Τεύχος 58   05 Ιανουαρίου 2012

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012 – Μετά τα Φῶτα

Ο Απόστολος
Προς Εφεσίους επιστολή Παύλου (δ΄ 7-13)

Ἀδελφοί, ἑνὶ ἑκάστῳ ἡμῶν ἐδόθη ἡ χάρις κατὰ τὸ μέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ. Διὸ λέγει· ἀναβὰς εἰς ὕψος ᾐχμαλώτευσεν αἰχμαλωσίαν καὶ ἔδωκε δόματα τοῖς ἀνθρώποις. Τὸ δὲ ἀνέβη τί ἐστιν εἰ μὴ ὅτι καὶ κατέβη πρῶτον εἰς τὰ κατώτερα μέρη τῆς γῆς;
Ὁ καταβὰς αὐτός ἐστι καὶ ὁ ἀναβὰς ὑπεράνω πάντων τῶν οὐρανῶν, ἵνα πληρώσῃ τὰ πάντα. Καὶ αὐτὸς ἔδωκε τοὺς μὲν ἀποστόλους, τοὺς δὲ προφήτας, τοὺς δὲ εὐαγγελιστάς, τοὺς δὲ ποιμένας καὶ διδασκάλους, πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῶν ἁγίων εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδομὴν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, μέχρι καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ.

Ἀπόδοση στη νεοελληνική:

Ἀδελφοί, εἰς τὸν καθένα ἀπὸ μᾶς ἐδόθηκε ἡ χάρις σύμφωνα πρὸς τὸ μέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ. Διὰ τοῦτο λέγει, «Ὅταν ἀνέβηκε εἰς τὰ ὕψη ἔλαβε αἰχμαλώτους καὶ ἔδωκε δῶρα εἰς τοὺς ἀνθρώπους». Τὸ δὲ ἀνέβηκε, τί σημαίνει παρὰ ὅτι καὶ κατέβηκε πρῶτα εἰς τὰ κατώτερα μέρη τῆς γῆς;
Ἒκεῖνος ποὺ κατέβηκε εἶναι αὐτὸς ποὺ καὶ ἀνέβηκε ὑπεράνω ὅλων τῶν οὐρανῶν, διὰ νὰ γεμίσῃ τὰ πάντα. Καὶ τὰ δῶρά του ἦσαν: μερικοὶ νὰ εἶναι ἀπόστολοι, ἄλλοι εὐαγγελιστές, ἄλλοι ποιμένες καὶ διδάσκαλοι, πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ καταρτίσουν τοὺς ἁγίους, διὰ τὸ ἔργον ὑπηρεσίας, διὰ τὴν οἰκοδομὴν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, μέχρις ὅτου φθάσωμεν ὅλοι εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς πλήρους γνώσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς τὸ μέτρον τοῦ τελείου ἀναστήματος τοῦ Χριστοῦ.

Το Ευαγγέλιο
Κατά Ματθαίον (δ΄ 12-17)

Τῷ καιρῷ εκείνω, ἀκούσας ὁ Ἰησοῦς ὅτι Ἰωάννης παρεδόθη, ἀνεχώρησεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, καὶ καταλιπὼν τὴν Ναζαρὲτ ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς Καπερναοὺμ τὴν παραθαλασσίαν ἐν ὁρίοις Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλείμ, ἵνα πληρωθῇ τὸ ρηθὲν διὰ Ἡσαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος· γῆ Ζαβουλὼν καὶ γῆ Νεφθαλείμ, ὁδὸν θαλάσσης, πέραν τοῦ Ἰορδάνου, Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν, ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς.
Ἀπὸ τότε ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς κηρύσσειν καὶ λέγειν· μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Απόδοση στη νεοελληνική:

Τον καιρό εκείνο, όταν ὁ Ἰησοῦς ἄκουσε ὅτι ὁ Ἰωάννης συνελήφθη, ἔφυγε εἰς τὴν Γαλιλαίαν. Ἄφησε τὴν Ναζαρὲτ καὶ ἦλθε νὰ κατοικήσῃ εἰς τὴν Καπερναούμ, ἡ ὁποία ἦτο κοντὰ εἰς τὴν λίμνην εἰς τὰ σύνορα Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλείμ, διὰ νὰ ἐκπληρωθῇ ἐκεῖνο, ποὺ ἐλέχθη διὰ τοῦ Ἡσαΐα τοῦ προφήτου, «Ἡ χώρα τοῦ Ζαβουλὼν καὶ ἡ χώρα τοῦ Νεφθαλείμ, ἡ ὁποία ἐκτείνεται κοντὰ εἰς τὴν θάλασσαν, ἡ γῆ πέραν ἀπὸ τὸν Ἰορδάνην, ἡ Γαλιλαία τῶν ἐθνικῶν, ὁ λαός, ποὺ κάθεται εἰς τὸ σκοτάδι, εἶδε μεγάλο φῶς καὶ εἰς ἐκείνους ποὺ κάθονται εἰς τὴν χώραν καὶ τὴν σκιὰν τοῦ θανάτου, ἀνέτειλε γι’ αὐτοὺς φῶς».
Ἀπὸ τότε ἄρχισε ὁ Ἰησοῦς νὰ κηρύττῃ καὶ νὰ λέγῃ, «Μετανοεῖτε, διότι ἐπλησίασε ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν».
 


ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ

Κυριακή 8 Ιανουαρίου

Ἡ Ὁσία Δομνίκη

Ἡ Ὁσία Δομνίκη ἔζησε κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν αὐτοκρατόρων Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου (379 – 395 μ.Χ.), Λέοντος A’ (457 – 474 μ.Χ.) καὶ Ζήνωνος (474 – 475 μ.Χ.). Καταγόταν ἀπὸ τὴν Καρθαγένη (Νέα Καρχηδόνα) τῆς Ἱσπανίας. Κατὰ τὴν θεία οἰκονομία πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη, τὸ 384 μ.Χ., μαζὶ μὲ ἄλλες τέσσερις παρθένες, τὴ Δωροθέα, τὴν Εὐανθία, τὴ Νόννα καὶ τὴν Τιμοθέα καὶ ὕστερα ἀπὸ θεία ἀποκάλυψη βαπτίσθηκαν ὑπὸ τοῦ Πατριάρχου Νεκταρίου.
Ἡ Ὁσία Δομνίκη ἀκολούθησε τὸ μοναχικὸ βίο καὶ ἐκγύμνασε τὸν ἑαυτό της πνευματικὰ μὲ σκληροὺς καὶ πολλοὺς κόπους. Ἀφοῦ ἔφθασε στὴ θέωση καὶ ἀξιώθηκε νὰ κάνει θαύματα καὶ νὰ διακρίνει τὰ μέλλοντα, ἡ φήμη τῆς ἀρετῆς της ἔγινε γνωστὴ καὶ ἐπέσυρε τὴν προσοχὴ τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου (408 – 450 μ.Χ.) καὶ τῆς βασίλισσας, οἱ ὁποῖοι τὴν ἐπισκέπτονταν καὶ τῆς παρεχώρησαν τὸν τόπο καὶ τὰ μέσα προκειμένου νὰ ἀνεγείρει Μονὴ ἀφιερωμένη στὸν Ἅγιο Ζαχαρία. Ἐκεῖ ἡ Ὁσία Δομνίκη ἔζησε θεοφιλῶς καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη σὲ μεγάλη ἡλικία
.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἀγάπῃ τῇ κρείττονι, καταυγασθεῖσα τὸν νοῦν, ἀσκήσει ἐξέλαμψας, ὥσπερ λαμπὰς φαεινή, Δομνίκα πανεύφημε· ὅθεν Μοναζουσῶν σε, ὁδηγὸν φωτοφόρον, ἔδειξεν ὁ Δεσπότης, διὰ βίου καὶ λόγου. Ὧ πρέσβευε θεοφόρε, σώζεσθαι ἅπαντας.

Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Χορείαν εὐκλεῆ, σεμνοτάτων παρθένων, δι’ ἔργων ἱερῶν, καὶ σοφῶν διδαγμάτων, ἐνθέως ὡδήγησας, πρὸς παστάδα ἀκήρατον, ἔνθα πέφηκε, ζωῆς τὸ ξύλον Δομνίκα· δι’ οὗ ζώωσον, τὴν νεκρωθεῖσαν ψυχήν μου, Ὁσία θεόληπτε.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις ὦ Δομνίκα πανευκλεής· σὺ γὰρ τὸν Δεσπότην, ἀγαπήσασα ἐκ ψυχῆς, ἴχνεσι τοῖς τούτου, ὥσπερ ἀμνὰς τιμία, ἀμέμπτως ἐπορεύθης· διὸ δεδόξασαι.


Ὁ Ὅσιος Γεώργιος ὁ Χοζεβίτης

Πολὺ γνωστὸ τὸ ὄνομά του στὸν χριστιανικὸ κόσμο. Γνωστὸ καὶ τὸ μοναστήρι στὴν Παλαιστίνη ποὺ ἀσκήτεψε. Βρίσκεται σὲ μία ἐρημικὴ καὶ ἄγρια χαράδρα καὶ εἶναι κοντὰ στὴν ἀρχαία Ρωμαϊκὴ ὁδό, ποὺ ὁδηγεῖ ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα στὴν Ἱεριχῶ. Στὴν Ἁγία Γραφὴ ἡ τοποθεσία αὐτὴ λέγεται χείμαρρος Χορρὰθ καὶ εἶναι συνδεδεμένη μὲ πολλὰ ἱστορικὰ γεγονότα.
Σ’ αὐτὸ τὸ μέρος εἶναι ἡ σπηλιὰ στὴν ὁποία εἶχε κάποτε κρυβεῖ ὁ προφήτης Ἠλίας (910 π.Χ.) γιὰ νὰ γλιτώσει ἀπὸ τὴν καταδίωξη τοῦ ἀσεβέστατου βασιλιὰ Ἀχαὰβ καὶ τῆς εἰδωλολάτριδας συζύγου του, τῆς Ἰζάβελ.
Σ’ αὐτὴ τὴν σπηλιὰ ὁ ζηλωτὴς προφήτης ἔμεινε μῆνες καὶ τρεφόταν κατὰ ἕνα θαυμαστὸ τρόπο. Μερικὰ κοράκια τοῦ ἔφερναν πρωὶ καὶ βράδυ ψωμὶ καὶ κρέας.
Νερὸ ἔπινε ἀπὸ τὸν χείμαρρο. Ὅταν ὅμως καὶ ἀπὸ ἐδῶ ἔλειψε τὸ νερό, ἐξ αἰτίας τῆς ἀνομβρίας, ὁ προφήτης ἀναχώρησε κατ’ ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ στὰ Σάρεπτα τῆς Σιδῶνος.
Στὴν σπηλιὰ αὐτὴ ὕστερα ἀπὸ χρόνια ἦρθε καὶ κλείστηκε καὶ ὁ θεοπάτορας Ἰωακείμ. Σαράντα μερόνυχτα ἔμεινε ἐδῶ νηστεύοντας καὶ προσευχόμενος νὰ τοῦ χαρίσει ὁ Θεὸς ἕνα παιδί, γιατί ἦταν ἄτεκνος. Σ’ αὐτὸ τὸ διάστημα καὶ ἡ σύζυγός του Ἄννα εἶχε παραμείνει στὸ σπίτι της καὶ προσευχόταν θερμά. Μὲ δάκρυα παρακαλοῦσε καὶ ζητοῦσε νὰ τῆς λύσει ὁ Πανάγαθος Θεὸς τὴν ἀτεκνία της.
Πολὺ συγκινητικὴ εἶναι ἡ προσευχὴ τοῦ Ἰωακείμ στὴ σπηλιὰ, ὅπως μᾶς τὴν διέσωσε ἀρχαία παράδοση: «Οὗ καταβήσομαι», ἔλεγε μονολογώντας ὁ εὐσεβὴς Ἰωακείμ, «οὔτε ἐπὶ ποτόν, ἕως ὅτου ἐπισκέψεταί με Κύριος ὁ Θεός μου καὶ ἔσται μου ἡ εὐχὴ βρῶμα καὶ πόμα».
Καὶ δὲν κινήθηκε ἀπὸ ἐκεῖ, παρὰ μονάχα, ὅταν ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς ποὺ ἀκούει πάντα τὶς προσευχὲς τῶν εὐσεβῶν παιδιῶν του, εἰσήκουσε τὴν δέησή του καὶ μ’ ἕναν ἄγγελο τοῦ διεμήνυσε τὸ χαρμόσυνο μήνυμα, πὼς θὰ ἀποκτοῦσε παιδί. Καὶ πραγματικά. Τὴν ἑπόμενη χρονιὰ ὁ Ἰωακεὶμ καὶ ἡ Ἄννα ἀξιωνόντουσαν νὰ ἀποκτήσουν τὴν κεχαριτωμένη Μαρία, τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ ὄνομα Θεοπάτορες, δηλαδὴ πρόγονοι κατὰ σάρκα τοῦ Σωτῆρος μας Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ μας.
Ἀπὸ μία τυπικὴ διάταξη τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων μανθάνουμε, πὼς ὁ χείμαρρος ἦταν κτῆμα τοῦ Ἰωακείμ, τοῦ πατέρα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ἐδῶ ὑπῆρχε καὶ κῆπος τοῦ ἰδίου καὶ ἐδῶ ἀργότερα κτίστηκε καὶ Ἐκκλησία ἐπ’ ὀνόματι τῆς Παναγίας στὴν ὁποία διάφορες μέρες τοῦ χρόνου γίνονταν μεγαλόπρεπες πανηγύρεις. Σὲ τοῦτο τὸ μέρος κτίστηκε καὶ ἡ μονὴ τῆς Παναγίας τοῦ Χοζεβᾶ, ποὺ θεωρεῖται μία ἀπὸ τὶς ἀρχαιότερες μονὲς τῆς Παλαιστίνης. Στὴν ἱερὰ αὐτὴ Μονὴ ἔζησαν τὴν ἀγγελικὴ ζωὴ τῆς πλήρους ἀφιερώσεως, χιλιάδες εὐλαβεῖς ψυχές. Σ’ αὐτὴ πέρασε καὶ ὁ Ἅγιος Γεώργιος ἀπὸ τὴ νῆσο Κύπρο, ποὺ εἶναι γνωστὸς μὲ τὸ ἐπώνυμο Χοζεβίτης, τὰ περισσότερα χρόνια τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς του.
Ἡ ὅλη περιοχὴ διακρίνεται γιὰ τὴν ἀγριότητά της. Καὶ αὐτὴ τὴν περιοχὴ χωρὶς ἄλλο θὰ εἶχε ὑπ’ ὄψη ὁ Κύριος, ὅταν ἔλεγε τὴν παραβολὴ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ περιέπεσε στοὺς ληστὲς καὶ εἶναι γνωστὴ σὰν παραβολὴ τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη.
Καθ’ ὅλη τὴ διαδρομὴ τοῦ χειμάρρου ὑπάρχουν πολλὰ σπήλαια, τὰ ὁποία ἀπὸ ἐνωρὶς προσείλκυσαν πολλοὺς ἀναχωρητές. Σ’ ἕνα ἀπὸ αὐτά, ποὺ βρίσκεται ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὴ Μονή, εἶχε ἐγκατασταθεῖ κάποτε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θαυματουργός, ποὺ εἶχε διατελέσει ἐπίσκοπος τῆς Καισαρείας καὶ ὕστερα ἐγκατέλειψε τὴν ἐπισκοπὴ καὶ ἦρθε στὸ μέρος αὐτὸ νὰ μονάσει. Ὁ μεγάλος αὐτὸς Ἅγιος καὶ Θαυματουργὸς ἔκτισε τὴν ἐκκλησία καὶ τὴ Μονὴ στὸ ὄνομα τῆς Παναγίας καὶ καλλώπισε τὸν χῶρο ἐκεῖνο ἔτσι, ποὺ σὲ λίγο καιρὸ χιλιάδες φιλέρημες ψυχὲς ἦρθαν νὰ ζήσουν τὴν ἀγγελικὴ ζωή. Τὴν ἀκμὴ τῆς Μονῆς, στὴν ὁποία πολλὰ θαύματα γίνονταν ἀπὸ τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ἀλλὰ καὶ τῶν γύρω ἀσκητηρίων, ποὺ στὶς ἀρχὲς τοῦ ἑβδόμου αἰώνα φιλοξενοῦσαν πιὸ πολλὲς ἀπὸ πέντε χιλιάδες ψυχές, ἀνέκοψαν οἱ περσικὲς ἐπιδρομές. Σὰν καταιγίδα ἀληθινὴ εἶχαν ἐνσκήψει οἱ ἄγριες αὐτὲς ὀρδές, ποὺ ἔσφαζαν, ἔκαιαν, ἐρήμωναν τὰ πάντα ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ περνοῦσαν. Αὐτὴ τὴν ἐποχὴ καταστράφηκε καὶ ὁ ἅγιος ναὸς τῆς Ἀναστάσεως καὶ ὅλοι οἱ ναοὶ καὶ τὰ μοναστήρια τῆς Παλαιστίνης (614 μ.Χ.)
Αὐτὸ τὸν καιρὸ ἔζησε καὶ ὁ Ὅσιος Γεώργιος ὁ Χοζεβίτης ποὺ ἀπ’ τὸν καιρὸ ποὺ ἦταν παιδὶ τὸ ὄνομά του ἔγινε συνώνυμο μὲ τὴν ἀρετή.
Γεννήθηκε σ’ ἕνα χωριὸ τῆς Κύπρου ἀπὸ πολὺ εὐσεβεῖς καὶ εὐκατάστατους γονεῖς. Τὰ πολλὰ ἀγαθὰ ὅμως ποὺ ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ τοὺς εἶχε χαρίσει, δὲν τοὺς ἐμπόδισαν νὰ ζοῦνε μὲ ἀπόλυτη ὑποταγὴ στὸ θέλημά Του. Μὲ τοῦ Χριστοῦ τὰ λόγια μεγάλωσαν καὶ τὰ δυὸ παιδιά τους, τὸν Ἡρακλείδη καὶ τὸν Γεώργιο. Οἱ εὐλαβεῖς γονεῖς ἀπ’ αὐτὴν ἀκόμη τὴ βρεφικὴ ἡλικία φρόντισαν νὰ ἐνσταλάξουν στὴν ψυχὴ καὶ τῶν δύο παιδιῶν τους τὸν σεβασμὸ πρὸς τὸ ἅγιο Ὄνομα τοῦ Θεοῦ, μὰ καὶ τὴν ὑπακοή, τὴν τυφλὴ ὑπακοὴ στὸ θέλημά Του. Καὶ οἱ κόποι τους ὄχι μόνο δὲν πῆγαν χαμένοι, ἀλλὰ καὶ πλούσια εὐλογήθηκαν ἀπὸ τὸν φιλάνθρωπο Πατέρα.
Ὁ Ἡρακλείδης ποὺ ἦταν καὶ ὁ πιὸ μεγάλος, ὅταν ἐνηλικιώθηκε, πῆρε τὴν εὐχὴ τῶν γονιῶν του καὶ πῆγε νὰ προσκυνήσει τοὺς τόπους ποὺ γεννήθηκε, μεγάλωσε καὶ ἔζησε ὁ Χριστός μας. Ἡ εὐγενικὴ καὶ φιλόθρησκη ψυχὴ τοῦ νέου, σὰν ἔφτασε στὴν Ἁγία Γῆ καὶ ἐπισκέφθηκε τὸν Γολγοθᾶ καὶ τὸν Πανάγιο Τάφο τοῦ Χριστοῦ, τόσο γοητεύθηκε, ποὺ πῆρε τὴν ἀπόφαση νὰ μείνει πιὰ στὰ μέρη ἐκεῖνα γιὰ ὅλη του τὴ ζωή. Καὶ πραγματικά. Ὁ πιστὸς καὶ φιλόθεος νέος, ἀφοῦ γύρισε διάφορα μέρη, κατέβηκε καὶ στὸν Ἰορδάνη. Περπάτησε μὲ συνεπαρμένη ψυχὴ στὸν τόπο ποὺ κατὰ τὴν παράδοση ὁ προφήτης τῆς ἐρήμου βάπτισε τὸν Κύριο καὶ ἀπὸ ἐκεῖ προχώρησε στὴ Λαύρα τοῦ Καλαμώνος, ὅπου καὶ παρέμεινε ἀγωνιζόμενος τὸν ἀγώνα τὸν καλό, τῆς ἀρετῆς τὸν ἀγώνα. Ὁ ἀδελφός του Γεώργιος, μικρὸς ἀκόμη παρέμεινε κοντὰ στοὺς γονεῖς του καὶ ξεχώριζε ἀπ’ ὅλους τους συνομήλικούς του στὴ φρονιμάδα καὶ τὴ σεμνὴ ζωή.
Στὰ χρόνια τὰ δύσκολα, τῆς ἐφηβείας τὰ χρόνια, μεγάλη δοκιμασία τον κτύπησε. Οἱ γονεῖς του ἀρρώστησαν καὶ πέθαναν σὲ λίγο διάστημα ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλο. Ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ βεβαιώνει μὲ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα Του πὼς τὸ ὀρφανὸ καὶ τὴν χήρα τὰ παίρνει πάντα ὑπὸ τὴν ἰδιαίτερη προστασία Του, δὲν ἐγκατέλειψε τὸ πιστὸ παιδί. Ἕνας θεῖος του φρόντισε καὶ πῆρε τὸ παιδὶ κοντά του μὲ ὅλα τὰ πράγματα καὶ τὴν κληρονομιά του μὲ σκοπὸ σὰν μεγαλώσει νὰ τὸν συζεύξει μὲ τὴν ἐπίσης μικρὴ καὶ μονάκριβη θυγατέρα του. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Γεώργιος ἀπεστρέφετο τὴν κοσμικὴ ζωὴ καὶ ἡ ψυχή του λαχταροῦσε μία ἀνώτερη ζωή, τὴν ἀγγελικὴ ζωή, ἕνα πρωὶ ἔφυγε ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ πῆγε σ’ ἕναν ἄλλο θεῖο του, ποὺ ἦταν ἡγούμενος σ’ ἕνα μοναστήρι. Ὅταν ὁ πρῶτος θεῖος ἔμαθε τί ἔγινε, πῆγε στὸ μοναστήρι μὲ σκοπὸ νὰ ξαναπάρει τὸν Γεώργιο καὶ νὰ τὸν φέρει πίσω στὸ χωριό. Στὴν προσπάθειά του μάλιστα νὰ ἐπιτύχει τὸν σκοπό του, δὲν δυσκολεύθηκε νὰ φιλονικήσει καὶ μὲ τὸν ἀδελφό του τὸν μοναχό. Αὐτὸς ὅμως μὲ ἡρεμία καὶ πραότητα τοῦ ἀπήντησε:
«Ἀδελφέ μου, οὔτε ἔφερα τὸν νέο ἐδῶ, οὔτε καὶ τὸν διώχνω. Ἂς ἀποφασίσει μόνος του ὅ,τι θέλει. Ἡλικίαν ἔχει...».
Ὅταν ὁ νέος ἔμαθε τὴν φιλονικία τῶν θείων του γιὰ τὸ πρόσωπό του, σηκώθηκε κρυφὰ καὶ ἔφυγε ἀπὸ τὸ μοναστήρι καὶ ἀπὸ τὴν Κύπρο καὶ τράβηξε πρὸς τὴν ἁγία πόλη, τὴν Ἱερουσαλήμ. Ἐκεῖ σὰν ἔφτασε, πῆγε καὶ γονάτισε καὶ μὲ εὐλάβεια προσκύνησε τὰ πάνσεπτα προσκυνήματα τῆς εὐλογημένης πόλεως, καὶ ὕστερα κατέβηκε πρὸς τὸν Ἰορδάνη. Τὸ ἄδολο γάλα τῆς πίστεως μὲ τὸ ὁποῖο ἀπὸ τῆς βρεφικῆς ἡλικίας τὸν πότισαν οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς του, τὸν σπρώχνει νὰ βρεῖ τὸν ἀδελφό του. Ἡ ψυχή του ποθεῖ τὴ μακαρία ζωή, τὴν ἀγγελικὴ ζωή. Οἱ κίνδυνοι τῆς ἁμαρτίας ποὺ ἀντίκριζε γύρω του, τοῦ ἔφερναν στ’ αὐτιὰ καθαρὰ τὸν ἀπόηχο τῆς φωνῆς τῶν ἀγγέλων πρὸς τὸν Λῶτ: «Σώζων σῶζε τὴν σ’ ἑαυτοῦ ψυχήν» (Γεν. ιθ’ 17). Δηλαδὴ κοίταξε πὼς θὰ σώσεις τὴν ψυχή σου. Ἡ ματαιότητα τῶν φθαρτῶν αὐτοῦ τοῦ κόσμου συνετάραττε τὸ εἶναι του. Πάντα ματαιότης τὰ ἀνθρώπινα σκεπτόταν καὶ ἐπανελάμβανε μόνος του. Ὁδηγούμενος ἀπὸ τὸ προσκλητήριο διάγγελμα τοῦ Κυρίου «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεὶν ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖται μοι», προχώρησε καὶ τράβηξε πρὸς τὴ Λαύρα τοῦ Καλαμώνος στὴν ὁποία, ὅπως εἶχε μάθει, βρισκόταν ὁ ἀδελφός του.
Ἡ Λαύρα τοῦ Καλαμώνα βρισκόταν κοντὰ στὸ σημερινὸ μοναστήρι τοῦ Ἀββᾶ Γερασίμου ἐκεῖ στὸν Ἰορδάνη.
Χωρὶς κανένα ἐνδοιασμὸ σὰν τὸν συνάντησε ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ τοῦ φανέρωσε τὸν πόθο καὶ τὴν ἀπόφασή του νὰ μείνει κοντά του. Ἐκεῖνος παρὰ τὴ μυστικὴ χαρὰ ποὺ δοκίμασε γιὰ τὴν ἁγία διάθεση τοῦ ἀδελφοῦ του, βλέποντάς τον τόσο νεαρό, φοβήθηκε νὰ τὸν κρατήσει κοντά του καὶ τὸν συνώδευσε στὴ Μονὴ τῆς Παναγίας τοῦ Χοζεβᾶ στὸν ἐκεῖ ἡγούμενο, ποὺ ἦταν καὶ φίλος του καὶ τοῦ τὸν παρέδωσε. Αὐτὸς δὲ ἐπέστρεψε στὸ μοναστήρι του.
Ὁ ἡγούμενος ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ἐξετίμησε τὸν ἔνθεο ζῆλο τοῦ νεαροῦ Γεωργίου καὶ τὸν κατηύθυνε μὲ φόβο Θεοῦ στῆς ἀσκητικῆς ζωῆς τὰ σκαλοπάτια. Ἡ βαθιὰ ταπείνωση τοῦ νέου, ἡ ὑπακοὴ καὶ ἡ προθυμία του νὰ ἐκτελεῖ πάσαν ἐργασία τῆς μονῆς, ἐνεθάρρυναν τὸν ἡγούμενο, ὥστε σὲ λίγο καιρὸ νὰ προχωρήσει στὴν κουρὰ τοῦ νέου, σὲ μοναχό καὶ νὰ τὸν ἀναθέσει σ’ ἕνα προκομμένο γέροντα σὰν συμβοηθό του στὸ διακόνημα τοῦ νεοκηπίου ποὺ εἶχε.
Μὲ ἀχώριστο σύντροφο τὸν ἐνθουσιασμὸ ὁ νεαρὸς μοναχὸς περνάει τὴν καθημερινὴ ζωή του ἀνάμεσα σὲ νηστεῖες, ἀγρυπνίες καὶ πολύωρες προσευχές. Ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὸν φλογερὸ ζῆλο του ὑποβάλλει τὸν ἑαυτό του σὲ πολλοὺς κόπους γιὰ τελειότερη ζωή. Δυστυχῶς ὁ γέροντάς του παρὰ τὶς πολλές του ἀρετὲς δὲν τὸν βοηθάει καὶ πολὺ στὴν εὐγενική του προσπάθεια. Ἦταν ἄνθρωπος σκληρὸς καὶ μὲ τὸ «ψύλλου πήδημα» τὸν ἀπόπαιρνε σὲ βαθμὸ ἀποκαρδιωτικό.
Κάποια μέρα μάλιστα ὁ γέροντας ἔστειλε τὸν ὑποτακτικό του στὸν χείμαρρο νὰ φέρει νερό. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ νερὸ ἦταν μαζεμένο καὶ τὰ καλάμια καὶ τὰ ξύλα ποὺ ἤσαν μπροστὰ ἦταν πολὺ πυκνὰ καὶ ὁ νέος ἦταν ντυμένος τὰ ἐνδύματά του, δὲν μπόρεσε νὰ περάσει μὲ τὸ δοχεῖο τοῦ νεροῦ καὶ ἐπέστρεψε ἄπρακτος. Ὁ γέροντας σὰν εἶδε τὸν νέο χωρὶς τὸ νερὸ θύμωσε καὶ τοῦ εἶπε νὰ βγάλει τὸ ἱμάτιό του, νὰ φορέσει μόνο τὸ ἐπάνω ράσο του καὶ χωρὶς νὰ ἀντείπει ὑπάκουσε καὶ πῆγε. Ἐπειδὴ ὅμως αὐτὸς ἄργησε καὶ στὸ μεταξὺ κτύπησε ὁ κώδωνας γιὰ τὸ τραπέζι, ὁ γέροντας ἔκρυψε τὸ ἱμάτιο τοῦ παιδιοῦ καὶ πῆγε στὸ φαγητό. Ὅταν ὁ νέος ἐπέστρεψε καὶ δὲν βρῆκε οὔτε τὸ ἱμάτιό του, οὔτε τὸν γέροντα, πῆγε στὴ μονὴ χωρὶς τὸ ζωστικὸ καὶ κτύπησε τὴν πόρτα. Ὅταν ὁ μοναχὸς ποὺ ἦρθε νὰ τοῦ ἀνοίξει τὸν εἶδε ἔτσι γυμνό, τὸν ρώτησε τί τοῦ συνέβη. Καὶ ὅταν ὁ νεαρὸς τοῦ ἐξήγησε, πῆγε καὶ τοῦ ἔφερε ἕνα ἱμάτιο, τὸ ὁποῖο φόρεσε καὶ μπῆκε στὸ μοναστήρι. Τὴν στιγμὴ ποὺ ἔμπαινε, ὁ γέροντας ποὺ τὸν εἶδε ἐκεῖ μπροστὰ ἀπὸ τοὺς τάφους τῶν ἁγίων πέντε Πατέρων, χωρὶς οἶκτο καὶ μὲ θυμὸ ἀδικαιολόγητο τοῦ ἔδωκε ἕνα δυνατὸ ράπισμα λέγοντάς του:
– Γιατί ἄργησες;
Τὴν ἴδια στιγμὴ τὸ χέρι τοῦ γέροντα ξηράνθηκε ὁλόκληρο καὶ δὲν κουνιότανε καθόλου. Συντετριμμένος ὁ ἀββᾶς ἀπὸ τὴν τιμωρία ποὺ τὸν βρῆκε, ἔπεσε μπροστὰ στὰ πόδια τοῦ νεαροῦ ὑποτακτικοῦ του καὶ τὸν παρακαλοῦσε λέγοντας:
— Παιδί μου, συγχώρεσέ με καὶ μὴ μὲ φανερώσεις. Ἔφταιξα. Πολὺ ἔφταιξα. Μὴ μὲ διαπομπεύσεις, ἀλλὰ παρακάλεσε τὸν Θεὸ νὰ μὲ συγχωρήσει καὶ νὰ μὲ κάμει καλά.
Ὁ νεαρὸς μοναχὸς βαθιὰ λυπημένος γιὰ τὸ πάθημα τοῦ γέροντα, τοῦ εἶπε μὲ ταπείνωση καὶ συντριβή:
— Πήγαινε, πάτερ, ἐκεῖ στοὺς τάφους τῶν ἁγίων Πατέρων, βάλε μετάνοια καὶ αὐτοὶ θὰ σὲ θεραπεύσουν.
Ὁ γέροντας ὅμως ἐπέμενε.
Παιδί μου, σὲ σένα ἔφταιξα. Σὺ παρακάλεσε τὸν Θεὸ νὰ μὲ σπλαγχνιστεῖ καὶ νὰ μὲ συγχωρήσει.
Τότε ὁ νεαρός, ἀφοῦ πῆρε ἀπὸ τὸ χέρι τὸν γέροντα, τὸν ὁδήγησε ἐκεῖ στοὺς τάφους καὶ ἀφοῦ ἔβαλαν βαθιὰ μετάνοια, προσευχήθηκαν καὶ τὸ θαῦμα ἔγινε. Τὸ χέρι ξαναγύρισε στὴ φυσική του κατάσταση. Μὰ καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ γέροντα μαλάκωσε. Ὁ θυμὸς παραμέρισε καὶ ἡ πραότητα μαζὶ μὲ τὴ συγκατάβαση στήσανε στὴν καρδιά του τὸν θρόνο τους.
Παρὰ τὴν ἀποχώρηση τοῦ νεαροῦ μοναχοῦ ἀπὸ τὴ σκηνὴ τοῦ θαύματος, τοῦτο ἔγινε γρήγορα γνωστὸ σ’ ὅλη τὴν ἀδελφότητα. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ἐκείνη ὅλοι οἱ μοναχοὶ μὲ ἰδιαίτερη ἐκτίμηση καὶ σεβασμὸ ἄρχισαν νὰ περιβάλλουν τὸν νέο καὶ γιὰ τὸ θαῦμα του νὰ μιλοῦν. Καὶ αὐτὸς ἀπὸ φόβο μήπως πιαστεῖ στὰ δίχτυα τῆς ὑπερηφάνειας, σηκώθηκε μία βραδιὰ καὶ ἐγκατέλειψε τὸ μοναστήρι καὶ τράβηξε στὴ Λαύρα ποὺ βρισκόταν ὁ ἀδελφός του.
Ἐκεῖ, μὲ αὐστηρὴ ἐγκράτεια στόλισε τὴν ζωή του καὶ μὲ τὴ νηστεία καὶ τὴ σκληρὴ ἄσκηση νέκρωσε τὸ σῶμα του, ὥστε οἱ προσβολὲς τοῦ ἐχθροῦ νὰ μὴ μποροῦν νὰ τὸν ἐπηρεάσουν. Καμιὰ ὑστεροβουλία ἢ ἰδιοτέλεια δὲν ὑπεισερχόταν στὶς σκέψεις του. Τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου σὰν φωτεινὸς φάρος πρόβαλλε πάντα μπροστά του καὶ τοῦ φώτιζε τὸν δρόμο του. Ζοῦσε ὅμως σὰν οὐράνιος ἄνθρωπος, μὰ καὶ ἐπίγειος ἄγγελος. Ζωὴ «πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας» (Ἰωάννη α’ 14) εἶχε καταντήσει ἡ ζωή του. Πηγὴ ἀκένωτη θαυμάτων. Θαυμάτων ποὺ προκαλοῦν στ’ ἀλήθεια κατάπληξη.
Ἕνα τέτοιο θαῦμα ἦταν καὶ τοῦτο. Κάποια μέρα ἕνας γεωργὸς ἀπὸ τὴν Ἱεριχῶ, γνωστὸς καὶ φίλος τῶν δυὸ ἀσκητῶν, ἦρθε στὴ Λαύρα, μὲ ἕνα ζεμπίλι ἀπὸ διάφορους καρποὺς ποὺ γεωργοῦσε καὶ κτύπησε τὴν θύρα τοῦ κελιοῦ τους. Ὁ Γεώργιος πῆγε καὶ ἄνοιξε τὴν πόρτα καὶ τὸν προσκάλεσε νὰ μπεῖ μέσα. Ὁ ἐπισκέπτης μόλις μπῆκε ἔβαλε μία μετάνοια καὶ ἀφοῦ τοποθέτησε τὸ ζεμπίλι μὲ τὰ δῶρα παρακάλεσε θερμὰ τοὺς ἀβάδες νὰ εὐλογήσουν τοὺς καρποὺς ὁπότε κάτω ἀπὸ αὐτοὺς μὲ μεγάλη ἔκπληξη τί βλέπουν; Ἕνα νήπιο νεκρό. Ἦταν τὸ νεογέννητο παιδὶ τοῦ ἐπισκέπτη ποὺ εἶχε ἀποθάνει καὶ αὐτὸς τὸ ἔφερε στοὺς ἀβάδες μὲ τὴ γλυκιὰ ἐλπίδα πὼς αὐτοὶ θὰ μποροῦσαν νὰ τὸ ἀναστήσουν καὶ νὰ τοῦ τὸ ξαναδώσουν ζωντανό. Ὁ ἀβὰς Ἡρακλείδης σὰν τὸ εἶδε μὲ τρόμο καὶ ταραχὴ εἶπε στὸν ἀδελφό του: «Πήγαινε καὶ κάλεσε τὸν ἄνθρωπο νὰ ἔρθει νὰ πάρει τὸ ζεμπίλι μὲ τὰ πράγματα ποὺ ἔφερε. Μᾶς βάζει, πές του σὲ μεγάλο πειρασμό. Κύριε, ἀναφώνησε, ἐλέησέ μας τοὺς ἁμαρτωλούς».
Ὁ ἀβὰς Γεώργιος ὅμως ποὺ ἦταν τότε σαράντα περίπου χρόνων, ἔβαλε στὸν ἀδελφό του μετάνοια καὶ μὲ σεβασμὸ τοῦ εἶπε:
Πάτερ μου, μὴ στενοχωρεῖσαι καὶ μὴ ταράττεσαι. Ἀλλὰ ἔλα νὰ παρακαλέσουμε μὲ πίστη τὸν Πολυεύσπλαχνο καὶ Πανοικτίρμονα Θεὸ νὰ κάμει τὸ θαῦμα του. Καὶ ἄν μᾶς ἀκούσει ἡ εὐσπλαγχνία του καὶ ἀναστήσει τὸ παιδί, εὐλογημένο ἂς εἶναι στοὺς αἰῶνες τὸ Πανάγιο Ὄνομά Του. Τότε καλοῦμε τὸν πατέρα καὶ τοῦ δίνουμε τὸ παιδί του, ὅπως πίστεψε. Ἂν ὅμως ἡ ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ δὲν θελήσει, γιὰ λόγους ποὺ γνωρίζει Ἐκεῖνος, νὰ γίνει τὸ θαῦμα, τότε πάλι καλοῦμε τὸν πατέρα καὶ τοῦ ἐξηγοῦμε, πὼς καὶ ἐμεῖς ἁμαρτωλοὶ ἄνθρωποι εἴμεθα καὶ δὲν ἔχουμε τέτοια παρρησία, ὥστε νὰ ἐπιτύχουμε αὐτὸ ποὺ ποθεῖ τόσο ἐκεῖνος, ὅσο καὶ ἐμεῖς. Στὰ λόγια τοῦ Γεωργίου ὁ ἀβὰς Ἡρακλείδης πείσθηκε. Τότε καὶ οἱ δύο οἱ πατέρες ἀφοῦ γονάτισαν, μὲ δάκρυα στὰ μάτια καὶ καρδιὰ ραγισμένη ἄρχισαν νὰ προσεύχονται. Δὲν πέρασε πολλὴ ὥρα καὶ τὸ θαῦμα ἔγινε. Ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς ποὺ ἀκούει πάντα τὶς προσευχὲς τῶν παιδιῶν του ποὺ γίνονται μὲ πίστη, ἄκουσε καὶ τῶν πιστῶν ἀβάδων τὴν παράκληση. Τὸ νεκρὸ παιδὶ κάποια στιγμὴ ἄνοιξε τὰ μάτια καὶ ἀφῆκε ἕνα ἐλαφρὸ κλαψούρισμα. Οἱ εὐλαβεῖς ἀσκητὲς μὲ τὴν ψυχὴ πλημμυρισμένη ἀπὸ εὐγνωμοσύνη ἄνοιξαν τὴν πόρτα καὶ κάλεσαν μέσα τὸν πατέρα τοῦ παιδιοῦ καὶ τοῦ εἶπαν:
– Ἀδελφέ μας, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὴν πίστη ποὺ ἔδειξες σ’ Αὐτόν, σοῦ δίνει τὸ παιδί σου πίσω ζωντανό. Πάρε το καὶ δόξαζέ τον μὲ ὅλη σου τὴν ψυχή, ἀλλὰ καὶ μὴν ἀναφέρεις σὲ κανένα τίποτα ἀπὸ ὅτι ἔγινε.
Ὁ εὐλαβὴς πατέρας μὲ δάκρυα χαρὰς πῆρε στὴν ἀγκαλιά του τὸ ἀγαπημένο του παιδὶ καὶ βγῆκε δοξολογώντας ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς του τὸν φιλάνθρωπο Θεό. Ἔφυγε καὶ ἀφῆκε πίσω τοὺς ἀβάδες νὰ συνεχίζουν τὸν ἀγώνα τους. Ἀγώνα κουραστικὴς σκληραγωγίας τοῦ κορμιοῦ, ἀγώνα συνεχοὺς προσευχῆς.
Ἔτσι περνοῦσε κάθε μέρα ἡ ζωή τους μὲ εὐλάβεια καὶ εἰρήνη καὶ ταπείνωση καὶ ζηλευτὴ γενικὰ ἀρετή. Ποτέ τους δὲν καταδέχτηκαν νὰ ἀντιμιλήσουν ὁ ἕνας στὸν ἄλλο ἢ νὰ λυπήσουν κανένα. Ὁ ἀβὰς Ἡρακλείδης εἶχε πολλὴ πραότητα καὶ ὑπομονὴ καὶ ταπείνωση. Καὶ αὐτὲς τὶς ἀρετὲς τὶς κράτησε μὲ παραδειγματικὸ ζῆλο καὶ προσοχὴ μέχρι τῆς ἡμέρας ποὺ ὁ μεγάλος Πατέρας τὸν κάλεσε νὰ ἀφήσει τοῦτο τὸν κόσμο καὶ νὰ μεταπηδήσει στὴ χώρα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς αἰώνιας εὐτυχίας καὶ χαράς. Κοιμήθηκε γύρω στὰ ἑβδομῆντα του χρόνια καὶ τάφηκε ἐκεῖ στοὺς τάφους τῶν ὁσίων Πατέρων. Στὸν οὐρανὸ τώρα πρεσβεύει γιὰ ὅλο τὸν κόσμο καὶ ἰδιαίτερα γιὰ τὴν πατρίδα, τὴ μαρτυρικὴ Κύπρο μας.
Ὕστερα ἀπὸ τὸν θάνατο τοῦ ἀβᾶ Ἡρακλείδη, ἀδελφοῦ ὁμογάλακτου, συμμοναστοῦ ὅμως καὶ συναθλητοὺ τοῦ ἀβᾶ Γεωργίου, τότε καὶ αὐτὸς ἐγκατέλειψε τὴ Λαύρα καὶ ξαναγύρισε στὸ μοναστήρι τοῦ Χοζεβᾶ ἀπὸ τὸ ὁποῖο ξεκίνησε. Καὶ στὸ περιβάλλον αὐτὸ ἡ ζωὴ τοῦ ταπεινοῦ ἀβᾶ συνεχίζεται σὰν τὴν προηγούμενή του ζωὴ στὴ Λαύρα. Καὶ ἐδῶ ἡ αὐστηρὴ νηστεία, μαζὶ μὲ τὴν ὑπερβολικὴ ἀγρυπνία καὶ θερμὴ προσευχὴ ἀποτελοῦν τὴν καθημερινή του ἐνασχόληση. Ἡ νηστεία μάλιστα στὴν ὁποία ὑπέβαλλε τὸν ἑαυτό του, ὅπως μᾶς λέει ὁ μαθητής του ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος, αὐτὸς ποὺ ἔγραψε καὶ τὴ βιογραφία του, εἶχε φτάσει στὸ κατακόρυφο. Ἀλλὰ καὶ στὴ μελέτη καὶ τὴν προσευχὴ εἶχε ξεπεράσει ὅλους ἐκεῖ τοὺς συμμοναστές του. Χωρὶς καμιὰ ὑπερβολὴ μποροῦσε νὰ ἔλεγε γιὰ τὴ ζωή του. «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζεῖ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός». (Γαλ. β’ 20). Οἱ ἄνθρωποι ποὺ τὸν ἔβλεπαν τὸν θαύμαζαν. Καὶ οἱ δαίμονες τὸν ἔτρεμαν γιὰ τὴν αὐταπάρνηση καὶ τὴν ὑπομονή του.
Ὅταν οἱ Πέρσες ἔφτασαν στὴ Δαμασκό, ὁ Ὅσιος ποὺ τὴν ἡμέρα καθόταν ἔξω ἀπ’ τὸ κελί του καὶ ζεσταινόταν στὸν ἥλιο, γιατί ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴ ἐγκράτεια εἶχε καταντήσει πολὺ ἀδύνατος, μὲ θεῖο ὅραμα προέβλεψε τὴν καταστροφὴ τῆς χώρας. Οἱ ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ποὺ κατοικοῦσαν στὰ μέρη ἐκεῖνα τῆς Συρίας καὶ τῆς Παλαιστίνης εἶχαν ξεπεράσει κάθε προηγούμενο ὅριο. Ὅταν μάλιστα οἱ Πέρσες εἶχαν προχωρήσει καὶ περικυκλώσει τὴν ἁγία πόλη Ἱερουσαλήμ, τότε οἱ ἀδελφοὶ τοῦ κοινοβίου καὶ πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔμεναν σὲ κελιὰ ἔφυγαν γιὰ τὴν Ἀραβία ἢ πῆγαν καὶ κρύφτηκαν στὰ σπήλαια καὶ στὸν καλαμῶνα. Μαζὶ μ’ αὐτοὺς μὲ τὴν ἐπιμονὴ τῶν πατέρων πῆγε καὶ ὁ γέροντας Γεώργιος. Ἐκεῖ τὸν βρῆκαν οἱ Πέρσες καὶ τὸν πῆραν καὶ αὐτὸν αἰχμάλωτο μαζὶ μὲ ἄλλους. Πολλοὺς ἀπ’ αὐτοὺς κατάσφαξαν. Μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἕνα γέροντα ἑκατὸ περίπου χρόνων μὲ ἅγια ζωή, τὸν ἀβὰ Στέφανο τὸν Σύρο. Τὸν Ἅγιο Γεώργιο τὸν σεβάστηκαν σὰν τὸν εἶδαν ἔτσι ἀδύνατο καὶ εὐλαβή, τοῦ ἔδωκαν μάλιστα καὶ ἕνα ζεμπίλι μὲ ψωμιὰ καὶ ἕνα δοχεῖο μὲ νερὸ καὶ τὸν ἀφήκαν ἐλεύθερο λέγοντάς του: «Ὅπου θέλεις πήγαινε, γέρο, νὰ σώσεις τὸν ἑαυτό σου». Ὁ Ἅγιος κατέβηκε στὸν Ἰορδάνη τὴ νύκτα καὶ κρυβόταν ἐκεῖ μέχρις ὅτου ἔφυγαν οἱ Πέρσες πρὸς τὴ Δαμασκὸ μαζὶ μὲ τοὺς αἰχμαλώτους ποὺ πῆραν καὶ ἀπὸ τὴν ἁγία πόλη τῶν Ἱεροσολύμων. Μαζί τους εἶχαν καὶ τὸν ἐπίσκοπο Ἱεροσολύμων τὸν Ζαχαρία καὶ τὸν Τίμιο Σταυρό.
Ὁ γέροντας ἀφοῦ περιπλανήθηκε ἕνα διάστημα σὲ διάφορα μέρη, στὸ τέλος γύρισε στὸ μοναστήρι τοῦ Χοζεβᾶ ὅπου παρέμεινε μέχρι τοῦ θανάτου του. Αὐτὴ τὴν περίοδο ὁ ὅσιος παρὰ τὴν ἡλικία τοῦ ἀνέπτυξε μεγάλη ἱεραποστολικὴ δράση. Τὸ «παρακαλεῖτε, παρακαλεῖτε τὸν λαό μου» τὸ ἔκαμε βίωμά του καὶ σύνθημα ζωῆς. Καθημερινὰ ἔβγαινε ἀπὸ τὸ κελί του καὶ δίδασκε καὶ στήριζε τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τοὺς πολλοὺς ἐπισκέπτες. Μαζὶ μὲ τὴ διδασκαλία τοῦ ὃ ὅσιος πρόσφερε καὶ τὰ πολλὰ θαύματά του. Πολὺ τὸν χαρίτωσε ὁ Κύριος τοῦτο τὸν καιρό. Πηγὴ χαριτόβρυτη κι ἀνεξάντλητη θαυμάτων ἔμεινε μέχρι τῆς ἡμέρας ποὺ κοιμήθηκε.
Εἰρηνικὰ καὶ ἥσυχα ἕνα πρωινὸ ὁ Ἅγιος ἀφῆκε τὸ πνεῦμα του νὰ πετάξει κοντὰ στὸν Κύριο ποὺ ἀγάπησε μὲ ὅλη τὴν ψυχή του καὶ ἔζησε γιὰ τὴν δόξα του. «Δικαίων ψυχαὶ ἐν χειρὶ Θεοῦ καὶ οὐ μὴ ἄψηται αὐτῶν βάσανος». Ποικίλες θεραπεῖες προσφέρει ὁ Ὅσιός μας καὶ μετὰ τὴν κοίμησή του σ’ ἐκείνους ποὺ μὲ εὐλάβεια καὶ πίστη στὸν Θεὸ ζητοῦν τὴ μεσιτεία του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Γεωργήσας τὸν λόγον Πάτερ τῆς χάριτος, δικαιοσύνης ἐδρέψω καρποφορίαν λαμπράν, ὡς τὴν ἔνθεον ζωὴν αἱρετισάμενος· ὅθεν τῆς δόξης κοινωνός, ἀνεδείχθης τοῦ Χριστοῦ, Γεώργιε θεοφόρε· ᾧ καὶ πρεσβεύεις ἀπαύστως, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς γεωργὸν τῶν νοητῶν φυτῶν πανάριστον
Καὶ τῶν Ἀγγέλων μιμητὴν καὶ ἰσοστάσιον
Ἀνυμνοῦμέν σε οἱ παῖδές σου θεοφόρε.
Ἀλλ’ ὡς ἔχων παρρησίαν πρὸς τὸν Κύριον,
Ἀπὸ πάσης ἀπολύτρωσαι κακώσεως
Τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις Πάτερ Γεώργιε.

Μεγαλυνάριον.
Τὸν Σταυρὸν ὡς ἄροτρον ἐσχηκώς, σεαυτὸν ὁσίως, ἐγεώργησας τῷ Θεῷ· ὅθεν τὴν ψυχήν μου, Γεώργιε παμμάκαρ, ἠθῶν τῇ γεωργίᾳ, ἤδη νεούργησον.


Οἱ Ἅγιοι Θεόφιλος καὶ Ἑλλάδιος οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες ἦταν Λίβυοι στὴν καταγωγή. Ἐπειδὴ διακήρυτταν τὴν πίστη τους στὸν Χριστό, συνελήφθησαν καὶ ὁδηγήθηκαν στὸν ἀνθύπατο. Δὲν δείλιασαν ὅμως καθόλου ἐνώπιον τοῦ ἄρχοντα, ἀλλὰ παρέμειναν σταθεροὶ στὴν πίστη τους. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ βασανίστηκαν σκληρά. Πρῶτα τοὺς καταξέσχισαν τὸ σῶμα μὲ αἰχμηρὰ σιδερένια ὄργανα καὶ ἔπειτα, ἀφοῦ τοὺς ἔδεσαν, τοὺς κατέκαψαν μὲ φωτιὰ καὶ πυρακτωμένα σίδερα. Ἔτσι μαρτύρησαν καὶ ἔλαβαν τὸν ἁμαράντινο στέφανο τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

 

 

 

 

 

 

 


 


Δευτέρα 9 Ιανουαρίου

Ὁ Ἅγιος Πολύευκτος ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Πολύευκτος ἔζησε κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν αὐτοκρατόρων Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.) καὶ Οὐαλεριανοῦ (251 – 259 μ.Χ.). Ὅταν κηρύχθηκε ὁ διωγμὸς κατὰ τῶν Χριστιανῶν καὶ αὐτοὶ διετάχθησαν νὰ ἐπιστρέψουν στὴν εἰδωλολατρία, ὑπῆρξε ὁ πρῶτος ποὺ μαρτύρησε γιὰ τὸν Χριστὸ στὴ Μελιτηνὴ τῆς Ἀρμενίας, ὅπου ἐκτελοῦσε τὰ στρατιωτικά του καθήκοντα.
Ὁ Ἅγιος Πολύευκτος, χωρὶς νὰ δειλιάσει, διεκήρυξε μὲ παρρησία τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ καὶ μὲ Πνευματικὴ ἀνδρεία συνέτριψε τὰ εἴδωλα ποὺ λάτρευαν οἱ ἐθνικοί. Οἱ παραινέσεις τοῦ πεθεροῦ του, καθὼς καὶ οἱ θρηνώδεις κραυγὲς τῆς γυναίκας του, δὲν τὸν κλόνισαν καθόλου. Παρέμεινε σταθερὸς στὴν ὁμολογία του, γεγονὸς ποὺ ἐπιβεβαίωσε καὶ στὸν Μάρτυρα Νέαρχο, τὸν φίλο του, ποὺ φοβόταν μήπως ἀπὸ τὰ βασανιστήρια ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Ἔτσι, λοιπόν, ὁ Ἅγιος Πολύευκτος μαρτύρησε διὰ ξίφους.
Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Πολυεύκτου ἐτελεῖτο στὸ σεπτὸ ναὸ ποὺ ἀνήγειραν οἱ πιστοὶ στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου του, ποὺ ἔκειτο κοντὰ στὴν περιοχὴ τοῦ Φιλαδελφίου καὶ τοῦ Ταύρου Κωνσταντινουπόλεως.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Μυηθεῖς οὐρανόθεν εὐσεβείας τὴν ἔλλαμψιν, ὤφθης στρατιώτης γενναῖος, τοῦ Σωτῆρος Πολύευκτε· καὶ ξίφει ἐκτμηθεὶς τὴν κεφαλήν, Μαρτύρων ἠριθμήθης τοῖς χοροῖς, μεθ’ ὧν πρέσβευε θεόφρον διὰ παντός, ὑπὲρ τῶν ἐκβοώντων σοι· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ δωρουμένῳ διὰ σοῦ, πᾶσι τὰ κρείττονα.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τοῦ Σωτῆρος κλίναντος ἐν Ἰορδάνῃ, κεφαλὴν ἐθλάσθησαν, αἱ τῶν δρακόντων κεφαλαί· τοῦ Πολυεύκτου ἡ κάρα δέ, ἀποτμηθεῖσα τὸν δόλιον ᾔσχυνε.

Μεγαλυνάριον.
Πολύευκτον χάριν ἐπιποθῶν, πολύευκτον πίστιν, προσελάβου ὡς νουνεχής· ὅθεν πολυεύκτου, τρυφῆς κατηξιώθης, Πολύευκτε τρισμάκαρ, ἀθλήσας ἄριστα.


Ὁ Ἅγιος Φίλιππος ὁ Ἱερομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Φίλιππος, κατὰ κόσμο Θεόδωρος Στεπάνοβιτς Κολύσεφ, γεννήθηκε στὴ Ρωσία τὸ ἔτος 1507 ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς, τὸν Στέφανο καὶ τὴν Βαρβάρα, ποὺ ἀργότερα ἔγινε μοναχὴ μὲ τὸ ὄνομα Βαρσανουφία. Ἡ ἀγάπη του πρὸς τὴν μοναχικὴ πολιτεία καὶ τὸ ἀσκητικὸ ἦθος, ὁδήγησε τὰ βήματά του στὴ Μονὴ Σολόβκι, στὸν Παγωμένο Ὠκεανό, ὅπου ἄρχισε νὰ διδάσκεται τὰ τῆς μοναχικῆς πολιτείας καὶ νὰ διέρχεται τὸ βίο του μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία. Στὴ συνέχεια διετέλεσε ἡγούμενος τῆς μονῆς.
Τὸ ἔτος 1566, ἐπὶ βασιλείας Ἰβὰν Δ’ Βασίλιεβιτς (τοῦ Τρομεροῦ), ἐξελέγη, μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Μητροπολίτη Ἀθανασίου (1564 – 1566), Μητροπολίτης Μόσχας, ἀλλὰ ἀπομακρύνθηκε. Ὅταν, τὸ 1565, ὁ Κούρβσκι ἤθελε νὰ ἀνατρέψει τὸ θρόνο τῆς Ρωσίας, ὁ τσάρος Ἰβὰν θεώρησε ὅλους τοὺς ἄρχοντες κρυφοὺς ἐχθρούς του καὶ κατέφυγε στὴν πόλη Ἀλεξάνδροβκ, προτιθέμενος νὰ παραιτηθεῖ τῆς ἐξουσίας. Ἡ ἀγγελία αὐτὴ κατέπληξε τὴ Μόσχα, διότι ἡ ἀναρχία φαινόταν φοβερότερη ἀπὸ τὴν τυραννία, καὶ ὁ λαὸς ζήτησε τὴν ἐπάνοδο τοῦ τσάρου. Ὁ Ἰβὰν ἐπέστρεψε στὴ Μόσχα στὶς 2 Φεβρουαρίου 1565. Τὴν ἑπομένη συνεκάλεσε σύνοδο καὶ ἀποφάσισε τὴ σύσταση τῆς Ὀπρίτσνινα, σωματοφυλακῆς γιὰ τὴν ἀσφάλεια τοῦ ἴδιου καὶ τῆς ἐπικράτειας. Ἡ σωματοφυλακὴ αὐτὴ ποὺ ἦταν τυφλὸ ὄργανο τοῦ τσάρου, κατατρομοκράτησε τὴ χώρα.
Ὁ Ἅγιος Φίλιππος ἀρνήθηκε νὰ εὐλογήσει τὸν τσάρο καὶ ἀντιτάχθηκε στὴν βασιλικὴ αὐθαιρεσία καὶ τὶς βδελυρὲς πράξεις μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐκθρονισθεῖ, νὰ ἐγκλειστεῖ στὴ μονὴ Ὀτρὸτς τοῦ Τβὲρ καὶ νὰ δολοφονηθεῖ στὶς 23 Δεκεμβρίου 1569 ἀπὸ ἄνθρωπο τοῦ τσάρου.
Τὸ τίμιο λείψανό του βρέθηκε ἄφθορο καὶ τὸ ἔτος 1652. Ὁ τσάρος τῆς Ρωσίας Ἀλέξιος Μιχαήλοβιτς τὸ ἐναπέθεσε στὸν καθεδρικὸ ναὸ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Μόσχας, στὸ Κρεμλίνο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
 


Τρίτη 10 Ιανουαρίου

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Ἐπίσκοπος Νύσσης

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἦταν ἀδελφὸς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Γεννήθηκε περὶ τὸ 329 ἢ 330 μ.Χ. Ἦταν υἱὸς τοῦ Βασιλείου καὶ τῆς Ἐμμελείας. Ὁ πατέρας του καταγόταν ἀπὸ τὸν Πόντο καὶ ἡ μητέρα του ἀπὸ τὴν Καππαδοκία.
Ὁ Γρηγόριος, μολονότι εἶχε χειροτονηθεῖ ἀναγνώστης, δὲν σκεπτόταν νὰ γίνει κληρικός, οὔτε θεολόγος. Ὁ ἀδελφός του Βασίλειος, τὸν ὁποῖο θεωροῦσε πνευματικὸ πατέρα καὶ δάσκαλό του, τὸν εἵλκυσε στὴν ἱεροσύνη. Μετὰ τὴν ἐκπαίδευσή του στὴ Νεοκαισάρεια φοίτησε στὴν Καισάρεια μὲ σκοπὸ νὰ γίνει συνήγορος καὶ διδάσκαλος τῆς ρητορικῆς, ὅπως ὁ πατέρας του καὶ οἱ πρόγονοί του.
Σὲ ἡλικία 40 ἐτῶν, τὸ 371 ἢ 372 μ.Χ., παρακαλεῖται ἀπὸ τὸν ἀδελφό του Μέγα Βασίλειο, Ἀρχιεπίσκοπο τότε Καισαρείας,νὰ δεχθεῖ τὴν Ἐπισκοπὴ Νύσσης. Ἡ Νύσσα (σήμερα Νεμσεχίρ) ἦταν ἀσήμαντη πόλη τῆς Καππαδοκίας, ἐπὶ τῆς ὁδοῦ ποὺ ὁδηγοῦσε ἀπὸ τὴν Καισάρεια στὴν Ἄγκυρα. Ὁ Γρηγόριος δέχθηκε, ἀπὸ μεγάλο σεβασμὸ στὸν Ἅγιο Βασίλειο.
Οἱ Ἀρειανοί, ὅμως, τοῦ ἔφεραν μεγάλες ἐνοχλήσεις. Ἀντιλαμβανόμενοι, ὅτι στὸ πρόσωπό του ἡ αἵρεσή τους θὰ εἶχε σπουδαιότατο πολέμιο, σχεδίασαν νὰ τὸν ἐξοντώσουν. Τὸν κατηγόρησαν λοιπόν, ὅτι ἐξελέγη Ἐπίσκοπος ἀντικανονικὰ καὶ σφετερίσθηκε χρήματα τῆς Ἐκκλησίας. Τὶς κατηγορίες ὑπέβαλε κάποιος μὲ τὸ ὄνομα Φιλόχαρης, ὄργανο τῶν Ἀρειανῶν, πρὸς τὸν διοικητὴ τοῦ Πόντου Δημοσθένη, πρὸς τὸν ὁποῖο ὁ Μέγας Βασίλειος ἔγραψε καὶ ἐπιστολή. Γιὰ τὴν κατηγορία τῆς καταχρήσεως παρακάλεσε νὰ γίνει ὁ ἔλεγχος γιὰ νὰ δειχθεῖ ἡ συκοφαντία, γιὰ τὴν ἀντικανονικὴ χειροτονία λέγει ὅτι ἡ εὐθύνη εἶναι δική του, διότι αὐτὸς χειροτόνησε καὶ ὅτι, σὲ κάθε περίπτωση, δὲν εἶναι σωστὸ νὰ δικάσει ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς σύνοδος Ἐπισκόπων, τῶν ὁποίων ἡ ἐκκλησιαστικὴ θέση δὲν ἦταν σὲ κανονικὴ τάξη.
Ἡ ἐπίκληση τοῦ Βασιλείου ἀπέβη ἄκαρπη. Ὁ αὐτοκράτορας Οὐάλης ἤθελε νὰ ἀποφευχθεῖ τὸ θέμα. Τὸ 376 μ.Χ. ὁ Γρηγόριος καθαιρεῖται ἐρήμην ἀπὸ σύνοδο Ἀρειανῶν Ἐπισκόπων τοῦ Πόντου καὶ τῆς Γαλατίας. Καὶ ὁ Γρηγόριος, καταδιωκόμενος, ἀναγκαζόταν νὰ πλανᾶται καὶ νὰ κρύβεται.
Ἡ περιπέτεια ἔληξε τὸν Αὔγουστο τοῦ ἔτους 378 μ.Χ., ὅταν ἀπέθανε ὁ Οὐάλης. Ὁ Γρηγόριος ἐπανῆλθε στὴ Νύσσα, ὅπου τοῦ ἐπιφυλάχθηκε θριαμβευτικὴ ὑποδοχή.
Κατὰ τὸ φθινόπωρο τοῦ 379 μ.Χ. ἔλαβε μέρος στὴ Σύνοδο τῆς Ἀντιόχειας, ἡ ὁποία συνῆλθε ἰδίως γιὰ τὴν αἵρεση τοῦ Ἀπολλιναρίου. Ὁ Ἀπολλινάριος, ἐρμηνεύοντας κατὰ γράμμα χωρίο τῆς Ἁγίας Γραφῆς (κατὰ Ἰωάννη α’ 14), ὑποστήριζε ὅτι ὁ Θεὸς Λόγος ἔγινε σάρκα, ὄχι σάρκα καὶ ψυχή. Ἀρνήθηκε τὸν ἀνθρώπινο νοῦ, τὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ καὶ θέληση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὡς στοιχεῖα διασπαστικὰ τῆς ἑνότητός Του καὶ ἀντίθετα πρὸς τὴν τελειότητά Του καὶ ἀντικατέστησε τὰ στοιχεῖα αὐτὰ μὲ τὴ θεία ἐπενέργεια. Δίδασκε, δηλαδή, στὴν οὐσία, ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν εἶναι τέλειος Θεὸς οὔτε τέλειος ἄνθρωπος. Πολλοὶ νόμιζαν ὅτι ὁ Ἀπολλινάριος δέχθηκε τὴν ἐπίδραση τῆς πλατωνικῆς καὶ νεοπλατωνικῆς φιλοσοφίας, ἀλλὰ τὸ πιθανότερο εἶναι, καθὼς πιστεύει ὁ Γρηγόριος Νύσσης, ὅτι ἀφετηρία στὴ χριστολογική του διδασκαλία εἶναι χωρίο ἐπιστολῆς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου (πρὸς Θεσσαλονικεῖς Α’, ε’ 23). Στὴ Σύνοδο ὁ Ἅγιος ἀνασκεύασε τὶς κακόδοξες θεωρίες τοῦ Ἀπολλιναρίου. Ἐπίσης, ἡ Σύνοδος τοῦ ἀνέθεσε ἀποστολὴ γιὰ τὴν Ἐκκλησία τῆς Βαβυλωνίας καὶ μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτὴ ἐπισκέφθηκε καὶ τοὺς Ἁγίους Τόπους.
Τὸ περιεχόμενο τῆς πίστεως ἀποτελεῖ τὴν παράδοση, ἡ ὁποία μεταβιβάζεται «πατρόθεν» ὡς κλῆρος κατὰ διαδοχὴ στοὺς Ἀποστόλους διὰ τῶν Πατέρων στὶς ἑκάστοτε νεότερες γενιές. Ἔτσι, ὁ Ἅγιος συμμετεῖχε, ἐπίσης, στὴ Β’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία συνῆλθε τὸ ἔτος 381 μ.Χ., στὴν Κωνσταντινούπολη ἐπὶ Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου (379 – 395 μ.Χ.), γιὰ νὰ ἐνισχύσει τὴν Ὀρθόδοξη διδασκαλία κατὰ τοῦ Ἀρειανισμοῦ καὶ νὰ ἀποφανθεῖ κατὰ τῶν αἱρετικῶν δοξασιῶν, τὶς ὁποῖες δίδασκε ὁ Μακεδόνιος περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Στὴ Σύνοδο αὐτὴ ὁ Γρηγόριος ἀναδείχθηκε ὑπέρμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀφοῦ κατατρόπωσε τοὺς δυσσεβεῖς αἱρετικοὺς μὲ τὴν δύναμη τῶν λόγων του καὶ μὲ ἁγιογραφικὲς ἀποδείξεις. Στὶς συζητήσεις ἐκεῖνες ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης διακρίθηκε τόσο, ὥστε ἂν ὀνομασθεῖ Πατὴρ πατέρων καὶ Νυσσαέων φωστήρ. Καὶ ὁ Θεοδόσιος τὸν προσονόμασε στύλο τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος τονίζει ἰδιαίτερα τὴν συνεργασία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν προσωπικὴ Πνευματικὴ ζωὴ κάθε μέλους τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Πνευματικὴ ζωὴ παρουσιάζεται στὴ διδασκαλία του ὡς συνεχὴ ἀνοδικὴ πορεία τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν τελείωση καὶ αὐτὴ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴ συνεργία Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου. Ὁ προσωπικὸς ἀγώνας τοῦ κάθε πιστοῦ μαζὶ μὲ τὴ Χάρη τοῦ Παρακλήτου ἀποτελοῦν τὶς δυὸ προϋποθέσεις γιὰ τὴν πνευματικὴ τελειότητα.
Ὁ αὐτοκράτορας, ἀνταποκρινόμενος σὲ ὑπόδειξη τῆς Συνόδου, ὅρισε διὰ νόμου, ὅτι ἔπρεπε νὰ θεωροῦνται αἱρετικοὶ ὅσοι δὲν ἤσαν σὲ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο. Περιελήφθησαν δὲ μαζὶ μὲ τὸν Γρηγόριο ὡς κανονικοὶ καὶ νόμιμοι Ἐπίσκοποι καὶ δυὸ ἄλλοι, ὁ Καισαρείας Ἑλλάδιος καὶ ὁ Μελιτηνῆς Ὀτρήϊος.
Τὸ ἔτος 385 μ.Χ. ἔρχεται καὶ πάλι στὴν Κωνσταντινούπολη, γιὰ νὰ ἐκφωνήσει τοὺς ἐπικήδειους λόγους του στὴ βασιλόπαιδα Πουλχερία καὶ στὴ βασίλισσα Πλακίλλα, σύζυγο τοῦ αὐτοκράτορα. Καὶ πάλι ἀναγκάζεται νὰ ἔλθει στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 394 μ.Χ., προκειμένου νὰ συμμετάσχει σὲ Σύνοδο ποὺ συγκροτήθηκε μὲ ἀφορμὴ τὴ διαμάχη τῶν Ἐπισκόπων Βαγαδίου καὶ Ἀγαπίου, οἱ ὁποῖοι διεκδικοῦσαν καὶ οἱ δυὸ τὴν Ἐπισκοπὴ Βόστρων τῆς Ἀραβίας.
Ὑπῆρξε ἔξοχος ρήτορας, σοφὸς συγγραφέας ἱερῶν συγγραφῶν καὶ ζηλωτὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Ὁ Θεόδωρος Πρόδρομος δίδει σὲ ποίημά του μία ἔνδειξη περὶ τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὸν κορμὸ τῆς κατηγορίας τῶν Πατέρων, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἀναφέρει καὶ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης :
«Τὸν Γρήγορον νοῦν, τὴν Βασίλειον χάριν,
Τὸ χρύσιον μέλημα τοῦ Χρυσοστόμου,
Τὸ Γρηγορίου φθέγμα τοῦ Νυσσαέως,
Τὸν Μάξιμον, τὸ θαῦμα τῆς ἡσυχίας».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείαν γρήγορσιν, ἐνδεδειγμένος, στόμα σύντονον, τῆς εὐσέβειας, ἀνεδείχθης Ἱεράρχα Γρηγόριε· τῇ γὰρ σοφίᾳ τῶν θείων δογμάτων σου, τῆς Ἐκκλησίας εὐφραίνεις τὸ πλήρωμα. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὴν ἐν πρεσβείαις.
Τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἔνθεος Ἱεράρχης, καὶ τῆς σοφίας σεβάσμιος μυστολέκτης, Νύσσης ὁ γρήγορος νοῦς Γρηγόριος, ὁ σὺν Ἀγγέλοις χορεύων, καὶ ἐντρυφῶν τῷ θείῳ φωτί, πρεσβεύει ἀπαύστως ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικὸς.
Τὸ ὄμμα τῆς ψυχῆς, γρηγορῶν Ἱεράρχα, ὡς γρήγορος Ποιμήν, ἀνεδείχθης τῷ κόσμῳ, καὶ ράβδῳ τῆς σοφίας σου, παμμακάριστε Ὅσιε, πάντας ἤλασας, τοὺς κακοδόξους ὡς λύκους, ἀδιάφθορον, διατηρήσας τὴν ποίμνην, Γρηγόριε πάνσοφε.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῆς σοφίας ὁ θησαυρός, καὶ τῆς Ἐκκλησίας, θεορρήμων ὑφηγητής· χαίροις θεοφθόγγων, δογμάτων ἡ κιθάρα, Γρηγόριε παμμάκαρ, Νύσσης ὁ πρόεδρος.


Ὁ Ὅσιος Δομετιανὸς Ἐπίσκοπος Μελιτηνῆς

Ὁ Ὅσιος Δομετιανὸς ἔζησε κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ (408 – 450 μ.Χ.). Οἱ γονεῖς του, Θεόδωρος καὶ Εὐδοκία, διακρίνονταν γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ τὸν πλοῦτο τους. Ὁ Δομετιανὸς ἔλαβε ἐκπαίδευση ποὺ στηριζόταν στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ σοφία καὶ στὴν Ἁγία Γραφή. Ἦταν ἔγγαμος, ὅμως γιὰ λίγο χρονικὸ διάστημα, ἐπειδὴ ἀπεβίωσε ἡ σύζυγός του. Ὕστερα ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔστρεψε ὅλα τὰ ἐνδιαφέροντά του πρὸς τὴν κατὰ Θεὸν φιλοσοφία. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Μελιτηνῆς σὲ ἡλικία τριάντα ἐτῶν.
Ὁ Ὅσιος Δομετιανός, ἀφοῦ συνδύασε τὴν πολιτικὴ σύνεση μὲ τὴν ἀσκητικὴ ἀγωγή, δὲν ἔγινε πρόξενος σωτηρίας μόνο στοὺς Χριστιανοὺς τῆς ἐπαρχίας του, ἀλλὰ καὶ γενικὰ σὲ ὅλο τὸ Γένος τῶν Ἑλλήνων. Πολλὲς φορὲς ὁ βασιλεὺς Μαυρίκιος τὸν εἶχε στείλει στὴν Περσία γιὰ τὴν διευθέτηση διαφόρων ὑποθέσεων. Ἐκεῖ πέτυχε νὰ ἐπαναφέρει στὸν θρόνο του τὸν βασιλέα Χοσρόη, τὸν ὁποῖον εἶχε ἐκθρονίσει, μὲ ἐπανάσταση, κάποιος ὀνόματι Βαράμ. Ὕστερα ἀπὸ τὴν ἐπιτυχία αὐτὴ τοῦ Δομετιανοῦ, ὁ Χοσρόης ἔγινε ὑποτελὴς στοὺς Βυζαντινοὺς καὶ πλήρωνε χρήματα στὸ Βυζάντιο.
Μετὰ τὰ γεγονότα αὐτὰ οἱ βασιλεῖς τὸν βοήθησαν στὴν ἀνοικοδόμηση Ἐκκλησιῶν καὶ φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων.
Ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε τοῦ χαρίσματος τῆς θαυματουργίας. Ὁ Ὅσιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 602 μ.Χ. στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἐνταφιάσθηκε μὲ τιμὲς ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Κυριακὸ στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Λέγεται, ὅτι λίγο καιρὸ μετά, τὸ ἱερὸ λείψανο αὐτοῦ ἀνεκομίσθη στὴ Μελιτηνὴ καὶ ἔκανε πολλὰ θαύματα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς καθαρὸς καὶ φωτισμοῦ θείου πλήρης, τὴν τοῦ ποιμαίνειν ἐπιστεύθης φροντίδα, τοὺς ἄρνας Πάτερ Ὅσιε Χρίστου τοῦ Θεοῦ· ὅθεν δι’ ἀσκήσεως, καὶ ποικίλων θαυμάτων, τῆς ἱεραρχίας σου, τὴν χλαμύδα κοσμήσας, τῆς Ἐκκλησίας Δομετιανέ, ὤφθης κοσμήτωρ, αὐτῆς προϊστάμενος.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γεγενημένος δοχεῖον, ἐν τῷ ὕψει ἔλαμψας, τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας· χάριτι, ἱερωσύνης γὰρ διαπρέπων, ἅπασι, δι’ ἀρετὴν αἰδέσιμος ὤφθης, Δομετιανὲ τρισμάκαρ, Ἀρχιερέων τὸ ἐγκαλλώπισμα.

Μεγαλυνάριον.
Ἔλαμψας ὡς ἄστρον περιφανές, ταῖς τῶν πανολβίων, ἀρετῶν σου μαρμαρυγαῖς, καὶ τὴν Ἐκκλησίαν, ἀειφανῶς πυρσεύεις, ὦ Δομετιανέ σε, ἀεὶ γεραίρουσαν.


Ὁ Ἅγιος Μαρκιανὸς Πρεσβύτερος καὶ Οἰκονόμος τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας

Ὁ Ἅγιος Μαρκιανὸς ἔζησε κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς βασιλείας τοῦ Μαρκιανοῦ καὶ τῆς Πουλχαρίας, δηλαδὴ περὶ τὸ 450 – 474 μ.Χ. Οἱ πρόγονοί του κατάγονταν ἀπὸ τὴ Ρώμη καὶ εἶχαν μετοικήσει στὴν Κωνσταντινούπολη. Ὁ Ἅγιος εἶχε ἀρχικὰ προσχωρήσει στὴν αἵρεση τῶν Ναυατιανῶν καὶ ἀφοῦ μετανόησε ἐπέστρεψε στὴν πατρώα εὐσέβεια καὶ δαπάνησε τὴν περιουσία του στὴν ἀνοικοδόμηση καὶ ἐπισκευὴ ναῶν.
Ὁ Ἅγιος ἔχτισε τὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης, πρὸς τὸ μέρος τῆς θάλασσας καὶ ἕνα μικρὸ παρεκκλήσιο τοῦ ναοῦ αὐτοῦ ἀφιέρωσε στὸν Ἅγιο Ἰσίδωρο. Ἐπίσης ἀνέγειρε καὶ τὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Ἀναστασίας, στὶς στοὲς τοῦ Δομνίνου ποὺ ἐγκαινίασε ὁ Πατριάρχης Γεννάδιος, τὸν ὁποῖο καὶ διέσωσε ἀπὸ τὴ φωτιά. Πραγματικά, ἐνῶ ἡ φωτιὰ εἶχε καταφάει ὅλα τὰ γύρω κτίσματα, ὁ Ἅγιος ἀνέβηκε στὴν ὀροφὴ τοῦ ναοῦ, στάθηκε ὄρθιος, ὕψωσε τὰ χέρια του πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ παρακάλεσε τὸν Θεὸ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ναοῦ. Ἡ προσευχή του εἰσακούσθηκε καὶ ἡ φωτιὰ ἔσβησε. Μὲ πρωτοβουλία του κτίσθηκε καὶ ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Στρατονίκου.
Ὁ Ἅγιος διακρίθηκε ὡς πρεσβύτερος καὶ οἰκονόμος τῆς Ἁγίας Σοφίας. Ἡ ἀγάπη του πρὸς τοὺς πάσχοντες καὶ τοὺς πτωχοὺς ἦταν μεγάλη.
Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου Μαρκιανοῦ ἐτελεῖτο στὸ Προφητεῖο τοῦ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου, κοντὰ στὴν Κινστέρνα, δηλαδὴ δεξαμενή, τῆς Μωκησίας «ἐν τοῖς Δανιήλ», ποὺ ἦταν κοντὰ στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Μωκίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
 


Τετάρτη 11 Ιανουαρίου

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος ὁ Κοινοβιάρχης καὶ Καθηγητὴς τῆς Ἐρήμου

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπὸ τὴν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στὴν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. Ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακὸς καὶ ἔφτασε ἕως καὶ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καὶ ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καὶ οἱ δυὸ εὐσεβεῖς καὶ πιστοὶ ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπὸ θεῖο ζῆλο, δὲν ἀκολούθησε τὴν ἔγγαμο ζωή, ἀλλὰ τὸ μοναχικὸ βίο. Γι’ αὐτὸ ἔφυγε ἀπὸ τὴν πατρίδα του καὶ πῆγε στὰ Ἱεροσόλυμα νὰ προσκυνήσει τοὺς Ἁγίους Τόπους. Στὴ συνέχεια μετέβη στὴν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τὸν Ἅγιο Συμεὼν τὸν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τὸν ἐμύησε στὰ τῆς μοναχικῆς πολιτείας καὶ τῆς ἀρετῆς καὶ τοῦ προεῖπε ὅτι θὰ γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντὰ στὸ θαυμαστὸ καὶ ἐνάρετο ἀσκητή, ποὺ ὀνομαζόταν Λογγίνος, μὲ τὸν ὁποῖο μαζὶ μελετοῦσε, συζητοῦσε καὶ προσευχόταν καὶ τοῦ ὁποίου σπούδαζε τὴν πνευματικὴ διαύγεια καὶ τὴ μεγάλη ταπεινοφροσύνη.
Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος ἀπὸ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἄσκηση, ἔφθασε σὲ τόσο ὕψος ἠθικῆς τελειότητας, ὥστε νὰ ἐπιτελεῖ, μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, θαύματα. Ὁ Ἅγιος εἶχε κατασκευάσει ἕναν τάφο γιὰ τὸν ἑαυτό του, ὥστε βλέποντάς τον νὰ ἐνθυμεῖται τὸ θάνατο. Τὸν τάφο αὐτὸν ἐγκαινίασε μὲ τὸν θάνατό του ἕνας Ἅγιος ἀσκητής, ὀνόματι Βασίλειος. Τὸν ἀσκητὴ λοιπὸν αὐτόν, ἐνῶ εἶχε πεθάνει, μόνο ὁ Θεοδόσιος καὶ ἕνας ἄλλος μοναχὸς τὸν ἔβλεπαν νὰ στέκεται ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους μοναχοὺς καὶ νὰ συμψάλλει. Στοὺς ὑπόλοιπους μοναχοὺς ὁ Βασίλειος ἦταν ἀθέατος. Ἕνα ἄλλο θαῦμα τοῦ Ἁγίου, εἶναι τὸ ὅτι σὲ ἕναν τόπο στὸν ὁποῖο πρόκειται νὰ ἱδρύσει μοναστήρι, ἄναψε σβησμένα κάρβουνα, χωρὶς νὰ ἔχει φωτιά.
Ἀλλὰ καὶ τὸ προορατικὸ χάρισμα εἶχε λάβει ἀπὸ τὸν Θεὸ ὁ Ἅγιος. Ἔτσι προεῖπε τὴν καταστροφὴ ποὺ θὰ γινόταν στὴν Ἀντιόχεια ἀπὸ μεγάλο σεισμό.
Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος ὑπῆρξε καὶ καθηγητὴς πολλῶν μοναχῶν στὴν ἀσκητικὴ ζωή. Δὲν ἄργησε ἔτσι πλησίον του νὰ σχηματισθεῖ κοινοβιακὴ ζωὴ ποὺ τὸν εἶχε ὡς κέντρο καὶ ὁδηγό. Ὁ ὑπερβολικὸς ἀριθμὸς τῶν μοναχῶν ποὺ συγκεντρώθηκαν κοντά του, τὸν ἔκανε νὰ σκεφθεῖ ποὺ θὰ ἦταν προτιμότερο νὰ ἱδρύσουν κοινοβιακὸ μοναστήρι. Μετὰ ἀπὸ προσευχὴ καὶ σκέψη ἐξέλεξαν ἐρημικὸ τόπο, πέραν τῆς Νεκρᾶς Θάλασσας, ἡ ὁποία ἀπέχει ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα ἀρκετὲς ὧρες. Ἐκεῖ τὸ μέγα πλῆθος τῆς ἀδελφότητας, ἔκτισε σὲ λίγο χρόνο μονὴ μὲ ἐκκλησία καὶ νοσοκομεῖα, καθόσον ἡ φήμη τοῦ Ὁσίου Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου ἔφερε ἐκεῖ πλήθη ποὺ ζητοῦσαν τὴν συμβουλή του, τὴν εὐλογία του ἣ τὴν ὑλική του βοήθεια. Ἐκεῖνος τοὺς δεχόταν πατρικὰ πάντοτε, τοὺς καθοδηγοῦσε, τοὺς ἐνθάρρυνε ἢ τοὺς παρακαλοῦσε, σὰν νὰ ἦταν αὐτὸς ποὺ ἔπασχε καὶ εἶχε ἀνάγκη τῆς ἰατρείας. Στὶς ὧρες τοῦ μεσονυκτίου ἀνέτεινε τὰ χέρια του στὸν οὐρανὸ καὶ ζητοῦσε ἐνίσχυση καὶ χάρη καὶ ἄφεση γιὰ ἀνθρώπους, πρὸς τοὺς ὁποίους πρὸ ὀλίγων ὡρῶν ἦταν ἐντελῶς ἄγνωστος.
Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος, ἀφοῦ ἔφθασε σὲ βαθύτατο γῆρας, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Ἡ εἴδηση τῆς κοιμήσεώς του διαδόθηκε σὰν ἀστραπή. Καὶ ἔτρεξαν πολλοί, λαϊκοί, κληρικοὶ καὶ μοναχοί, ἀκόμη καὶ Ἐπίσκοποι, γιὰ νὰ ἀσπαστοῦν τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου ἀνδρός, ποὺ στάθηκε γιὰ ὅλους φιλόστοργος πατέρας καὶ προστατευτικὸς ἀδελφός. Καὶ αὐτὸς ἀκόμη ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων προσῆλθε νὰ ἀσπασθεῖ καὶ νὰ παραστεῖ στὴν ἐξόδιο Ἀκολουθία. Μεγάλη δὲ ὑπῆρξε ἡ συγκίνησή του, ὅταν βρέθηκε ἐνώπιον τοῦ ἱεροῦ σκηνώματος τοῦ Ὁσίου. Ἡ σύναξή του ἐτελεῖτο στὸ σεπτὸ Ἀποστολεῖο τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Πέτρου, ποὺ ἦταν κοντὰ στὴν Ἁγία Σοφία.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἀρεταῖς θεοσδότοις ἐκλάμψας Ὅσιε, Μοναστικῆς πολιτείας ὤφθης λαμπρὸς χαρακτήρ, καὶ φωστὴρ θεοειδὴς Πάτερ καὶ ἔξαρχος, Θεοδόσιε σοφέ, τῶν Ἀγγέλων μιμητά, θεράπων ὁ τῆς Τριάδος· ἣν ἐκδυσώπει ἀπαύστως,ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τὴ ὑπερμάχω.
Πεφυτευμένος ἐν αὐλαῖς ταῖς τοῦ Κυρίου σου
Τὰς σὰς ὁσίας ἀρετὰς τερπνῶς ἐξήνθησας
Καὶ ἐπλήθυνας τὰ τέκνα σου ἐν ἐρήμῳ,
Τῶν δακρύων σου τοῖς ὄμβροις ἀρδευόμενα,
Ἀγελάρχα τῶν Θεοῦ θείων ἐπαύλεων·
Ὅθεν κράζομεν, χαίροις Πάτερ Θεοδόσιε.

Μεγαλυνάριον.
Δόσιν θεοδώρητον εἰληφώς, δόσεσιν ὁσίαις, τὰς χορείας τῶν Μοναστῶν, ἱερῶς ῥυθμίσας, δοτοὺς Θεῷ προσῆξας, τοὺς σοὶ ἐφαπομένους, ὦ Θεοδόσιε.
 


Πέμπτη 12 Ιανουαρίου

Ἡ Ἁγία Τατιανὴ ἡ Μάρτυς

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Τατιανὴ καταγόταν ἀπὸ τὴ Ρώμη καὶ ἔζησε κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορα Ἀλεξάνδρου τοῦ Σεβήρου (222 – 235 μ.Χ.). Ὁ πατέρας της εἶχε διατελέσει ὕπατος.
Ἡ Ἁγία Τατιανὴ εἶχε τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἀξίωμα τῆς διακόνισσας καὶ στὴν ὑμνολογία παρίσταται ὡς μαθήτρια τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου. Ἡ ἐπισημότητα τῆς καταγωγῆς της καὶ ὁ ἔνθεος ζῆλος μὲ τὸν ὁποῖο ἐκτελοῦσε τὰ διακονικά της καθήκοντα, ἔδωσαν στὴν Τατιανὴ περιφανὴ θέση μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν. Καὶ οἱ Ἐθνικοὶ ὅμως εἶχαν ἀκούσει περὶ αὐτῆς καὶ δὲν μποροῦσαν νὰ δεχθοῦν τὸ γεγονὸς ὅτι μία τέτοια γυναίκα καταφρονοῦσε τὶς κοσμικὲς βλέψεις καὶ περιφρονοῦσε τὰ εἴδωλα, γιὰ νὰ ὑπηρετεῖ μὲ τόση αὐταπάρνηση τοὺς Χριστιανοὺς καὶ νὰ κηρύττει τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Κυρίου.
Ὅταν, ἐπὶ Σεβήρου, διατάχθηκε δίωξη τῶν Χριστιανῶν, ἡ Τατιανὴ συνελήφθη καὶ ἐπειδὴ διεκήρυττε τὴν πίστη της στὸν Χριστό, τὴν ὁδήγησαν μπροστὰ στὸ βασιλέα καὶ μαζὶ μὲ αὐτὸν εἰσῆλθε σὲ ἕνα εἰδωλολατρικὸ ναό. Ἐκεῖ ὅμως ἡ Ἁγία, μὲ μιὰ θερμὴ προσευχὴ στὸ Χριστό, συντάραξε τὰ ξόανα (τὰ ξύλινα ἀγάλματα) τῶν θεοτήτων τῆς εἰδωλολατρίας καὶ τὰ γκρέμισε στὸ δάπεδο. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ τὴν ὑπέβαλαν σὲ βασανιστήρια. Τὴν κτύπησαν καὶ μὲ σιδερένια νύχια τῆς ξέσκισαν τὰ βλέφαρα. Ἔπειτα τὴν κρέμασαν καὶ τῆς ξύρισαν τὸ κεφάλι. Ἀκολούθως τὴν ἔριξαν πάνω σὲ φωτιά, ἀλλὰ δὲν ἔπαθε τίποτα. Κατόπιν τὴν ἔριξαν σὲ πεινασμένα ἄγρια θηρία, ἀλλὰ αὐτὰ δὲν τόλμησαν νὰ τὴν βλάψουν. Ὕστερα ἀπὸ ὅλα αὐτά, οἱ εἰδωλολάτρες, ἔκοψαν τὴν Τίμια κεφαλὴ καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ Ἁγία εἰσῆλθε μὲ τὸ στέφανο τῆς δόξας στὴ χαρὰ τοῦ Κυρίου της
.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἰσχύϊ τῆς πίστεως, κραταιωθεῖσα σεμνή, νομίμως ἐνήθλησας, ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, Τατιανὴ ἔνδοξε· πάσας γὰρ τὰς ἰδέας, τῶν δεινῶν ἐνεγκοῦσα, ᾔσχυνας τὸν Βελίαρ, τῇ ἀτρέπτῳ σου στάσει· ἐξ οὗ τῆς κακοτροπίας πάντας ἀπάλλαξον.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Παρθένος σεμνή, καὶ Μάρτυς ἀπερίτρεπτος, ἐδείχθης σαφῶς, Τατιανὴ θεόνυμφε· Χριστὸν γὰρ ποθήσασα, δι’ ἀγώνων τοῦτον ἐδόξασας· ὃν δυσώπει ῥῦσαι ἡμᾶς, παθῶν ἀδοξίας, καὶ παντοίων δεινῶν.

Μεγαλυνάριον.
Ἱερῶν αἱμάτων σου ταῖς βαφαῖς, βάψασα χιτῶνα, ἀφθαρσίας πορφυραυγῆ, ᾧ καὶ στολισθεῖσα, Τατιανὴ θεόφρον, πρὸς φῶς ἀθανασίας, χαίρουσι ἔδραμες.
 


Παρασκευή 13 Ιανουαρίου

Οἱ Ἅγιοι Ἕρμυλος καὶ Στρατόνικος

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἕρμυλος καὶ Στρατόνικος ζοῦσαν κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα τῆς Ἀνατολῆς Λικινίου (308 – 323 μ.Χ). Ὁ Λικίνιος, ὅπως εἶναι γνωστό, γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τοὺς εἰδωλολάτρες ποὺ ἀντιπαθοῦσαν τὸν Μέγα Κωνσταντίνο, διέταξε, περὶ τὸ 320 – 322 μ.Χ., διωγμὸ κατὰ τῶν Χριστιανῶν.
Ὁ Ἅγιος Ἕρμυλος, κατὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ τάξη, ἦταν διάκονος. Ὅταν παρουσιάσθηκε ἐνώπιον τοῦ αὐτοκράτορα καὶ ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν Χριστό, ὑποβλήθηκε σὲ φοβερὰ βασανιστήρια. Πρῶτα τὸν μαστίγωσαν μὲ ἀγκαθωτὰ μαστίγια. Οἱ φρικώδεις βασανισμοὶ δὲν ἔφεραν τὸ ποθούμενο ἀποτέλεσμα. Στὴ δεινὴ δὲ αὐτὴ κατάσταση εὑρισκόμενος ὁ Ἅγιος Ἕρμυλος, κλείσθηκε στὴν φυλακή. Μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες καταβλήθηκε νέα προσπάθεια, γιὰ νὰ ἀρνηθεῖ ὁ Μάρτυς τὸν Χριστό. Ἐκεῖνος ἀπάντησε δοξολογώντας καὶ εὐχαριστώντας τὸ Ἅγιο Ὄνομα τοῦ Κυρίου.
Μεταξὺ ἐκείνων ποὺ παρευρίσκονταν στὸ μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Ἑρμύλου, ἦταν καὶ ὁ φίλος του Στρατόνικος, ποὺ ὑπέφερε πολὺ γιὰ τὰ παθήματά του. Μπροστὰ στὸ θέαμα τοῦ μαρτυρίου τοῦ φίλου του, ὁ Στρατόνικος δὲν μπόρεσε νὰ κρατήσει τοὺς στεναγμοὺς καὶ τὰ δάκρυά του. Ἀμέσως τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν κάλεσαν νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Καὶ ἐκεῖνος ἀκολούθησε τὸν δρόμο τῆς καλῆς ὁμολογίας τοῦ φίλου του Ἑρμύλου. Τὸ μαρτύριο ἐπεκτάθηκε καὶ σ’ αὐτόν. Τὸν κτύπησαν καὶ ἀκολούθως τὸν ἔριξαν μαζὶ μὲ τὸν Ἕρμυλο στὸν ποταμὸ Ἴστρο (Δούναβη), ὅπου καὶ οἱ δυό τους ἐδέχθησαν τὸ μακάριο τέλος καὶ ἔλαβαν τοὺς στεφάνους τοῦ μαρτυρίου.
Κάποιοι Χριστιανοὶ ποὺ πληροφορήθηκαν τὰ γεγονότα, κατέβαλαν κάθε προσπάθεια, γιὰ νὰ βροῦν τὰ τίμια λείψανα τῶν Ἁγίων. Καὶ ὅταν, μετὰ τρεῖς μέρες, τὰ εἶδαν κάπου στὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ, τὰ παρέλαβαν καὶ τὰ ἐνταφίασαν μαζί.
Ἡ Σύναξη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ἑρμύλου καὶ Στρατονίκου ἐτελεῖτο στὸν εὐκτήριο οἶκο τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, ὁ ὁποῖος βρίσκεται στὴν περιοχὴ ποὺ ὀνομάζεται Ὀξεία (νῆσος τῆς Προποντίδος), στὴ Φιρμούπολη, ποὺ ἦταν κοντὰ στὴν Κωνσταντινούπολη, καὶ «ἐν τοῖς τοῦ Σπουδαίου» κοντὰ στὸ Ὀρφανοτροφεῖο
.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Δυὰς ἔνθεος, ὁμολογοῦντες, τὴν Ὑπέρθεον, πιστῶς Τριάδα, ἀνεδείχθητε πανεύφημοι Μάρτυρες, ὁ εὐκλεὴς καὶ ἀήττητος Ἕρμυλος, καὶ ὁ στερρὸς καὶ θεόφρων Στρατόνικος. Ἀλλ’ ὡς σύμμορφοι, ἐν δόξῃ τῇ ὑπὲρ ἔννοιαν, αἰτήσασθε ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Ἀγώνων τῷ βυθῷ, τὸν ἐχθρὸν τὸν διώκτην, ποντίσαντες στερρῶς, Ἀθλοφόροι γενναῖοι, τὸ τέλος ἐδέξασθε, ποταμίοις ἐν ῥεύμασι, καὶ ἰθύνθητε, πρὸς ἀφθαρσίας τὸ ὕδωρ, θεῖε Ἕρμυλε, σὺν τῷ κλεινῷ Στρατονίκῳ, Χριστὸν μεγαλύνοντες.

Μεγαλυνάριον.
Γνώμῃ ὁμοψύχῳ καὶ σταθηρᾷ, Ἕρμυλος ὁ θεῖος, καὶ Στρατόνικος ὁ κλεινός, τοῦ Χριστοῦ τὸ πάθος, δοξάσαντες δι’ ἄθλων, τῆς ἀειζώου δόξης κατηξιώθησαν.


Ὁ Ὅσιος Μάξιμος ὁ Καυσοκαλυβίτης

Ὁ Ὅσιος Μάξιμος δύναται νὰ παραβληθεῖ γιὰ τὴν αὐστηρότητα τοῦ βίου του καὶ τὴν ἀρετή του πρὸς τοὺς μεγάλους ἀσκητὲς τῆς Αἰγύπτου, τῶν ὁποίων τὸ βίο ζήλωσε.
Καταγόταν ἀπὸ τὴν Λάμψακο καὶ ὀνομαζόταν προηγουμένως Μανουήλ. Ἔγινε μοναχὸς στὸ ὄρος Γάνος τῆς Προποντίδος. Τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ τὸ ὄνομα Μάξιμος προσέλαβε ἀπὸ τὸν φημισμένο γέροντα Μᾶρκο. Ἐκεῖ ἀναδείχθηκε ἀκούραστος καὶ ἀκατάβλητος στὴν μελέτη, τὴν προσευχή, τὴν κυριαρχία τῆς γλώσσας καὶ τὴν ἀγάπη πρὸς τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ὁμόνοια. Ἀκολούθως μετέβη στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἦταν τόση ἡ ἀρετή του, ὥστε ὁ αὐτοκράτορας Ἀνδρόνικος ὁ Παλαιολόγος (1376 – 1379) τὸν κάλεσε στὰ ἀνάκτορα, γιὰ νὰ τὸν γνωρίσει καὶ νὰ συνομιλήσει μαζί του. Στὴ συνέχεια πῆγε στὴ Θεσσαλονίκη, γιὰ νὰ προσκυνήσει τὸ Ἅγιο λείψανο τοῦ Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου τοῦ Μυροβλήτου καὶ μετὰ κατέφυγε στὴν ἔρημό του Ἄθω, στὸ Ἅγιον Ὄρος, ποὺ φέρει σήμερα τὸ ὄνομά του. Ἐκεῖ ἔκτιζε ὅπου ἤθελε τὴν καλύβα του (τὸ κελί του) τὴν ὁποία στὴν συνέχεια ἔκαιγε ἀπὸ ἀρετή, γιὰ νὰ μένει ἀκτήμων. Γι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάσθηκε Καυσοκαλυβίτης. Ἔζησε μὲ ὁσιακὸ τρόπο καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1320 μ.Χ. σὲ ἡλικία 95 ἐτῶν
.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Μητρικῆς ἐκ νηδύος Ὅσιε Μάξιμε, ἐκλογῆς ὡς δοχεῖον ἀνατεθεὶς τῷ Θεῷ, τοῦ θείου γνόφου ὡς Μωσῆς κατηξίωσαι, καὶ τὰ πόρρω προορᾶν, κατὰ τὸν μέγαν Σαμουήλ, τοῦ Ἄθω τὸ θεῖον θαῦμα, τῆς Θεοτόκου ὁ μύστης· ᾗ καὶ πρεσβεύεις Πάτερ ὑπὲρ ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς ὑψηλῶν θεωριῶν φιλοθεάμονα, καὶ προσευχὴς τῆς νοερᾶς ἐργάτην δόκιμον, ανυμνοῦμέν σε οἱ δούλοι σου θεοφόρε. Ἀλλ’ ὡς μύστης τῶν ἐνθέων ἀναβάσεων, καθοδήγησον ἡμᾶς πρὸς βίον κρείττονα, τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις Ὅσιε Μάξιμε.

Μεγαλυνάριον.
Αἴγλῃ ἀπροσίτῳ καταστραφθείς, τῇ ἐπιφανείᾳ, τῆς Παρθένου τε καὶ Ἁγνῆς, ὤφθης ὑψιβάμων, μετὰ σαρκὸς πολεύων, τὰ ὑπὲρ νοῦν καὶ λόγον, Ὅσιε Μάξιμε.
 


Σάββατο 14 Ιανουαρίου

Οἱ Ἅγιοι 38 Ἀββάδες οἱ ἐν τῷ ὄρει Σινᾷ ἀναιρεθέντες

Ἡ ἱερότητα τοῦ ὄρους Σινᾶ ἦταν ἑπόμενο νὰ ἑλκύσει ψυχὲς Ὁσίων καὶ Ἀναχωρητῶν, οἱ ὁποῖοι κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνες τοῦ Χριστιανισμοῦ, ζητοῦσαν τὴν ἐλεύθερη λατρεία, τὴν ἡσυχία καὶ τὴν προσευχὴ σὲ ἐρημικοὺς τόπους. Ὁ τόπος ἐκεῖνος χωρὶς νὰ δίνει ἀνέσεις ἦταν κατάλληλος γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀνύψωση τῆς ψυχῆς. Ἐπιπλέον δὲ οἱ ἐντυπώσεις ποὺ ἔρχονταν στὸ νοῦ ἀπὸ τὶς διηγήσεις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης γιὰ τὸ ὄρος Σινᾶ ἐνίσχυαν τὴν ἡσυχία τοῦ τόπου καὶ τὴν ὁλόψυχη ἀφοσίωση πρὸς τὸν Θεό.
Ἐπειδὴ τότε δὲν ὑπῆρχε κτισμένο μοναστήρι, οἱ παλαιοὶ ἐκεῖνοι Ἀναχωρητὲς καὶ Ἀσκητὲς χρησιμοποιοῦσαν ὡς κελιά τους, σπήλαια ἢ καλύβες, τὶς ὁποῖες ἔκτιζαν σὲ μικρὴ ἀπόσταση τὴ μία ἀπὸ τὴν ἄλλη.
Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Πατέρες ἐφονεύθησαν ἀπὸ τοὺς Βλέμμυες, βάρβαρο λαὸ ποὺ κατοικοῦσε σὲ ὅλη τὴν ἔρημο, ἀπὸ τὴν Ἀραβία μέχρι τὴν Αἴγυπτο καὶ τὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα καὶ ἄρχισε τὶς ἐπιδρομὲς τὸ 373 μ.Χ.
Ἀλλὰ καὶ πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια, ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῆς βασιλείας τοῦ Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ) καὶ ὅταν Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας ἦταν ὁ Πέτρος (300 – 311 μ.Χ.), ἐφονεύθησαν καὶ ἄλλοι Ὅσιοι Πατέρες ποὺ ἡσύχαζαν στὸ ὄρος Σινᾶ. Συγκεκριμένα, στὸ ὄρος Σινᾶ κατοικοῦσαν καὶ Σαρακηνοί. Αὐτοί, ὅταν πέθανε ὁ ἀρχηγός τους, ξεσηκώθηκαν καὶ σκότωσαν πολλοὺς ἀσκητές. Ὅσοι ἀπὸ αὐτοὺς διέφυγαν τὸ θάνατο κατέφυγαν σὲ ἕνα ὀχύρωμα. Τότε, κατὰ θεία πρόνοια, φάνηκε τὴν νύχτα στοὺς Σαρακηνοὺς μία φλόγα ποὺ κατάκαιγε ὅλο τὸ ὄρος Σινᾶ καὶ ἔφθανε ὡς τὸν οὐρανό. Μόλις εἶδαν τὴν φλόγα αὐτὴ οἱ Σαρακηνοί, φοβήθηκαν πολύ, ἄφησαν κάτω τὰ ὅπλα τους καὶ ἔφυγαν.
Οἱ Ἀσκητὲς ποὺ ἐφονεύθησαν (και μάλιστα με ιδιαίτερα βάρβαρο τρόπο), ἦταν τριάντα ὀκτὼ.
Ἀπὸ τὰ φονικὰ σπαθιὰ διεσώθησαν δύο Ἅγιοι, ὁ Σάββας καὶ ὁ Ἡσαΐας, οἱ ὁποῖοι καὶ ἔθαψαν τοὺς φονευθέντες καὶ διηγήθηκαν τὰ σχετικὰ μὲ αὐτούς.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx


Οἱ Ἅγιοι 33 Πατέρες Ἀββάδες οἱ ἐν τῇ Ραϊθῷ ἀναιρεθέντες

Ἕως δύο μέρες μακριὰ ἀπὸ τὸ ὄρος Σινᾶ, πρὸς τὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα, ἦταν ἡ ἔρημος Ραϊθώ, στὸ ἐσωτερικὸ τῆς ὁποίας ζοῦσαν Χριστιανοὶ Ἀναχωρητὲς καὶ Ἀσκητές. Αὐτοὶ οἱ μακαριστοὶ Πατέρες διένυαν τὸν ἀσκητικὸ ἀγώνα ἐκεῖ ποὺ εἶναι οἱ δώδεκα πηγὲς τῶν ὑδάτων καὶ ἑβδομήντα στέλεχοι τῶν φοινίκων. Οἱ μοναχοὶ αὐτοὶ πραγματοποιοῦσαν παράλληλα πρὸς τὸ ἀσκητικό τους ἔργο καὶ τὴ μεγάλη ἐντολὴ τοῦ κηρύγματος τοῦ Εὐαγγελίου στοὺς ἀλλοεθνής. Ἀλλὰ τὴν ἴδια ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ἔγινε ἡ σφαγὴ τῶν Πατέρων στὸ Σινᾶ, οἱ βάρβαροι ἀποφάσισαν νὰ ἐξολοθρεύσουν καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Ραϊθώ.
Οἱ τριακόσιοι Βλέμμυες πῆραν αἰχμαλώτους τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιὰ τῶν Φαρανιτῶν καὶ πῆγαν στὸ Κάστρο, ὅπου εἶχαν τὴν ἐκκλησία τους οἱ Ἅγιοι Πατέρες. Ἐκεῖνοι, μόλις ἀντελήφθησαν τοὺς βαρβάρους, ἔκλεισαν τὴν πόρτα τοῦ Ναοῦ καὶ περίμεναν τὸν θάνατο. Ὁ προεστὸς τῆς μονῆς, Παῦλος, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται ὅτι καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη τῶν Πατρῶν, θύμισε στοὺς ἀδελφοὺς ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς τους εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ ἡ βασιλεία Του καὶ ὅτι ὑπὲρ αὐτῆς ἦσαν ἡ προσευχή τους, ἡ μελέτη τους, οἱ πόθοι καὶ τὰ ἔργα τους καὶ τώρα παρουσιάζεται λαμπρὴ εὐκαιρία νὰ ἀποκτήσουν τὸν στέφανο τοῦ μαρτυρίου, χύνοντας καὶ αὐτὸ τὸ αἷμά τους ὑπὲρ τοῦ Κυρίου καὶ μισθαποδότου τους. Τοὺς παρακίνησε δέ, νὰ εὐχηθοῦν ὑπὲρ τῶν φονέων τους, οἱ ὁποῖοι ἦταν πραγματικὰ δυστυχεῖς καὶ ἐξέφρασε τὴν ἐλπίδα ὅτι ἡ θυσία αὐτὴ θὰ συντελέσει στὴν αὔξηση τοῦ δένδρου τῆς πίστεως. Οἱ Πατέρες ἐπικρότησαν τὰ λόγια αὐτὰ καὶ προσευχήθηκαν, ενώ, την ίδια ώρα οἱ Βλέμμυες, ἔσπαζαν τὴν πόρτα και εἰσήρχοντο στο ναό, σπέρνοντας τὸν θάνατο με ιδιαίτερη αγριότητα.
Τὶς σφαγὲς αὐτὲς καὶ τὶς ἀναιρέσεις διηγοῦνται ὁ μακάριος Νεῖλος ὁ Ἀσκητής, ὁ ὁποῖος εἶχε διατελέσει ἔπαρχος Κωνσταντινουπόλεως, ὁ Ἀμμώνιος μοναχὸς στὴ Διήγησή του, καθὼς καὶ ὁ Ἀναστάσιος μοναχὸς ὁ Σιναΐτης κατὰ τὸν 7ο μ.Χ. αἰώνα. Ἀρχικὰ ἡ μνήμη τους ἑορταζόταν στὶς 28 Δεκεμβρίου, ἐπικράτησε ὅμως νὰ ἑορτάζεται σήμερα
.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς ἁγιόλεκτος τοῦ Λόγου χορεία, ἐν τῷ Σινᾷ καὶ Ῥαϊθῷ οἱ Ἀββάδες, ἀγγελικῶς ἠρίστευσαν ἀγῶσιν ἱεροῖς· ἱδρῶσι γὰρ ἀσκήσεως, τῶν αἱμάτων τοὺς ὄμβρους, μυστικῶς κεράσαντες, χαρισμάτων κρατῆρα, πνευματικῶς προτίθενται ἡμῖν, ἐξ οὗ τρυφῶντες, αὐτοὺς μακαρίσωμεν.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Ἐκ τῆς κοσμικῆς, συγχύσεως ἐφύγετε, καὶ πρὸς γαληνήν, κατάστασιν μετέστητε, μαρτυρίου αἵμασι, καὶ ἀσκήσεως πόνοις στεφόμενοι· ὅθεν ἀνεδείχθητε, Μαρτύρων καὶ Ὁσίων ὁμόσκηνοι.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις πανοσία παρεμβολή, Ῥαϊθῶ πολῖται, καὶ Σιναίου οἱ οἰκισταί· χαίρετε οἱ πόνοις, ἀθλητικοῖς στεφθέντες, βαρβαρικῆς μανίας, θύματα ἄμωμα.
 

Ὁ Ὅσιος Σάββας ὁ πρῶτος Ἀρχιεπίσκοπος Σερβίας καὶ κτήτορας τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Χιλανδαρίου

Ὁ Ἅγιος Σάββας ἦταν υἱὸς τοῦ ἡγεμόνα τῆς Σερβίας Στεφάνου Α’ Νεμάνια (στὶς βυζαντινὲς πηγὲς ἀναφέρεται Νεεμὰν) καὶ τῆς πριγκίπισσας Ἄννας. Τὸ λαϊκό του ὄνομα ἦταν Ρέσκο.
Ἡ ἵδρυση καὶ ὀργάνωση τοῦ πρώτου Σερβικοῦ κράτους ἀπὸ τὸ μέγα ζουπάνο Στέφανο Νεμάνια (1167 – 1169), τὸν πατέρα τοῦ Ἁγίου, εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴ συνένωση ὅλων σχεδὸν τῶν Σέρβων σὲ ἑνιαῖο καὶ ἀνεξάρτητο ἀπὸ τὴ βυζαντινὴ κυριαρχία κράτος μὲ ἐπίκεντρο τὴ Ρασκία. Ὁ αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου Ἰσαάκιος Β’ Ἄγγελος (1185 – 1195) συνῆψε, τὸ ἔτος 1190, εἰρήνη μὲ τὸ ζουπάνο τῶν Σέρβων. Ἡ ἵδρυση τοῦ κράτους ἀνέδειξε τὴν ἀνάγκη ἀναδιοργανώσεως καὶ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας, ἡ ὁποία ὑπέφερε ἀπὸ ἀνεξέλεγκτη δράση τῶν αἱρετικῶν Βογομίλων. Σύμφωνα πρὸς τὶς ἱστορικὲς εἰδήσεις, ἂν καὶ ἡ παγίωση τοῦ Χριστιανικοῦ βίου στοὺς Σέρβους ἦταν ἀναντίρρητη, ἡ ἔλλειψη ἑνιαίας ἐκκλησιαστικῆς διοργανώσεως παρέτεινε τὴν σύγχυση δικαιοδοσιῶν καὶ διευκόλυνε τὴν δράση τῶν αἱρετικῶν. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ ζουπάνου τῶν Σέρβων Στέφανου ἀποσύρθηκε σὲ ἡλικία μόλις δέκα ἕξι ἐτῶν στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἐκάρη μοναχὸς στὴ Μονὴ Βατοπαιδίου καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Σάββας. Ἀργότερα, περὶ τὸ 1195, ἵδρυσε μαζὶ μὲ τὸν πατέρα του Στέφανο, ποὺ ἔγινε μοναχὸς καὶ ὀνομάστηκε Συμεὼν († 13 Φεβρουαρίου), τὴ Μονὴ τοῦ Χιλανδαρίου μὲ χρυσόβουλο τοῦ αὐτοκράτορα Ἀλεξίου Γ’ τοῦ Ἀγγέλου (1195 – 1203).
Στὸ θρόνο τῆς Σερβίας ἀνῆλθε ὁ νέος ἡγεμόνας Στέφανος ὁ Πρωτοστεφῆς (1195 – 1228), υἱὸς τοῦ μοναχοῦ πλέον Συμεών, ποὺ εἶχε νυμφευθεῖ τὴν Εὐδοκία, θυγατέρα τοῦ βυζαντινοῦ αὐτοκράτορα Ἀλεξίου Γ’ τοῦ Ἀγγέλου (1195 – 1203).
Ὁ Ἅγιος Σάββας χειροτονήθηκε πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνο Μεσοποταμίτη καὶ τὸ 1204 ἐπέστρεψε στὴ Σερβία, ὅπου ἀσχολήθηκε μὲ τὴν εἰρήνευση, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν ἀναδιοργάνωση τῆς Ἐκκλησίας. Κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ ὁ Ἅγιος συνειδητοποίησε πληρέστερα τὶς ἀνάγκες τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ ὁ ἀδελφός του Στέφανος δέχθηκε αὐθαίρετα τὸ στέμμα τοῦ κράλη τῆς Σερβίας ἀπὸ τὸν Πάπα Ὀνώριο Γ’ (1204 – 1222) καὶ τὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μανουὴλ Α’ Σαραντηνὸ (1217 – 1222). Οἱ προτάσεις του ἔγιναν δεκτές, ἀλλὰ ὁ αὐτοκράτορας ἐπέμενε στὴ χειροτονία τοῦ Ἁγίου Σάββα ὡς Ἀρχιεπισκόπου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας, ἀντὶ τοῦ προταθέντος προσώπου τῆς συνοδείας τοῦ Ἁγίου. Πράγματι, ὁ Ἅγιος χειροτονήθηκε Ἀρχιεπίσκοπος Σερβίας ὑπὸ τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Μανουὴλ Α’ μετὰ τὴ συνοδικὴ ἀνακήρυξη τῆς αὐτοκεφαλίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας.
Σὲ αὐτὴν τὴν ἐνέργεια ἀντέδρασε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδος Δημήτριος Χωματηνός, ποὺ ἀμφισβήτησε ὄχι μόνο τὴν κανονικότητα τῆς χειροτονίας τοῦ Ἁγίου Σάββα, ἀλλὰ καὶ τὰ κανονικὰ δίκαια τοῦ Πατριαρχείου καὶ τῆς βασιλικῆς αὐθεντίας.
Ὁ Ἅγιος Σάββας, ἀφοῦ ἐργάσθηκε κατὰ Θεόν, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη στὸ Τύρνοβο τὸ ἔτος 1236. Τὸ ἱερὸ λείψανό του βρέθηκε ἄφθορο, ἀλλὰ κάηκε τὸ ἔτος 1594 ἀπὸ τὸν Σινὰν-πασᾶ στὸ Βελιγράδι.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἀρετῶν ταῖς ἀκτῖσι καταλαμπόμενος, Ἀρχιερεὺς θεοφόρος ὤφθης καὶ θεῖος ποιμήν, τῆς Σερβίας ὁ φωστὴρ Σάββα μακάριε, καὶ Ἀποστόλων μιμητής, γεγονὼς ὡς ἀληθῶς, στηρίζεις τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ τῷ Σωτῆρι πρεσβεύεις, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς Ἀποστόλων μιμητὴν καὶ ἰσοστάσιον, καὶ τῆς Σερβίας ποιμενάρχην καὶ διδάσκαλον, ανυμνοῦμέν σε οἱ δοῦλοί σου Ἱεράρχα. Ἀλλ’ ὡς πλήρης τῆς ἐλλάμψεως τοῦ Πνεύματος, τῷ φωτὶ τῶν πρεσβειῶν σου φωταγώγησον, τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις Σάββα Πατὴρ ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῶν ἐν Ἄθῳ ἄστρον λαμπρόν, καὶ τῆς ἐν Σερβίᾳ, Ἐκκλησίας ὑφηγητής, Σάββα Ἱεράρχα, τῆς εὐσεβείας στόμα, καὶ ἀρετῶν ὁσίων, θεῖον κειμήλιον.
 

Ἡ Ἁγία Νίνα ἡ Ἰσαπόστολος

Ἡ Ἁγία Νίνα γεννήθηκε στὴν Καππαδοκία, ὅπου κατοικοῦσαν πολλοὶ Γεωργιανοὶ καὶ φέρεται ὡς συγγενὴς τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρα Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου. Ὁ πατέρας της, Ζαβουλῶν, εὐσεβὴς καὶ φημισμένος στρατιωτικός, πρὶν ἀκόμα νυμφευθεῖ, εἶχε φύγει ἀπὸ τὴν πατρίδα του Καππαδοκία, γιὰ νὰ προσφέρει τὶς ὑπηρεσίες του στὸν αὐτοκράτορα Μαξιμιανό. Ἡ μητέρα της, Σωσάννα, ἦταν ἀδελφὴ τοῦ Ἐπισκόπου Ἱεροσολύμων Ἰουβεναλίου. Ὁ πατέρας της, φλεγόμενος ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό, ἔγινε, μὲ τὴν συγκατάθεση τῆς συζύγου του, μοναχὸς στὴν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνη. Ἡ μητέρα τῆς Ἁγίας Νίνας τοποθετήθηκε ὡς διακόνισσα στὸ Ναὸ τῆς Ἀναστάσεως. Τὴν Ἁγία Νίνα τὴν παρέδωσαν στὴν εὐλαβέστατη Γερόντισσα Νιοφόρα, γιὰ νὰ τὴν ἀναθρέψει.
Ὅταν ἡ Ἁγία Νίνα μελετοῦσε τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ἔφθασε στὸ κεφάλαιο ποὺ ἔγραφε γιὰ τὴν σταύρωση τοῦ Κυρίου, ὁ λογισμός της σταμάτησε στὸν χιτώνα τοῦ Χριστοῦ. Ἀναρωτήθηκε ποὺ νὰ βρίσκεται ἄραγε ἡ ἐπίγεια πορφύρα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Τῆς εἶπαν, λοιπόν, ὅτι κατὰ τὴν παράδοση, αὐτὴ φυλασσόταν στὴν πόλη Μιτσχέτη τῆς Ἰβηρίας (Γεωργίας). Τὴν μετέφερε ἐκεῖ ὁ ραββίνος τῆς πόλεως ποὺ ὀνομαζόταν Ἐλιόζ, ὁ ὁποῖος τὴν εἶχε παραλάβει ἀπὸ τὸ στρατιώτη ποὺ τὴν κέρδισε στὴν κλήρωση κάτω ἀπὸ τὸν Σταυρό. Τὰ λόγια αὐτὰ χαράχτηκαν βαθιὰ στὴν καρδιά της. Καὶ παρακάλεσε τὴν Θεοτόκο νὰ τὴν ἀξιώσει νὰ πάει στὴν Χώρα τῶν Ἰβήρων, γιὰ νὰ προσκυνήσει τὸν χιτώνα τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ της. Ἡ Παναγία ἄκουσε τὴν προσευχή της καὶ ἐμφανίσθηκε στὸν ὕπνο τῆς Ἁγίας. Τὴν προέτρεψε νὰ πάει στὴν Ἰβηρία νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς πρόσφερε ἕνα Σταυρὸ ἀπὸ κληματόβεργες, ποὺ θὰ ἦταν ἡ ἀσπίδα καὶ ὁ φύλακάς της. Ἡ Ἁγία ξύπνησε καὶ εἶδε στὰ χέρια της τὸ θαυμαστὸ Σταυρό. Τὸν ἀσπάσθηκε, ἔκοψε μία κοτσίδα ἀπὸ τὰ μαλλιά της, τὴν ἔπλεξε στὸν Σταυρὸ καὶ πῆγε νὰ συναντήσει ἀμέσως τὸν θεῖο της Ἐπίσκοπο Ἰουβενάλιο. Ἐκεῖνος διέκρινε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἔδωσε τὴν εὐχή του.
Ἔτσι μετὰ ἀπὸ ἐντολὴ τῆς Θεοτόκου, κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο στὴ Γεωργία, περὶ τὸν 3ο Αἰώνα μ.Χ. Ἡ ἀποστολική της δράση καὶ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας ὁδήγησαν τοὺς βασιλεῖς τῆς Γεωργίας Μιριὰν (265 – 342 μ.Χ.) καὶ Νάνα στὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ Ἁγία βρῆκε τὸν τόπο, ὅπου εἶχε ἐναποτεθεῖ ὁ χιτώνας τοῦ Χριστοῦ, στὸν κῆπο τῶν ἀνακτόρων καὶ ἐκεῖ ἀνήγειρε τὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Στύλου.
Ἡ Ἁγία Νίνα κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη καὶ ὁ Θεὸς τὴν δόξασε διατηρώντας τὸ τίμιο λείψανό της ἄφθαρτο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
 


 

Επιμέλεια-Διανομή: Καθεδρικός Ι.Ν. Παναγίας Φανερωμένης Χολαργού
Design : ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ
Εάν δεν επιθυμείτε να λαμβάνετε το Ενημερωτικό, παρακαλούμε πατήστε εδώ
Εάν λαμβάνετε το Ενημερωτικό περισσότερες από μία φορά, παρακαλούμε πατήστε εδώ