Gnorizo

01a
bottom
01a

bottom

01a

bottom

BioiAgionBioiAgion2

Faneromeni

Ναος


Τὸ δὲ ἔλεος τοῦ Κυρίου ἀπὸ τοῦ αἰῶνος, καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος ἐπὶ τοὺς φοβουμένους αὐτόν. Καὶ ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ ἐπὶ υἱοῖς υἱῶν, τοῖς φυλάσσουσι τὴν διαθήκην αὐτοῦ, καὶ μεμνημένοις τῶν ἐντολῶν αὐτοῦ τοῦ ποιῆσαι αὐτάς.

Σε προηγούμενους στίχους του Ψαλμού ΡΒ' (102) ο ποιητής εκδιπλώνει το όνομα του Θεού ως ενέργειες, θείες ενέργειες, με κυριότερο περιεχόμενο την αγάπη Του που εκδηλώνεται ως έλεος και ευσπλαχνία. Στον στίχο 17 επεξηγεί ποιοι και πώς αντιλαμβάνονται την παρουσία του Θεού: οι φοβούμενοι τον Κύριο ως ελεήμονα και δίκαιο, και οι ακολουθούντες τις εντολές Του.

 

 Η λέξη «φόβος» έχει πολύσημο περιεχόμενο στα βιβλικά κείμενα. Μπορεί να σημαίνει τον φυσικό φόβο του ανθρώπου απέναντι στα φυσικά φαινόμενα, που τον οδηγεί να απευθύνεται στον Θεό για να προστατευτεί, θεμελιώνοντας συγχρόνως μία θεοσέβεια. Μπορεί επίσης να σημαίνει τον φόβο για τιμωρία που θα δεχτεί ο άνθρωπος εάν παραβαίνει τις θείες εντολές ή όταν υπερβαίνει το μέτρο της αρμονίας, συνθήκη που η αρχαιοελληνική παράδοση εντάσσει στη διαλεκτική ύβρις-Νέμεσις. Μπορεί ακόμη να σημαίνει την έκπληξη και το θάμβος του ανθρώπου ενώπιων της μεγαλοσύνης του Θεού, ένα θάμβος που προκαλείται από τον ακατάληπτο χαρακτήρα της παρουσίας του.

 Χαρακτηριστικές περιπτώσεις εκδήλωσης τέτοιου φόβου περιγράφονται, π.χ., κατά την παράδοση της διαθήκης του Σινά : Καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἑώρα τὴν φωνὴν καὶ τὰς λαμπάδας καὶ τὴν φωνὴν τῆς σάλπιγγος καὶ τὸ ὄρος τὸ καπνίζον· φοβηθέντες δὲ πᾶς ὁ λαὸς ἔστησαν μακρόθεν. Έξ. 20,18), ή κατά την επίσκεψη των μυροφόρων γυναικών στο τάφο του Χριστού, όταν βρίσκονται προ του κενού τάφου : καὶ ἐξελθοῦσαι ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου· εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον· ἐφοβοῦντο γάρ (Μάρκ. 16,8).

 Μοναδική απάντηση του Θεού απέναντι στον φόβο του ανθρώπου, με οποιοδήποτε περιεχόμενο κι αν τον προσεγγίσουμε, είναι ή πρόσκληση «μή φοβού!». μὴ φοβοῦ ῞Αβραμ, ἐγὼ ὑπερασπίζω σου, ακούμε κατά την κλήση του Αβραάμ (Γεν. 15,1)• Μὴ φοβοῦ [Ιακώβ]· μετὰ σοῦ γάρ εἰμι καὶ εὐλογήσω σε (Γεν. 27,6), ακούμε να λέει στον Ιακώβ μετά το νυχτερινό του όραμα. Μὴ φοβοῦ, μετὰ σοῦ γάρ εἰμι·, θα πει στον λαό του, όπως διαβάζουμε στον Ησαΐα (Ησ. 41,10), ή : μὴ φοβοῦ, παῖς μου ᾿Ιακὼβ καὶ ἠγαπημένος ᾿Ισραήλ (Ησ. 44,2).

 Αυτή η πρόσκληση θα ακουστεί επίσης από τον Χριστό: ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε, θα πει στους μαθητές του ότι ένιωθαν να καταποντίζονται στο μέσον της λίμνης (Ιωάν. 6,20)• μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών, θα διακηρύξει κατά τη θριαμβευτική είσοδό τα στα Ιεροσόλυμα (Ιωάν. 12,15). Κι όταν ο συγγραφέας της Αποκάλυψης βρίσκεται ενώπιων του Κυρίου γεμάτος φόβο (ἔπεσα πρὸς τοὺς πόδας αὐτοῦ ὡς νεκρός, μάς λέει), άκουσε τον Κύριο να τον προσκαλεί : μὴ φοβοῦ· ἐγώ εἰμι ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος  καὶ ὁ ζῶν (Αποκ. 1,17).

 
Ο φοβούμενος τον Κύριο είναι αυτός που υπερβαίνει κάθε φόβο που προκαλείται από τις συνθήκες της ιστορίας και αναπαύεται στον φόβο ως έκσταση και ακατάληπτη εμπειρία της σχέσης με τον Θεό. Αυτά ό άνθρωπος αντιλαμβάνεται την παρουσία τού Θεού ως έλεος και δικαιοσύνη. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ελεήμων και δίκαιος Θεός απουσιάζει από τους μη φοβούμενους αυτόν ανθρώπους, αλλά ότι αυτοί δεν το αντιλαμβάνονται. Ο Θεός, μας λέει ο απόστολος Πέτρος, δεν είναι προσωπολήπτης. Είναι παρών σε οποίον έχει καλλιεργήσει τη δυνατότητα να τον αντιλαμβάνεται: οὐκ ἔστι προσωπολήπτης ὁ Θεός, ἀλλ᾿ ἐν παντὶ ἔθνει ὁ φοβούμενος αὐτὸν καὶ ἐργαζόμενος δικαιοσύνην δεκτὸς αὐτῷ ἐστι (Πράξ. 10,34). Ως ενεργητική πράξη του ανθρώπου «φόβος Θεού» σημαίνει να παραδοθεί στον Θεό. Αυτή είναι η πράξη, να γίνει φοβούμενος, δηλαδή να βρεθεί σ’ αυτό το δέος της παρουσίας Του.

 Υπάρχει και το β' ημιστίχιο του στίχου 17 που συνεχίζεται ως στίχος 18: Καὶ ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ ἐπὶ υἱοῖς υἱῶν, τοῖς φυλάσσουσι τὴν διαθήκην αὐτοῦ, καὶ μεμνημένοις τῶν ἐντολῶν αὐτοῦ τοῦ ποιῆσαι αὐτάς.

 Σε όσους δηλαδή φυλάνε τη διαθήκη, τη συμφωνία που έχει γίνει μεταξύ θεού και ανθρώπου και σε όσους θυμούνται τις εντολές του Θεού. Δηλαδή, δεν αρκεί να γνωρίζει κανείς τη διαθήκη και τον Νόμο, να τα αποδέχεται ως αναφορές και στοιχεία αληθείας, αλλά να τα υλοποιεί, να πράττει τη σχέση με τον Θεό. Η μνήμη και μελέτη της διαθήκης και των εντολών αποβλέπει στην έμπρακτη εφαρμογή. Σάς θυμίζω τον διάλογο του Ιησού, αρκετές φορές μέσα στα Ευαγγέλια, με τούς ερμηνευτές των Νόμων, Γραμματείς, Φαρισαίους, Νομικούς.

 Τον Νόμο τον γνωρίζουν, τον διδάσκουν, τον ερμηνεύουν, αλλά δεν τον τηρούν. Γι’ αυτό και εισάγεται η βαριά λέξη «υποκριτής», όπως καταγγέλλει ό Χριστός: καλῶς προεφήτευσεν ῾Ησαΐας περὶ ὑμῶν τῶν ὑποκριτῶν, ὡς γέγραπται· οὗτος ὁ λαὸς τοῖς χείλεσί με τιμᾷ, ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ᾿ ἐμοῦ·
μάτην δὲ σέβονταί με, διδάσκοντες διδασκαλίας ἐντάλματα ἀνθρώπων.  ἀφέντες γὰρ τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ κρατεῖτε τὴν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων  (Μάρκ. 7,6). Οι διδασκαλίες μπορεί να είναι εντάλματα ανθρώπων.

 Δεν είναι το θέλημα του Θεού, αλλά είναι η επεξεργασία πού κάνει ό άνθρωπος και παρουσιάζει αυτή την επεξεργασία του ως νόμο του Θεού. Καὶ εἶπε Κύριος· ἐγγίζει μοι ὁ λαὸς οὗτος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ καὶ ἐν τοῖς χείλεσιν αὐτῶν τιμῶσί με, ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ᾿ ἐμοῦ· μάτην δὲ σέβονταί με διδάσκοντες ἐντάλματα ἀνθρώπων καὶ διδασκαλίας.  (Ησ. 29,13).

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. ΕΙΣ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΑΓΙΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΑΝ . ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ

  • Newsletter Εγγραφή

    Πόσα μάτια έχει ο άνθρωπος;

footer

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ