Politismos

01a
bottom
01a

bottom

01a

bottom

BioiAgionBioiAgion2

Faneromeni

Η δημοσιοποίηση των αισθημάτων της καρδιάς είναι τρέλα. Δεν ξέρεις ποιος θα είναι ο αποδέκτης. Δεν γνωρίζεις πώς θα εκλάβει την ιερότητα της εξομολόγησής σου. Αλλά “όποιος ζει χωρίς τρέλες δεν είναι και τόσο φρόνιμος, όσο νομίζει”. Δεν είναι η ώρα της σύνεσης. Γιατί είναι η ώρα του πόνου. Του καρδιακού , του μεγάλου. Αυτού που κατανοεί το “περίλυπος εστίν η ψυχή μου έως θανάτου”, που γεύεται τη Γεσθημανή.
Η 12η Μαΐου είναι η μνήμη του μεγάλου ιεράρχη της κυπριακής Εκκλησίας, του Αγίου Επιφανίου. Μέρα κατάλληλη για προσκύνημα στα ερείπια της Εκκλησίας του στη Σαλαμίνα. Μαζί με άλλους δύο κληρικούς πορευτήκαμε “εις γην Ισραήλ”..., στη γη των πατέρων μας. Με το βάρος του ράσου που μαρτυρεί την Ορθόδοξη Εκκλησία μας, με τα μεγαλεία και τις αδυναμίες της.
Όταν πηγαίνεις προς τα κατεχόμενα πρέπει να πηγαίνεις με τη σιωπή που μαρτυρεί τον πόνο. Δεν μπορείς να μιλάς, δεν γίνεται να αργολογείς. Ο πόνος χρειάζεται περισυλλογή δυνάμεων για να τον αντέξεις. Όπως, όταν πηγαίνεις για εγχείρηση ανοικτής καρδιάς!
Εκεί στα κατεχόμενα η Κύπρος διευρύνεται, μεγαλώνει, γίνεται πιο ωραία. Αγκαλιάζει την ιστορία της, χαμογελά στις δάφνες της, συντρίβεται στις αποτυχίες της. Αν είσαι Έλληνας της Κύπρου, μεταφέρεις το βάρος της πατρίδας σου. Σιωπάς και ταπεινώνεσαι. Αποδέχεσαι τα γεγονότα με την αξιοπρέπεια που υπομένει, με τη σιωπή που αντέχει, με την αντοχή που ελπίζει.


Κατεχόμενα... Ο χρόνος σταμάτησε. Περιμένει το “Ανάστα ο Θεός...” για να μεταποιηθεί σε αιωνιότητα. Τώρα μυρίζει θάνατο. Η κίνηση, η ανάπτυξη, ο κόσμος, είναι όλα νεκρά. Δεν υπάρχει ζωή, δεν γεύεσαι ουρανό, δεν ζει η ελευθερία. Ο Ελληνοκύπριος συμπατριώτης που συναντήσαμε, μας είπε πως “δεν μπορεί να καταλάβει κανείς, το τι νοιώθει όποιος επισκέπτεται τα κατεχόμενα, παρά μόνο αν το ζήσει. Ένα μόνο δεν μπορεί να πει, ότι γεύεται τη χαρά”.
Μπήκαμε στο Μοναστήρι του Αποστόλου Βαρνάβα χωρίς κανείς να εμποδίσει την είσοδό μας. Οι Τουρκοκύπριοι που κάθονταν στην είσοδο θεώρησαν και αυτοί φυσικό, πως δεν ταίριαζε να μας βγάλουν εισιτήριο. Μπήκαμε στην Εκκλησία σαν στο σπίτι μας. Χώρος οικείος, κι ας έγινε χώρος εκθέσεως αρχαίων εικόνων, βυζαντινό μουσείο. Μόλις άρχιζε η παράκληση από τον γέροντα ιερομόναχο, που επέστρεφε στο Μοναστήρι του μετά από τρεις δεκαετίες, περιστοιχιζόμενο από 4-5 κληρικούς. Ψαλμοί, λαμπάδες, θυμιάματα, δάκρυα. Ποιος μπορεί να τα εμποδίσει; Όλοι σιωπούν, δεόμενοι στον “ιδρυτή και προστάτη της αγιωτάτης ημών Εκκλησίας” να ελευθερώσει τον τόπο του.
Το Μοναστήρι το λειτουργούν ως μουσείο, και γι' αυτό τυγχάνει περιποίησης. Ας είναι....
Όμως οι άλλες Εκκλησίες του Βορρά δεν είναι το ίδιο. Στάβλος, σχολή χορού, αποθήκη, εξαθλίωση. Μερικές τζαμιά. Κι ό,τι δεν είναι τίποτα απ' αυτά, είναι....τι να πεις; Πώς να περιγράψεις τη βεβήλωση; Σχίζεται η καρδιά του κάθε χριστιανού και του κάθε παπά ιδιαίτερα. Μας είπαν πως σέβονται το ράσο. Και το είδαμε, πράγματι. Δεν θέλω να με σέβονται, όταν δεν σεβάστηκαν την αγία Τράπεζα, το Ναό του Θεού του ζώντος, το χώρο του Θεού μου. Δεν ξέρω αν στηρίζονται ή όχι στο κοράνιο για να δικαιώσουν τις πράξεις τους. Ξέρω ότι αυτό δεν αντέχεται. Κάθε επίσκεψη σε Εκκλησία ήταν και μια μαχαιριά στην ιερατική καρδιά. Δεν μπορούσαμε να περάσουμε έξω από τον Ναό του χωριού ή το εξωκλήσι του και να μην κατεβούμε. Στο τέλος όμως δεν αντέχαμε άλλο το μαχαίρωμα και φύγαμε.
Τι να πεις, πού να πεις τον πόνο σου; Δεν υπάρχει αυτί για ν' ακούσει το στεναγμό των βουβών καμπαναριών, των εικόνων που εξαφανίστηκαν, των αγίων Τραπεζών που βεβηλώθηκαν βάναυσα. “Συνηθίσαμε τη συνήθεια”, γράφει ο Σαμαράκης. Ο κόσμος, όπως κι εμείς οι απλοί παπάδες, δεν μπορούμε ν' ακουμπίσομε στους πολιτικούς ή εκκλησιαστικούς ηγέτες. Δεν υπάρχουν ηγέτες! Συγχωρέστε με – τιμωρείστε με, μα θα το πω: δεν έχετε δικαίωμα ν' ασχολείστε με τα δικά σας μικρά και ασήμαντα, όταν η Κύπρος ολόκληρη με το βάρος της ιστορίας της ακουμπά επάνω σας.
Εκεί στα κατεχόμενα όλα μιλούν κι όλα σωπαίνουν. Ανάλογα με αυτούς που τα επισκέπτονται. “Ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω”.
Ο Γιώργος Σεφέρης σημειώνει:
“Όμως αυτά που είδες
είτε μες την ομίχλη
είτε μέσα στο φως
σίγουρα γύρευαν να μιλήσουν.
Πέρασες και δεν τ' άκουσες.
Και τώρα μόνο η βοή,
οι άναρθρες φωνές
 η φοβερή σύγχυση
πραγμάτων μισοσυγκινημένων”.
Στα κατεχόμενα θα πρέπει να πάει ο κάθε Έλληνας Ορθόδοξος Χριστιανός, για να βιώσει το σταυρό της πατρίδας του, της Εκκλησίας του, δηλαδή τον σταυρό του. Για να νιώσει έτσι τον πόνο της καρδιάς του, αναμένοντας την εμπειρική γεύση της χαράς που έρχεται “δια του σταυρού” και διαχέεται “εν όλω τω κόσμω”.

Πρωτοπρ. π. Ανδρέας Αγαθοκλέους,
Εφημέριος Αγίου Γεωργίου Μακρή – Λάρνακα

  • Newsletter Εγγραφή

    Πόσα μάτια έχει ο άνθρωπος;

footer

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ