Gnorizo

AfieromaHristougenna

01a
bottom
01a

bottom

01a

bottom

BioiAgionBioiAgion2

Faneromeni

αποστολος Παυλος

«Ἐπιλαβόμενοί τε αὐτοῦ, ἐπὶ τὸν Ἄρειον πάγον ἤγαγον λέγοντες· δυνάμεθα γνῶναι τίς ἡ καινὴ αὕτη ἡ ὑπὸ σοῦ λαλουμένη διδαχή;» (Πράξ. 17,19).

Εξοχώτατε κ. Πρόεδρε της Δημοκρατίας,

Μακαριώτατε Πάτερ, Ποιμενάρχα μας και σεπτέ Προκαθήμενε της καθ΄ Ελλάδα Εκκλησίας,

Δυό χιλιάδες φορές διαδέχθηκαν  οι εποχές η μία την άλλη σ΄ αυτόν εδώ τον τόπο, από τότε που οι πατέρες μας άκουγαν για πρώτη φορά στην αγορά των Αθηνών κάποιον  «σπερμολόγο»[1]  ξένο να μιλά για καινούρια και άγνωστα πράγματα. Ήταν ο Παύλος, ο των εθνών απόστολος και άγγελος. Είχε περάσει από τη Συρία και τη Μικρασία, από τη Σαμοθράκη και τη Μακεδονία, από τη Θεσσαλονίκη και τη Βέροια, είχε δεχθεί θλίψεις, δοκιμασίες, φυλακίσεις, ύβρεις, ραβδισμούς, όμως εκείνος συνέχιζε τον ευαγγελικό δρόμο,  και τώρα κάτω από τον καταγάλανο αττικό ουρανό, θεωρώντας «κατείδωλον τὴν πόλιν»[2] των Αθηναίων, «τὸν Ἰησοῦν καὶ τὴν ἀνάστασιν εὐηγγελίζετο αὐτοῖς»[3]. Οι επικούρειοι και στωικοί φιλόσοφοι συζητούσαν μαζί του, έως ότου τον έφεραν στον Άρειο Πάγο για να τον ρωτήσουν με απορία: «δυνάμεθα γνῶναι τίς ἡ καινὴ αὕτη ἡ ὑπὸ σοῦ λαλουμένη διδαχή;», μπορούμε να μάθουμε ποιά είναι αυτή η νέα διδασκαλία, την οποία κηρύττεις ;

Τι κι αν στάθηκαν από τότε αμείλικτοι οι αιώνες στο πέρασμά τους; Στον όρθρο του 21ου αιώνα, στην εποχή μιας πολύμορφης –πρωτίστως πνευματικής- κρίσης,  νιώθοντας εμείς οι χριστιανοί του σήμερα ότι δεν γνωρίζουμε όσο θα θέλαμε τον Παύλο και τη διδασκαλία του, ερχόμαστε –εδώ όπου ο ελληνισμός προσέλαβε στη σάρκα του τον χριστιανισμό- με παρόμοια δίψα να τον ρωτήσουμε όπως  και οι πατέρες μας πριν 2000 χρόνια : «δυνάμεθα γνῶναι τίς ἡ καινὴ αὕτη ἡ ὑπὸ σοῦ λαλουμένη διδαχή;», «Πες μας λοιπόν, ξένε, μπορούμε να μάθουμε ποια είναι αυτή η νέα διδασκαλία, την οποία εσύ κηρύττεις;».

«Σταθεὶς δὲ ὁ Παῦλος ἐν μέσῳ»[4] ημών, απευθύνεται στον καθένα ξεχωριστά  με γλώσσα αποκαλυπτική, με το σύνολο της διδαχής του που νοηματίζει το σήμερα, λόγος  διαχρονικός, επίκαιρος, αιώνιος, γεμάτος κουράγιο και αλήθεια, ικανός να στηρίξει τον κουρασμένο –ίσως και απογοητευμένο- άνθρωπο της εποχής μας.

Έτσι λοιπόν, στο εξαιρετικά ανησυχητικό φαινόμενο των καιρών μας, την προσπάθεια ανάνηψης του φυλετισμού και  των διακρίσεων, που συνθλίβουν το ανθρώπινο πρόσωπο, ηχεί τόσο ελπιδοφόρα η διαβεβαίωση του Παύλου, πως ο Θεός «ἐποίησέ τε ἐξ ἑνὸς αἵματος πᾶν ἔθνος ἀνθρώπων κατοικεῖν ἐπὶ πᾶν τὸ πρόσωπον τῆς γῆς»[5], ο Θεός έκαμε από ένα αίμα όλα τα έθνη των ανθρώπων, να κατοικούν πάνω σ΄ όλη τη γη.

Όπως και σε άλλες περιπτώσεις, ο Απόστολος συνδέει την ποικιλία των εθνών με την κοινή καταγωγή τους και άρα τη μεταξύ τους συγγένεια, απέναντι σε όποια ακραία πεποίθηση εθνικής στεγανότητας, δίνει τη μαρτυρία ότι όλοι οι άνθρωποι είναι όμαιμα αδέλφια, με το ίδιο αίμα, πως η ιδιοπροσωπία κάθε λαού δεν εμποδίζει την κλήση του Θεού που απευθύνεται αδιάκριτα προς όλους. Είναι αυτό ακριβώς που βιώνουμε και ομολογούμε κάθε Κυριακή στις εκκλησιές μας, «ἀληθεύοντες ἐν ἀγάπῃ» [6], στο ευχαριστιακό γεγονός της Εκκλησίας  -χωρίς να νιώθει κανείς ότι είναι παιδί ενός κατώτερου Θεού- καθώς επικαλούμεθα τον κοινό μας Πατέρα, «Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς…».

Η ραχοκοκαλιά της εκκλησιαστικής εμπειρίας είναι η πίστη ότι, η αγάπη και η ελευθερία είναι η πνοή του ενός, υπερπολύτεκνου Θεού-Πατέρα, που σπάταλα διαχέεται στα παιδιά Του. Συνεπώς, κάθε απόπειρα ρατσισμού και εθνοφυλετικών διακρίσεων δεν μπορεί παρά να καταδικάζεται από την Εκκλησία μας ως «νεωτερική λύμη» και «φυλετική παρασυναγωγή»[7] αντίθετη προς την ορθόδοξη παράδοση, καθώς ακυρώνει την οικουμενικότητα της ευαγγελικής αλήθειας.

Ο ακούραστος αυτός εργάτης του Ευαγγελίου αφηγείται : τρεις φορές ναυάγησα, ένα μερόνυχτο έμεινα ναυαγός στο πέλαγος, «τρὶς ἐναυάγησα, νυχθήμερον ἐν τῷ βυθῷ πεποίηκα»[8].

Η εικόνα του ναυαγού και ταλαιπωρημένου Παύλου έρχεται στο νου μας κάθε φορά που αντικρύζουμε την ανθρώπινη αξιοπρέπεια να πνίγεται μαζί με τα δουλεμπορικά σαπιοκάραβα στα νερά της Μεσογείου, της θάλασσας πολιτισμού που κατήντησε ένας σύγχρονος Καιάδας  προσφύγων και μεταναστών.

Μπορούμε λοιπόν να αναρωτηθούμε, μήπως ανάμεσά τους είναι ο Παύλος;  Ή καλύτερα να προβληματισθούμε ότι εκεί είναι σίγουρα ο Ίδιος ο Χριστός! Ο Θεός δεν συμπαθεί απλώς τους ελάχιστους αυτού του κόσμου, ο Χριστός έχει ταυτιστεί απόλυτα με όσους ανηφορίζουν το Γολγοθά από το μηδέν στην ανάσταση. Εκείνος μας το διαβεβαίωσε: «…ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε»[9].

Απέναντι σε κάθε λογής μαστίγωση της ανθρώπινης αξίας και ομορφιάς,  o «Παῦλος ὁ δέσμιος τοῦ Χριστοῦ  Ἰησοῦ ὑπὲρ ὑμῶν τῶν ἐθνῶν»[10] κάνει ζωή του τη συντριβή των ανθρώπων και προβάλλει το όραμα για την αναμέτρηση της αγάπης με την υποτέλεια, με τον πόνο της αδικίας, με το παράλογο κάθε τυρρανίας. Θυμίζει πως ο χριστιανισμός είναι μια μεγάλη επανάσταση, ο ξεσηκωμός  της αγάπης και της αλληλεγγύης, είναι η επανάσταση όπου ο Ηγέτης αυτής δεν ζήτησε το αίμα των άλλων, αλλά προσέφερε το αίμα το δικό Του στο Σταυρό του Γολγοθά. Πριν τον Χριστό το μεγαλείο μετριόταν με το πόσους κανείς εξουσιάζει. Με τον Χριστό, το μεγαλείο μετριέται με το πόσους κανείς διακονεί. Είναι το ολότελα καινούργιο με ιστορικό βίο 20 αιώνων.

Και υπογραμμίζει  ο Παύλος τη μέγιστη αλήθεια, τη θυσιαστική αγάπη, που λιτανεύει η Εκκλησία στην ιστορία: «Διώκετε τὴν ἀγάπην»[11], δηλ. αγωνίζεσθε, με επιμονή, να αποκτήσετε την αγάπη. «Εἴτε πάσχει ἓν μέλος, συμπάσχει πάντα τὰ μέλη»[12], διαμηνύει στους παραλήπτες των επιστολών των,  ο χριστιανός θυσιάζεται ο ίδιος, αλλά δεν θυσιάζει τους άλλους, για να διαπιστώσει: « Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον»[13]. « Ἐὰν πεινᾷ -ακόμη και- ὁ ἐχθρός σου, ψώμιζε αὐτόν, ἐὰν διψᾷ, πότιζε αὐτόν»[14]. Μαθαίνουμε διαρκώς από την αγάπη του Θεού, ο Οποίος ήλθε ανάμεσά μας «διὰ τὴν πολλὴν ἀγάπην αὐτοῦ ἣν ἠγάπησεν ἡμᾶς»[15], για να μην είναι πια ο άνθρωπος κάτι το αναλώσιμο, για να είμαστε όλοι «ἓν σῶμα καὶ ἓν Πνεῦμα»[16],  «ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης»[17].  Αυτό το ήθος μαθητεύουμε  στην Εκκλησία, για να είναι «ἡ  ἀγάπη ἀνυπόκριτος»[18], που οδηγεί τους γνήσιους μαθητές του Χριστού να συναγωνίζονται «τῇ φιλαδελφίᾳ εἰς ἀλλήλους φιλόστοργοι»[19]. Στο πρόσωπο του αδελφού µας βρίσκεται πάντα ο Χριστός! Γι’ αυτό και όλοι απολαμβάνουν, χωρίς διακρίσεις, το ψωμί και την αλήθεια της Εκκλησίας, πέρα από σύνορα, ταυτότητες, χρώμα, φυλή, θρησκεία. Άλλωστε, όπως πολύ σωστά έχει επισημανθεί «Η Ορθοδοξία, όταν και όπου βιώνεται, … είναι υπέρβαση της ιδεολογίας, της θρησκείας και της ηθικής. Υπέρβαση της ιδεολογίας, διότι βιώνεται ως εμπειρία·  υπέρβαση της θρησκείας, διότι είναι τρόπος υπάρξεως και «οδός» · υπέρβαση και  της ηθικής, διότι είναι ήθος αγιοπνευματικό και όχι εξωτερική ηθική μίμηση»[20].

Ο πρωτοκορυφαίος της Εκκλησίας απόστολος και μάρτυρας υπενθυμίζει ακόμη πως ο φανατισμός, η βία και η μισαλλοδοξία δεν μπορεί παρά να είναι οι λαθρεπιβάτες στο πλοίο της πίστης, της αληθινής πίστης στο Σωτήρα Χριστό.

Παρακινεί  τον μαθητή του Τίτο να δείχνει «πρᾳότητα πρὸς πάντας ἀνθρώπους»[21] και παρακαλεί τον άλλο μαθητή του Τιμόθεο να προσεύχεται «ὑπὲρ πάντων ἀνθρώπων»[22]. Γίνεται μήπως ο Παύλος λιγώτερο ζηλωτής από εμάς όταν προτρέπει τον Τιμόθεο: «Να αγωνίζεσαι για τη δικαιοσύνη, την πίστη, την αγάπη, την ειρήνη, μαζί μ’ εκείνους που ομολογούν με καθαρή καρδιά ότι ανήκουν στον Κύριο. Μην παίρνεις μέρος σε ανόητες κι ανώφελες συζητήσεις, γιατί ξέρεις καλά ότι καταλήγουν σε φιλονικίες. Όμως ο μαθητής του Κυρίου δεν πρέπει να φιλονικεί, αλλά να είναι ήπιος απέναντι σε όλους, πρόθυμος να διδάξει, ανεκτικός. Πρέπει να παιδαγωγεί με πραότητα όσους αντιτίθενται στην αλήθεια, για να τους δώσει κάποτε ο Θεός μετάνοια να καταλάβουν την αλήθεια»[23].

Ο Παύλος βγήκε στους δρόμους της οικουμένης να κηρύξει το Ευαγγέλιο της ειρήνης και της χριστιανικής αγάπης σε όλο τον κόσμο, της ενότητας, της καταλλαγής, της συμφιλίωσης με τον Θεό και τους ανθρώπους. Για να διαβεβαιώσει ότι ο χριστιανικός βίος είναι ένα Πάσχα, ένα διαρκές πέρασµα  από την εγκατάλειψη στην εν Χριστώ ελευθερία,  ζωαρχική µετάβαση από τον ατομισμό στην Αγάπη που έχει αναστηθεί.

Τελικά όμως ο Παύλος δεν είναι μόνο «κῆρυξ καὶ ἀπόστολος καὶ διδάσκαλος ἐθνῶν»[24]. Είναι κυρίως ο πατέρας. Η αποστολική του καρδιά φλέγεται από την αγάπη για τα πνευματικά του παιδιά. Θερμοπαρακαλεί τον Φιλήμονα να δείξει επιείκεια στον Ονήσιμο «παρακαλῶ σε περὶ τοῦ ἐμοῦ τέκνου, ὃν ἐγέννησα ἐν τοῖς δεσμοῖς μου, Ὀνήσιμον»[25]. Τους δε Κορινθίους βεβαιώνει ότι αν και «μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ»[26], ο ίδιος είναι ο πνευματικός και αληθινός πατέρας των. «Ὡς τέκνα μου ἀγαπητὰ νουθετῶ»[27], σας συμβουλεύω ως αγαπητά μου παιδιά, «ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἐγὼ ὑμᾶς ἐγέννησα»[28].  Γι’ αυτό και κόπος αδιάλειπτος των αποστολικών φροντίδων του είναι να νουθετεί «νύκτα καὶ ἡμέραν … μετὰ δακρύων … ἕνα ἕκαστον»[29] με ορίζοντα την πνευματική αναγέννηση όλων.

Σε καιρούς αβάσταχτης πνευματικής ορφάνιας, νιώθουμε επιτακτική την ανάγκη να ανήκουμε στην οικογένεια του Παύλου, στην  παρέα εκείνων που αγωνίζονται για μια ριζική ανατροπή της αντίληψης ότι οι διαδρομές των ανθρώπων γίνονται μόνο με αριθμούς, στην παρέα εκείνων που πορεύονται «με λογισμό και μ’ όνειρο[30]», με δύναμη ψυχής, ελπίδα και ακεραιότητα ήθους.

Τα παιδιά και οι νέοι μας καλούν σήμερα, συνήθως με τρόπο επώδυνο, κατ΄ αρχήν να ομολογήσουμε την ανεπάρκειά μας και να μη διστάσουμε να μετανοήσουμε -αλήθεια έως πότε η υποκρισία και ο εγωισμός θα μας στερούν το μονάκριβο προνόμιο της γενναίας αυτοκριτικής;

Τα παιδιά και οι νέοι μας, καθώς βιώνουν με τρόπο τραγικό τη βία στην οικογένεια, στο σχολείο, στην κοινωνία, αναζητούν μια άλλη ποιότητα στην ανθρώπινη καθημερινότητά μας, και θέλουν να τους πείσουμε –με το παράδειγμά μας κυρίως- πως οι αξίες είναι ανώτερες από το tablet, πως τα ιδανικά είναι πιο πολύτιμα από την τελευταία εφαρμογή του smartphone. Πως είναι προτιμότερο «να είσαι» από το «να έχεις».

Τα παιδιά και οι νέοι μας απλώνουν το χέρι ζητώντας τη βεβαιότητα πως δεν μπορεί στο παρόν τους να είναι το bullying και στο μέλλον τους η ανεργία και ο ξεριζωμός. Το χρωστάμε στα εκατοντάδες θύματα της πνευματικής μας πτώχευσης, στα παιδιά της διπλανής πόρτας, της γειτονιάς μας, το χρωστάμε σε χιλιάδες απορημένα πρόσωπα, να τους ξαναδώσουμε το αληθινό που τους έχουμε στερήσει, το όραμα που τους έχουμε αποκρύψει, το παράδειγμά μας  που δεν ήμασταν σε θέση να προβάλλουμε. Για να αγαπήσουν τη ζωή και το συνάνθρωπο, να μεγαλώσουν «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου»[31] με τον αληθινό πλούτο αυτού του τόπου, τα βράχια και τις θάλασσες, τη γλώσσα και τα σύμβολα, τους θρύλους και τις παραδόσεις, τους Αγίους και τους ήρωες, τα μνημεία, τα αγάλματα, τις εκκλησιές και τα εικονίσματα. Με όλα όσα αυτή η ελάχιστη φλούδα της γης δίδαξε τον κόσμο ανά τους αιώνες.

Εξοχώτατε κ. Πρόεδρε,

Μακαριώτατε Πάτερ,

Απόψε, καθώς μοιραζόμαστε το όραμα του Παύλου για την οικουμενικότητα του Ευαγγελίου, της δικαιοσύνης, της κοινωνικής ισότητας και της αδελφωσύνης, κοινωνούμε το διαχρονικό μήνυμά του και την προτροπή του:  «παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς, μιμηταί μου γίνεσθε[32]». Να μοιάσουμε σ΄ εκείνον. Να γίνει η ζωή μας «Ευαγγέλιο», δηλαδή χαρά,  αυτό άλλωστε σημαίνει η λέξη  «Ευαγγέλιο», χαρούμενη είδηση – αγγελία που συνίσταται στην αποκάλυψη ενός άλλου τρόπου ζωής, πέρα από τον εαυτό μας και  την αδυναμία μας, απελευθέρωση από την  αλαζονεία και τη μικρότητα.

Σήμερα δε, σε μία από τις πλέον κρίσιμες και οριακές στροφές του νέου ελληνισμού, κρατώντας «πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μας»[33], καθώς ζητούμενο είναι η ενότητα, η σύμπνοια, η συναντίληψη, η συμπόρευση, όπως η ενότητα των συστατικών του ευχαριστιακού άρτου, που εικονίζει την ένωσή μας με τον Χριστό αλλά και με κάθε αδελφό, τολμούμε να θυμηθούμε και πάλι τον «διάκονο τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ»[34] Παύλο να μας δείχνει τον αληθινό δρόμο:

«Ἀδελφοί, χαίρετε, καταρτίζεσθε, παρακαλεῖσθε, τὸ αὐτὸ φρονεῖτε, εἰρηνεύετε, καὶ ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης καὶ εἰρήνης ἔσται μεθ᾿ ὑμῶν»[35]. Αμήν.

 

π. Συμεών Βενετσιάνος

Λόγος εκφωνηθείς στην εορτή του Αποστόλου των εθνών Παύλου στις 29.6.201

 

[1] Πράξεις των Αποστόλων 17,18
 [2] Πράξεις των Αποστόλων 17,16
 [3] Πράξεις των Αποστόλων 17,18
 [4] Πράξεις των Αποστόλων 17,22
 [5] Πράξεις των Αποστόλων 17,26
 [6] Προς Εφεσίους 4,15
 [7] Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως (1872)
 [8] Β΄ Προς Κορινθίους 11,25
 [9]  Κατά Ματθαίον 25,40
 [10] Προς Εφεσίους 3,1
 [11] Α΄ Προς Κορινθίους 14,1
 [12] Α΄ Προς Κορινθίους 12,26
 [13] Α΄ Προς Κορινθίους 13,1
 [14] Προς Ρωμαίους 12,20 (και Παροιμίαι Σολομώντος 25,21)
 [15] Προς Εφεσίους 2,4
 [16] Προς Εφεσίους 4,4
 [17] Προς Εφεσίους 4,3
 [18] Προς Ρωμαίους 12,9
 [19] Προς Ρωμαίους 12,10
 [20] Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, Ορθοδοξία και φανατισμός
[21] Προς Τίτον 3,2
 [22] Α΄ Προς Τιμόθεον 2,1
 [23] Β΄ Προς Τιμόθεον 2, 22-25
 [24] Β΄ Προς Τιμόθεον 1,11
 [25] Προς Φιλήμονα 1,10
 [26]  Α΄ Προς Κορινθίους 4,15
 [27]  Α΄ Προς Κορινθίους 4,14
 [28]  Α΄ Προς Κορινθίους 4,15
 [29]  Πράξεις των Αποστόλων 20,31
 [30]  Διονύσιος Σολωμός, Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι (από το Β’ Σχεδίασμα)
 [31]  Προς Εφεσίους 6,4
 [32]  Α΄ Προς Κορινθίους 4,16
 [33] Διονύσιος Σολωμός, Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι
[34] Προς Εφεσίους 3,7
 [35]  Β΄ Προς Κορινθίους 13,11

  

  • Newsletter Εγγραφή

    Πόσα μάτια έχει ο άνθρωπος;

footer


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ