SxoliGoneon

AfieromaHristougenna

01a
bottom
01a

bottom

01a

bottom

BioiAgionBioiAgion2

Faneromeni

Εφηβεια«Το μόνο που με απασχολούσε ήταν ν’ αγαπώ και ν’ αγαπιέμαι... Η καρδιά μου δεν μπορούσε πια να διακρίνει το φως της τρυφερότητας από τα σκοτάδια της λαγνείας. Έβραζαν και τα δύο μέσα μου, χωρίς διάκριση».[1]
Η συνάντηση με το άλλο φύλο αποτελεί «έμβλημα» της εφηβείας, σημάδι εισόδου σε αυτή και κριτήριο ώριμης εξόδου. Προετοιμάζεται με την βιολογική μεταβολή που λαμβάνει χώρα, αλλά και με το ψυχολογικό άνοιγμα προς τον άλλο γενικά, με την κίνηση προς συνάντηση των άλλων προσώπων.
Το ενδιαφέρον για το άλλο φύλο και ο έρωτας συνιστούν ένα ψυχοσωματικό γεγονός. Ψυχισμός και σώμα συνδέονται τόσο στενά βέβαια, ώστε να αληθεύουν εκπληκτικά τα προηγούμενα λόγια του αγίου Αυγουστίνου με τα οποία αποτιμά ότι συνέβαινε στα νεανικά του χρόνια. Πράγματι, ο έφηβος βιώνει ένα μείγμα πλατωνικής εξιδανίκευσης και σεξουαλικής έλξης, εγγενούς ανιδιοτέλειας και τολμηρών φαντασιώσεων, ικανό να τον ενθουσιάσει αλλά και να τον ταπεινώσει, να του φέρνει χαρά ανάμικτη με ντροπή.
«Με την ωρίμανση την γεννητικών οργάνων και την εμφάνιση των δευτερογενών χαρακτηριστικών του φύλου συντελείτε μια επαναστατική μεταβολή στην αντίληψη του έφηβου για το σώμα του και η εικόνα του σώματος αναθεωρείται ριζικά».[2] Στην αρχή της εφηβείας οι μεταβολές αυτές προκαλούν αμηχανία και ντροπή· ο έφηβος δεν συμβιβάζεται με αυτές.
Συνακόλουθα αποκτά μεγάλο ενδιαφέρον για το πως φαίνεται στο άλλο φύλο. Ας μη βιαστούμε να το κρίνουμε εγωιστικό· το ψυχολογικό καθρέφτισμα είναι απαραίτητο για την αυτοεκτίμηση και δεν εξαιρείται κανείς από αυτό, ούτε ο έφηβος πού θρησκεύει, δεδομένου ότι δεν αποτελεί ζήτημα αξιών αλλά συναισθηματική ανάγκη. «Το 51% των εφήβων που ανήκαν στην Εκκλησία περνούσαν κάποιο χρόνο κάθε μέρα ή πολύ συχνά με τη σκέψη πως να κάνουν το άλλο φύλο να ενδιαφερθεί γι’ αυτούς. Το 47% εξ ίσου συχνά αναρωτιόταν αν θα μπορέσει να βρει σύντροφο ζωής».[3]
Σε αρμονία με την γενική αμφιθυμία που παρατηρείται στην εφηβεία, το άλλο φύλο δεν προκαλεί μόνο έλξη και γοητεία αλλά γεννά και άγχος. Πρόκειται για το άγχος της εγγύτητας κατά το οποίο ο έφηβος ανησυχεί μήπως ο άλλος δει μέσα του, ανησυχεί για το τι θα δει μέσα του (σε βαθμό ανάλογο με την έλλειψη αυτοεκτίμησης), ανησυχεί μήπως εξαφανιστεί μέσα στον άλλο (πρώιμα άγχη συγχώνευσης). Για τον λόγο αυτό το ζήτημα του έρωτα συναρτάται στενά με την ψυχική ταυτότητα· διαθλάται μέσα από αυτήν και επηρεάζεται από τις επιτυχίες της και τις αποτυχίες της.
Έτσι διαμορφώνονται συμπεριφορές που συχνά φαίνονται ακατανόητες και ενοχλητικές, αλλά απλά είναι αμυντικές, π.χ. στο σχολείο ένα αγόρι ενοχλεί το κορίτσι που του αρέσει. Στην προ εφηβεία και στην αρχή της εφηβείας «το αγόρι συμπεριφέρεται εχθρικά προς τα κορίτσια, τα μειώνει, προσπαθεί να τα αποφύγει, και όταν είναι μαζί κομπάζει και καυχιέται, επιδεικνύεται και μεγαλοποιεί. Στην ουσία αρνείται το άγχος του μάλλον παρά προσπαθεί να κτίσει σχέση μαζί τους».[4]
 Για να έλθει κάποιος αληθινά κοντά στον άλλον χρειάζεται προηγουμένως να «τα έχει βρει με τον εαυτό του». Όπως μας θυμίζει ὁ Erikson, «μόνο μετά την εγκατάσταση ενός εύλογου αισθήματος ταυτότητας είναι εφικτή η πραγματική εγγύτητα με το άλλο φύλο... Ο νέος που δεν είναι βέβαιος για την ταυτότητά του δειλιάζει και φεύγει μακριά από την διαπροσωπική εγγύτητα».[5] Μερικές φορές η σεξουαλικοποίηση της σχέσης είναι ο προσφορότερος τρόπος για να αποφύγει την ψυχική εγγύτητα, οπότε η ελεύθερη ζωή δεν είναι έκλυση ηθών αλλά ψυχική άμυνα.
«Όταν ο νέος δεν πραγματοποιήσει τέτοιες σχέσεις εγγύτητας με τούς άλλους περί το τέλος της εφηβείας η στην αρχική ενήλικη φάση, είτε θα απομονωθεί και θα βρει στην καλύτερη περίπτωση στερεότυπες και τυπικές διαπροσωπικές σχέσεις (τυπικές με την έννοια ότι στερούνται αυθορμητισμού, ζεστασιάς και πραγματικής ανταλλαγής συντροφιάς), είτε θα πρέπει να τις αναζητήσει σε επαναλαμβανόμενες απόπειρες και επαναλαμβανόμενες αποτυχίες. Δυστυχώς πολλοί νέοι παντρεύονται κάτω από τέτοιες συνθήκες, ελπίζοντας να βρουν τον εαυτό τους βρίσκοντας σύντροφο· αλλά, αλλοίμονο, η πρόωρη υποχρέωση να δρουν με ορισμένο τρόπο ως σύζυγοι και γονείς τους δυσκολεύει στη συμπλήρωση του έργου που έχουν να κάνουν με τον εαυτό τους. Προφανώς η αλλαγή συντρόφου σπανίως είναι η απάντηση· μάλλον η απάντηση βρίσκεται στη σοφή ενδοσκόπηση του γεγονότος ότι προϋπόθεση για μια αληθινή δυάδα είναι κάποιος να γίνει πρώτα ο εαυτός του».[6]
Έτσι η συνάντηση με το άλλο φύλο δεν αποτελεί πάντοτε γνήσια ψυχική ανάγκη. Πολύ συχνά εντάσσεται και αυτή στην αγωνιώδη προσπάθεια σχηματισμού ταυτότητας και διόρθωσης των ελλειμμάτων και ελαττωμάτων της, αφού το ανθρώπινο πρόσωπο σε καθοριστικό βαθμό σχηματίζεται μέσω των σχέσεων. «Σε σημαντικό βαθμό ο εφηβικός έρωτας δεν είναι παρά μια απόπειρα να καταλήξει κανείς σε έναν ορισμό της ταυτότητάς του προβάλλοντας την ασαφή εικόνα του εγώ του σε κάποιον άλλον και βλέποντάς την έτσι να αντανακλάται και να διευκρινίζεται βαθμιαία. Γι’ αυτό το λόγο, μεγάλο μέρος του εφηβικού έρωτα περιορίζεται στις συζητήσεις».[7]
Ο ψυχολόγος John Mitchell έχει καταγράψει πάμπολλους ψυχολογικούς παράγοντες της σεξουαλικής συμπεριφοράς, κάτι που αποδεικνύει πως η σεξουαλικότητα δεν αποτελεί απλώς μια σωματική εκτόνωση και ανάγκη, αλλά εμπλέκεται ουσιαστικά στον σχηματισμό ταυτότητας. Άλλα από τα παρακάτω αποτελούν γνήσιες ανάγκες και άλλα προβληματικές.[8]
-Ανάγκη εγγύτητας: προς το τέλος της εφηβείας αναπτύσσεται η ανάγκη να μοιραστούν συναισθήματα, να εμπιστευθούν, να φροντίσουν. Οι σωματικές διαχύσεις γίνονται οι τρόποι έκφρασης αυτών των αναγκών.
-Ανάγκη κυριαρχίας: όταν θέλουν  να ελέγχουν τη σχέση η όταν ελαύνονται από αισθήματα μειονεκτικότητας.
-Ανάγκη υποταγής: το αντίθετο από το προηγούμενο· μπορεί να φθάσει μέχρι την ειδωλοποίηση του άλλου και το χάσιμο του εαυτού.
-Περιέργεια και δοκιμασία ικανότητας: όταν θέλουν να διαπιστώσουν αν είναι σεξουαλικά ικανοί, η όταν θέλουν να δοκιμάσουν τη νέα και συναρπαστική εμπειρία.
-Επιθυμία για πάθος και ένταση: η σεξουαλικότητα τους επιτρέπει να έχουν εμπειρία του εαυτού τους και του άλλου με έντονο τρόπο, καθώς και να αναγνωρίσει κάποιος άλλος τα έντονα συναισθήματά τους. Το πάθος μπορεί να γίνει πηγή αναζωογόνησης, επικύρωσης του εαυτού, και ενίσχυσης του αισθήματος ταυτότητας.
-Ανάγκη για ταύτιση και μίμηση: στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα ο έφηβος ενδέχεται να αισθάνεται ατελής χωρίς σεξουαλική ζωή.
-Επαναστατικότητα και αρνητική ταυτότητα: για μερικούς η σεξουαλική δραστηριότητα γίνεται ο τρόπος να εκφράσουν αρνητικά συναισθήματα προς τους γονείς η άλλους ενήλικες.
Ο Eugene Kennedy προσθέτει και τα εξής κίνητρα σεξουαλικής ζωής: την αποδοχή και επιδοκιμασία των φίλων, την απόδραση από προσωπικά ή οικογενειακά προβλήματα, την έμμεση κραυγή για βοήθεια.[9] Εξ άλλου ὁ Saul Levine θυμίζει μια συχνά εύστοχη διαπίστωση: «Υπάρχει ένα παλιό ρητό πού λέει ότι τα αγόρια χρησιμοποιούν την αγάπη για να πάρουν σεξ και τα κορίτσια χρησιμοποιούν τό σεξ για να πάρουν αγάπη».[10] Να ένας προφανής λόγος που οι προσδοκίες των δύο φύλων είναι ασύμμετρες και συχνά αδυνατούν να συναντηθούν.
«Διαφέρουν αγόρια και κορίτσια στους τρόπους με τους οποίους προσεγγίζουν ζητήματα όπως της οικειότητας και της δέσμευσης; Φαίνεται πως ναι. Οι νέοι συχνά ερμηνεύουν τις πρώτες σεξουαλικές εμπειρίες τους ως μάθηση και πειραματισμό που συμβάλλουν στο αίσθημα αυτοκαθορισμού, παρά ως τρόπο να έλθουν συναισθηματικά κοντά στο άλλο πρόσωπο. Μάλιστα, σε μερικές περιπτώσεις το σεξ μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να μείνουν συναισθηματικά μακριά από την κοπέλα... Από την άλλη πλευρά, οι νέες εκλαμβάνουν πως η δέσμευση θα ακολουθήσει τη σωματική εγγύτητα, πως σεξ και αγάπη αυτομάτως πάνε μαζί. Αυτές οι αποκλίνουσες αντιλήψεις δίνουν λαβή σε σύγχυση, ματαίωση και πόνο...
Μπορούμε να περιγράψουμε τη διαφορά και με τον εξής τρόπο: Τα αγόρια κάνουν πράγματα με τους φίλους τους· όταν συζητούν πρόκειται για μια συνομιλία με περιεχόμενο τη δράση: τι θα κάνουν και πως θα το κάνουν. Το πιο κοντά που μπορούν να έλθουν είναι με πειράγματα και αστεία. Στα κορίτσια οι συνομιλίες είναι διαφορετικές. Συζητούν για το ποιες είναι, πως φαίνονται στους άλλους, πως νοιώθουν αυτές και πως νοιώθουν οι άλλοι-με άλλα λόγια συνομιλούν προσανατολισμένες προς τη σχέση και την οικειότητα. Όταν λοιπόν αρχίζουν οι ρομαντικές σχέσεις τα κορίτσια βρίσκονται πιο μπροστά από τα αγόρια ως προς τη συζήτηση γύρω από τα συναισθήματα, αλλά είναι πιθανό να βρεθούν απροετοίμαστες για την ανικανότητα η και την απροθυμία των αγοριών να εκφράσουν εγγύτητα με τέτοιο τρόπο. Υπάρχουν αξιοσημείωτες ενδείξεις ότι τέτοιες αταίριαστες επικοινωνίες μεταξύ των φύλων δεν αποτελούν μόνο χαρακτηριστικό της  εφηβείας αλλά διαρκούν αρκετά και στην ενήλικη ζωή».[11]
Χρειάζεται να έχουμε πάντα κατά νουν αυτό το σύνθετο πλέγμα ψυχοσωματικών κινήτρων για να κατανοήσουμε τη σεξουαλική ζωή των εφήβων. Φυσικά δεν θα αποτελούσε εξαίρεση και η αυτοϊκανοποίηση, η οποία δεν υπηρετεί απλά μια βιολογική εκτόνωση αλλά διαθέτει και ψυχολογικές λειτουργίες. Για παράδειγμα, παρέχει την αίσθηση ότι ο έφηβος ελέγχει το σώμα του παρά τις μεγάλες αλλαγές του, «παρηγορεί» από το άγχος και τη θλίψη, δίνει διέξοδο στην ανία κ.α. «Η εφηβική ερωτική αυτοϊκανοποίηση γίνεται ο ρυθμιστής της έντασης... και κτίζεται πάνω σε ένα μακρύ ιστορικό αυτοερωτικών αισθημάτων και εμπειριών που φθάνουν μέχρι το αμυδρό παρελθόν της βρεφικής ηλικίας... Η αυτοϊκανοποίηση είναι μια σύνθετη ψυχοσωματική πράξη».[12] Ο κίνδυνος είναι μια αυτοϊκανοποιητική νοοτροπία να αντικαταστήσει την πραγματική συνάντηση με το πρόσωπο του άλλου, κάτι που είναι δυνατό να συμβεί και στον γάμο.
Κατά τον ίδιο τρόπο ψυχολογικά μπορεί να είναι τα κίνητρα για τη σεξουαλική ελευθεριότητα. Ο έφηβος που εμφανίζει μανιακή υπερδραστηριότητα με το σεξ δεν σημαίνει πως είναι διεστραμμένος η έχει έντονες σεξουαλικές ορμές· το πιθανότερο είναι να προσπαθεί να αποφύγει αισθήματα θλίψης, να επιθυμεί να επιβεβαιώσει τον τραυματισμένο ανδρισμό του, να μεταχειρίζεται το σεξ σαν προκάλυμμα για να μην πλησιάσει συναισθηματικά το άλλο πρόσωπο.
Μια σεξουαλική ελευθεριότητα μπορεί να γίνει επικίνδυνη με πολλούς τρόπους. Εδώ οι στάσεις των εφήβων ποικίλλουν. «Υπάρχουν αυξανόμενες ενδείξεις πως οι έφηβοι δεν διακρίνονται πάντα από υψηλό κίνητρο για αντισύλληψη. Ένα χαρακτηριστικό που τους έχει αποδοθεί είναι ο «προσωπικός μύθος»-μια πεποίθηση ότι τίποτε κακό η ανεπιθύμητο (περιλαμβανομένης της εγκυμοσύνης η μιας σεξουαλικά μεταδιδόμενης ασθένειας) δεν θα τους συμβεί».[13] Αλλά ενδέχεται να συμβεί και το αντίθετο: «Μερικές έφηβες εκφράζουν μοιρολατρικές στάσεις, αισθανόμενοι αδύναμοι και ανίκανοι να αλλάξουν την πορεία των γεγονότων της ζωής τους. Αν αισθάνονται ότι να μείνουν έγκυες ή να κολλήσουν μια σεξουαλικά μεταδιδόμενη ασθένεια είναι έξω από τον έλεγχό τους, είναι απίθανο να κινητοποιηθούν έτσι ώστε να πάρουνε προφυλάξεις».[14]

 

Από το νέο βιβλίο του π. Βασιλείου Θερμού
«Ταραγμένη Άνοιξη, Για μια κατανόηση της εφηβείας»,
εκδόσεις ΔΟΜΗ-ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ

________________________________________
[1] Αγίου Αυγουστίνου Εξομολογήσεις, α΄ τόμος, εκδ. Πατάκη, 1997, σ. 150.
[2] Peter Blos On adolescence: a psychoanalytic interpretation. The Free Press, New York , 1962, σ. 195.
[3] Merton Strommen Five cries of youth. HarperSanFrancisco, 2nd revised ed., 1993, σ. 30.
[4] Peter Blos On adolescence a psychoanalytic interpretation. The Free Press, New York , 1962, σ. 60.
[5] Erik Erikson Identity and the life cycle. W.W. Norton & comp., 1980, σ. 101.
[6] ό.π., σ. 101.
[7] Έρικ Έρικσον Η παιδική ηλικία και η κοινωνία, εκδ. Καστανιώτη, 1976, σ. 275.
[8] John Mitchell Some psychological dimensions of adolescent sexuality. Adolescence, n.8, 1972, σ. 447-458.
[9] Eugene Kennedy Sexual counseling. The Seabury Press, 1977, σ. 106.
[10] Saul Levine The myths and needs of contemporary youth. “Adolescent Psychiatry”, vol.14, The University of Chicago Press, 1987, σ. 48-62.
[11] Susan Moore, Doreen Rosenthal Sexuality in Adolescence. Routledge, 1993, σ. 94-95. Ιδιαίτερα έχει ἀσχοληθῆ με το θέμα του διαφορετικού τρόπου λεκτικής επικοινωνίας των δύο φύλων η Debora Tannen σέ διάφορα βιβλία της όπως Γιατί δεν με καταλαβαίνεις; εκδ. Λύχνος, 1990.
[12] Peter Blos On adolescence a psychoanalytic interpretation. The Free Press, New York , 1962, σ. 159.
[13] Susan Moore, Doreen Rosenthal Sexuality in Adolescence. Routledge, 1993, σ. 18.
[14] ό.π. «Για εκείνους τους εφήβους που δεν έχουν αυτοπεποίθηση τέτοια ώστε να αγοράσουν προφυλακτικά ή να επισκεφθούν το γιατρό για να λάβουν αντισυλληπτικά, η προφύλαξη διαγράφεται σαν ανυπέρβλητο εμπόδιο προς διαπραγμάτευση» (ὅ.π.).

  • Newsletter Εγγραφή

    Πόσα μάτια έχει ο άνθρωπος;

footer

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ