Politismos

AfieromaHristougenna

01a
bottom
01a

bottom

01a

bottom

BioiAgionBioiAgion2

Faneromeni

Μακαριώτατε Αρχιεπίσκοπε Αθηνών και πάσης Ελλάδος,  Σεβασμιώτατοι άγιοι Συνοδικοί, Κύριοι Αντιπρυτάνεις,  Κύριοι Συνάδελφοι,  Κυρίες και Κύριοι που με τιμάτε με την παρουσία σας,
Θεωρώ αυτή τη στιγμή ιδιαίτερα σημαντική για τον όλο τρόπο σκέψης μου και για τη ζωή μου. Είμαι, ας μου επιτραπεί ο όρος, μανιώδης αναγνώστης των κειμένων του Αποστόλου Παύλου. Είμαι θαυμαστής του λόγου, της σκέψης, της διδασκαλίας, του έργου του Αποστόλου Παύλου. Δεν είχα, όμως, ποτέ φαντασθεί ότι η Εκκλησία μας θα με τιμούσε με αυτό το ύψιστο δώρο, την υψίστη διάκριση, τον Χρυσούν Σταυρόν του Αποστόλου Παύλου. Η Εκκλησία με τιμά για κάτι που για μένα βγαίνει από μέσα μου. Γιατί λειτουργώ ως ένα πιστό, ενεργό μέλος της Εκκλησίας. Γιατί έχω μίαν ανάμιξη με τα θέματα του Ανωτάτου Επιστημονικού Συμβουλίου των Ανωτάτων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών -πιστεύω ότι πρέπει να στρατευθούμε για μορφωμένους ιερείς- και τέλος για την Ομολογία Πίστεως, την οποία σε πάρα πολλές ευκαιρίες, σε ανύποπτο χρόνο, πάλι από μέσα μου έχω δημόσια κάνει.
 Θεωρώ και το λέω στους φοιτητές μου, γιατί ίσως εκεί είναι ο χώρος που πρέπει κανείς να αρθρώσει αυτόν τον λόγο, ότι ντρεπόμαστε οι μορφωμένοι, οι Πανεπιστημιακοί, οι πνευματικοί άνδρες και γυναίκες, να ομολογήσουμε την Πίστη μας, ενώ ομολογούμε τις ποδοσφαιρικές ομάδες στις οποίες ανήκουμε, τα πολιτικά κόμματα στα οποία ανήκουμε, τις εταιρίες, τις πόλεις καταγωγής μας. Ομολογούμε τα πάντα εκτός από τη μία και κύρια ομολογία, που είναι Ομολογία Πίστεως . Και θέλησα όχι απλώς να λέω λόγια, αλλά με το παράδειγμά μου σε βήματα δημόσια, από την τηλεόραση μέχρι το επίσημο βήμα της Πρυτανείας, να διακηρύξω αυτό που προσωπικά αισθάνομαι. Την Πίστη μου, την Πίστη μου στο Θεό, και την εκτίμησή μου στο έργο της Εκκλησίας , την Πίστη μου σε ο,τι δίνει μέσα από την διδασκαλία του Χριστού η Εκκλησία μας . Και θα ήθελα αυτή την στιγμή,  που είναι ένας απολογισμός ευθύνης και ζωής, να πω ότι όσο περισσότερο προκόπτω -ας χρησιμοποιήσω αυτόν τον όρο τον ευαγγελικό- εν ηλικία, εν σοφία γνώσεων, εν παιδεία, εν αυτογνωσία, τόσο περισσότερο συνειδητοποιώ την αδυναμία μου, την άγνοιά μου, το πεπερασμένο. Και το μόνο που αναγνωρίζω είναι αυτή η σχέση μου με τον Θεό, τον Τριαδικό Θεό μας, μέσα από το πνεύμα αυτό που κατ' εξοχήν προέβαλε ο Απόστολος Παύλος, μέσα από το πνεύμα που μας ενώνει με το Θεό, και μας κάνει να αισθανόμαστε όλοι μικροί θεοί. Γιατί αυτό μοιραζόμαστε και αυτό είναι που μας διακρίνει με όλη την δύναμη, την πολυπλοκότητα, όλη αυτή την συνείδηση. Είναι αυτό που μας έχει χαρίσει Αυτός που μπορεί να δώσει το πνεύμα και που είναι κατ' εξοχήν πνεύμα. Πνεύμα ο Θεός. Κι έτσι μέσα από αυτήν την πεποίθηση και πείρα ζωής έρχομαι να αναγνωρίσω για τον εαυτό μου και να επιζητήσω αυτό που νομίζω ότι κυρίως πρέπει να επιζητεί ο άνθρωπος και που λέω και στους φοιτητές μου: Αίσθηση ορίων. Πού φτάνει ο άνθρωπος, πού μπορεί να φτάσει; Γιατί καμμιά φορά μας καταλαμβάνει η αλαζονεία, η υπεροψία, θεωρούμε ότι τα ξέρουμε όλα, θεωρούμε ότι είμαστε σπουδαίοι, μεγάλοι, και όσο προχωρεί κανείς εις βάθος καταλαβαίνει ότι ξέρει πολύ λίγα πράγματα, ελάχιστα και αμφισβητούμενα και στο χώρο της επιστήμης, και στη ζωή και σε ολόκληρο τον χώρο της ύπαρξης.
 Ομολογία Πίστεως, λοιπόν, μέσα από τα κείμενά μου, μέσα από την όλη μου παρουσία ως, ξαναλέω, κάτι που βγαίνει από μέσα μου. Όχι ως επίδειξη ούτε ως υπόδειγμα σκεπτομένου ανδρός. Ως απλή έκφραση αυτού που εγώ βιώνω. Και τα βιώματά μου ξεκίνησαν πολύ νωρίς τότε που οι μαθητές του Γυμνασίου -του τότε- είχαμε την ευκαιρία -και αυτό συνέβαινε με τους περισσότερους- να φοιτήσουμε στα Κατηχητικά Σχολεία. Θέλω εδώ να ομολογήσω ότι η σχέση μου με την Εκκλησία, η στενότερη πέρα από την οικογένεια, πέρα από το περιβάλλον, ξεκινά μέσα από τον χώρο των Κατηχητικών Σχολείων. Φοιτούσα στο 9ο Γυμνάσιο, το Κατηχητικό το αντίστοιχο ήταν στον Άγιο Κωνσταντίνο, κατηχητής ο Αναστάσιος Γιαννουλάτος. Ακόμη δεν είχε ιερωθεί, ένα νέο παιδί τότε, που έλαμπε και που είχε ένα πειστικό λόγο, δυνατό λόγο που μας συνέπαιρνε, και μας έφερνε κοντά. Το ίδιο και άλλοι μεγάλοι. Έκτοτε συνδέθηκα με τον Αναστάσιο και ξαναβρεθήκαμε στην Αλβανία. Εκείνος βεβαίως να ποιμαίνει αυτό το δυσήνιο ποίμνιο κι εγώ να προσπαθώ μέσα από την Φιλεκπαιδευτική Εταιρία να δημιουργήσω μία γέφυρα Παιδείας, να ιδρύσουμε το Αρσάκειο Τιράνων. Ένα Αρσάκειο, του οποίου η λειτουργία ευοδώθηκε, με πολλές δυσκολίες και ο Αναστάσιος με βοήθησε στο να ξεπεραστούν και με ενθάρρυνε σε δύσκολες στιγμές.
  Λέω ότι οφείλουμε οι πνευματικοί άνθρωποι να σταθούμε κοντά στην Εκκλησία και να πάρουμε θέση. Να πάρουμε θέση σ' αυτούς που λιθοβολούν την Εκκλησία και τα πρόσωπα ως δήθεν συντηρητικούς. Και βγαίνω και διδάσκω: Πού είναι αυτός ο συντηρητισμός; Είναι στη γλώσσα; Μα ο Τριανταφυλλίδης είναι που μιλά για γλωσσικό δημοτικισμό, κι εγώ μιλάω για εκκλησιαστικό δημοτικισμό. Οι ιερωμένοι ήταν αυτοί που μπήκαν μπροστά στον φωτισμό του Γένους, στο Νεοελληνικό Διαφωτισμό. Μπορεί να είναι ο Κοραής από τη μια, αλλά την κύρια δουλειά, τα κείμενα, τον φωτισμό, τον έκαναν ιερωμένοι από επίσκοποι μέχρι απλοί μοναχοί. Άνθιμος Γαζής, Νεόφυτος Δούκας, Ευγένιος Βούλγαρις, Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων. Ο,τι πάρετε από τα βιβλία αυτά και τις εκδόσεις και τη διδασκαλία προέρχεται από το χώρο του Κλήρου. Φωτισμένοι Ιερείς, φωτισμένοι άνθρωποι, οι οποίοι μπήκαν μπροστά και οι οποίοι συνδύασαν και το λέω πάντοτε τα Κλασσικά Γράμματα -εξέδιδαν συγγραφείς, ο Άνθιμος ο Γαζής κείμενα εξέδιδε, ο Ευγένιος Βούλγαρις κείμενα εξέδιδε, ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων  κείμενα εξέδιδε, και μέσα απ' αυτά ξεσήκωσαν πνευματικά το Γένος να πάρει τα όπλα. Πού είναι, λοιπόν, ο συντηρητισμός,  ποΎ είναι η αντίθεση με τον Ελληνισμό; Αντίθετα διδάσκω δημόσια ότι αυτό που λέμε Ελληνορθόδοξη Παράδοση ιστορικά ξεκινάει με τούς Πατέρες της Εκκλησίας, που σπουδάζουν στην Αθήνα και που συμφιλιώνουν τον Ελληνισμό, τα Ελληνικά Γράμματα, την Ελληνική Παιδεία με το Χριστιανισμό. Αλλά θα αποτελούσε ένα απλό ιστορικό δεδομένο αν είχε μείνει στον Βασίλειο το Μέγα, στον Γρηγόριο το Θεολόγο και από την άλλη πλευρά στον Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Δεν έμεινε εκεί. Προχώρησε μέσα από το Βυζάντιο, και προχώρησε και έφτασε στα χρόνια της τουρκοκρατίας μ' αυτούς τούς μεγάλους, τα μεγάλα μυαλά, τα οποία έδειξαν ότι τα Κλασσικά Γράμματα, η Ελληνική Παιδεία, δεν είναι αντίθετα προς την Χριστιανική διδασκαλία και μέσα από τα Κλασσικά Γράμματα ξεσήκωσαν το Γένος. Αποτελεί, λοιπόν, ένα ιστορικό γεγονός, γι' αυτό και επαναστατώ ως σκεπτόμενος άνθρωπος όταν ακούω να αντιμετωπίζεται η Εκκλησία και η Ορθοδοξία σαν να ήταν μία μορφή θρησκεύματος σε άλλες χώρες όπου εκεί πράγματι μπορεί ο Χριστιανισμός, η πίστη, να μην έχει σχέση με την ιστορία του τόπου, με την παιδεία του, με τα γράμματά του. Εδώ αποτελεί απλή ιστορική διαπίστωση, απλό ιστορικό γεγονός. Δεν είναι σύνθημα η έννοια του ελληνορθόδοξου, του ελληνοχριστιανικού, είναι  ιστορική πραγματικότητα. 
 Και λέω, λοιπόν, ότι θά ΄πρεπε όλοι όσοι έχουμε μία πίστη βαθύτερη να ομολογούμε αυτή την πίστη και να βγαίνουμε μπροστά μαχητικά, αγωνιστικά, και όχι να καθόμαστε σε μιάν άκρη και να απολογούμεθα σε απαίδευτους ή συνθηματολόγους, οι οποίοι θέλουν να μας πείσουν ότι αυτά είναι ξεχωριστά, ότι ο πνευματικός και προοδευτικός άνθρωπος δεν έχει σχέση με τη θρησκεία, δηλαδή με ο,τι αντίθετο πραγματικά συμβαίνει. Αυτό θέλει μια τόλμη, όχι πολύ μεγάλη, και κυρίως θέλει πίστη στην αλήθεια και στην πραγματικότητα. Και θα ήθελα να ενισχύσω αυτά με μία σειρά παραδειγμάτων. Τι να θυμηθώ; Το Κρυφό Σχολειό; Να θυμίσω ότι στην πραγματικότητα ο Ελληνισμός στο εξωτερικό περνά μέσα από την Εκκλησία και την διδασκαλία της γλώσσας; Θα μπορούσα να μιλάω επί ώρες. Αλλ' αυτά τα πράγματα δεν βγαίνουν πάντοτε, όχι από την Εκκλησία που τα διδάσκει, αλλά από μας τούς κοσμικούς, οι οποίοι απ' αυτή την άποψη ίσως έχουμε ένα  πιο πειστικό λόγο, όταν εμείς τα ομολογούμε, όταν εμείς τα προβάλλουμε, όταν εμείς τα αναγνωρίζουμε. Και καμμιά φορά είναι ακόμη πιο πειστικός ο λόγος όταν δεν προέρχεται από Θεολόγους, έστω κι αν ακούγεται αυτό λίγο οξύμωρο, όταν προέρχεται από ανθρώπους που ανήκουν επιστημονικά σε διαφόρους άλλους χώρους.
 Και  λέω και γράφω και το λέω και σ' αυτό το βήμα ότι η Παιδεία μας έχει μία έλλειψη τεράστια που την σφραγίζει: Ότι περνάει από τα Κλασσικά στα Νέα Ελληνικά ξεχνώντας στην πραγματικότητα το Βυζάντιο, τα κείμενα, το Ευαγγέλιο, τα κείμενα των Πατέρων, τα κείμενα της Ορθοδοξίας, των μεγάλων, από τα οποία θα είχαμε να πάρουμε χίλια πράγματα. Και με τα οποία το παιδί θα συνειδητοποιούσε με τον καλύτερο τρόπο την συνέχεια. Γιατί όταν αφήνεις το Βυζάντιο αφήνεις δώδεκα αιώνες Ελληνισμού  έξω. Που σημαίνει ένα μεγάλο κομμάτι του πολιτισμού μας, ένα μεγάλο κομμάτι της ιστορίας μας, της γλώσσας μας. Και κάποτε διδάσκονταν τα κείμενα των Πατέρων και "προοδευτικοί" άνθρωποι ή δεν ξέρω πώς σκεπτόμενοι τα έβγαλαν από τα σχολεία. Όπως πουθενά δεν ακούγεται  η γλώσσα του Ευαγγελίου καθ' εαυτήν ως κειμένου. Όπως δεν διδάσκεται η εκκλησιαστική ποίηση, δηλαδή η υμνολογία που είναι μία πραγματική ποίηση,  μεγάλη ποίηση, ο Ρωμανός είναι μέγας ποιητής, και αρκούμεθα  στο να δίνουμε πράγματα που μεταξύ τους είναι αγεφύρωτα. Και αυτό, βάζω και τον εαυτό μου μέσα, οφείλεται στο ότι δεν ξεσηκωνόμαστε, δεν αρθρώνουμε λόγο, δεν επιχειρηματολογούμε, φοβόμαστε, καθόμαστε στην άκρη, αντί να βγαίνουμε μπροστά και να τα στηρίζουμε αυτά τα πράγματα. Όταν είχα την ευθύνη του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, είχαν φύγει τότε τα Αρχαία από τα σχολεία, φέραμε λοιπόν τότε μία νέα σειρά βιβλίων για τις τρεις τάξεις του Γυμνασίου. Τι κάναμε; Δίναμε αυτό που λέει ο Σεφέρης, τα παλαιότερα Ελληνικά μας , δίναμε τη λόγια παράδοση, βυζαντινά κείμενα, εκκλησιαστικά κείμενα, Πατέρες και αρχαία κείμενα. Διαλεγμένα όλα έτσι που να διαβάζονται, να κατανοούνται. Φεύγαμε από τον πολύ φορμαλισμό με τις χίλιες εξαιρέσεις και μέναμε στις βασικές δομές της γλώσσας. Είναι κρίμα που αργότερα αυτά άρχισαν κι έφευγαν από την εκπάιδευση , γιατί πρώτον δεν μπορούσαν εύκολα να τα διδάξουν οι εκπαιδευτικοί και δεύτερον διότι δεν πίστευε η ηγεσία η πολιτική και η εκπαιδευτική, ότι πρέπει να υπάρχει αυτή η άμεση επαφή του μαθητή  με τα παλιότερα Ελληνικά μας. Κι έτσι ξαναπεράσαμε μόνο στα Αρχαία και ξαναγίνηκε αυτό το χάσμα ανάμεσα στον Αρχαίο λόγο και τον νεοελληνικό λόγο, σαν να μην υπάρχει συνέχεια που είναι το ιστορικό πλεονέκτημα και προνόμιο αυτού του λαού, αυτής της χώρας.
 Κάποτε έγραφα για τα Θρησκευτικά στο σχολείο και είχα μία διαμάχη με τούς συνταγματολόγους. Ότι όταν διδάσκουμε Θρησκευτικά κάνουμε κατήχηση, καταργούμε την ελευθερία του άλλου και λοιπά. Σ' ένα λαό και σε μια χώρα όπου έχουμε, εννοώ τούς πολίτες, 95% Ορθόδοξους, κάνουμε προσηλυτισμό διδάσκοντας την Πίστη μας! Έχουμε οδηγηθεί σε παρανοϊκές καταστάσεις, τις οποίες, όμως, έχουμε μάθει και τις ανεχόμαστε και από παρανοϊκές καταστάσεις αποκτούν σιγά -σιγά λογική, πειθώ, και κάπου βρισκόμαστε να απολογούμεθα κιόλας. Θεωρώ ότι οι πνευματικοί άνθρωποι έχουν χρέος να υποστηρίξουν θέσεις. Ναι, διδάσκω τα Θρησκευτικά, ελάτε να συζητήσουμε με ποιον τρόπο μπορώ να τα διδάξω ώστε να έχουν άμεση απήχηση, ώστε να προσφέρουν στο παιδί. Αυτό είναι συζητήσιμο. Αλλά άλλο είναι αυτό και άλλο να πω ότι διώχνω τα Θρησκευτικά ή ότι διδάσκω Ιστορία των Θρησκειών. Μα τι είναι τα Θρησκευτικά, γνώσεις, πληροφορίες είναι; Αν είναι πληροφορίες μπορεί να τις πάρει από οπουδήποτε. Με ενδιαφέρει να δω τι είναι ο ινδουϊσμός; Να μάθω και τι είναι ο ινδουϊσμός, δεν θα μου κάνει κακό, αλλά άλλη είναι η πίστη μου. Έχω άλλα θέματα, προβλήματα. Έχω τον λόγο του Αποστόλου Παύλου που μεταφρασμένος ή στο πρωτότυπο με ανεβάζει, με κάνει ον που σκέπτεται, που προβληματίζεται, γιατί αυτός ο λόγος δεν ξεπερνιέται με τίποτε. Αυτά όλα, λοιπόν, τα ξεχνάμε και εύκολα επιχειρηματολογούμε ότι γίνεται προσηλυτισμός μέσω Θρησκευτικών. Κι εγώ νομίζω ότι δεν είναι η Εκκλησία αυτή η οποία πρέπει να διαμαρτύρεται. Είμαστε εμείς που αποτελούμε, συναποτελούμε την Εκκλησία. Όταν λέω Εκκλησία εννοώ τον κλήρο.  Εμείς οι λαϊκοί είναι που πρέπει να υψώσουμε τη φωνή μας και να διαμαρτυρηθούμε.
 Άλλο θέμα μέγα η μόρφωση των κληρικών. Θέλω να συγχαρώ τον Μακαριώτατο, ως απλός Έλληνας πολίτης, την Ιεραχία της Ελλάδος, που αποφάσισε να ιδρυθούν αυτές οι Ανώτατες Εκκλησιαστικές Ακαδημίες , να περάσει η μόρφωση των κληρικών στα Πανεπιστήμια. Πέρασαν στα Πανεπιστήμια τα Τ.Ε.Φ.Α.Α., η Γυμναστική, πέρασαν οι νηπιαγωγοί, πέρασαν όλα αυτά, η Εκκλησία, ο λόγος αυτός, από τον οποίο εξαρτάται η ζωη μας, η ύπαρξή μας, δεν μπορεί να αναμορφωθεί, να ανέβει σε επίπεδο; Και θέλω να πω δημόσια ότι οι παριστάμενοι εδώ Αντιπρυτάνεις , ο κ. Ασημακόπουλος, ο κ. Κίττας, που είναι και οι νέες πρυτανικές αρχές - ο κ. Κίττας είναι ο νέος Πρύτανις του Πανεπιστημίου, ο κ. Ασημακόπουλος είναι και πάλι Αντιπρύτανις του Πανεπιστημίου - και ο απών κ. Δερμιτζάκης, εμείς ως Πανεπιστήμιο Αθηνών κρατήσαμε τα άλλα Πανεπιστήμια να μη διαμαρτύρονται, να μη φωνάζουν για το αυτονόητο που είναι ότι θα πρέπει ο κληρικός να μορφωθεί σε Πανεπιστημιακό επίπεδο για να έχει τον οπλισμό που χρειάζεται ως κληρικός. Σήμερα, με τα σημερινά δεδομένα, και με την κατάσταση της Παιδείας μας.
 Δεν θα κρατήσω άλλο ούτε την Ιερά Σύνοδο που έχει κουρασθεί συνεδριάζοντας από το πρωί ούτε όλους όσοι με τιμούν με την παρουσία τους. Θα ήθελα πραγματικά και όχι τυπικά να εκφράσω τις βαθύτατες ευχαριστίες μου, την ευγνωμοσύνη μου στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος, με τον οποίον μας συνδέει μία συμπόρευση σε κοινούς στόχους.  Από το δικό του στόμα ακούγονται πράγματα που, χωρίς να έχουμε προσυνεννοηθεί, από άλλη οδό, βγαίνουν και από το δικό μου στόμα, το πιο ταπεινό, το πιο ειδικό. Όμως βλέπω ότι έχουμε τούς ίδιους στόχους. Και αυτή η παρρησία, με την οποία μιλάει ο Αρχιεπίσκοπος για θέματα που απασχολούν την κοινωνία, είναι κάτι το οποίο χρειάζεται ο λαός, τον εμψυχώνει σε διάφορες στιγμές αδυναμίας, και ακούγεται επιτέλους ο λόγος της Εκκλησίας. Ο οποίος βεβαίως δεν είναι μόνον του Αρχιεπισκόπου, είναι των Ιεραρχών -εγώ λέω πάντοτε και εκτός Ελλάδος και εντός Ελλάδος- ότι έχουμε την ευλογία να υπάρχουν σήμερα στις τάξεις της Ιεραρχίας προσωπικότητες, οι οποίες τιμούν την Εκκλησία, την Πίστη μας, τιμούν το πνεύμα και τιμούν το όλο λειτούργημα. Αντ' αυτού ξεχωρίζουμε μια-δυο περιπτώσεις για να βάλλουμε και να πετάμε λάσπη, αντί να βλέπουμε τα άλλα πρότυπα που ανεβάζουν την Εκκλησία, την Πίστη μας και εμάς τούς ίδιους.
 Μακαριώτατε, θερμότατες ευχαριστίες για την τιμή που μου κάνετε σήμερα και θερμότατες ευχαριστίες προς ένα έκαστο των μελών της Ιεράς Συνόδου, εκλεκτές προσωπικότητες, που με τιμούν με την απόφασή τους. Θα ήθελα να ευχαριστήσω ένα συνάδελφο με ιστορία στα Γράμματα, με ιστορία στην Τέχνη, με ιστορία στα θέματα της Θρησκείας, τον καθηγητή Νίκο Ζία. Με πολλή αγάπη αντιμετώπισε την προσπάθειά μου, το έργο μου, και εμνήσθην ημερών αρχαίων που μαζί κάναμε τα πρώτα βήματα ψάλλοντας και όντας κοντά στην Εκκλησία. Τον ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου. Θέλω να ευχαριστήσω τους κυρίους και τις κυρίες φίλους, συναδέλφους, όλον τον κόσμο που με τιμά με την παρουσία του. Νομίζω ότι σε τέτοιες στιγμές η παρουσία είναι και πνευματική συμπαράσταση και πνευματική συμπόρευση και συστράτευση. Έχει και έναν άλλον συμβολικό χαρακτήρα που ξεπερνά τα όρια μιας απλής τυπικής παρουσίας. Μακαριώτατε, την ευχή σας, άγιοι πατέρες την ευχή σας!

(Απομαγνητοφωνημένο κείμενο) Στις 7 Ιουνίου του 2006 και κατόπιν αποφάσεως της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου (επί μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου), στην αίθουσα του Μεγάλου Συνοδικού, απενεμήθη ο Χρυσούς Σταυρός του Αποστόλου Παύλου στον τότε Πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών (και σήμερα Πρόεδρο του Συμβουλίου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης) κ. Γεώργιο Μπαμπινιώτη. Δημοσιεύουμε εδώ την ευχαριστήριο αντιφώνηση του.

  • Newsletter Εγγραφή

    Πόσα μάτια έχει ο άνθρωπος;

footer

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ