς Χριστιανοὺς καὶ ἄκμασε κατὰ τὸ β’ ἥμισυ τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ. Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ πατρός του, νέος ἀκόμη στὴν ἡλικία, ὑπὸ θείου ζήλου κινούμενος, ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο καὶ κατέφυγε στὴν ἔρημο, ὅπου ἔγινε μαθητὴς τοῦ περιώνυμου ἐρημίτου ἀσκητοῦ Παμβὼ († 18 Ἰουλίου), ὑπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ ὁποίου προέκοψε σὲ ὅλες τὶς ἀρετὲς καὶ τὴ βαθιὰ γνώση τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ διδασκάλου του, έπιθυμῶν πλέον ἥσυχη καὶ ἐρημικὴ ζωή, γιὰ αὐστηρότερη ἄσκηση, κατέφυγε στὸ ἐσωτερικὸ τῆς ἐρήμου, ὅπου ἐγνωρίσθηκε καὶ συνδέθηκε διὰ στενοτάτης φιλίας μετὰ τοῦ ἐπίσης μεγάλου ἀσκητοῦ Ὁσίου Παύλου († 15 Ἰανουαρίου). Ἡ φήμη τῆς ἁγιότητός του ἄρχισε ταχέως νὰ διαδίδεται, πολλοὶ δὲ πιστοὶ προσέτρεχαν πρὸς αὐτόν, ἐξαιτοῦντες τὴν εὐλογία καὶ τοὺς σοφοὺς παρηγορητικοὺς λόγους του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάσθηκε Μέγας. Γέροντας πλέον, μετὰ ἀπὸ παρακκλήσεις πολλῶν ἀδελφῶν, ἐγκατέλειψε τὴν ἔρημο καὶ ἐγκατασταθεὶς πλησίον κατοικημένων τόπων ἐδίδασκε καὶ ἐνουθετοῦσε τὰ πρὸς αὐτὸν προσερχόμενα πλήθη τῶν πιστῶν.
Ὁ Ὅσιος Παΐσιος ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη σὲ βαθύτατο γήρας καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴν ἔρημο. Μετὰ ὀλίγα ἔτη, τὰ ἱερὰ αὐτοῦ λείψανα, ἀνακομισθέντα, μεταφέρθησαν στὴν Πισιδία καὶ κατετέθησαν στὴν ἐκεῖ εὑρισκόμενη μονή.
Τὸ Βίο τοῦ Ὁσίου Παϊσίου συνέγραψε ὁ συνασκητής του Ὅσιος Ἰωάννης ὀ Κολοβός († 9 Νοεμβρίου), τὴν δὲ Ἀκολουθία του ἐξεπόνησε ὁ Χριστόφορος Προδρομίτης.
 
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

    

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὁ ἔνσαρκος ἄγγελος, τῶν Μοναστῶν κορωνίς, ὁ ἄσαρκος ἄνθρωπος, τῶν οὐρανῶν οἰκιστής, ὁ θεῖος Παΐσιος, χαίρει τῇ αὐτοῦ μνήμῃ, σὺν ἡμῖν ἑορτάζων, νέμει τοῖς κοπιῶσι, δι’ αὐτὸν θείαν χάριν· διὸ ἐν προθυμίᾳ πολλῇ, τοῦτον τιμήσωμεν.

Κοντάκια. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς τῆς ἐρήμου πολιοῦχον καὶ κοσμήτορα
Καὶ τῶν Ὁσίων ἐγκαλλώπισμα καὶ σέμνωμα
Μακαρίζομέν σε πάντες, Θεοῦ θεράπον·
Σὺ γὰρ ὤφθης ἐκ παιδὸς ὅλος θεόληπτος
Καὶ προσφόρως τῇ σῇ κλήσει πεπολίτευσαι.
Διὸ κράζομεν, χαίροις Πάτερ Παΐσιε.

Μεγαλυνάριον.
Τῷ Χριστῷ ἐκ βρέφους ἀνατεθείς, ηὔξησαι εἰς μέτρον, ἡλικίας πνευματικῆς, καὶ τῶν ἐν ἐρήμῳ, στῦλος φωτὸς ἐφάνης, Παΐσιε παμμάκαρ, Αἰγύπτου βλάστημα.
  

Ὁ Ὅσιος Παΐσιος ὁ ἐν τῇ μονῇ Χιλανδαρίου ἀσκήσας

  

Ὁ Ὅσιος Παΐσιος ὁ Χιλανδαρινὸς ἐγεννήθηκε στὴν πόλη Μπάνσκο τῆς Βουλγαρίας, τὴν περιοχὴ τοῦ Σαμοκόβου, περὶ τοῦ 1722. Νέος ἦλθε στὴ μονὴ Χιλανδαρίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ ἐμόνασε πλησίον τοῦ μεγαλυτέρου ἀδελφοῦ του ἡγουμένου Λαυρεντίου.
Συνέβαλε τὰ μέγιστα στὴν ἀφύπνιση τοῦ ἐθνικοῦ αἰσθήματος τῶν Βουλγάρων καὶ στὴ διαμόρφωση τῆς ἐθνικῆς τους συνειδήσεως. Ἐταξίδευσε στὴ Μόσχα γιὰ νὰ αὐξήσει τὶς γνώσεις του καὶ νὰ ἀναζητήσει σχετικὴ βιβλιογραφία, καὶ κυρίως ἔργα περὶ τῆς ἱστορίας τῶν σλαβικῶν λαῶν, πρωτότυπων ἢ μεταφρασμένων στὴ ρωσική, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἔλαβε ἀφορμὲς καὶ στοιχεῖα γιὰ μιὰ δική του σύνθεση, ποὺ κατέγραψε σὲ ἕνα ἔργο μὲ μικρὴ ἱστορικὴ ἀξία.
Δυστυχῶς δὲν γνωρίζουμε τὴν ἡμερομηνία τῆς εἰρηνικῆς κοιμήσεώς του καὶ γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἑορτάζεται τὴν ἴδια ἡμέρα μὲ τὸ συνώνυμό του Ὅσιο Παΐσιο τὸν Μέγα.
Ἡ κανονικὴ ἀναγνώριση τῆς ἁγιότητός του ἔγινε ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Βουλγαρίας.
 
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

         


 

Τετάρτη 20 Ιουνίου


Ὁ Ἅγιος Μεθόδιος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Ὀλύμπου

 

Εἶναι ἄγνωστο ἀπὸ ποῦ καταγόταν ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Μεθόδιος, ὁ ὁποῖος ἄθλησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.). Ὑπῆρξε κατ’ ἀρχὰς μὲν Ἐπίσκοπος τοῦ ἐν Λυκίᾳ Ὀλύμπου, ἔπειτα δὲ Ἐπίσκοπος Τύρου (τῆς Φοινίκης), κατ’ ἄλους δὲ Ἐπίσκοπος Φιλίππων τῆς Μακεδονίας. Τὸ ἀναφερόμενο ὅτι διετέλεσε Ἐπίσκοπος Πατάρων εἶναι ἀναληθές, προελθὸν ἐκ τοῦ περὶ Ἀναστάσεως διαλόγου του, ὁ ὁποῖος ἔλαβε χώρα στὰ Πάταρα. Διαπρεπὴς ἀρχιερεὺς καὶ πλατωνικὸς φιλόσοφος, διακρινόταν γιὰ τὴν ἐμμονή του στὴν πίστη καὶ τὴν παράδοση καὶ κατατάσσεται στοὺς κορυφαίους θεολόγους τῆς ἐποχῆς του, ἀγωνισθεὶς σφοδρῶς κατὰ τοῦ Ὠριγένους καὶ τῶν ὀπαδῶν αὐτοῦ. Κατὰ τὸν ἐπὶ Διοκλητιανοῦ ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν κηρυχθέντα διωγμό, συνελήφθη καὶ ὑπέστη μαρτυρικὸ θάνατο, τὸ 311 μ.Χ., στὴ «Χαλκίδα τῆς Ἑλλάδος καὶ οὐχὶ τῆς Συρίας», κατὰ νεώτερες ἐπιστημονικὲς ἔρευνες. Κατ’ ἄλλους, ἀσθενῶν, ἐφονεύθη διὰ μαχαίρας ὑπὸ ὑπηρέτου, τὸν ὁποῖο οἱ Ὠριγενιστὲς εἶχαν δώσει σὲ αὐτόν. Ὁ ὑμνογράφος Θεοφάνης στὸν ἑορταστικὸ Κανόνα τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου (Ὠδὴ Γ’, τροπ. 1) ἐκφράζεται ὡς ἑξῆς ἐπὶ τοῦ προκειμένου γιὰ τὸν Μεθόδιο: «Ἐπιπολάζουσαν ἰδών, τὴν Ὠριγένους ἀπάτην, ὡς ὑπάρχων ἄριστος ποιμήν, τῷ θείῳ πυρὶ συντόμῳ ἔφλεξας, πᾶσαν ἐκείνου τὴν ἀχλύν, τὴν ἀπαστράπτουσαν αἴγλην, ἅψας τῆς σοφίας σου, θεόληπτε». Γιὰ τὸ μαρτυρικό του θάνατο ἐκφράζεται (Ὠδὴ Α’, τροπ. 3) κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο: «Στέφει τοῦ μαρτυρίου, ἱερωσύνης τε μύρῳ, παμμάκαρ κοσμούμενος, δι’ ἀμφοτέρων ἤστραψας, ὅθεν τῆς ἀληθεστάτης, καὶ θεοειδοῦς κληρουχίας τετύχηκας».
Ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Πατάρων ποὺ τιμᾶται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ἑορτάζεται τὴν 20η Ἰουνίου, ὅταν τελεῖται «ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Μεθοδίου ἐπισκόπου Πατάρων», πρόκειται δὲ γιὰ τὸν Ἅγιο Μεθόδιο Ὀλύμπου.
Τὸ συγγραφικὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Μεθοδίου ὑπῆρξε πλουσιώτατο, τὸ σπουδαιότερο δὲ ἔργο του, τὸ ὁποῖο ἀναδεικνύει καὶ ἀξιόλογο ποιητή, εἶναι τὸ ἀσκητικοῦ καὶ ἠθικοῦ περιεχομένου «Συμπόσιον τῶν δέκα παρθένων ἢ περὶ ἁγνείας».
Ἄλλα ἔργα εἶναι «Περὶ τοῦ αὐτεξουσίου», «Περὶ ἀναστάσεως» ἢ «Ἀγλαοφῶν». Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὰ ἔργα του εἶναι: «Περὶ τῶν γενητῶν», «Ἑρμηνευτικαὶ πραγματεῖαι», «Περὶ βίου», «Ἐκ τῶν κατὰ Πορφυρίου» καὶ ἄλλα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

   

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείαν μέθοδον, τῆς εὐσεβείας, ἐθησαύρισας, τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὡς Ἱεράρχης καὶ Μάρτυς Μεθόδιε· σὺ γὰρ σοφίας τὸν πλοῦτον δρεψάμενος, ἀθλητικῶς τὸ σὸν τάλαντον ηὔξησας· Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς πυρσὸν κτησάμενος τὴν θείαν γνῶσιν, ἐν ἀθλήσει ἔφανας, μυσταγωγὲ τῶν ὑπὲρ νοῦν, καταφαιδρύνων τοὺς ψάλλοντας· χαίροις ἐκφάντωρ τοῦ Λόγου Μεθόδιε.

Μεγαλυνάριον.
Εὔσημος κιθάρα καὶ μελουργός, θείων διδαγμάτων, ἀνεδείχθης Ἱερουργέ· ὅθεν καὶ τῷ ξίφει, τμηθείς σου τὸν αὐχένα, ἀπέτεμες τὴν πλάνην, Πάτερ Μεθόδιε. 

 

Ὁ Ἅγιος Κάλλιστος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

  

Ὁ Ἅγιος Κάλλιστος ἐγεννήθηκε περὶ τὰ τέλη τοῦ 13ου αἰῶνος μ.Χ. καὶ προγυμνάσθηκε στὸ μοναχικὸ βίο καὶ τὴ θεωρία τοῦ ἡσυχασμοῦ στὴ Σκήτη τοῦ Μαγουλᾶ. Ἐδῶ συναντήθηκε μὲ τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο τὸ Μετεωρίτη, τὸν ὁποῖο ἐβοήθησε νὰ κτίσει τὸ μοναστήρι τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος στὰ Μετέωρα. Ἐμφορούμενος ἀπὸ πνεῦμα συνέσεως, ὑπομονῆς καὶ ἀγάπης ὁ μοναχὸς Κάλλιστος, ἔγινε μαθητὴς τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτου, τὸ βίο τοῦ ὁποίου καὶ συνέγραψε.
Ἡ ἐμφύλια διαμάχη ποὺ εἶχε ξεσπάσει στὸ Βυζάντιο μεταξὺ αὐτοκρατόρων προξένησε μεγάλες συμφορὲς σὲ ὅλη τὴν ἐπικράτεια τῆς αὐτοκρατορίας. Ἡ ἐρήμωση τόσο τῶν νησιῶν ὅσο καὶ τῶν μικρῶν πόλεων ἐξαιτίας τῶν ληστρικῶν ἐπιδρομῶν καὶ τῶν πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων διόγκωσε τὴν κοινωνικὴ ἐξαθλίωση.
Τὸ 1342, ἡ Ἱερὰ Κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους συγκροτεῖ ἐπιτροπὴ εἰρηνεύσεως καὶ συνδιαλλαγῆς, τὴν ὁποία στέλνει στὴν Κωνσταντινούπολη, προκειμένου νὰ συμφιλιώσει τοῦ αὐτοκράτορες τοῦ Βυζαντίου Ἰωάννη Καντακουζηνὸ (1347 – 1354) καὶ Ἰωάννη Παλαιολόγο (1341 – 1391). Ἡγετικὴ φυσιογνωμία αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς ἦταν ὁ ἐνάρετος ἱερομόναχος Κάλλιστος, ποὺ ἐντυπωσίασε, παρὰ τὸ ἀτελέσφορο τῆς εἰρηνευτικῆς προσπάθειας, τοὺς ἀντιμαχόμενους βασιλεῖς. Ἀργότερα ὁ ἱερομόναχος Κάλλιστος διόρίζεται ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Κοινότητα μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἀντιαιρετικοῦ κατὰ τῶν Βογομίλων ἀγώνα, τὴν κακόδοξη διδασκαλία τῶν ὁποίων ἀνέκοψε στὰ πρῶτά της βήματα.
Μετὰ τὴν παραίτηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἰσιδώρου, τὸν οἰκουμενικὸ θρόνο κόσμησε ὁ ἁγιορείτης ἱερομόναχος Κάλλιστος, ὕστερα ἀπὸ πρόταση τοῦ αὐτοκράτορος Ἰωάννου Καντακουζηνοῦ. Στὶς 10 Ἰουνίου τοῦ 1350 γίνεται ἡ ἐκλογὴ καὶ ἡ ἐνθρόνιση τοῦ Ἁγίου Καλλίστου Α’, ποὺ ἐπατριάρχευσε ὥς τὸ 1353, ὁπότε, ἀπεκδύθηκε ἑκουσίως τὸ πατριαρχικὸ ἀξίωμα καὶ ἔζησε ἀρχικὰ στὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Μάμαντος, στὴν Κωνσταντινούπολη. Ὁ αὐτοκράτορας Ἰωάννης Καντακουζηνὸς ἐζήτησε ἐπίσημα τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ Ἁγίου στὸν πατριαρχικὸ θρόνο. Ὁ Πατριάρχης Κάλλιστος ὅμως, θεματοφύλακας τῆς ὀρθῆς πίστεως καὶ νομιμότητος, ἀποποιήθηκε τὴν ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας καὶ μετέβη στὴν Τένεδο.
Ἀξιομνημόνευτη πατριαρχικὴ πράξη κατὰ τὸ διάστημα τῆς πρώτης πατριαρχείας τοῦ Ἁγίου Καλλίστου εἶναι ἡ ἔκδοση σιγιλίου, τὸ Δεκέμβριο τοῦ 1350, κατὰ τῶν προστρεχόντων στοὺς μάγους, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὴν ἐκφυλιστικὴ πνευματικὴ κατάσταση τοῦ λαοῦ, ποὺ εἶχε τὴν ἀρχή της στὴν πνευματικὴ ἔνδεια τοῦ κλήρου.
Τὸ Δεκέμβριο τοῦ 1351 ὁ Ἅγιος, προκειμένου νὰ προστατέψει τὴν πνευματικὴ ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας, συγκάλεσε τοπικὴ Σύνοδο στὴν Κωνσταντινούπολη, ποὺ καταδίκασε τὶς κακοδοξίες τῶν ἀντιησυχαστῶν Βαρλαὰμ καὶ Ἀκινδύνου καθὼς καὶ τοὺς πρεσβεύοντες τὶς ἴδιες δοξασίες μητροπολίτες Ἐφέσου καὶ Γάνου. Τὸ 1352 δὲν ἐδίστασε νὰ ἀφορίσει τὸ Σερβικὸ Πατριαρχεῖο, ποὺ εἶχε παράνομα συσταθεῖ ἀπὸ τὸ Σέρβο ἡγεμόνα Στέφανο Δουσάν, προκειμένου νὰ κρατήσει ἑνωμένη τὴν Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία.
Μετὰ τὴν ἑκούσια ἀπομάκρυνση τοῦ Ἁγίου Καλλίστου ἀπὸ τὸν οἰκουμενικὸ θρόνο, ὁ αὐτοκράτορας Ἰωάννης Καντακουζηνὸς συγκάλεσε Σύνοδο, ποὺ ἐκήρυξε ἔκπτωτο τὸν Κάλλιστο καὶ ἐξέλεξε στὸν οἰκουμενικὸ θρόνο τὸ Μητροπολίτη Ἡρακλείας Φιλόθεο Κόκκινο (1353 – 1354).
Ἡ εἴσοδος στὴν πρωτεύουσα, τὸ Νοέμβριο τοῦ 1354, δυνάμεων φιλικὰ προσκείμενων στὸν αὐτοκράτορα Ἰωάννη Ε’ Παλαιολόγο, ἐσήμανε οὐσιαστικὰ τὸ τέλος τοῦ ἐμφυλίου πολέμου καὶ τὴν ἄνοδο, τὸ χειμώνα τοῦ 1355, στὸν οἰκουμενικὸ θρόνο, γιὰ δεύτερη φορά, τοῦ Ἁγίου Καλλίστου. Κατὰ τὸ χρονικὸ διάστημα τῆς δεύτερης πατριαρχείας του ἀξίζει νὰ ἀναφερθοῦν: α) ἡ ἔκδοση συνοδικοῦ τόμου, ποὺ ἀπαγόρευε τὰ συνοικέσια ἀνάμεσα σὲ μικρὰ παιδιά, καὶ β) ἡ μείζονος σημασίας πατριαρχικὴ διδασκαλία πρὸς τοὺς Βουλγάρους ἱερεῖς καὶ μοναχούς, ποὺ ἐβάπτιζαν κακῶς, μὲ μία μόνο κατάδυση καὶ ραντισμό, ἐνῶ τὸ Ἅγιο Μύρο ἀντικαθιστοῦσαν μὲ Μύρο ἀπὸ τὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Δημητρίου καὶ τοῦ Ἁγίου Βαρβάρου.
Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς δεύτερης πατριαρχείας τοῦ Ἁγίου, ἱδρύθηκαν τὰ μοναστήρια Παντοκράτορος καὶ Σίμωνος Πέτρας στὸ Ἅγιον Ὄρος.
Τὸ τέλος τοῦ ἐμφύλιου σπαραγμοῦ στὴ βυζαντινὴ αὐτοκρατορία δὲν ἔφερε καὶ τὴν εἰρήνη στὴν ἐπικράτειά της. Ἡ ἡμισέληνος ὡς δρέπανο θανάτου ἐθέριζε τὰ στάχυα τῆς Ὀρθοδοξίας στὰ καλλίκαρπα μέρη τοῦ Ἕβρου.Οἱ Τοῦρκοι, ποὺ ἦλθαν ὡς σύμμαχοι τοῦ Ἰωάννου Καντακουζηνοῦ στὰ Βαλκάνια, ἔφτιαξαν ἰσχυρὰ προγεφυρώματα στὴ Θράκη καὶ μὲ ἕδρα τὸ Διδυμότειχο, τὴν Ἀδριανούπολη καὶ τὴ Φιλιππούπολη κατέστρεφαν τὴν ὕπαιθρο χώρα, ἐφαρμόζοντας συστηματικὰ μέτρα ἐποικισμοῦ. Ἡ ἀντιμετώπιση αὐτῆς τῆς καταστάσεως ἀπαιτοῦσε τὴ συνένωση τῶν χριστιανικῶν δυνάμεων τῆς Βαλκανικῆς. Ὁ Ἅγιος Κάλλιστος ἡγήθηκε μιᾶς αὐτοκρατορικῆς πρεσβείας πρὸς τὴν ἡγεμόνα τῶν Σέρβων Ἐλισάβετ, μὲ ἀντικειμενικὸ σκοπὸ τὴ συμμαχία τῶν Σερβικῶν καὶ τῶν Βυζαντινῶν δυνάμεων, γιὰ νὰ ἀναχαιτισθεῖ ὁ τουρκικὸς ἐπεκτατισμὸς στὴ Θράκη.
Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης καὶ ἡ συνοδεία του, ἀφοῦ προσκύνησαν στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἔφτασαν στὴν πόλη τῶν Σερρῶν στὶς ἀρχὲς Ἰουνίου τοῦ 1364, ὅπου τοὺς ὑποδέχθηκε φιλόφρονα ἡ ἡγεμονίδα τῶν Σέρβων Ἐλισάβετ. Ὅμως, ὁ Πατριάρχης Κάλλιστος Α’ ἀσθένησε ἀπὸ λοιμώδη νόσο καὶ ἐτελείωσε τὸ βίο του ἀπρόοπτα στὴν πόλη τῶν Σερρῶν.
Ἡ θλιβερὴ εἴδηση τοῦ ἀπρόοπτου τέλους τῆς ζωῆς τοῦ Πατριάρχου διέτρεξε τὰ ὅρια τῆς αὐτοκρατορίας. Ἐπιτροπὲς ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ μάλιστα τῆς Λαύρας, ἦρθαν στὶς Σέρρες καὶ ἐζήτησαν ἀπὸ τὴν Ἐλισάβετ τὸ σκήνωμα τοῦ Ἁγίου προκειμένου νὰ τὸ μεταφέρουν στὴ μητρόπολη τοῦ Ὀρθόδοξου μοναχισμοῦ, τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἡ ἡγεμονίδα τῶν Σέρβων δὲν ἐκάμφθηκε ἀπὸ τὶς παρακλήσεις τῶν μοναχῶν, λέγοντάς τους πὼς θὰ κρατήσει τὸ ἅγιο λείψανό του, γιὰ νὰ ἔχει ἡ ἴδια καὶ ἡ πόλη τῶν Σερρῶν τὴν ἁγία του προστασία.
Ἡ ἡγεμόνας Ἐλισάβετ ἐνταφίασε μὲ μεγαλοπρέπεια τὸν Πατριάρχη στὴ Μητρόπολη τῶν Σερρῶν.
Ἀσφαλεῖς ἐνδείξεις βεβαιώνουν πὼς τὸ μεγαλοπρεπὲς παρεκκλήσι, ἀριστερὰ τῆς εἰσόδου τοῦ Ἱεροῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ τῶν Ἁγίων Θεοδώρων, στεγάζει τὸν τάφο τοῦ Ἁγίου Καλλίστου.
 
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

    

Ὁ Ὅσιος Νικόλαος Καβάσιλας

  

Ὁ Ὅσιος Νικόλαος Καβάσιλας ἐγεννήθηκε στὴ Θεσσαλονίκη κατὰ τὸ 1322 ἢ 1323 καὶ τὸ πατρικὸ ἐπώνυμό του ἦταν Χαμαετός. Ἡ ἐπιφανὴς οἰκογένειά του, προερχόμενη πιθανῶς ἀπὸ τὴν Ἤπειρο, ἀνέδειξε πολλὲς ἀξιόλογες προσωπικότητες ἀπὸ τὸν 14ο αἰώνα καὶ ἔπειτα.
Ἡ Θεσσαλονίκη ἦταν αὐτὴ τὴν ἐποχὴ «μητρόπολις τῆς φιλοσοφίας», ὅπως παρατηρεῖ ὁ Ὅσιος Νικόλαος στὸ Ἐγκώμιό του στὸν Ἅγιο Δημήτριο, καὶ διακρινόταν γιὰ τὶς ἀξιόλογες σχολές της. Τοῦτο ὅμως δὲν ἀπέτρεψε τὸν Νικόλαο ἀπὸ τὸ ν’ ἀναχωρήσει, ἔφηβος ἀκόμη, στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ συνέχιση τῶν σπουδῶν του. Στὶς σπουδές του συμπεριέλαβε τὴ ρητορική, τὶς φυσικὲς ἐπιστῆμες καὶ τὴ θεολογία.
Κατὰ τὴν ἔναρξη τοῦ ἐμφυλίου πολέμου φαίνεται ὅτι ὁ Ὅσιος, λόγῳ νεαρῆς ἡλικίας, δὲν ἔλαβε ἐνεργὸ μέρος. Τὸ ἑπόμενο ὅμως ἔτος (1342) ἀπεφάσισε νὰ ἐπιστρέψει στὴ γενέτειρά του, ὅπου εὑρέθηκε σὲ μία διάσπαση χειρότερη ἀπὸ αὐτὴ τῆς πρωτεύουσας. Οἱ ταραχὲς τῆς Κωνσταντινουπόλεως εἶχαν δώσει τὴν ἀφορμὴ τῆς κινητοποιήσεως τῶν δυνάμεων στὰ μεγάλα ἀστικὰ κέντρα. Στὴ Θεσσαλονίκη οἱ εὐγενεῖς ἐτάχθηκαν στὸ πλευρὸ τοῦ Ἰωάννου Καντακουζηνοῦ, ἐνῶ ὁ λαός, συγκινούμενος πάντοτε ἀπὸ τὸ δράμα μιᾶς χήρας βασίλισσας καὶ ἑνὸς ἀνήλικου διαδόχου, τῶν ὁποίων κινδυνεύουν τὰ δίκαια, ἐτάχθηκε μὲ τὸ μέρος τοῦ Ἰωάννου Παλαιολόγου. Τὰ αἰσθήματα αὐτὰ τοῦ λαοῦ ὑπὲρ τοῦ νομίμου βασιλέως ἐκμεταλεύθηκαν μερικοὶ φιλόδοξοι δημοκόποι, οἱ ὁποῖοι ἐχρησιμοποίησαν τοὺς Ζηλωτές, γιὰ νὰ τὸν ξεσηκώσουν σὲ ἐπανάσταση.
Ἔτσι, ὅταν ὁ Καντακουζηνὸς ἐζήτησε τὴ βοήθεια τοῦ ἀναποφάσιστου διοικητοῦ τῆς πόλεως Θεοδώρου Συναδηνοῦ, οἱ Ζηλωτές, μὲ ὑψωμένο τὸ σύμβολο τοῦ σταυροῦ, ἐπαναστάτησαν καὶ μετὰ τρεῖς ἡμέρες σφαγῶν καὶ λεηλασιῶν κατέλαβαν τὴν ἐξουσία τὸν Ἰούλιο τοῦ 1342, ἐνῶ ὁ Συναδηνὸς μὲ 1.000 εὐγενεῖς κατέφυγε στὸ Γυναικόκαστρο.
Ἡ ἀπομόνωση τῆς πόλεως ὁδήγησε τὴ μεγάλη πλειονότητα τῶν κατοίκων της νὰ ζητήσει συμβιβασμὸ μὲ τὸν Καντακουζηνὸ καὶ τὸ 1345 στάλθηκε στὸν ἀντιπρόσωπό του στὴ Βέροια ἐπιτροπὴ ἀποτελούμενη ἀπὸ τὸν Νικόλαο Καβάσιλα καὶ τὸν Γεώργιο Φαρμάκη.
Μετὰ τὴν ἐπικράτηση τοῦ Καντακουζηνοῦ, τὸ 1347, ὁ Νικόλαος προσκλήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ τὸν Δημήτριο Κυδώνη, προφανῶς κατ’ ἐντολὴ τοῦ αὐτοκράτορος, καὶ ἔκτοτε ἀρχίζει τὸ πολιτικό του στάδιο ποὺ δὲν φαίνεται νὰ κράτησε περισσότερο ἀπὸ ἑπτὰ χρόνια. Ὁ αὐτοκράτορας ἐξετίμησε τόσο πολὺ τὶς ἰκανότητες τοῦ νέου, ὥστε τὸν κατέστησε μαζὶ μὲ τὸν Κυδώνη κύριο σύμβουλό του.
Ἐξ ἄλλου, ὑπῆρχε ἡ ἀγαθὴ συγκυρία ὅτι ὁ νέος Πατριάρχης Ἰσίδωρος (1347 – 1349) ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς πρώτους διδασκάλους του στὴ Θεσσαλονίκη. Τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1347, μαζὶ μὲ ἄλλους συνόδευσε τὸν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ στὸ ταξίδι του πρὸς τὴ Θεσσαλονίκη γιὰ τὴν ἐνθρόνιση, ἀλλὰ δὲν ἔγινε δεκτὸς ἀπὸ τοὺς Ζηλωτές. Ἔτσι ἀπεχώρησαν μαζὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ὁ Καβάσιλας ἐπέστρεψε στὴν Κωνσταντινούπολη. Εἶναι πιθανὸν ὅτι ἀργότερα συνόδευσε τὸν Καντακουζηνὸ κατὰ τὴν ἐκστρατεία του ποὺ ἔθεσε τέρμα στὴν ἀνταρσία τῶν Ζηλωτῶν (1350).
Μετὰ τὸ 1354, ὁ Καβάσιλας ἀσχολήθηκε μὲ τὰ ἐκκλησιαστικὰ θέματα στὸ πλευρὸ τοῦ Πατριάρχου Φιλοθέου (1353 – 1355, 1364 – 1376). Τὸ 1362, ἐπέστρεψε στὴ Θεσσαλονίκη, ὅπου προσπάθησε νὰ θέσει ὑπὸ ἔλεγχο μέρος τῆς περιουσίας του, ποὺ εἶχε ἀπομείνει μετὰ τὶς ἁρπαγὲς τῶν Ζηλωτῶν καὶ τῶν Σέρβων. Μόλις ἔφθασε ἐκεῖ, ἐπληροφορήθηκε τὸν πρόσφατο θάνατο τοῦ πατέρα του καὶ τὸ ἑπόμενο ἔτος ἔζησε τὸ γεγονὸς τοῦ θανάτου τοῦ θείου του Νείλου, Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης. Ἡ μητέρα του ἔπειτα εἰσῆλθε ως μοναχή στὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Θεοδώρας.
Δὲν εἶναι γνωστὸ ἂν ὁ Ὅσιος Νικόλαος εἶχε λάβει ἱερατικὴ χειροτονία, ἂν καὶ οἱ γνώσεις του καὶ ὁ τρόπος ἐκφράσεως στὰ δύο κύρια συγγράμματά του προϋποθέτουν κληρικὴ ἰδιότητα. Φυσικὰ στηρίζεται σὲ σύγχυση ἡ παλαιὰ καὶ νέα ἄποψη ὅτι διετέλεσε Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ὀφειλόμενη κυρίως στὸ γεγονὸς ὅτι καὶ ὁ θεῖος του Νεῖλος ἔφερε ὡς κοσμικὸς τὸ ὄνομα Νικόλαος. Ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ θεωρηθεῖ βέβαιο εἶναι ὅτι ἦταν μοναχός, πιθανῶς ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς εἰσόδου τῆς μητέρας του στὸ μοναχικὸ βίο, ποὺ συμπίπτει μὲ τὴν ἐπιστροφή του στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὴ δεύτερη ἄνοδο τοῦ Φιλοθέου στὸν Πατριαρχικὸ θρόνο. Κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τοῦ βίου του ἐζοῦσε στὴ μονὴ τῶν Μαγγάνων καὶ ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, περὶ τὸ 1392.
Ὁ Γεώργιος Σχολάριος παρατήρησε ὅτι τὰ ἔργα τοῦ Ὁσίου Νικολάου Καβάσιλα εἶναι ἕνα στολίδι: «κόσμος εἰσὶ τῇ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίᾳ». Διακρινόταν δὲ γιὰ τὴ γνησιότητα τοῦ θρησκευτικοῦ φρονήματος τὸ ὁποῖο προβάλλουν, τὴ θέρμη καὶ τὸ βάθος τῆς πίστεως.
Τὸ πρῶτο ἀπὸ αὐτὰ φέρει τὸν τίτλο Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας. Ἡ Θεία Λειτουργία γιὰ τὸν Ὅσιο, ὅπως γιὰ ὅλη τὴν Ἐκκλησία, ἡ θυσία τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ὁ δὲ Χριστὸς εἶναι συγχρόνως θύτης, θύμα, προσδεχόμενος. Ἀπὸ αὐτὸ ξεκινᾶ γιὰ νὰ τονίσει ὄτι ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι ἡ βασικὴ ὁδὸς γιὰ τὴν πνευματικὴ μεταποίηση τοῦ κόσμου.
Στὸ ἔργο Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς προσφέρει μία ἀνατομία τῆς πνευματικῆς ζωῆς, τὴν ὁποία τοποθετεῖ στὰ πλαίσια τῆς Ἐνανθρωπήσεως, συνεχιζόμενης καὶ ἐπαναλαμβανόμενης στὰ τρία βασικὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Στὸ πρῶτο βιβλίο, ἡ πνευματικὴ ζωὴ ὁρίζεται ὡς ζωὴ ἐν Χριστῷ καὶ δηλώνεται ὅτι ἐξαρτᾶται ἀπὸ δύο παράγοντες, τὸν θεῖο καὶ τὸν ἀνθρώπινο. Ἡ προσφορὰ τοῦ θείου παράγοντος, πραγματοποιούμενη διὰ τῶν τριῶν μυστηρίων ποὺ ἀποτελοῦν ἐπέκταση καὶ πολλαπλασιασμὸ τοῦ ἑνιαίου μυστηρίου τῆς Ἐνανθρωπήσεως, ἐξετάζεται στὰ τρία ἑπόμενα βιβλία, δεύτερο (βάπτισις, λουτρό), τρίτο (χρίσμα, μύρο) καὶ τέταρτο (θεία εὐχαριστία, τράπεζα). Στὸ πέμπτο βιβλίο, ως παράρτημα, ἀναπτύσσεται ὁ συμβολισμὸς τῶν ἐγκαινίων τοῦ ναοῦ καὶ στὸ πρόσθετο τμῆμα του ἐξηγεῖται ἡ ἀρχὴ τῆς συνεργίας τῶν δύο παραγόντων. Ἡ προσφορὰ τοῦ ἀνθρώπου διὰ τῆς νοήσεως καὶ τῆς βουλήσεως ἐξετάζεται στὰ δύο τελευταῖα βιβλία, ἕκτο καὶ ἕβδομο.
Ὁ Ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας συνέγραψε καὶ ἄλλα φιλοσοφικά, ἑρμηνευτικὰ καὶ κοινωνικὰ κείμενα, πανηγυρικοὺς λόγους, ἐπιστολὲς καὶ ἐπιγράμματα.
 
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

 


 

Πέμπτη 21 Ιουνίου


Ὁ Ἅγιος Ἰουλιανὸς ἐξ Ἀναζαρβοῦ Κιλικίας

 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἰουλιανὸς ἔζησε κατὰ τὸν 3ο αἰώνα μ.Χ. καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Ἀνάζαρβα, τῆς δευτέρας ἐπαρχίας τῶν Κιλίκων. Ἦταν υἱὸς κάποιου Ἕλληνα βουλευτοῦ καὶ εἶχε μητέρα Χριστιανή, ἡ ὁποία καὶ τοῦ δίδαξε τὰ ἱερὰ γράμματα. Ὅταν ὁ Ἅγιος ἔφθασε στὴν ἡλικία τῶν δεκαοκτὼ χρόνων, συνελήφθη ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες καὶ ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνος τῆς πόλεως Μαρκιανοῦ. Ἐπειδὴ ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνος ὁμολόγησε μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία τὸν Χριστὸ καὶ ἀρνήθηκε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα, οἱ δήμιοι ἄνοιξαν μὲ βία τὸ στόμα του καὶ τοῦ ἔριξαν μέσα κρασὶ καὶ κρέας, ποὺ εἶχε ἀπομείνει ἀπὸ τὶς θυσίες τῶν εἰδώλων. Στὴν συνέχεια τὸν ἔκλεισαν στὴν φυλακὴ καὶ ὁδήγησαν ἐκεῖ καὶ τὴν μητέρα του. Ἐκείνη παρακάλεσε νὰ μείνει μαζὶ μὲ τὸν υἱό της γιὰ τρεῖς ἡμέρες, γιὰ νὰ ἀποφασίσει μαζί του. Καὶ ἀφοῦ ἔγινε αὐτό, τοὺς ὁδήγησαν πάλι σὲ ἀνάκριση. Ἐκεῖνοι ὅμως ὁμολόγησαν ἐκ νέου τὴν πίστη τους στὴν πατρώα εὐσέβεια. Ὁ ἡγεμόνας τότε ἔδωσε ἐντολὴ νὰ κόψουν στὴ μέση τὶς φτέρνες τῆς μητέρας τοῦ Μάρτυρος καὶ νὰ τὴν ἀφήσουν. Τὸ δὲ Ἅγιο Ἰουλιανό, ἀφοῦ τὸν ἔριξαν σὲ σάκο γεμάτο μὲ δηλητηριώδη ἑρπετὰ καὶ ἄμμο, τὸν πέταξαν στὴν θάλασσα. Τὸ ἱερὸ λείψανό του βρέθηκε στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ ἐνταφιάσθηκε ἀπὸ κάποια εὐλαβὴ χήρα γυναῖκα.
Ἡ μνήμη του ἐπαναλαμβάνεται στὶς 16 Μαρτίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
 
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Μητρικαῖς ὑποθήκαις μυσταγωγούμενος, πανευκλεὴς στρατιώτης ὤφθης Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, παντευχίαν μυστικὴν περιζωσάμενος· ὅθεν καθεῖλες τὸν ἐχθρόν, ὠς γενναῖος ἀριστεύς, καὶ ἤθλησας θεοφρόνως, Ἰουλιανὲ θεόφρον, ὑπὲρ ἡμῶν ἀεὶ πρεσβεύων Θεῷ.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Νεανίας ἔκλαμπρος, ὡς ἀληθῶς δεδειγμένος, Ἀθλοφόρος ἔνδοξος, τῆς εὐσεβείας ἐφάνης· πόνων γάρ, τῶν ἐν ἀθλήσει καταφρονήσας, ἔφερες, τὸν ἐν θαλάσσῃ πνιγμὸν ἀνδρείως, Ἰουλιανὲ παμμάκαρ· διὸ πρὸς ὕδωρ ζωῆς ἐσκήνωσας.

Μεγαλυνάριον.
Σώματι ἀκμάζοντι καὶ τερπνῷ, καὶ ψυχῇ ἀρίστῃ, ὑπεδέξω ὡς πίων γῆ, τῆς μητρὸς τοὺς λόγους, καὶ τούτους γεωργήσας, ἀθλητικοὺς προσάγεις, καρποὺς τῷ Κτίστῃ σου. 

 

Ὁ Ἅγιος Νικήτας ὁ Νεομάρτυρας ἐκ Νισύρου

  

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Νικήτας ἐγεννήθηκε στὴ νῆσο Νίσυρο, τὸ 1716 ἢ 1717. Οἱ γονεῖς του ἦσαν ἀπὸ τοὺς προύχοντες τῆς κωμοπόλεως Μανδράκι. Ὁ πατέρας του, δημογέροντας τοῦ νησιοῦ, ἀφοῦ περιέπεσε στὴ δυσμένεια τῶν Τούρκων καὶ προσάχθηκε σὲ δίκη στὴ Ρόδο, ἀλλαξοπίστησε καὶ ἀσπάσθηκε τὸ Κοράνι. Ἔτσι μετακόμισε μὲ τὴν οἰκογένειά του στὴ Ρόδο. Ὁ μικρότερος ἀπὸ τοὺς υἱούς του ὀνομάσθηκε Μεχμὲτ καὶ ἀνατρεφόμενος μὲ τὰ τῆς μωαμεθανικῆς θρησκείας ἔδειχνε ζῆλο πρὸς τὴ θρησκεία αὐτή, χωρὶς νὰ γνωρίσει ποτὲ τὰ περὶ τῆς προγονικῆς πίστεώς του καὶ τῆς καταγωγῆς του.
Μία ἡμέρα ἐμάλωσε μὲ ἕνα Τουρκόπουλο καὶ ἡ μητέρα του ἔβρισε τὸν Νικήτα ὀνομάζοντάς τον γκιαούρη, δηλαδὴ ἄπιστο. Πικραμένος ὁ μικρὸς Νικήτας ἐζήτησε νὰ μάθει ἀπὸ τὴ μητέρα του, γιατὶ ἡ Τουρκάλα τὸν ἔβρισε ἔτσι. Τότε ἡ μητέρα του ἀναγκάσθηκε νὰ τοῦ πεῖ ὅλη τὴν ἀλήθεια γιὰ τὴ χριστιανικὴ καὶ ἑλληνικὴ καταγωγή τους καὶ ὅτι τὸ χριστιανικό του ὄνομα ἦταν Νικήτας.
Ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ στὸν ἐσωτερικὸ κόσμο τοῦ Νικήτα ἄρχισε μία ἐπανάσταση. Αὐτὸ ποὺ τὸν ἀπασχολοῦσε συνέχεια ἦταν μὲ ποιὸ τρόπο θὰ ἐπέστρεφε στὴν πατρώα πίστη καὶ εὐσέβεια. Καὶ ὁ Θεὸς ἄρχισε νὰ οἰκονομεῖ τὰ πράγματα. Ὁ Νικήτας ἔλαβε τὶς ἀποφάσεις του. Μπῆκε σὲ ἕνα καΐκι καὶ ἔφθασε στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ κατ’ ἄλλους στὴ Χίο. Στὸ Ἅγιον Ὄρος ὁ δωδεκάχρονος νέος ἔμεινε ἐπὶ μία τετραετία καὶ ὠφελήθηκε πολὺ ἀπὸ τὴ συναναστροφή του μὲ μοναχούς.
Στὴ συνέχεια ἀναχώρησε γιὰ τὴ Χίο. Ὁδήγησε τὰ βήματά του στὴ Νέα Μονὴ τῆς Χίου καὶ ἐκεῖ ἀνέφερε στὸν ἡγούμενο τὶ ἀκριβῶς εἶχε συμβεῖ. Ὁ ἡγούμενος τὸν ἔστειλε τότε στὸν Ἅγιο Μακάριο τὸν Νοταρᾶ, ἀπὸ τὶς μεγάλες μορφὲς τῶν Κολλυβάδων, καὶ σ’ αὐτὸν ὁ Νικήτας ἐξομολογήθηκε καὶ καθημερινὰ ὡρίμαζε πνευματικὰ προετοιμάζοντας τὸν ἑαυτό του γιὰ τὸ μαρτύριο.
Ἔτσι, κάποια στιγμή, ὅταν κατέβηκε στὴ Χώρα καὶ εὑρέθηκε ἐνώπιον τοῦ ἀγᾶ, ὁμολόγησε μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία καὶ γενναιότητα τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Ἀμέσως ἀκολούθησε ἡ σύλληψή του, ὁ ἐγκλεισμὸς στὴ φυλακὴ καὶ τὰ φρικτὰ βασανιστήρια. Τελικά, τὸ μανιασμένο πλῆθος τὸν ὁδήγησε στὴ θέση Κάτω Αἰγιαλὸς τῆς Χίου, ὅπου ἦταν μετόχι τῆς μονῆς Ἰβήρων. Ἐκεῖ ἕνας Τοῦρκος ποὺ ὀνομαζόταν Κριμλῆς, ἀπέκοψε μὲ μανία τὴν τίμια κεφαλὴ τοῦ Νεομάρτυρος Νικήτα, τὸ 1792.
Οἱ Τοῦρκοι ἐπέταξαν τὸ ἱερὸ λείψανο σὲ ἀκάθαρτο τόπο, ἀλλὰ τὸ σκήνωμα τοῦ Νεομάρτυρος παρέμεινε καθαρὸ καὶ λευκό. Τέλος, τὸ ἔρριψαν στὴ θάλασσα καὶ διασώθηκαν, χάρη στὴν εὐλάβεια τῶν Χριστιανῶν, τεμάχια ἀπὸ αὐτὸ καὶ ἡ τίμια κάρα τοῦ Νεομάρτυρος Νικήτα ποὺ φυλάσσεται μὲ εὐλάβεια στὴν ἱερὰ μονὴ Ἰβήρων.
 
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

  

Οἱ Ἁγίες Δημητρία καὶ Βιβιανὴ οἱ Παρθενομάρτυρες

  

Οἱ Ἁγίες Δημητρία καὶ Βιβιανὴ ἐζοῦσαν κατὰ τοὺς χρόνους τοὺς αὐτοκράτορος Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου στὴ Ρώμη καὶ ἦταν θυγατέρες τῶν Ἁγίων Φλαβιανοῦ († 22 Δεκεμβρίου) καὶ Δαφροσίας († 4 Ἰανουαρίου). Ὁ διοικητὴς τῆς Ρώμης μετὰ τὸν μαρτυρικὸ θάνατο τῶν γονέων τους, ἀφοῦ συνέλαβε τὴν Δημητρία καὶ τὴν Βιβιανὴ καὶ τὶς ἐβασάνισε ἀνηλεῶς, δὲν κατάφερε νὰ τὶς ἀποσπάσει ἀπὸ τὴν πίστη τους στὸν Χριστό. Ἔτσι, ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὶς ἀποκεφαλίσουν, τὸ 363 μ.Χ. Ὁ Ἐπίσκοπος Ρώμης Σιμπλίκιος (468 – 483 μ.Χ.) καθιέρωσε ναὸ πρὸς τιμὴν τῆς Ἁγίας Βιβιανῆς, ὁ δὲ Οὐρβανὸς ὁ Η’, τὸ 1628, ἀνακαίνισε αὐτὸν καὶ μετακόμισε ἐκεῖ τὰ ἱερὰ λείψανα τῆς Ἁγίας Δημητρίας καὶ τῆς μητρὸς αὐτῆς.
 
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

  


 

Παρασκευή 22 Ιουνίου


Ὁ Ἅγιος Εὐσέβιος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Σαμοσάτων

  

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Εὐσέβιος ἔζησε κατὰ τὸν 4ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἦταν Ἐπίσκοπος τῶν Σαμοσάτων στὴν Κομμαγηνὴ τῆς Συρίας. Διακρίθηκε γιὰ τοὺς ἀγῶνές του κατὰ τῶν αἱρετικῶν Ἀρειανῶν καὶ ἐξορίσθηκε γιὰ τὰ ὀρθόδοξα φρονήματά του ἀπὸ τὸν ἀρειανίζοντα αὐτοκράτορα Οὐάλεντα στὶς παρὰ τὸ Δούναβη χῶρες. Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Οὐάλεντος (378 μ.Χ.) ἐπανῆλθε στὴν Ἐπισκοπή του καὶ ἐξακολούθησε τὸν ἀγώνα του γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη. Ἀφοῦ ἐχειροτόνησε πολλοὺς Ἐπισκόπους πρὸς καταπολέμηση τῶν αἱρέσεων, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸν Μάρη, Ἐπίσκοπο τῆς ἀρειανίζουσας πόλεως Δολιχῆς, ἐφονεύθηκε διὰ κεράμου ποὺ ἔρριψε ἐπὶ τῆς κεφαλῆς του αἱρετικὴ γυναίκα.
 
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

 
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Σοφίας τοῦ Πνεύματος, καταυγασθεὶς τῷ φωτί, τὸν λόγον ἐτράνωσας, τῆς εὐσεβείας ἡμῖν, Εὐσέβιε ἔνδοξε· σὺ γὰρ ἱεραρχήσας, εὐσεβῶς τῇ Τριάδι, ἤθλησας θεοφρόνως, καὶ τὴν πλάνην καθεῖλες. Καὶ νῦν Πάτερ δυσώπησον, σώζεσθαι ἅπαντας.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τῆς εὐσεβείας κατασπείρας τὰ διδάγματα,
Τὰ τοῦ Ἀρείου ἐναπέτεμες ζιζάνια
Καὶ Μαρτύρων τῷ στεφάνῳ κατεκοσμήθης·
Τὸν γὰρ Λόγον σὺν Πατρί τε καὶ τῷ Πνεύματι
Ὁμοούσιον καὶ σύνθρονον ἐκήρυξας·
Ὅθεν κράζομεν, χαίροις Πάτερ Εὐσέβιε.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῆς Τριάδος μυσταγωγέ, καὶ τῶν Σαμοσάτων, ποιμενάρχα καὶ ὁδηγέ· χαίροις ὁ τοῦ Λόγου, πιὼν μετ’ εὐφροσύνης, ποτήριον τὸ θεῖον, μάκαρ Εὐσέβιε. 

 

Οἱ Ἅγιοι Ζήνων καὶ Ζηνᾶς οἱ Μάρτυρες

  

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ζήνων καὶ Ζηνᾶς κατάγονταν ἀπὸ τὴ Φιλαδέλφεια τῆς Ἀραβίας καὶ ἄθλησαν ἐπὶ τῆς βασιλείας Μαξιμιανοῦ (286 – 305 μ.Χ.). Ὁ μὲν Ζήνων ἦταν στρατιώτης, ὁ δὲ Ζηνᾶς δοῦλός του. Ἐπιθυμώντας νὰ ζήσει κατὰ Χριστὸν ζωή, διεμοίρασε στοὺς φτωχοὺς τὰ ὑπάρχοντά του, ἀπελευθέρωσε τοὺς δούλους του, καί, ἀφοῦ προσῆλθε ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνος Μαξίμου, τὸν ἔλεγξε γιὰ τὴν ἀπιστία αὐτοῦ. Ὀργισθεῖς ὁ ἡγεμόνας, τὸν συνέλαβε καὶ τὸν ἐνέκλεισε στὴ φυλακὴ μὲ τὸν οἰκέτη του Ζηνᾶ. Μετὰ ἀπὸ σκληρὰ βασανιστήρια, ἔδωσε ἐντολὴ καὶ ἀπέκοψαν τὶς κεφαλὲς αὐτῶν.
Ἡ Σύναξις αὐτῶν ἐτελεῖτο «ἐν τῷ μαρτυρείῳ τοῦ ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τῷ ὄντι ἐν τῷ Κυπαρισσίῳ».
 
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx        

 


 

Σάββατο 23 Ιουνίου


Ἡ Ἁγία Ἀγριππίνα ἡ Μάρτυς

 

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Ἀγριππίνα ἐγεννήθηκε στὴ Ρώμη καὶ καταγόταν ἀπὸ περιφανεῖς καὶ ἰσχυροὺς γονεῖς ποὺ τὴν ἀνέθρεψαν μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου. Προόδευσε τόσο στὴν πίστη στὸ Χριστὸ ὥστε ἐπόθησε τὴν παρθενία καὶ τὴν ἁγνότητα. Μὲ τὴν ἐλεημοσύνη καὶ τὴ φιλανθρωπία ἐκέρδισε τὴν ἐκτίμηση τῆς χριστιανικῆς κοινότητας. Συκοφαντήθηκε ὅμως ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες ὅτι ἀποσπᾶ τὰ νέα κορίτσια ἀπὸ τὰ εἴδωλα καὶ τὰ ὁδηγεῖ στὸ Χριστό, ὅτι καταφρονεῖ καὶ δὲν ὑπολογίζει τοὺς νόμους τοῦ βασιλέως, ὅτι δὲν σέβεται τοὺς ἄρχοντες καὶ ὅτι διακηρύττει δημόσια πὼς ὁ Χριστὸς εἶναι Θεὸς καὶ δημιουργὸς ὁλόκληρου τοῦ σύμπαντος. Τὴν κατέδωσαν λοιπὸν στὸν ἄρχοντα καὶ τὴν ὁδήγησαν σ’ αὐτόν, ἐνῶ τὴ συνόδευαν ἡ Βάσσα, ἡ Παύλα καὶ ἡ ἄριστη Ἀγαθονίκη.
Ἀρνούμενη ἡ Ἀγριππίνα νὰ προδώσει τὴν πίστη της, ἐμαρτύρησε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 253 – 260 μ.Χ. Τὸ ἱερὸ λείψανό της μετακόμισαν στὴ Σικελία ἡ Βάσσα, ἡ Παύλα καὶ ἡ Ἀγαθονίκη καὶ ἔγινε πρόξενος πολλῶν θαυμάτων.

   
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
 
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείῳ Πνεύματι, κραταιωθεῖσα, ἠνδραγάθησας, γενναιοφρόνως, Ἀγριππῖνα παρθενίας ὀσφράδιον· ὅθεν Χριστοῦ δοξασθεῖσα τῇ χάριτι, πηγὰς θαυμάτων βλυσταίνεις τοῖς πέρασι. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Ὥσπερ παρθένον σεμνὴν καὶ ἀμόλυντον, καὶ ἀθληφόρον στερρὰν καὶ ἀήττητον, Χριστός σε λαμπρῶς προσελάβετο, καὶ θαυμαστῶς Ἀγριππῖνα ἐδόξασεν, ὁ μόνος ὑπάρχων Φιλάνθρωπος.

Μεγαλυνάριον.
Φίλτρῳ πτερωθεῖσα τῷ ἱερῷ, νύμφη ἀνεδείχθης, τοῦ Σωτῆρος πανευπρεπής, οὗ ἰχνηλατοῦσα, μαρτυρικῶς τὸ πάθος, τῆς τούτου Ἀγριππῖνα, εὐκλείας ἔτυχες.

  

Οἱ Ἅγιοι Ἀριστοκλῆς, Δημητριανὸς καὶ Ἀθανάσιος οἱ Μάρτυρες ἐν Κύπρῳ ἀθλήσαντες

 

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἀθανάσιος ἦταν ἀναγνώστης τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὑπέστη μαρτυρικὸ θάνατο, τὸ 302 μ.Χ., κατὰ τοὺς διωγμοὺς ἐπὶ Μαξιμιανοῦ, ἀφοῦ ὁμολόγησε τὸν Χριστό, στὴ Σαλαμίνα τῆς Κύπρου, τμηθεὶς τὴν κεφαλή. Μαζί του ἐμαρτύρησαν ὁ πρεσβύτερος Ἀριστοκλῆς καὶ ὁ διάκονος Δημητριανός.

   
Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
 

 

 

  

 

 

     


 

Επιμέλεια- Διανομή: Καθεδρικός Ι.Ν. Παναγίας Φανερωμένης Χολαργού
Design : ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ
Εάν δεν επιθυμείτε να λαμβάνετε το Ενημερωτικό, παρακαλούμε πατήστε εδώ
Εάν λαμβάνετε το Ενημερωτικό περισσότερες από μία φορά, παρακαλούμε πατήστε εδώ