Τεύχος 29   24 Ιουνίου 2011

Κυριακή 26 Ιουνίου 2011 – Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Ο Απόστολος
Προς Ρωμαίους επιστολή Παύλου (β΄10–16)

Ἀδελφοί, δόξα καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν, Ἰουδαίῳ τε πρῶτον καὶ ῞Ελληνι· οὐ γάρ ἐστι προσωποληψία παρὰ τῷ Θεῷ. Ὅσοι γὰρ ἀνόμως ἥμαρτον, ἀνόμως καὶ ἀπολοῦνται· καὶ ὅσοι ἐν νόμῳ ἥμαρτον, διὰ νόμου κριθήσονται. Οὐ γὰρ οἱ ἀκροαταὶ τοῦ νόμου δίκαιοι παρὰ τῷ Θεῷ, ἀλλ᾿ οἱ ποιηταὶ τοῦ νόμου δικαιωθήσονται. Ὅταν γὰρ ἔθνη τὰ μὴ νόμον ἔχοντα φύσει τὰ τοῦ νόμου ποιῇ, οὗτοι νόμον μὴ ἔχοντες ἑαυτοῖς εἰσι νόμος, οἵτινες ἐνδείκνυνται τὸ ἔργον τοῦ νόμου γραπτὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, συμμαρτυρούσης αὐτῶν τῆς συνειδήσεως καὶ μεταξὺ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν κατηγορούντων ἢ καὶ ἀπολογουμένων. Ἐν ἡμέρᾳ ὅτε κρινεῖ ὁ Θεὸς τὰ κρυπτὰ τῶν ἀνθρώπων κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ἀπόδοση στη νεοελληνική:

Ἀδελφοί, δόξα καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη διὰ τὸν καθένα ποὺ κάνει τὸ καλόν, διὰ τὸν Ἰουδαῖον πρῶτα καὶ ἐπίσης διὰ τὸν Ἕλληνα, διότι ὁ Θεὸς δὲν μεροληπτεῖ. Ὅσοι ἁμάρτησαν χωρὶς τὸν νόμον, χωρὶς τὸν νόμον καὶ θὰ ἀπολεσθοῦν, καὶ ὅσοι ἁμάρτησαν ἐνῷ ἦσαν ὑπὸ τὸν νόμον θὰ κριθοῦν μὲ τὸν νόμον. Διότι δὲν θὰ δικαιωθοῦν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἐκεῖνοι ποὺ ἀκούουν τὸν νόμον, ἀλλὰ ἐκεῖνοι ποὺ ἐφαρμόζουν τὸν νόμον θὰ κηρυχθοῦν δίκαιοι. Ὅταν οἱ ἐθνικοὶ ποὺ δὲν ἔχουν τὸν νόμον, ἐφαρμόζουν τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἐκ φύσεως, τότε, ἂν καὶ δὲν ἔχουν νόμον, ἔχουν τὸν ἑαυτόν τους διὰ νόμον, διότι ἀποδεικνύουν ὅτι τὸ ἔργον ποὺ ζητεῖ ὁ νόμος εἶναι γραμμένον στὶς καρδιές τους, συγχρόνως δὲ μαρτυρεῖ καὶ ἡ συνείδησίς των, καὶ αἱ σκέψεις των μεταξύ των κατηγοροῦν ἢ καὶ ἀπολογοῦνται, ὅπως θὰ φανῇ τὴν ἡμέραν, ὅταν, σύμφωνα μὲ τὸ εὐαγγέλιόν μου, ὁ Θεὸς θὰ κρίνῃ τὰ κρυφὰ τῶν ἀνθρώπων διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Το Ευαγγέλιο
Κατά Ματθαίον (δ΄ 18-23)

Τῷ καιρῷ εκείνῳ, περιπατῶν ὁ Ἰησοῦς παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ ᾿Ανδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς· καὶ λέγει αὐτοῖς· δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων. Οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ. Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς, Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῶν καταρτίζοντας τὰ δίκτυα αὐτῶν, καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς. Οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ.
Καὶ περιῆγεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ Ἰησοῦς διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.

Απόδοση στη νεοελληνική:

Τον καιρό εκείνο, ὅταν περπατοῦσε κοντὰ εἰς τὴν λίμνην τῆς Γαλιλαίας, εἶδε δύο ἀδελφούς, τὸν Σίμωνα, ὁ ὁποῖος ἐλέγετο Πέτρος, καὶ τὸν Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφόν του, νὰ ρίχνουν δίχτυ εἰς τὴν λίμνην, διότι ἦσαν ψαράδες. Καὶ τοὺς λέγει, «Ἐλᾶτε, ἀκολουθῆστε με, καὶ θὰ σᾶς κάνω ψαράδες ἀνθρώπων». Αὐτοὶ ἐγκατέλειψαν ἀμέσως τὰ δίχτυα καὶ τὸν ἀκολούθησαν. Καὶ ὅταν ἐπροχώρησε ἀπὸ ἐκεῖ, εἶδε ἄλλους δύο ἀδελφούς, τὸν Ἰάκωβον, τὸν υἱὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ τὸν Ἰωάννην τὸν ἀδελφόν του, μέσα σὲ πλοιάριον μαζὶ μὲ τὸν Ζεβεδαῖον, τὸν πατέρα τους, νὰ ἐπισκευάζουν τὰ δίχτυα τους καὶ τοὺς ἐκάλεσε. Αὐτοὶ ἀμέσως ἄφησαν τὸ πλοιάριον καὶ τὸν πατέρα τους καὶ τὸν ἀκολούθησαν.
Ὁ Ἰησοῦς ἐγύριζε ὁλόκληρη τὴν Γαλιλαίαν καὶ ἐδίδασκε εἰς τὰς συναγωγάς των καὶ ἐκήρυττε τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ ἐθεράπευε κάθε ἀσθένειαν καὶ κάθε ἀδυναμίαν εἰς τὸν λαόν.
 
 


ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ

Κυριακή 26 Ιουνίου

Ὁ Ὅσιος Δαβὶδ ἐν Θεσσαλονίκη

Ὁ Ὅσιος Δαβὶδ καταγόταν ἀπὸ τὴ βόρεια Μεσοποταμία, ποὺ ἦταν μεγάλο μοναστικὸ κέντρο, καὶ ἐγεννήθηκε περὶ τὸ 450 μ.Χ. Γιὰ λόγους ποὺ δὲν ἀναφέρονται ἦλθε στὴ Θεσσαλονίκη μαζὶ μὲ τὸ μοναχὸ Ἀδολᾶ. Κατὰ τὸ βιογράφο τους ὁ Ὅσιος εἰσῆλθε ἀρχικὰ στὴ μονὴ τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Θεοδώρου καὶ Μερκουρίου, ἐπιλεγομένη Κουκουλλιατῶν, τῆς ὁποίας ἡ τοποθεσία προσδιορίζεται «ἐν τῷ ἀρκτικῷ μέρει τῆς πόλεως πλησίον τοῦ τείχους ἐν ᾧ ἐστι τὸ παραπόρτιον τῶν Ἀπροΐτων». Τὸ προσωνύμιο «Κουκουλλιατῶν» ἢ «Κουκουλλατῶν» δηλώνει τοὺς μοναχοὺς ποὺ ἔφεραν κουκούλιο, ἴσως κατὰ ἰδιάζοντα τρόπο, ἂν κρίνει κανεὶς ἀπὸ τὶς σωζόμενες ἀπεικονίσεις τοῦ Ὁσίου, δηλαδὴ ριγμένο στοὺς ὤμους. Ἡ θέση τῆς μονῆς πρέπει νὰ ἀναζητηθεῖ βορειοανατολικὰ τῆς Ἀκροπόλεως, ἐκεῖ ὅπου ἀναγνωρίζεται τὸ τοπωνύμιο «Κῆπος τοῦ Προβατᾶ».
Τὰ παραδείγματα τῶν ἁγίων ἀνδρῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἰδιαιτέρως τοῦ Προφήτου καὶ βασιλέως Δαβίδ, ὁ ὁποῖος «τριετῆ χρόνον ᾐτήσατο, ἵνα δοθῇ αὐτῷ χρηστότης καὶ παιδεία καὶ σύνεσις», ὤθησαν τὸν Ὅσιο Δαβὶδ νὰ ἀποφασίσει νὰ καθίσει σὲ δένδρο ἀμυγδαλέας μέχρι ὁ Κύριος νὰ τοῦ ἀποκαλύψει τὸ θέλημά Του καὶ νὰ τοῦ χαρίσει σύνεση καὶ ταπείνωση. Στὸ τέλος τῆς τριετίας ἐμφανίσθηκε στὸν Ὅσιο Ἄγγελος Κυρίου, ὁ ὁποῖος τὸν διαβεβαίωσε ὅτι εἰσακούσθηκε ἡ παράκλησή του καὶ ἡ δοκιμασία του ὡς δενδρίτου ἀσκητοῦ ἔληξε. Ὁ Ἄγγελος τοῦ εἶπε νὰ κατέλθει ἀπὸ τὸ δένδρο καὶ νὰ συνεχίσει τὸν ἀσκητικό του βίο σὲ κελὶ αἰνῶν καὶ εὐλογῶν τὸν Θεό. Ὁ Ὅσιος ἐκοινοποίησε τὴν ὀπτασία αὐτὴ στοὺς μαθητές του, ζητώντας τὴ βοήθειά τους γιὰ τὴν κατασκευὴ τοῦ κελιοῦ. Ἡ εἴδηση γρήγορα ἔφθασε στὸν Ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Δωρόθεο καὶ σὲ ὅλη τὴν πόλη.
Ὅταν ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανὸς μὲ τὴ Νεαρὰ 11, τοῦ 535 μ.Χ., ἀπέσπασε ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ δικαιοδοσία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τὶς βόρειες περιοχὲς τοῦ Ἰλλυρικοῦ καὶ ἀνύψωσε τὴν ἰδιαίτερή του πατρίδα σὲ Ἀρχιεπισκοπή, ὑπὸ τὸν τίτλο τῆς Νέας Ἰουστινιανῆς, Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης ἦταν ὁ Ἀριστείδης, ὁ ὁποῖος ἂν καὶ ἀποδέχθηκε τὴ μεταβολή, προσπάθησε ὅμως νὰ περισώσει τὴν πολιτικὴ σημασία τῆς πόλεως, μὲ τὴν ἐπαναφορὰ τῆς ἕδρας τοῦ ὑπάρχου τοῦ Ἰλλυρικοῦ ἀπὸ τὴν Πρώτη Ἰουστινιανὴ στὴ Θεσσαλονίκη. Ἐνῶ ἡ διάσπαση τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοικήσεως δὲν ἐμείωνε τὴν ἀξία τῆς Θεσσαλονίκης, ἡ μετάθεση τῆς ἕδρας τῆς ὑπαρχίας συνιστοῦσε σοβαρὸ ὑποβιβασμὸ τῆς πόλεως. Τὸ αἴτημα λοιπὸν τῶν Θεσσαλονικέων, καθὼς καὶ ἡ ἐπιθυμία τοῦ ὑπάρχου Δομνίκου, ἦταν ἡ ἐπαναφορὰ τῆς ἕδρας στὴ Θεσσαλονίκη, ἰδέα ποὺ ἐνστερνίσθηκε μὲ ἐνθουσιασμὸ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀριστείδης. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἐζητήθηκε ἡ βοήθεια τοῦ Ὁσίου Δαβὶδ γιὰ τὴ μεταφορὰ τοῦ αἰτήματος στὸν Ἰουστινιανό, διότι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, ὅπως ὁ Βίος ἐξηγεῖ, δὲν μποροῦσε «καταλιπεῖν τὴν πόλιν ἀδιοίκητον» καὶ νὰ μεταβεῖ στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων ὅμως, ἡ προτίμηση τοῦ Ὁσίου Δαβὶδ δείχνει τὴ βαρύτητα, ἀλλὰ καὶ τὶς δυσχέρειες ποὺ
προβλεπόταν ὅτι θὰ συναντοῦσε ἕνα παρόμοιο αἴτημα στὸν Ἰουστινιανό, ὁ ὁποῖος προσφάτως εἶχε τιμήσει τὴν ἰδιαίτερή του πατρίδα, Πρώτη Ἰουστινιανή, μὲ τὶς ἕδρες τῆς νέας Ἀρχιεπισκοπῆς καὶ τῆς ὑπαρχίας. Μετὰ ἀπὸ τόσα χρόνια ἐγκλεισμοῦ ὁ Ὅσιος ἐμφανίσθηκε γιὰ πρώτη φορὰ στὸ φῶς τοῦ ἥλιου. Ἡ μορφή του εἶχε ἀλλάξει. Τὰ μαλλιά του εἶχαν μακρύνει μέχρι τὴν ὀσφὺ αὐτοῦ καὶ τὰ γένεια του μέχρι τοὺς πόδες του, τὸ δὲ ἅγιο πρόσωπό του ἔλαμπε σὰν τὶς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου. Συνοδευόμενος ἀπὸ δύο μαθητές του, τὸν Θεόδωρο καὶ τὸν Δημήτριο, ἀπέπλευσε πρὸς τὴ Βασιλεύουσα. Ἡ φήμη ὅμως τοῦ Ὁσίου εἶχε προτρέξει. Ἔτσι, ὅταν ἔφθασε ἐκεῖ, ὅλη ἡ Πόλη τὸν ὑποδέχθηκε. Ἡ ὑποδοχή του ἀπὸ τὴ Θεοδώρα, σύζυγο τοῦ Ἰουστινιανοῦ, καθὼς καὶ οἱ τιμὲς καὶ ὁ σεβασμός της πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Ὁσίου, προκάλεσαν τὸν θαυμασμὸ ὅλων τῶν παρισταμένων. Ἡ Θεοδώρα ἐκινήθηκε δραστήρια· ἔτσι, ὅταν ἐπέστρεψε ὁ Ἰουστινιανός, ὁ ὁποῖος ἀπουσίαζε σὲ ἐπίσημες ὑποχρεώσεις, ἐφρόντισε νὰ προκαταλάβει τὴ γνώμη του θετικὰ ὑπὲρ τοῦ Ὁσίου Δαβίδ, μὲ ἀποτέλεσμα ὁ αὐτοκράτορας νὰ προσκαλέσει τὸν Ὅσιο ἐνώπιον τῆς συγκλήτου. Ὁ Ὅσιος παρουσιάσθηκε στὴ σύγκλητο κατὰ τρόπο θεαματικὸ κρατώντας στὰ χέρια του φωτιὰ μὲ θυμίαμα ποὺ δὲν κατέκαιγε τὴ σάρκα του. Τὸ παράστημα τοῦ Ὁσίου καθὼς καὶ τὸ προφανὲς θαῦμα ἐπέβαλε σὲ ὅλους κλίμα δέους καὶ κατανύξεως, ὥστε ὁ βασιλέας πρόθυμα ἱκανοποίησε τὸ αἴτημά του μὲ σπουδή.
Κομίζοντας τὰ ἀγαθὰ νέα ὁ Ὅσιος ἀπέπλευσε γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη, τὴν ὁποία ὅμως ἔμελλε μόνο ἀπὸ μακριὰ νὰ ξαναδεῖ, διότι μόλις τὸ πλοῖο παρέκαμψε τὸ ἀκρωτήριο ἐκεῖνος παρέδωσε τὸ πνεῦμά του στὸ Θεό. Τὸ γεγονὸς συνέβη μεταξὺ τῶν ἐτῶν 535 – 541 μ.Χ.
Ἡ εἴδηση τῆς ἀφίξεως τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ Ὁσίου κάτω ἀπὸ τὶς συνθῆκες αὐτὲς συγκλόνισε ὁλόκληρη τὴν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης. Τὸ σκήνωμα τοῦ Ὁσίου Δαβὶδ ἀρχικά κατατέθηκε στὸν τόπο, ὅπου εἶχαν ἀποτεθεῖ παλαιότερα τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν Μαρτύρων Θεοδούλου καὶ Ἀγαθόποδος, στὰ δυτικὰ τοῦ λιμανιοῦ. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀριστείδης μὲ πολλὴ θλίψη ὅρισε πάνδημη κηδεία. Τὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου ἐνταφιάσθηκε στὴ μονή του, τῶν Ἀπροΐτων, σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμία του.
Ἑκατὸν πενήντα χρόνια μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ὁσίου, περὶ τὸ 685 – 690 μ.Χ., ἔγινε μία προσπάθεια γιὰ τὴ διάνοιξη τοῦ τάφου, ὅταν ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς τῶν Ἀπροΐτων Δημήτριος «ἠθέλησεν ἀπὸ πολλὴν πίστιν λαβεῖν τι μέρος ἐκ τοῦ ἁγίου αὐτοῦ λειψάνου». Μόλις ὅμως ἐξεκίνησε ἡ ἐργασία αὐτή, ἡ πλάκα ποὺ ἐκάλυπτε τὸν τάφο ἔσπασε καὶ αὐτὸ ἐθεωρήθηκε ὡς φανέρωση τοῦ θελήματος τοῦ Ὁσίου νὰ μὴ θιγεῖ. Τὸ ἱερὸ λείψανο παρέμεινε στὴν ἀρχική του θέση μέχρι τὴν ἐποχὴ τῶν σταυροφοριῶν. Κατὰ τὴν περίοδο τῆς λατινικῆς κυριαρχίας τοῦ μομφερρατικοῦ οἴκου στὴ Θεσσαλονίκη (1204 – 1222), τὸ ἱερὸ λείψανο μεταφέρθηκε στὴν Ἰταλία καὶ τὸ 1236 ἀπαντᾶται στὴν Παβία, ἀπ’ ὅπου μεταφέρθηκε στὸ Μιλάνο, τὸ 1967.
Τελικά, τὸ σεπτὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου Δαβὶδ μεταφέρθηκε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ κατατέθηκε στὴ βασιλικὴ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου στὶς 16 Σεπτεμβρίου 1978.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς φοῖνιξ ἐξήνθησας, τῶν ἀρετῶν τοὺς καρπούς, ἀσκήσας ὡς ἄσαρκος, ἀμυγδαλῆς ἐν φυτῷ, Δαβὶδ Πάτερ Ὅσιε. Ὅθεν Θεσσαλονίκη, τοῖς ὁσίοις σου πόνοις, χάριν παρὰ Κυρίου, δαψιλῆ καρπουμένη, γεραίρει ὡς μεσίτην σε, θερμὸν πρὸς τὸν Φιλάνθρωπον.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῇ ἀγάπῃ τοῦ Λόγου Πάτερ πτερούμενος, ἐπὶ τοῦ δένδρου διῆλθες ἀγγελικὴν βιοτήν, καὶ ἐξήνεγκας ἡμῖν καρποὺς τῆς χάριτος· ἐξ ὧν τρυφῶντες νοητῶς, ἐκβοῶμέν σοι πιστῶς, Δαβὶδ Ὁσίων ἀκρότης· μὴ διαλίπῃς πρεσβεύων, ἐλεηθῆναι τὰς ψηχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Ὡς μιμητήν, τῶν οὐρανίων τάξεων, καὶ ἀγαθῶν, τῶν ἐπιγείων πάροικον, ἀπαξίως μακαρίζομεν, σὲ ὦ Δαβὶδ θεομακάριστε· τὸν βίον γὰρ ὡς ἄγγελος ἐτέλεσας, καὶ θείων δωρημάτων κατετρύφησας, ἐξ ὧν καὶ ἡμῖν μετάδος Ὅσιε.

Μεγαλυνάριον.
Ἤνεγκας ὡς κλῆμα ἐν τῇ Ἐδέμ, ἑστὼς ὑπὲρ φύσιν, ἐπὶ δένδρου Πάτερ Δαβίδ, βότρυας ἡδίστους, ζωῆς τῆς μακαρίας, δι’ ὧν ἀεὶ εὐφραίνεις, τοὺς σὲ γεραίροντας.

   


Δευτέρα 27 Ιουνίου

Ὁ Ὅσιος Σαμψὼν ὁ Ξενοδόχος

Ὁ Ὅσιος Σαμψὼν ἐγεννήθηκε στὴ Ρώμη, ἀπὸ εὔπορους καὶ εὐσεβεῖς γονεῖς καὶ ἦταν συγγενὴς τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ἐσπούδασε φιλολογία, φιλοσοφία καὶ ἰατρική. Μεταχειρίσθηκε ὅμως τὴν ἰατρικὴ ὄχι σὰν ἐπικερδὲς ἐπάγγελμα, ἀλλὰ γιὰ εὐεργετικοὺς καὶ φιλανθρωπικοὺς σκοπούς. Ὁδηγὸς στὸ βίο του ἦταν ὁ λόγος τοῦ Κυρίου: «Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ἡμῶν οἰκτίρμων ἐστί». Ἔτσι ὁ Ὅσιος Σαμψὼν ἦταν προστάτης ἰατρὸς τῶν φτωχῶν. Τὴν οἰκία του τὴν εἶχε μετατρέψει σὲ νοσοκομεῖο καὶ περιέθαλπε πάσχοντες ἀστέγους.
Ὅταν ἀπέθαναν οἱ γονεῖς του, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ὁ Σαμψὼν συνέχισε τὴν ζωή του στὴν Κωνσταντινούπολη προσευχόμενος στοὺς ναοὺς τῶν Ἁγίων Προφητῶν. Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μηνᾶς (536 – 552 μ.Χ.), βλέποντας τὸ ἔργο καὶ τὴν ἀρετὴ τοῦ Σαμψών, τὸν ἐχειροτόνησε ἱερέα.
Μὲ ὅση περιουσία τοῦ ἀπέμεινε, ὁ Ὅσιος ἔκτισε νοσοκομεῖο, ποὺ ἀναδείχθηκε σὲ φημισμένο φιλανθρωπικὸ ἵδρυμα. Ἡ φήμη του προσείλκυσε τὴν εὔνοια καὶ αὐτοῦ τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ (541 μ.Χ.), τὸν ὁποῖο ἐθεράπευσε ἀπὸ βαριὰ ἀσθένεια. Ὁ αὐτοκράτορας ἀπὸ εὐγνωμοσύνη ἀνακαίνισε τὸν ξενώνα, ποὺ εἶχε καταστραφεῖ ἀπὸ πυρκαγιὰ τὸ 532 μ.Χ., δίνοντάς του τὸ ὄνομα τοῦ ἰατροῦ ποὺ τὸν ἐθεράπευσε.
Ὁ ξενώνας τοῦ Ὁσίου Σαμψὼν κατεῖχε ξεχωριστὴ θέση ἀνάμεσα σὲ ὅλα τὰ νοσηλευτικὰ ἱδρύματα τῆς ἐποχῆς του. Εὑρισκόταν μεταξὺ τῶν ναῶν τῆς Ἁγίας Σοφίας καὶ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης, σύγχρονοι δὲ μελετητὲς τὸν τοποθετοῦν στὰ βόρεια τῆς Ἁγίας Σοφίας. Τὸ Δεκέμβριο τοῦ 536 μ.Χ. καταστράφηκε πάλι ἀπὸ πυρκαγιὰ καὶ ξανακτίσθηκε. Ἡ «Σύνοψις τῶν Βασιλικῶν» στὸ τέλος τοῦ 9ου αἰῶνος μ.Χ. ὅριζε πὼς ὅλα τὰ προνόμια ποὺ εἶχαν δοθεῖ στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Σοφίας στὸν ξενώνα τοῦ ἀειμνήστου Σαμψὼν πρέπει νὰ διατηρηθοῦν. Ὁ Κωνσταντίνος ὁ Πορφυρογέννητος γράφει στὸ ἔργο του «Περὶ Βασιλείου Τάξεως», ὅτι ὁ διευθυντὴς τοῦ ξενῶνος τοῦ Σαμψὼν ἐκρατοῦσε στὴ λιτανεία τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐων τὸ ἕκτο λάβαρο. Ὁ ξενώνας ἐλειτούργησε ἄριστα μέχρι τὸν 13ο αἰώνα καὶ αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Μανουὴλ Φιλῆ (1275 – 1345), ὁ ὁποῖος ἐξέφρασε τὴν εὐχὴ ὁ ἀνιψιὸς τοῦ Μιχαὴλ Η’ Παλαιολόγου νὰ γίνει δεύτερος Σαμψών.
Ὁ Ὅσιος Σαμψὼν ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, σὲ βαθὺ γήρας, στὸν ξενώνα του. Τὸ τίμιο λείψανό του ἐτοποθετήθηκε στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Μωκίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὁ φέρων τὴν μίμησιν, τῶν τοῦ Θεοῦ οἰκτίρμων, ἐνθέου χρηστότητος, ἀναβλυσταίνεις κρουνούς, Σαμψὼν ἱερώτατε· σὺ γὰρ θεομιμήτῳ, ἐλλαμφθεὶς συμπαθείᾳ, ὤφθης τῶν τεθλιμένων, καὶ πασχόντων ἀκέστωρ, παρέχων ἑνὶ ἑκάστῳ, ῥῶσιν καὶ ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως.
Ὡς ἰατρὸν πανάριστον, καὶ λειτουργὸν εὐπρόσδεκτον, οἱ τῇ σορῷ του τῇ θείᾳ προστρέχοντες, Σαμψὼν θεόφρον Ὅσιε, συνελθόντες σε ὕμνοις καὶ ψαλμοῖς ἀνυμνοῦμεν, Χριστὸν δοξάζοντες, τὸν τοιαύτην σοι χάριν, παρέχοντα τῶν ἰάσεων.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις ἀσθενούντων ὁ ἰατρός· χαίροις θλιβομένων, ὁ θερμότατος ἀρωγός· χαίροις τῶν πενήτων, καὶ ξένων ἀντιλήπτωρ, Σαμψὼν Χριστοῦ θεράπον, ἀξιοθαύμαστε.


Τρίτη 28 Ιουνίου

Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ἁγίων Κύρου καὶ Ἰωάννου τῶν Ἀναργύρων καὶ Θαυματουργῶν καὶ τῶν σὺν αὐτοῖς

«Τῇ αὐτῇ ἡμέρα, μνήμη τῆς ἀνακομιδῆς τῶν λειψάνων τῶν Ἁγίων καὶ Θαυματουργῶν Ἀναργύρων Κύρου καὶ Ἰωάννου· καὶ τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Ἀθανασίας καὶ τῶν τριῶν αὐτῆς θυγατέρων καὶ παρθένων Θεοδότης, Θεοκτίστης καὶ Εὐδοξίας».
Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Κύρος καὶ Ἰωάννης, Ἀθανασία, Θεοδότη, Θεοκτίστη καὶ Εὐδοξία († 31 Ἰανουαρίου) ἄθλησαν κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.). Σήμερα ἑορτάζεται ἡ εὕρεση τῶν ἱερῶν λειψάνων αὐτῶν. Ἡ Σύναξή τους ἐτελεῖτο «ἐν τοῖς Φωρακίου καὶ ἐν ταῖς Ἀρκαδιαιναῖς».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας χάριτος, τῇ ἐνεργείᾳ, ἀναβλύζοντα, θαυμάτων ῥεῖθρα, ἀναργύρως τὰ σεπτὰ ἡμῶν λείψανα, ἐκ τῶν λαγόνων τῆς γῆς κόσμῳ ἔλαμψαν, Κῦρε θεόφρον, Ἰωάννη τε ἔνδοξε· ὅθεν ἅπαντες, τὴν τούτων τιμῶντες εὕρεσιν, αἰτοῦμεν δι’ ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. β’. Χειρόγραφον εἰκόνα.
Τὸ μέγα ἰατρεῖον τῆς οἰκουμένης, τὸ ζεῦγος τοῦ Χριστοῦ τὸ πεποθημένον, τοὺς φωστῆρας τοὺς ἐκλάμποντας, ταῖς αὐγαῖς τῶν ἰάσεων, ὑμνήσωμεν πιστοὶ μεγαλοφώνως, ἔνδον τοῦ ναοῦ αὐτὸν βοῶντες· Κῦρος καὶ Ἰωάννης, οἱ χορηγοὶ τῶν θαυμάτων, καὶ ἰατροὶ τῶν νοσούντων, αὐγάζουσι τὰ πέρατα.

Μεγαλυνάριον.
Ρεῖθρα ἰαμάτων παντοδαπῶν, βλύζοντα τῷ κόσμῳ, ἀνεφάνησαν ἐκ τῆς γῆς, ὑμῶν νῦν τὰ σκήνη, Κῦρε καὶ Ἰωάννη, ἐξ ὧν ῥῶσιν τρυγῶμεν, ψυχῆς καὶ σώματος. 
 

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Τριχερούσης

Ἡ ἱερὴ εἰκόνα, μία ἀπὸ τὶς ἀποδιδόμενες κατὰ τὴν παράδοση στὸν Εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ, ἀνήκει στὸν εἰκονογραφικὸ τύπο τῆς Ὁδηγήτριας. Ἡ Παναγία κρατάει ὅμως τὸν Χριστὸ στὸ δεξιό της χέρι. Εἶναι ἑπομένως μία Δεξιοκρατοῦσα, τῆς ὁποίας τὸ πρωτότυπο εὑρισκόταν στὸν προσκυνηματικὸ ναὸ τῶν Ἀβραμιτῶν στὴν Κωνσταντινούπολη, μὲ τὸ ὄνομα Ἀχειροποίητη.
Ἡ πολύτιμη εἰκόνα φυλάσσεται στὴν ἱερὰ μονὴ Χιλανδαρίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Τὰ ἀντίγραφα αὐτῆς εἶναι ἀμέτρητα, κυρίως στὴ Σερβία, στὰ Βαλκάνια καὶ στὴ Ρωσία, ὅπου σημειώνουμε κυρίως ἐκείνη τὴν ὁποία παρήγγειλε ὁ Πατριάρχης Νίκων, τὸ 1663, καὶ ἡ ὁποία ἐτοποθετήθηκε στὴ μονὴ τῆς Ἀναστάσεως, τὴ λεγόμενη «Νέα Ἱερουσαλήμ», κοντὰ στὴ Μόσχα.
Ἡ εἰκόνα εὑρέθηκε στὴ Δαμασκὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ (8ος αἰώνας μ.Χ.) καὶ στὸν ὁποῖο ἔκανε τὸ θαῦμα νὰ τοῦ ἀποκαταστήσει τὸ κομμένο του χέρι. Ὁ Ἅγιος τὴ μετέφερε κατόπιν μαζί του στὴ Λαύρα τοῦ Ἁγίου Σάββα, κοντὰ στὰ Ἱεροσόλυμα, ὄπου διῆλθε τὸ ὑπόλοιπο τοῦ βίου του. Γενόμενος μοναχός, ἔμαθε ἀπὸ τοὺς ἄλλους Πατέρες τῆς Λαύρας ὅτι ὁ Ὅσιος Σάββας († 5 Δεκεμβρίου), πρὶν τὴν κοίμησή του, ἔδωσε ἐντολὴ νὰ στερεώσουν καλὰ κοντὰ στὸν τάφο του τὴν «πατερίτσα», δηλαδὴ τὴ ράβδο του. Προεφήτευσε δέ, ὅτι κάποτε θὰ ἔλθει ὡς προσκυνητὴς στὴ Λαύρα ἕνας βασιλόπαιδας συνώνυμός του, Σάββας δηλαδή, καὶ ὅτι, ὅταν προσκυνήσει τὸν τάφο του, θὰ πέσει κάτω ἡ ράβδος του. Στὸ βασιλόπουλο αὐτὸ παρήγγειλε ὁ Ὅσιος Σάββας νὰ δοθεῖ ὡς εὐλογία ἡ ράβδος του μαζὶ μὲ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Γαλακτοτροφούσης.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, γνωρίζοντας τὰ ἀνωτέρω, κατέλιπε καὶ αὐτὸς μὲ τὴ σειρά του, πρὸ τῆς κοιμήσεώς του, παραγγελία, νὰ λάβει ὁ βασιλόπαιδας αὐτὸς ὡς εὐλογία καὶ τὴν ἱερὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Τριχερούσης.
Ὅταν ἐκοιμήθηκε, τὸ 749 μ.Χ., ἡ εἰκόνα παρέμεινε στὴ Λαύρα μέχρι τὸν 13ο αἰώνα μ.Χ., ὁπότε ὁ ἡγούμενος, τὸ 1217, τὴν ἐδώρισε στὸν Ἀρχιεπίσκοπο Σερβίας Σάββα († 14 Ἰανουαρίου), ὁ ὁποῖος τὴ μετέφερε στὴ μονὴ Χιλανδαρίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
Ἡ εἰκόνα ἑορτάζει, ἐπίσης, στὶς 12 καὶ 18 Ἰουλίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
 


Τετάρτη 29 Ιουνίου

Ὁ Ἅγιος Παῦλος ὁ Ἀπόστολος

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἡ ἡρωικότερη ἀποστολικὴ μορφὴ τῆς πρώτης Χριστιανικῆς περιόδου, ὑπῆρξε ὁ κατ’ ἐξοχὴν Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν, ὁ μοναδικὸς διδάσκαλος καὶ ὁ σπουδαιότερος παιδαγωγὸς τῆς Οἰκουμένης, ὁ ἐκκλησιαστικὸς ἀγωνιστὴς καὺ φυτουργὸς τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζονται μὲ τὸ μεγαλύτερο θαυμασμὸ καὶ ἐξυμνοῦν μὲ τὰ καλύτερα λόγια τὴν προσωπικότητά του, τὸ καταπληκτικὸ ἱεραποστολικὸ ἔργο του καὶ τὴ μοναδικὴ διδασκαλία του. Μάλιστα ὁ κυριότερος ἑρμηνευτής του, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἐκ τῶν κορυφαίων πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, εὔστοχα τὸν χαρακτηρίζει ὡς «τὸν πρῶτον μετὰ τὸν Ἕνα» καὶ συνιστᾶ «μὴ θαυμάζειν μόνον ἀλλὰ καὶ μιμεῖσθαι τὸ ἀρχέτυπον τοῦτο τῆς ἀρετῆς». Ἄριστος γνώστης τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καὶ παιδείας, ἔφερε τὸ ἀληθινὸ φῶς τῆς θεογνωσίας, τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ στὴ Δύση.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐγεννήθηκε στὴν Ταρσὸ τῆς Κιλικίας, μεταξὺ τῶν ἐτῶν 5 – 15 μ.Χ., ἀπὸ Ἰουδαίους γονεῖς τῆς φυλῆς Βενιαμίν, ἡ ὁποία μαζὶ μὲ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα θεωροῦνται οἱ μόνες καθαρὲς φυλές. Κατεῖχε τὴ ρωμαίκὴ ὑπηκοότητα ἀπὸ τὸν πατέρα του, ὁ ὁποῖος ἦταν Ρωμαῖος πολίτης, δικαίωμα τὸ ὁποῖο ἀπέκτησε καὶ ὁ ἴδιος καὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖο φαίνεται ὅτι ὁ κάτοχός του καταγόταν ἀπὸ τὰ ἀνώτερα στρώματα τῆς κοινωνίας τῆς Κιλικίας. Στὸ ἑβραϊκό του ἀρχικὸ ὄνομα Σαοὺλ ἢ Σαῦλος, κατὰ τὴ γνωστὴ τότε συνήθεια τῶν Ἰουδαίων τῆς διασπορᾶς νὰ χρησιμοποιοῦν διπλὴ ὀνομασία, προστέθηκε ἀργότερα δεύτερο ὄνομα – καὶ ὡς Ρωμαῖος πιὰ πολίτης – τὸ χρησιμοποιούμενο στὶς Πράξεις ἑλληνικὸ ἢ ρωμαϊκὸ ὄνομα Παῦλος, ὁμόηχο τοῦ Ἰουδαϊκοῦ Σαῦλος (Σαῦλος – Παῦλος). Ἡ δεύτερη ὀνομασία δὲν ἦταν ἀσυνήθης ἐνέργεια στὶς εὐκατάστατες καὶ ὁπωσδήποτε σημαντικὲς ρωμαϊκὲς οἰκογένειες.
Ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος, ἔχοντας ὑπ’ ὄψιν του κάποια ἀρχαία παράδοση ἀναφέρει ὅτι ὁ Παῦλος καταγόταν ἀπὸ τὰ Γίσχαλα ἢ Κίσχαλα (Gischala) τῆς Γαλιλαίας τῆς Παλαιστίνης, πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι κάποιος, ἐνδεχομένως, ἀπὸ τοὺς προγόνους του καταγόταν ἀπὸ τὰ Κίσχαλα.
Κατὰ τὴν ὄγδοη ἡμέρα ἀπὸ τῆς γεννήσεώς του ὁ Παῦλος περιτμήθηκε, γεγονὸς ποὺ ἀποδεικνύει ὅτι οἱ γονεῖς του ἦταν εὐσεβεῖς καὶ νομοταγεῖς, ἂν καὶ ἦταν ἑλληνιστές, ὅπως καὶ ὁ ἴδιος ὁ Παῦλος ἦταν ἑλληνιστὴς τῆς διασπορᾶς.
Στὴν Ταρσό, ὅπου ἐπέρασε τὰ παιδικά του χρόνια, οἱ γονεῖς του ἐφρόντισαν νὰ ἀποκτήσει τὴν καλύτερη καὶ ἀρτιότερη ἑλληνικὴ μόρφωση, ὅπως ἄλλωστε αὐτὸ ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὶς Ἐπιστολές του. Ἐκεῖ ἔμαθε τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα καὶ ἐδιδάχθηκε γενικότερα τὴν ἑλληνικὴ σκέψη καὶ τὸν τρόπο ζωῆς.
Στὴν πόλη αὐτὴ ἡ Ἰουδαϊκὴ παροικία διατηροῦσε τὰ ἤθη καὶ ἔθιμά της καὶ τὴν κοινωνικὴ ζωή της γύρω ἀπὸ τὴ Συναγωγὴ ποὺ ἦταν τὸ πνευματικὸ κέντρο. Ἡ Συναγωγὴ ἀποτελοῦσε, ἐπίσης, τὸ κέντρο τῆς λατρείας τῆς θρησκείας, τῆς προσευχῆς καὶ τῆς διδαχῆς τοῦ λόγου καὶ τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ. Γαλουχημένος ὁ Παῦλος μέσα σὲ αὐτὸ τὸ περιβάλλον εὐσεβείας ἄκουσε γιὰ τὸ σεβασμὸ στοὺς Πατριάρχες καὶ τοὺς Προφῆτες καὶ ἐδιδάχθηκε γιὰ τὴν τήρηση τοῦ Νόμου μὲ ζῆλο. Μεγαλωμένος σ’ ἕνα τέτοιο αὐστηρὸ θρησκευτικὸ ἰουδαϊκὸ περιβάλλον ὁ Παῦλος ἀπέκτησε βαθιὰ συνείδηση τῆς μεγάλης σημασίας ποὺ εἶχε ἡ τήρηση τοῦ Νόμου γιὰ τὴν ἐπιβίωση τοῦ λαοῦ τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐλπίδα ἀπελευθερώσεώς του ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους. Ἔτσι ἔμαθε τὴ μητρική του γλώσσα καὶ τὰ ἑλληνικὰ γράμματα πιὸ πολὺ σὲ ἰουδαϊκὸ παρὰ σὲ ἑλληνικὸ περιβάλλον καὶ ἡ παίδευσή του καὶ ἡ ὅλη ἀνατροφή του ἦταν αὐστηρὰ ραββινικὴ καὶ ἑβραϊκή. Ἄλλωστε ἡ ἑβραϊκὴ – ἀραμαϊκὴ γλώσσα θὰ πρέπει νὰ ὁμιλεῖτο καὶ στὸ σπίτι του, γιατὶ ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ ἡ εὐχέρειά του νὰ προσφωνήσει ἀργότερα τοὺς συγκεντρωμένους στὰ Ἱεροσόλυμα «τῇ ἑβραΐδι διαλέκτῳ».
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος δὲν ἀρκέσθηκε στὴν παραπάνω ἐλληνικὴ μόρφωση ποὺ ἀπέκτησε στὴ γενέτειρά του Ταρσό, ἀλλὰ ἐπῆγε στὰ Ἱεροσόλυμα, γιὰ νὰ τὴ συμπληρώσει μὲ σπουδὲς τοῦ Νόμου κοντὰ σὲ σοφοὺς ραββίνους τῆς Ἱερουσαλήμ, πρωτεύουσας τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ. Ἡ ἀπόφασή του νὰ μεταβεῖ στὰ Ἱεροσόλυμα δείχνει ἀφ’ ἑνὸς τὴ συντηρητικότητα τοῦ θρησκευτικοῦ περιβάλλοντος ἀπὸ τὸ ὁποῖος προερχόταν καὶ ἀκόμη τὴν πρόθεσή του νὰ γνωρίσει πληρέστερα καὶ καλύτερα τὸ Νόμο, ὡς καταγόμενος ἀπὸ τὸν Ἰουδαϊσμὸ τῆς διασπορᾶς καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν οἰκονομικὴ δυνατότητα τῆς οἰκογένειάς του. Μάλιστα στὶς Πράξεις ἀναφέρεται ὅτι στὰ Ἱεροσόλυμα ὑπῆρχε ἀνιψιὸς τοῦ Παύλου, υἱὸς τῆς ἀδελφῆς του. Φαίνεται ὅτι ὁ Παῦλος εἶχε ἔγγαμη ἀδελφὴ ἐγκατεστημένη στὰ Ἱεροσόλυμα, στὴν οἰκία τῆς ὁποίας ἴσως διέμενε ὁ ἴδιος κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἐκεῖ σπουδῶνμ του. Καὶ αὐτός, ἐνδεχομένως, νὰ ὑπῆρξε καὶ ἕνας ἀκόμη λόγος ἢ ὁ κύριος λόγος νὰ μεταβεῖ στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ συμπληρωματικὲς σπουδές.
Στὰ Ἱεροσόλυμα ὁ Παῦλος σπούδασε παρὰ τοὺς πόδας τοῦ συνετοῦ φαρισαίου διδασκάλου Γαμαλιὴλ (πρεσβυτέρου ἐγγονοῦ τοῦ Χιλλέλ), ὁ ὁποῖος ἦταν «τίμιος παντὶ τῷ λαῷ» καί, κατὰ τὸ Ταλμούδ, ἦταν γνώστης τῆς ἑλληνικῆς φιλολογίας καὶ ἐνεθάρρυνε τὶς ἑλληνικὲς σπουδές. Ἀπὸ αὐτὸν τὸ φαρισαῖο διδάσκαλό του Γαμαλιήλ, ὁ Παῦλος ἐδιδάχθηκε, ὅσο λίγοι, τὴν ἰουδαϊκὴ θεολογία καὶ ἔτσι τὸ ὕφος του, ἡ θεολογικὴ μέθοδος καὶ ἡ χρήση τῆς Γραφῆς τὸν ἐμφανίζουν ραββῖνο τῆς πιὸ αὐστηρῆς καὶ καθαρῆς μορφῆς· ἐνωρὶς ἐντάχθηκε στὴν τάξη τῶν Φαρισαίων, ἂν βέβαια δὲν ἀνῆκε σ’ αὐτὴν ἀπὸ τοὺς γονεῖς του, καὶ ἔγινε ζηλωτὴς καὶ βαθὺς γνώστης ὄχι μόνο θεωρητικὰ ἀλλὰ καὶ πρακτικὰ τῶν πιὸ σπουδαίων καὶ σημαντικῶν ζητημάτων τοῦ Νόμου. Ἔτσι διέθετε ὅλα τὰ ἀπαραίτητα ἐφόδια ἑνὸς ἄριστα καταρτισμένου νομοδιδασκάλου καὶ ἐπιδέξιου χειριστοῦ τῆς ραββινικῆς διαλεκτικῆς. Στὰ Ἱεροσόλυμα ἐκτὸς ἀπὸ τὶς παραπάνω σπουδές του ἔμαθε καὶ τὴν τέχνη τοῦ σκηνοποιοῦ ποὺ τὸν ἐβοήθησε ἀργότερα, ἀσκώντας την, νὰ συντηρεῖται καὶ νὰ μὴν ἐπιβαρύνει τοὺς πιστοὺς τῶν Ἐκκλησιῶν στὶς ὁποῖες ἐκήρυττε: «καὶ διὰ τὸ ὁμότεχνον εἶναι ἔμενε παρ’ αὐτοῖς καὶ ἠργάζετο». Ἡ ἐκμάθηση τέχνης ἀποτελοῦσε συνήθεια τῶν Ἰουδαίων λογίων καὶ μάλιστα τῶν ραββίνων ἀλλὰ καὶ ὑποχρέωσή τους γιὰ νὰ ἐξασφαλίζουν τὴ συντήρησή τους.
Ὁ Παῦλος διακρινόταν γιὰ τὸ ζῆλο στὸ ἔργο του, τὴν ἀγαθότητα τῶν προθέσεών τουκαὶ τὶς φυσικὲς ἱκανότητες, ἀλλὰ καὶ τὴν εὐρύτητα τοῦ πνεύματος, τὴν ἀνησυχία καὶ δυναμικότητά του, προσόντα τὰ ὁποῖα ἀνέμεναν στὴν κατάλληλη στιγμὴ νὰ ἀξιοποιηθοῦν. Αὐτὴ ἡ ἐμπνευσμένη καὶ δυναμικὴ προσωπικότητα ἔγινε τελικὰ τὸ ὄργανο τῆς θείας Χάριτος καὶ ἐχρησιμοποιήθηκε γιὰ τὴν πραγματοποίηση τοῦ θείου σχεδίου. Ἄλλωστε μέσα στὸ στάδιο τῆς θείας βουλῆς τόσο οἱ ἀνθρώπινες ἱκανότητες ὅσο καὶ γενικότερα ὁ ἀνθρώπινος παράγοντας κατευθύνονται μέσα στὴν πορεία τῆς ἱστορίας τῆς ἀνθρωπότητας καὶ καθοδηγοῦνται στὴν ἐπίτευξη τοῦ σκοποῦ τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου καὶ τῶν ἀνθρώπων. Ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ δὲν ἄφησε τὴν ἱκανὴ αὐτὴ προσωπικότητα νὰ συνεχίσει νὰ στρέφεται ἐναντίον τῶν πιστῶν τοῦ Εὐαγγελίου.
Μαρτυρίες ὅτι ὁ Παῦλος ἐγνώρισε κατ’ ἄνθρωπον τὸν Κύριο δὲν ἔχουμε, ἐκτὸς ἀπὸ κάποιο ὑπαινιγμὸ τοῦ ἰδίου: «εἰ δὲ καὶ ἐγνώκαμεν κατὰ σάρκα Χριστόν, ἀλλὰ νῦν οὐκέτι γινώσκομεν». Φαίνεται ὅμως ὅτι ἐπισκέφθηκε τὰ Ἱεροσόλυμα μετὰ τὸ 30 μ.Χ.
Κατὰ τὸ μαρτυρικὸ θάνατο τοῦ Πρωτομάρτυρος Στεφάνου «νεανίας» ἀκόμη ἐφύλαγε τὰ ροῦχα ποὺ ἀπέθεσαν στὰ πόδια του ἐκεῖνοι ποὺ ἐλιθοβόλησαν τὸν Πρωτομάρτυρα: «καὶ οἱ μάρτυρες ἀπέθεντο τὰ ἱμάτια αὐτῶν παρὰ τοὺς πόδας νεανίου καλουμένου Σαύλου».
Μὲ τὸ ὅραμα τῆς Δαμασκοῦ, κατὰ ὑπερφυσικὸ καὶ μοναδικὸ τρόπο, ὁ Χριστὸς τὸν ἐκάλεσε στὸ ἔργο τοῦ κηρύγματος τοῦ Εὐαγγελίου. Ἡ ἐμφάνιση ὅμως αὐτὴ δὲν ἦταν μία ὑποκειμενικὴ ἀντίληψη τοῦ Παύλου, ἀλλὰ ἕνα γεγονὸς ἀντικειμενικὸ καὶ ἱστορικό, καθὼς συνάγεται τοῦτο καὶ ἀπὸ τὴ σημασία ποὺ τοῦ ἀποδίδει ὁ ἴδιος ὁ Παῦλος. Τὸν ξεχωρίζει ἀπὸ τὶς ἄλλες ἀποκαλύψεις καὶ ὀπτασίες, ποὺ κατὰ καιροὺς εἶχαν γίνει σ’ αὐτὸν ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν ἁρπαγή του μέχρι τοῦ τρίτου οὐρανοῦ γιὰ τὴν ὁποία, ὅπως ὁμολογεῖ, δὲν ἦταν βέβαιος ἂν ἦταν σωματικὴ ἢ ὄχι. Ἀντιθέτως, γιὰ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Ἰησοῦ στὸ ὄραμα τῆς Δαμασκοῦ εἶναι ἀπόλυτα βέβαιος ὅτι ὑπῆρξε σωματική, καὶ μάλιστα τὴν συναριθμεῖ μὲ τὶς λοιπὲς ἐμφανίσεις τοῦ Κυρίου, ποὺ ἔγιναν στοὺς Ἀποστόλους κατὰ τὶς 40 ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὴν Ἀνάληψή Του καὶ τὴν προβάλλει, βεβαιώνοντας ἔτσι ὅτι καὶ αὐτὸς εἶδε τὸν Κύριο.
Συγκεκριμένα, στὶς Πράξεις ἀναφέρεται ὅτι, ἐνῶ ὁ Παῦλος ἐπορεύετο ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ στὴ Δαμασκό, γιὰ νὰ συλλάβει ἄνδρες καὶ γυναῖκες Χριστιανοὺς καὶ νὰ τοὺς ὁδηγήσει δεμένους στὴν Ἱερουσαλήμ, ξαφνικὰ ἄστραψε ἕνα φῶς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ ὁ Παῦλος ἔπεσε καταγῆς καὶ ἄκουσε μία φωνὴ νὰ τοῦ λέγει: «Σαούλ, Σαούλ, γιατὶ μὲ καταδιώκεις;». Καὶ ὁ Παῦλος ἐρώτησε: «Ποιός εἶσαι Κύριε;». Καὶ ὁ Κύριος τοῦ ἀπάντησε: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Ἰησοῦς, τὸν ὁποῖο ἐσὺ καταδιώκεις. Ὅμως σήκω τώρα καὶ πήγαινε στὴν πόλη, ὅπου ἐκεῖ θὰ σοῦ ποῦν τί πρέπει νὰ κάνεις». «Οἱ ἄνδρες ποὺ τὸν συνόδευαν ἔμειναν κατάπληκτοι, γιατὶ ἐνῶ ἄκουγαν τὴ φωνὴ δὲν ἔβλεπαν κανένα». Μόνο ὁ Παῦλος εἶδε τὸν Κύριο, ἐνῶ οἱ συνοδοί του ἀντελήφθηκαν ὅτι κάτι τὸ ἔκτακτο συνέβη. Ἔτσι τὸ γεγονὸς τῆς θείας ἐμφανίσεως καὶ φωνῆς εἶναι καὶ ἀντικειμενικὰ μαρτυρημένο. Τελικά, σύμφωνα μὲ τὶς ὁδηγίες, ὁδήγησαν τὸν Παῦλο στὴ Δαμασκὸ καὶ ἐκεῖ γιὰ τρεῖς ἡμέρες ἔμεινε τυφλός, χωρὶς νὰ φάει καὶ νὰ πιεῖ τίποτε. Στὴ Δαμασκὸ τὸν ἐπισκέφθηκε κάποιος μαθητὴς ὀνόματι Ἀνανίας, ὁ ὁποῖος παρὰ τὶς ἐπιφυλάξεις ποὺ εἶχε γιὰ τὸν Παῦλο, λόγῳ τῆς φήμης του ὡς διώκτου τῶν Χριστιανῶν, καὶ ὑπακούοντας στὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου: «Πορεύου, ὄτι σκεῦος ἐκλογῆς μοί ἐστιν οὗτος τοῦ βαστάσαι τὸ ὄνομά μου ἐνώπιον ἐθνῶν... ἐγὼ γὰρ ὑποδείξω αὐτῷ ὄσα δεῖ αὐτὸν ὑπὲρ τοῦ ὀνόματός μου παθεῖν», ἔθεσε τὰ χέρια του ἐπάνω στὸν Σαῦλο καὶ τοῦ εἶπε: «Ἀδελφέ, ὁ Κύριος ποὺ σοῦ φανερώθηκε στὸ δρόμο, μὲ ἔστειλε γιὰ νὰ ξαναβρεῖς τὸ φῶς σου καὶ νὰ φωτισθεῖς ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα». Ἀμέσως ἐκαθάρισαν τὰ μάτια του, ξαναβρῆκε τὸ φῶς, ἐσηκώθηκε, ἐβαπτίσθηκε καί, ἀφοῦ ἔφαγε, ἐνδυναμώθηκε. Ἐκεῖ ἐδέχθηκε τὴν κατήχηση τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀσφαλῶς ἀναθεώρησε καθ’ ὁλοκληρίαν τῆ φαρισαϊκὴ ἑρμηνεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ τὴν ὅλη συγκρότησή του, σύμφωνα πλέον μὲ τὴ νέα ἐντολὴ ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τὸν Κύριο. Στὴ συνέχεια μετέβη στὴν Ἀραβικὴ ἔρημο, στὸ βασίλειο τῶν Ναβαταίων, νότια τῆς Δαμασκοῦ, παρ’ ὅτι τοῦτο δὲν ἀναφέρεται ρητῶς στὶς Πράξεις, προκειμένου πιθανὸν νὰ ἀποφύγει τοὺς διῶκτες του καὶ ἀργότερα ξαναγύρισε στὴ Δαμασκό, ὅπου ἄρχισε τὸ κηρυκτικὸ ἔργο του γιὰ μία τριετία: «ἀλλ’ ἀπῆλθον εἰς Ἀραβίαν καὶ πάλιν ὑπέστρεψα εἰς Δαμασκόν».
Στὴ Δαμασκὸ ἔμεινε μερικὲς ἡμέρες μὲ τοὺς Μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐκήρυττε στὶς Συναγωγὲς ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, γεγονὸς ποὺ προκάλεσε τὴν κατάπληξη σὲ ὅλους ὅσοι τὸν ἄκουαν καὶ ἀποροῦντες ἔλεγαν: «Αὐτὸς δὲν εἶναι ἐκεῖνος ποὺ κατεδίωκε στὴν Ἱερουσαλὴμ ὅσους πίστευαν στὸν Ἰησοῦ καὶ γι’ αὐτὸ τὸ σκοπὸ δὲν ἔχει ἔλθει ἐδῶ γιὰ νὰ τοὺς συλλάβει καὶ νὰ τοὺς ὁδηγήσει δεμένους στοὺς Ἀρχιερεῖς;».
Ἀντίθετα ὁ Παῦλος ἐνισχυόταν πιὸ πολὺ καὶ προκαλοῦσε σύγχυση στοὺς Ἰουδαίους τῆς Δαμασκοῦ μὲ τὸ κήρυγμά του, ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Μεσσίας. Ὕστερα ἀπὸ μερικὲς ἡμέρες οἱ Ἰουδαῖοι κατέληξαν τελικὰ στὴν ἀπόφαση νὰ τὸν θανατώσουν καὶ γι’ αὐτὸ παραφύλαγαν τὶς πύλες ἐξόδου ἡμέρα καὶ νύκτα. Ἡ ἐχθρότητα καὶ ἡ ἀπόφαση αὐτὴ τῶν Ἰουδαίων, τὴν ὁποία ἐπληροφορήθηκε, ἀνάγκασαν τὸν Παῦλο νὰ ἐγκαταλείψει τὴ Δαμασκό.
Ἐναντίον τοῦ Παύλου ὑποχρεώθηκε νὰ κινηθεῖ καὶ ὁ βασιλιὰς τῶν Ναβαταίων, ὕστερα ἀπὸ καταγγελίες τῶν Ἰουδαίων τῆς Δαμασκοῦ. Φεύγοντας ἀπὸ τὴ Δαμασκὸ ὁ Παῦλος κατέφυγε στὴν Ἱερουσαλὴμ (37 – 38 μ.Χ.), γιὰ νὰ γνωρίσει τοὺς Ἀποστόλους καὶ τὸν Πέτρο, κοντὰ στοὺς ὁποίους παρέμεινε δεκαπέντε ἡμέρες καὶ στὸ διάστημα αὐτὸ δὲν εἶδε κανέναν ἄλλον ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους παρὰ μόνο τὸν Ἰάκωβο «τὸν ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου», ὅπως λέγει ὁ ἴδιος, καὶ παρ’ ὅτι προσπαθοῦσε νὰ προσκολληθεῖ στοὺς Μαθητές, ἐκεῖνοι ἦσαν ἐπιφυλακτικοὶ μαζί του, ἐπειδὴ τὸν ἐφοβοῦνταν ὡς διώκτη τους. Τελικά, ὅπως ἀναφέρεται στὶς Πράξεις, τὸν παρέλαβε ὁ Βαρνάβας, ὁ ὁποῖος τὸν ὁδήγησε στοὺς ἄλλους Ἀποστόλους καὶ διηγήθηκε τὸ θαῦμα τῆς μεταστροφῆς του, «πῶς ἐν τῇ ὁδῷ εἶδε τὸν Κύριο», ὁ Κύριος ἐλάλησε σ’ αὐτὸν καὶ πὼς εἶχε τώρα τὴν παρρησία νὰ κηρύττει τὸν Ἰησοῦ. Ἔτσι ἔγινε δεκτὸς καὶ ἄρχισε νὰ συναναστρέφεται τοὺς Μαθητὲς καὶ νὰ κηρύττει μὲ θᾶρρος τὸν Ἰησοῦ. Καὶ ἐδῶ ὅμως οἱ ἑλληνόφωνοι Ἐβραῖοι – ἑλληνιστές ἐπεδίωξαν νὰ τὸν θανατώσουν. Ἀλλὰ μόλις τὸ ἐπληροφορήθηκαν οἱ ἀδελφοὶ, τὸν ὁδήγησαν στὴν Καισάρεια καὶ ἀπὸ ἐκεῖ τὸν ἐφυγάδευσαν στὴν πατρίδα του τὴν Ταρσό. Στὶς Πράξεις ἀναφέρεται ὅτι ὁ Κύριος ἐμφανισθεὶς «ἐν ἐκστάσει» τοῦ εἶπε: «Σπεῦσον καὶ ἔξελθε ἐν τάχει ἐξ Ἱερουσαλὴμ διότι οὐ παραδέξονταί σου τὴν μαρτυρίαν περὶ ἐμοῦ». Προηγουμένως, ὄπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἴδιος, «ἦλθε στὰ μέρη τῆς Συρίας καὶ Κιλικίας» κηρύττοντας τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὴ ὅμως τὴν κηρυκτική του δραστηριότητα στὰ μέρη αὐτά, ποὺ πρέπει νὰ ἦταν σημαντική, δὲν ἔχουμε κάποιες πληροφορίες οὔτε καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο, ἐκτὸς ἀπὸ φῆμες ποὺ εἶχαν οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεὸ γι’ αὐτό.
Στὴν γενέτειρά του Ταρσὸ τὸν ἀνεζήτησε ἀργότερα ὁ Βαρνάβας καὶ τὸν μετέφερε στὴν Ἀντιόχεια, γιὰ νὰ συνεχίσουν ἐκεῖ τὸ ἔργο τῆς διαδόσεως τοῦ Εὐαγγελίου καὶ νὰ ἐνισχύσουν τοὺς ἐκεῖ ἀδελφούς. Στὴν Ἀντιόχεια ὡς γνωστόν, ὀνομάσθηκαν οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ γιὰ πρώτη φορὰ «Χριστιανοί». Ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια ἐταξίδεψαν καὶ πάλι στὰ Ἱεροσόλυμα (43 – 44 μ.Χ.), γιὰ νὰ μεταφέρουν βοηθήματα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀντιοχείας, στοὺς πτωχοὺς ἀδελφοὺς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἱερουσαλήμ, ποὺ ὑπέφεραν ἀπὸ τὴν πείνα ἐπὶ Κλαυδίου Καίσαρος. Καὶ ἀφοῦ ἐξεπλήρωσαν τὴν ἀποστολή τους, ἐπέστρεψαν πάλι στὴν Ἀντιόχεια παίρνοντας μαζί τους καὶ τὸν Ἰωάννη, τὸν ἐπονομαζόμενο Μᾶρκο.
Ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια ἄρχισε ἡ Α’ Ἀποστολικὴ περιοδεία (44 – 45 μ.Χ. ἢ 47 – 48 μ.Χ.) κατὰ τὸν ἑξῆς χαρακτηριστικὸ τρόπο: καθὼς προσεύχονταν σὲ κάποια λειτουργικὴ σύναξη μερικοὶ προφῆτες καὶ διδάσκαλοι μαζὶ μὲ τοὺς Βαρνάβα καὶ Παῦλο, καὶ μετὰ ἀπὸ κάποια χαρισματικὴ ἀποκάλυψη, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶπε νὰ ξεχωρίσουν τοὺς Βαρνάβα καὶ Παῦλο γιὰ τὸ ἔργο γιὰ τὸ ὁποῖο τοὺς εἶχε καλέσει.
Γιὰ τὴν πρώτη Ἀποστολικὴ περιοδεία μᾶς πληροφοροῦν οἱ Πράξεις. Ἀρχηγὸς τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς ἦταν ὁ Βαρνάβας καὶ αὐτὴ περιελάμβανε τὴ Σελεύκεια, ὁλόκληρη τὴν Κύπρο, τὴν Πέργη τῆς Παμφυλίας, τὴν Ἀντιόχεια τῆς Πισιδίας καὶ τὶς πόλεις τῆς Λυκαονίας μέχρι τὸ Ἰκόνιο, τὰ Λύστρα καὶ τὴ Δέρβη.
Στὴν Ἀντιόχεια ὁ Παῦλος πρότεινε στὸν Βαρνάβα νὰ ἀρχίσουν τὴ Β’ Ἀποστολικὴ περιοδεία (τέλος 48 μ.Χ. – ἀρχές 52 μ.Χ. ἢ 48/49 – 51/52 μ.Χ.) καὶ νὰ ἐπισκεφθοῦν ξανὰ τὶς Ἐκκλησίες ποὺ εἶχαν ἱδρύσει κατὰ τὴν πρώτη περιοδεία τους καὶ νὰ στηρίξουν τοὺς πιστοὺς τῶν Ἐκκλησιῶν αὐτῶν. Ὀ μὲν Βαρνάβας, παίρνοντας μαζί του τὸν Ἰωάννη – Μᾶρκο, ἐπῆγε στὴν Κύπρο, ὁ δὲ Παῦλος ἐπῆρε γιὰ συνοδό του τὸν Σίλα καὶ μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ περιόδευσαν τὴ Συρία καὶ Κιλικία, στηρίζοντας τοὺς πιστοὺς τῶν Ἐκκλησιῶν τῶν περιοχῶν αὐτῶν. Ἀπὸ ἐκεῖ ἔφθασαν στὶς πόλεις Δέρβη καὶ Λύστρα, ἀπ’ ὅπου ὁ Παῦλος παρέλαβε μαζί του τὸν Τιμόθεο, τὸν ὁποῖο περιέτεμε γιὰ τοὺς Ἰουδαίους, ἐπειδὴ ἦταν ἑλληνιστής, καὶ συνέχισαν τὴν περιοδεία τους. Κατόπιν διέσχισαν τὴ Φρυγία καὶ τὴ Γαλατικὴ χώρα, ὅπου ὅμως παρέμειναν ἀναγκαστικὰ λόγῳ ἀσθενείας τοῦ Παύλου καὶ ἔτσι ἐκήρυξε καὶ ἐκεῖ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ μὲ ἐπιτυχία. Μὲ ὑπόδειξη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ ὁποῖο τοὺς ὁδηγοῦσε σ’ ὅλη τὴν πορεία, πορεύθηκαν βορειοδυτικὰ καὶ κατέληξαν στὴν Τρωάδα.
Εὑρισκόμενοι στὴν Τρωάδα καὶ ἐνῶ πιθανὸν διαλογιζόταν ὁ Παῦλος ἂν ἔπρεπε νὰ περάσει στὴν ἀντίπερα ἀκτή, γιὰ νὰ κηρύξει τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ στὴ Μακεδονία καὶ Ἑλλάδα, σὲ εὐρωπαϊκὸ πιὰ ἔδαφος, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο τὸν καθοδήγησε καὶ πάλι. Ἐμφανίσθηκε κάποιος ἄνδρας Μακεδόνας κατ’ ὄναρ «παρακαλῶν αὐτὸν καὶ λέγων διαβὰς εἰς Μακεδονίαν βοήθησον ἡμῖν». Τὸ ὅραμα αὐτὸ ὁ Παῦλος τὸ ἐθεώρησε ὡς θεία κλήση γιὰ νὰ κηρύξει τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ σὲ εὐρωπαϊκὸ ἔδαφος καὶ γι’ αὐτὸ ἀνεχώρησε ἀπὸ τὴν Τρωάδα, συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν Σίλα καὶ Τιμόθεο στοὺς ὁποίους προστέθηκε καὶ ὁ ἰατρὸς Λουκᾶς, καὶ μέσῳ Σαμοθράκης τὴν ἑπομένη ἔφθασαν στὴ Νεάπολη καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στοὺς Φιλίππους, ὅπου ἐκήρυξαν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ ἔχοντας καλὰ ἀποτελέσματα, ἀφοῦ προσείλκυσαν πολλοὺς Χριστιανούς. «Ἐξήλθομεν ἔξω τῆς πόλεως παρὰ τὸν ποταμόν, οὐ ἐνομίζετο προσευχὴ εἶναι» καὶ ἐκεῖ συνάντησαν τὶς σεβόμενες τὸν Θεὸ γυναῖκες πρὸς τὶς ὁποῖες ὁ Παῦλος ὁμίλησε μὲ ἀποτέλεσμα μία ἀπὸ αὐτές, ἡ πορφυρόπωλις Λυδία, νὰ δεχθεῖ τὸ φωτισμὸ τοῦ Κυρίου, νὰ βαπτισθεῖ μαζὶ μὲ ὅλη τὴν οἰκογένειά της καὶ μὲ ἐπίμονες παρακλήσεις νὰ πείσει τοὺς Ἀποστόλους νὰ μείνουν στὸ σπίτι της. Ἐκεῖ ὁ Παῦλος ἐθεράπευσε τὴ μαντευομένη παιδίσκη, ποὺ ἀπέδιδε πολλὰ κέρδη στοὺς κυρίους της, οἱ ὁποῖοι καὶ κατήγγειλαν τὸ γεγονὸς στὶς ἀρχές, μὲ ἐπακόλουθο τὴ σύλληψη τοῦ Παύλου καὶ τῶν συνοδῶν του, μὲ τὴν κατηγορία ὅτι διαταράσσουν τὴν πόλη, κηρύττοντας ἰδέες καὶ ἤθη ξένα στοὺς Ρωμαίους. Ἀποτέλεσμα τῆς δίκης ἦταν νὰ καταδικασθοῦν σὲ σκληροὺς ραβδισμοὺς καὶ σὲ ἐγκλεισμὸ στὴ φυλακή. Ἀλλὰ οἱ προσευχὲς καὶ οἱ δοξολογίες τῶν φυλακισμένων καθὼς καὶ ἕνας ἰσχυρὸς σεισμὸς εἶχαν ὡς συνέπεια νὰ ἀνοίξουν οἱ πόρτες τοῦ δεσμωτηρίου καὶ νὰ λυθοῦν τὰ δεσμὰ τῶν φυλακισμένων. Τοῦτο ἀνησύχησε τὸ δεσμοφύλακα, ὁ ὁποῖος ἀποπειράθηκε νὰ σκοτωθεῖ, ἐπειδὴ ἐνόμισε ὅτι οἱ φυλακισμένοι ἐδραπέτευσαν, ἀλλ’ ἡ παρέμβαση τοῦ Παύλου ὄχι μόνο τοῦ ἔσωσε τὴ ζωή, ἀλλὰ τὸν ἐκατήχησε καὶ ἐβάπτισε αὐτὸν καὶ ὅλη τὴν οίκογένειά του. Στὴ συνέχεια οἱ στρατηγοὶ τῆς πόλεως διέταξαν τὴν ἀπελευθέρωση τῶν Ἀποστόλων, ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ Παῦλος ἐπικαλέσθηκε τὴν ἰδιότητα τοῦ Ρωμαίου πολίτου, ποὺ εἶχε, ἦλθαν οἱ ἴδιοι καὶ τοὺς παρεκάλεσαν νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν πόλη. Πράγματι ὁ Παῦλος καὶ ἡ συνοδεία του, ἀφοῦ συνάντησαν τοὺς λίγους πιστοὺς στὴν οἰκία τῆς Λυδίας καὶ εὐχαρίστησαν τὸν Θεό, ἀνεχώρησαν μέσῳ Ἀμφιπόλεως καὶ Ἀπολλωνίας γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη καὶ τὴ Βέροια. Τὴν πρώτη Ἐκκλησία τῆς Θεσσαλονίκης ἀπετέλεσαν ἀρχικὰ μερικοὶ μὲν Ἰουδαῖοι, περισσότεροι δὲ ἀπὸ τοὺς «σεβομένους» Ἕλληνες καὶ κυρίως πολλὲς γυναῖκες τῆς ἀνώτερης κοινωνικῆς τάξεως τῆς πόλεως «γυναικῶν τε τῶν πρώτων οὐκ ὀλίγαι». Ἡ παράδοση διέσωσε μεταξὺ τῶν πρώτων Χριστιανῶν τῆς Θεσσαλονίκης μερικὰ ὀνόματα, ὅπως ὁ Ἰάσων, ὁ Ἀρίσταρχος, ὁ Σεκοῦνδος, ὁ Γάιος, Θεσσαλονικεῖς συνεργάτες τοῦ Παύλου.
Τὸ κήρυγμα τοῦ Παύλου στὴ Θεσσαλονίκη δὲν ἦταν χωρὶς δυσκολίες καὶ ἀντιδράσεις. Ὅπως συνέβη στοὺς Φιλίππους, ὅπου κατηγορήθηκαν ὁ Παῦλος καὶ οἱ συνοδοί του ἐνώπιον τοῦ δήμου καὶ τῶν στρατηγῶν ὡς ταραχοποιοὶ καὶ ὡς διδάσκοντες γιὰ θεωρίες ποὺ ἀντιβαίνουν τὰ ρωμαϊκὰ ἤθη, ἔτσι καὶ τώρα στὴ Θεσσαλονίκη ἡ ἐπιτυχία τοῦ κηρύγματος τοῦ Παύλου ἐνόχλησε τοὺς Ἰουδαίους ποὺ δὲν ἐπίστεψαν, γιατὶ ἔβλεπαν ὅτι σημαντικὸς ἀριθμὸς Θεσσαλονικέων Ἰουδαίων προσχωροῦσε στὴ νέα πίστη καὶ ἐγίνονταν Χριστιανοὶ καὶ γι’ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ ἀντιδράσουν μὲ κάθε τρόπο. Ὁ πιὸ ἀποτελεσματικὸς τρόπος ἦταν νὰ ἐξουδετερώσουν τὸν Παῦλο καὶ τοὺς συνοδούς του χρησιμοποιώντας τὴ βαρύτερη κατηγορία. Ἐπεχείρησαν δηλαδὴ νὰ τοὺς ἐμφανίσουν ὅτι στρέφονται ἐναντίον τῶν ρωμαϊκῶν ἀρχῶν καὶ τοὺς ἀπέδωσαν τὶς κατηγορίες τῆς ἐσχάτης προδωσίας καὶ τῆς στάσεως ἐναντίον τῶν ἀρχῶν τοῦ κράτους. Πρὸς τοῦτο «προσλαμβανόμενοι τῶν ἀγοραίων ἄνδρας τινὰς πονηροὺς καὶ ὀχλοποιήσαντες ἐθορύβουν τὴν πόλιν» προεκάλεσαν ὀχλοκρατικὲς ἐκδηλώσεις καὶ ταραχὲς μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀναστατώσουν τὴν πόλη. Ἀναζήτησαν τὸν Παῦλο καὶ τοὺς συνεργάτες του, γιὰ νὰ τοὺς ὁδηγήσουν ἐνώπιον τῶν ἀρχῶν τῆς πόλεως. Ὅμως οἱ Χριστιανοί, ἄγρυπνοι καὶ ἀνήσυχοι, παρακολουθοῦσαν τὶν κινήσεις τῶν ἀντιτιθέμενων Ἰουδαίων καὶ τῶν ἀρχῶν καὶ ἔλαβαν ἔγκαιρα τὰ μέτρα τους γιὰ τὴ διάσωση τῶν Ἀποστόλων. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ διῶκτες του, ἀφοῦ δὲν εὑρῆκαν τὸν Παῦλο καὶ τοὺς συνοδούς του, κατευθύνθηκαν στὴ συνέχεια στὸ σπίτι τοῦ Ἰάσονος, γιὰ τὸν ὁποῖο εἶχαν πληροφορηθεῖ ὅτι τοὺς εἶχε προσφέρει φιλοξενία καὶ ἐργασία.
Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ κατάσταση ἐξακολουθοῦσε νὰ εἶναι σοβαρὴ καὶ πολὺ κρίσιμη γιὰ τὸν Παῦλο καὶ τοὺς συνοδούς του, γι’ αὐτὸ «οἱ ἀδελφοὶ εὐθέως διὰ νυκτὸς ἐξέπεμψαν τὸν Παῦλον καὶ Σίλαν εἰς Βέροιαν» συνοδευομένους ἀπὸ μιὰ ὁμάδα Χριστιανῶν Θεσσαλονικέων γιὰ τὴν ἀσφαλέστερη πορεία τους μέχρι τὴ Βέροια καὶ τὴν ἐγκατάστασή τους σὲ γνωστὸ καὶ ἀσφαλὲς περιβάλλον.
Στὸ ὀλιγόχρονο διάστημα τῆς παραμονῆς τῶν Ἀποστόλων στὴ Βέροια, ὁ Παῦλος μὲ τοὺς συνοδούς του ἐπῆγαν στὴ Συναγωγὴ τῶν Ἰουδαίων, ὅπου καὺ συνέχισαν ἐκεῖ τὸ κήρυγμά τους. Καὶ στὴ Βέροια ἀκολουθήθηκε ἡ ἴδια τακτικὴ ποὺ εἶχε ἐφαρμοσθεῖ στοὺς Φιλίππους καὶ στὴ Θεσσαλονίκη· προεκάλεσαν καὶ ἐκεῖ ταραχὲς «σαλεύοντες καὶ ταράσσοντες τοὺς ὄχλους» καὶ τοὺς ἐξήγειραν ἐναντίον τῶν Ἀποστόλων, ὁπότε ἀναγκάσθηκαν οἱ Βεροιεῖς, γιὰ νὰ διασώσουν τὸν Παῦλο, νὰ τὸν φυγαδεύσουν, ὁδηγώντας τον σὲ κάποιο παραθαλάσσιο μέρος, ἴσως στὴ Μεθώνη, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἀνεχώρησε γιὰ τὴν Ἀθήνα.
Φεύγοντας ἀπὸ τὴ Μεθώνη διὰ θαλάσσης ὁ Παῦλος ἔφθασε στὴν Ἀθήνα καὶ κατὰ τὴ συνήθη τακτική του ἐπικοινώνησε μὲ τοὺς ὀλίγους Ἰουδαίους στὴ Συναγωγὴ καθὼς καὶ μὲ τοὺς προσηλύτους τῆς πόλεως. Στὴν ἀγορὰ τῆς πόλεως, στὴν ὁποία συνήθιζαν τότε νὰ συχνάζουν οἱ διάφοροι φιλόσοφοι καὶ διδάσκαλοι, συνάντησε μερικοὺς ἀπ’ αὐτοὺς καὶ συζήτησε μαζί τους τὸ μήνυμα τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων καὶ τὴ λύτρωση τοῦ κόσμου. Φαίνεται ὅτι αὐτοὶ ἀρχικὰ εὑρῆκαν ἐνδιαφέρουσα τὴ συζήτηση μὲ τὸν Παῦλο καὶ τοῦ ἐζήτησαν νὰ ἀναπτύξει τὴ διδασκαλία του ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ποὺ ἦταν καὶ ὁ ὑπεύθυνος γιὰ τὰ θρησκευτικὰ θέματα καὶ τὰ ἤθη τῆς πόλεως. Πράγματι, ὁ Παῦλος, παίρνοντας ὡς βάση τὴ λατρεία τῶν Ἑλλήνων πρὸς τὸν Ἄγνωστο Θεὸ καὶ λαμβάνοντας ὑπ’ ὄψιν τὶς ἐπικρατοῦσες τότε ἰδέες τῶν Στωικῶν δεχομένων, ὅπως ἀναφέρεται στὶς Πράξεις, ὅτι: «ἐν αὐτῷ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν», κατ’ ἀρχὴν έλεγξε τὴν πλάνη τους γιὰ τὴ λατρεία τῶν εἰδώλων καὶ ἔπειτα τοὺς ὁμίλησε γιὰ τὸν ἀληθινὸ καὶ ζῶντα Θεό, τὸν Λυτρωτὴ Ἰησοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπεστάλη ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ κηρύξει μετάνοια καὶ ἄφεση ἁμαρτιῶν. Αὐτὸν τὸν Ἰησοῦ, ὁ ὁποῖος ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν, ὅρισε ὁ Θεὸς νὰ κρίνει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ζῶντες καὶ νεκρούς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀναστηθοῦν κατὰ τὴν ἡμέρα ἐκείνη τῆς κρίσεως ὅλης τῆς οἰκουμένης καὶ ἀνάλογα μὲ τὰ ἔργα τους θὰ τύχουν αἰώνιας ζωῆς ἢ κολάσεως. Ἀλλὰ τὸ κήρηγμα αὐτὸ τοῦ Παύλου γιὰ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καὶ τὴ μέλλουσα κρίση προκάλεσε τὴν ἔντονη ἀντίδραση τῶν Ἀθηναίων καὶ ἄλλοι τὸν εἰρωνεύθηκαν ἀπροκάλυπτα καὶ ἄλλοι τοῦ εἶπαν μᾶλλον ἀδιάφορα ὅτι: «θὰ σὲ ἀκούσουμε ἄλλη φορά». Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ κήρυγμά του εἶχε πολὺ πτωχὰ ἀποτελέσματα· ἀπὸ τοὺς Ἀθηναίους ἐπίστευσαν πολὺ λίγοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης καὶ μία γυναίκα ὀνόματι Δάμαρις.
Στενοχωρημένος ὁ Παῦλος ἐγκατέλειψε τὴν Ἀθήνα, ἀφοῦ τὸ κήρυγμά του δὲν εἶχε τὴν ἐπιτυχία τῶν ἄλλων πόλεων ποὺ εἶχε ἐπισκεφθεῖ πρίν, καὶ ἔφθασε στὴν Κόρινθο. Εὑρῆκε ἐκεῖ ἕνα ζευγάρι Ἰουδαίους, τὸν Ἀκύλα καὶ τὴν Πρίσκιλλα, ποὺ μόλις εἶχαν ἔλθει ἀπὸ τὴν Ἰταλία ἀφοῦ ὁ Κλαύδιος ἔδιωξε τοὺς Ἰουδαίους ἀπὸ τὴ Ρώμη καί, ἐπειδὴ ἦταν καὶ αὐτοὶ ὁμότεχνοι, ἔμεινε στὸ σπίτι τους. Καὶ στὴν Κόρινθο ὁ Παῦλος ἄρχισε τὸ κήρυγμά του ἀπὸ τὴ Συναγωγή, ὅπως συνήθιζε πάντα, μὲ ἁπλὰ ὅμως λόγια αὐτὴ τὴ φορὰ καὶ χωρὶς τὶς φιλοσοφικὲς ἐκεῖνες ἰδέες ποὺ ἀνέπτυξε στοὺς Ἀθηναίους. Τοὺς μίλησε μόνο γιὰ τὸν «Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τοῦτον ἐσταυρωμένον». Ἐπειδὴ ὅμως καὶ ἐδῶ οἱ Ἰουδαῖοι ἀντέδρασαν στὸ κήρυγμα τοῦ Παύλου καὶ δὲν θέλησαν νὰ ἀποδεχθοῦν τὸ περιεχόμενό του, ὁ Παῦλος ἐστράφηκε πρὸς τοὺς ἐθνικούς, «καὶ μεταβὰς ἐκεῖθεν ἦλθεν εἰς τὴν οἰκίαν τινὸς ὀνόματι Τιτίου Ἰούστου, σεβομένου τὸν Θεόν, οὗ ἡ οἰκία ἦν συνομοροῦσα τῇ συναγωγῇ», ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἐπίστεψαν πολλοὶ καὶ ἐβαπτίσθησαν· μεταξὺ αὐτῶν δὲ ἦταν καὶ ὁ ἀρχισυναγωγὸς Κρίσπος καὶ ὅλοι οἱ οἰκεῖοι του. Μάλιστα ὁ Κύριος ἀπεκάλυψε στὸν Παῦλο «δι’ ὁράματος ἐν νυκτί... μὴ φοβοῦ, ἀλλὰ λάλει καὶ μὴ σιωπήσης, διότι ἐγώ εἰμι μετὰ σοῦ, καὶ οὐδεῖς ἐπιθήσεταί σοι τοῦ κακῶσαί τε, διότι λαὸς ἐστί μοι πολὺς ἐν τῇ πόλει ταύτῃ». Γι’ αὐτὸ καὶ παρέμεινε στὴν Κόρινθο «ἐνιαυτὸν καὶ μῆνας ἕξ» διδάσκοντας στοὺς Κορινθίους τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ βοηθούμενος στὸ ἔργο του ἀπὸ τοὺς Τιμόθεο καὶ Σίλα, ποὺ ἐπέστρεψαν ἐν τῷ μεταξὺ ἀπὸ τὴ Βέροια, φέρνοντες εὐχάριστα νέα γιὰ τὴ στερέωση τῆς πίστεως τῶν Χριστιανῶν τῆς Θεσσαλονίκης καὶ Βεροίας. Αὐτὰ τὰ νέα ἔδωσαν τὴν εὐκαιρία στὸν Παῦλο νὰ γράψει τὶς δύο πρὸς Θεσσαλονικεῖς ἐπιστολές του. Τὸ κήρυγμα τοῦν Παύλου στὴν Κόρινθο εἶχε καρποφόρα ἀποτελέσματα, πράγμα ποὺ προκάλεσε τὴν ἀγανάκτηση τῶν Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι τὸν κατηγόρησαν στὸ Ρωμαῖο ἀνθύπατο Γαλλίωνα. Ὁ Γαλλίων ὅμως μὴ ἐπιθυμῶν νὰ ἀναμιχθεῖ σὲ ζητήματα «περὶ λόγου καὶ ὀνομάτων καὶ νόμου», τοὺς ἔδιωξε.
Ὕστερα ἀπὸ μερικὲς ἀκόμα ἡμέρες παραμονῆς του στὴν Κόρινθο ὁ Παῦλος ἀνεχώρησε μαζὶ μὲ τοὺς συνοδούς του Ἀκύλα καὶ Πρίσκιλλα γιὰ τὴ Συρία, μὲ πρῶτο σταθμὸ τὴν Ἔφεσο, στὴν ὁποία ἔμεινε λίγο χρόνο, παρὰ τὶς παρακλήσεις τῶν πιστῶν της νὰ μείνει περισσότερο κοντά τους. Ἀπὸ τὴν Ἔφεσο ἔφθασε στὴν Καισάρεια καὶ κατέληξε στὴν Ἀντιόχεια, ἀφοῦ προηγουμένως ἀνέβηκε στὴν Ἱερουσαλὴμ νὰ χαιρετήσει τὴν ἐκεῖ κοινότητα τῶν πιστῶν.
Στὴν Ἔφεσο, ὅταν ἔφθασε ὁ Παῦλος, κατὰ τὴν Τρίτη ἀποστολικὴ περιοδεία (ἄνοιξη 52 – ἄνοιξη 57 μ.Χ.), ἄρχισε τὸ κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἐνισχύσεως τῶν πιστῶν, καταδεικνύοντας τὴ θεία προέλευση καὶ ἀλήθεια τῆς διδασκαλίας του ἀκόμη καὶ μὲ τὰ θαύματα ποὺ ἐπιτελοῦσε, θεραπεύοντας ἀσθενεῖς καὶ δαιμονιζομένους.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τελικὰ ἀνεχώρησε γιὰ τὰ Ἱεροσόλυμα συνοδευόμενος ἀπὸ μερικοὺς μαθητὲς ἀπὸ τὴν Καισάρεια. Οἱ Ἰουδαῖοι, ποὺ φαίνεται ὅτι ἐπερίμεναν τὸν Παῦλο, ξεσηκώθηκαν ἐναντίον του καὶ μόλις κατόρθωσε νὰ διασωθεῖ ἀπὸ βέβαιο θάνατο ἀπὸ τὸ Ρωμαῖο χιλίαρχο Κλαύδιο Λυσία. Αὐτὸς τὸν παρέπεμψε μὲ συνοδεία καὶ σχετικὴ ἐπιστολὴ στὸ Ρωμαῖο Διοικητὴ τῆς Καισαρείας Φήλικα, ὁ ὁποῖος τὸν ἐκράτησε φυλακισμένο δύο χρόνια (57 – 59). Τὸν Φήλικα διαδέχθηκε ὁ Φῆστος καὶ οἱ Ἰουδαῖοι ἐζήτησαν τότε ἀπ’ αὐτὸν νὰ τοὺς παραδώσει τὸν Παῦλο, γιὰ νὰ τὸν δικάσουν αὐτοὶ στὰ Ἱεροσόλυμα. Βλέποντας ὁ Παῦλος ὅτι ἀντιμετωπίζει βέβαιο θάνατο, ἔκανε χρήση τοῦ δικαιώματος τοῦ Ρωμαίου πολίτου καὶ ἐζήτησε νὰ δικασθεῖ ἀπὸ τὸν Καίσαρα, πράγμα ποὺ ἔγινε δεκτό.
Στὴ Ρώμη ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔμεινε μία ὁλόκληρη διετία (60 – 62 μ.Χ. ἢ 59 – 61 μ.Χ.) φυλακισμένος σὲ ἰδιαίτερη ἐνοικιασμένη οἰκία, ὅπου μποροῦσε νὰ δέχεται ὅλους ὅσοι ἤθελαν νὰ τὸν ἐπισκεφθοῦν, νὰ κηρύττει τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ διδάσκει γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ μὲ παρρησία καὶ χωρὶς μεγάλα ἐμπόδια. Στὸ διάστημα αὐτὸ τῆς παραμονῆς του στὴ Ρώμη ὁ Παῦλος ἔγραψε τὴν πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολὴ καθὼς καὶ τὶς λεγόμενες Ἐπιστολὲς αἰχμαλωσίας.
Γιὰ τὴν παραπέρα πορεία καὶ δραστηριότητα τοῦ Παύλου, τὴν τέταρτη ἀποστολικὴ περιοδεία (62 – 65 μ.Χ. ἢ 61 – 64 μ.Χ.), οἱ πληροφορίες εἶναι πενιχρὲς καὶ ἔμμεσες καὶ δὲν συμφωνοῦν ἀπόλυτα. Ἀπὸ τὶς σποραδικὲς ἀναφορὲς καὶ τοὺς ὑπαινιγμοὺς τῶν Πράξεων, ἀπὸ κάποιες εἰδήσεις τῆς ἀρχαίας ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως ὅπως τοῦ Κλήμεντος Ρώμης, τοῦ Μορατορίου Κανόνος, τοῦ Εὐσεβείου Καισαρείας, τοῦ Ἰωάννου Χρυσοστόμου, τοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας, τοῦ Θεοδωρήτου Κύρου, τοῦ Ἁγίου Ἱερωνύμου καὶ ἀπὸ τὶς μαρτυρίες τῶν Ποιμαντικῶν Ἐπιστολῶν, συνάγεται ὅτι ὁ Παῦλος μετὰ τὴν ἀπαλλαγή του ἀπὸ τὴ δίκη στὴ Ρώμη, ἐταξίδεψε «μέχρις ἐσχάτων τῆς Δύσεως». Τοῦτο κατὰ τὴ μαρτυρία τοῦ Κλήμεντος Ρώμης σημαίνει, κατὰ τὴν ἐκτίμηση μερικῶν, μέχρι τὴν Ἰσπανία. Σύμφωνα μὲ τὶς Ποιμαντικὲς Ἐπιστολές, κατὰ τὴν Δ’ Ἀποστολικὴ περιοδεία ὁ Παῦλος ἐπισκέφθηκε τὴν Ἔφεσο, τὴ Μακεδονία, τὴν Κρήτη, τὴ Νικόπολη, τὴν Τρωάδα, τὴ Μίλητο καὶ τὴν Κόρινθο, πιθανὸν καὶ τὶς Ἐκκλησίες τῶν Κολοσσῶν, Ἱεραπόλεως, Λαοδικείας, ἐκπληρώνοντας παλαιὰ ὑπόσχεσή του πρὸς τὸν Φιλήμωνα καὶ τοὺς Κολοσσαεῖς, γιὰ νὰ γνωρίσει καὶ προσωπικὰ τοὺς πιστοὺς τῶν Ἐκκλησιῶν αὐτῶν ποὺ δὲν εἶχε συναντήσει μέχρι τότε.
Ἡ σύλληψη καὶ μεταφορὰ τοῦ Παύλου στὴ Ρώμη ἔγινε μεταξὺ τῆς ἀνοίξεως καὶ τοῦ θέρους τοῦ 65 μ.Χ. Οἱ συνθῆκες τῆς δεύτερης αὐτῆς φυλακίσεώς του ἦσαν ὁπωσδήποτε διαφορετικὲς ἀπὸ τὴν πρώτη. Εἶχε ἀσφαλῶς ὀλιγότερες ἐλευθερίες γιὰ νὰ τὸν ἐπισκέπτονται οἱ φίλοι του, ὅπως ὁ Ὀνησιφόρος, ὁ Εὔβουλος καὶ Πούδης, ὁ Λίνος καὶ ἡ Κλαυδία καὶ ἄλλοι, καὶ οἱ συνεργάτες του Κρήσκης, Τίτος, Λουκᾶς, Τυχικός. Φαίνεται ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῆς φυλακίσεώς του αὐτῆς ἔγραψε τὴ Β’ πρὸς Τιμόθεον Ἐπιστολή, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ κύκνειο ἄσμα του, ἀφοῦ μετὰ ἀπὸ τὴ φυλάκισή του αὐτὴ ὁδηγήθηκε στὸ μαρτυρικὸ θάνατό του.
Ὁ ἀκριβὴς χρόνος τοῦ θανάτου τοῦ Παύλου δὲν εἶναι γνωστός, ἐλλείψει συγκεκριμένων πληροφοριῶν, τὶς ὁποῖες ὅμως ἀναπληρώνει ἡ ἀρχαία ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ἡ ὁποία συνδέει τὸ μαρτυρικὸ θάνατο τοῦ Παύλου μὲ τὸ μαρτυρικὸ θάνατο τοῦ Πέτρου καὶ ἀναφέρει σχετικὰ μόνο ὅτι οἱ δύο Ἀπόστολοι ἐμαρτύρησαν κατὰ τὸ διωγμὸ τοῦ Νέρωνος, χωρὶς νὰ προσδιορίζει τὸν ἀκριβὴ χρόνο τοῦ μαρτυρίου τους. Ἐξ ἄλλου ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς 29ης Ἰουνίου ὡς «γενεθλίου» ἡμέρας τους δὲν δηλώνει τὴν ἡμέρα τοῦ μαρτυρίου τους, ἀλλὰ τὴν καθιέρωση τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τῆς μνήμης τους, τὸ 258 μ.Χ., ἴσως λόγῳ τῆς ἀνακομιδῆς τῶν λειψάνων τους. Τὸ πιθανότερο εἶναι ὁ Παῦλος νὰ ἐμαρτύρησε στὰ τέλη περίπου τοῦ ἔτους τῆς συλλήψεώς του, τὸ 65 μ.Χ. ἢ τὸ ἀργότερο στὶς ἀρχὲς τοῦ 66 μ.Χ. Τὸν ἐξετέλεσαν μὲ ξίφος κοντὰ στὴν «περιοχὴ τοῦ Λικινίου», παρὰ τὴν Ὀστία ὁδό, σὲ τόπο ὀνομαζόμενο «Σωτήριο Νερό», ποὺ σήμερα εἶναι γνωστὸς ὡς Μονὴ τῶν «Τριῶν Πηγῶν». Ἐκεῖ κοντὰ καὶ τὸν ἐνταφίασαν. Στὸν τόπο τῆς Ταφῆς ὁ Ἀνίκητος τοῦ ἀνήγειρε «νεκρικὸ τρόπαιο», ποὺ πιθανὸν περικλειόταν σὲ κάποιο μεγαλύτερο κτίσμα.
Ἕνας ἀπὸ τοὺς σκληρότερους χριστιανομάχους αὐτοκράτορες ἦταν ὁ Πόπλιος Λικίνιος Οὐαλεριανὸς (253 – 259 μ.Χ.). Ὅταν ἀνέλαβε τὴν ἐξουσία, ἐμεθόδευσε συστηματικώτερα τοὺς διωγμούς. Ἐστράφηκε κατὰ τοῦ κλήρου, τῆς λατρείας, τῆς περιουσίας καὶ τῶν κοιμητηρίων τῆς Ἐκκλησίας. Τὰ μέτρα του ἐφαρμόσθηκαν περὶ τὸ 257 μ.Χ. μὲ πραγματικὴ ἀγριότητα. Θανατώνει τοὺς Ἐπισκόπους, κατεδαφίζει ναούς, δημεύει περιουσίες, ἀπαγορεύει τὶς συνάξεις στοὺς τόπους ταφῆς τῶν Χριστιανῶν. Ὁ διάδοχος τοῦ μαρτυρήσαντος, τὸ 257 μ.Χ., Ἐπισκόπου Ρώμης Στεφάνου, Ἕλληνας Ἐπίσκοπος Σίξτος Β’ (257 – 2258 μ.Χ.), γιὰ νὰ προλάβει σκύλευση τῶν τάφων τῶν δύο Ἀποστόλων, κάνει κρυφὰ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν ἁγίων λειψάνων τους ἀπὸ τὰ μνημεῖα – τρόπαιά τους, πιθανῶς στὶς 29 Ἰανουαρίου τοῦ 258 μ.Χ., καὶ τὰ μεταφέρει στὸ κοιμητήριο ποὺ εἶναι σήμερα γνωστὸ ὡς Κατακόμβη τοῦ Ἁγίου Σεβαστιανοῦ. Ἔτσι ἡ ἡμερομηνία αὐτὴ διατηρήθηκε ὡς σήμερα κοινοῦ ἑορτασμοῦ τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, ὄχι πλέον σὲ ἀνάμνηση τῆς καταθέσεως τῶν τιμίων λειψάνων, ἡ ὁποία εἶχε λησμονηθεῖ ἀπὸ τὸ λαό, ἀλλ’ ὡς γενέθλιος ἡμέρα, δηλαδὴ ὡς ἑορτὴ τοῦ μαρτυρίου τους.
Μετὰ τὸ 260 μ.Χ., ὁ νέος αὐτοκράτορας Γαληνὸς (259 – 268 μ.Χ.) ἦταν περισσότερο ἐπιεικής. Ἐσταμάτησε τὶς ἀπάνθρωπες σκληρότητες καὶ ἐπέστρεψε τοὺς ναοὺς καὶ τὰ κοιμητήρια. Ἡ λατρεία ἀναπτύσεται στὸ νέο τόπο ταφῆς τῶν Ἀποστόλων. Ἐπάνω ἀπὸ τὴν Κατακόμβη του ἱδρύεται τὸ ἀρχαιότερο Μαρτύριο τῆς Ρώμης. Ἔτσι, στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ., ἡ ἑορτὴ τῶν Πρωτοκορυφαίων τιμᾶται στὴ Ρώμη σὲ τρεῖς τόπους. Στὸ Βατικανὸ ὁ Πέτρος, στὴν ὁδὸ τῆς Ὠστίας ὁ Παῦλος καὶ οἱ δύο μαζὶ στὶς Κατακόμβες.
Ὅταν ἡ Ἐκκλησία ἀπέκτησε τὰ πολιτικά της δικαιώματα (313 μ.Χ.), ὁ Ἐπίσκοπος Ρώμης Σιλβέστρος (315 – 335 μ.Χ.) ἐξασφάλισε τὴν ὑποστήριξη τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου γιὰ τὴν ἀνοικοδόμηση Μαρτυρίων στοὺς τόπους ἀθλήσεως καὶ ἀρχικῆς ταφῆς τῶν Ἀποστόλων. Τὰ ἐγκαίνια τῶν πρώτων κτισμάτων γύρω ἀπὸ τοὺς τάφους τῶν Ἀποστόλων γίνονται ταυτοχρόνως στὸ Βατικανὸ καὶ στὴν ὁδὸ πρὸς τὴν Ὠστία στὶς 18 Νοεμβρίου τοῦ 324 μ.Χ. μὲ τὴ μετακομιδὴ τῶν λειψάνων τους ἀπὸ τὴν Κατακόμβη τοῦ Ἁγίου Σεβαστιανοῦ στοὺς τόπους ἀρχικῆς ταφῆς. Μόνο οἱ Τίμιες Κάρες τῶν Ἀποστόλων ἐκρατήθηκαν στὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Ἐπισκόπου τῆς Ρώμης, τὸ ναὸ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ τοῦ Λατερανοῦ, σημερινὸ Ἅγιο Ἰωάννη. Ἐκεῖ παραμένουν μέχρι σήμερα, ἐπάνω ἀπὸ τὴν κεντρικὴ Ἁγία Τράπεζα, μέσα σὲ κιβώρια.
Ἡ Κωνσταντίνεια βασιλικὴ τοῦ Βατικανοῦ, παρὰ τὶς πολλὲς ἐπισκευὲς λόγῳ τῶν καταστροφῶν ποὺ τὶς προξένησαν οἱ βαρβαρικὲς ἐπιδρομὲς τοῦ 5ου καὶ 6ου αἰῶνος μ.Χ., παρέμεινε δώδεκα αἰῶνες κέντρο προσκυνηματικῆς εὐσεβείας. Ἦταν πεντάκλιτη βασιλική, μὲ 90 μέτρα μῆκος καὶ 65 μέτρα πλάτος. Ἡ Ἀναγέννηση κατέστρεψε τὸν πάνσεπτο αὐτὸ ναὸ καὶ στὴ θέση του ἔκτισε τὸν ἀχανὴ καὶ βαρὺ σημερινὸ Ἅγιο Πέτρο (1626). Στὴν ὁδὸ πρὸς τὴν Ὠστία ἱδρύθηκε ἀρχικὰ μικρὴ τρίκλιτη βασιλική, τὴν ὁποία ἐπεξέτειναν τὸ 386 μ.Χ. οἱ αὐτοκράτορες Οὐαλεντιανὸς Β’, Θεοδόσιος καὶ Ἀρκάδιος σὲ πεντάκλιτη καὶ τὴν ἐγκαινίασε, τὸ 390 μ.Χ., ὁ Πάπας Σιρίκιος (384 – 398 μ.Χ.). Ἡ βασιλικὴ διατηρήθηκε σχεδὸν ἀκέραια μέχρι τὸν Ἰούλιο τοῦ 1823, ποὺ ἐκάηκε ἀπὸ μεγάλη πυρκαγιά, ἀλλὰ ἀναστηλώθηκε μὲ πιστότητα στὸ ἀρχαῖο της κάλλος.
Ὁ τάφος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καλύπτεται μὲ μία μεγαλογράμματη λατινικὴ ἐπιγραφὴ τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ., ποὺ γράφει: «Στὸν Παῦλο, Ἀπόστολο Μάρτυρα».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Κανόνας πίστεως.
Ἐθνῶν σε κήρυκα καὶ φωστῆρα τρισμέγιστον, Ἀθηναίων διδάσκαλον, Οἰκουμένης ἀγλάϊσμα, εὐφροσύνως γεραίρομεν· τοὺς ἀγῶνας τιμῶμεν καὶ τὰς βασάνους διὰ Χριστόν, τὸ σεπτόν σου μαρτύριον. Ἅγιε Παῦλε Ἀπόστολε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ἐκλογῆς Χριστοῦ σκεῦος καὶ Ἀπόστολος μέγιστος, καὶ σαγηνευτὴς ἐθνῶν θεῖος, ἐν τῷ λόγῳ τῆς χάριτος, ἐδείχθης ὡς πλήρης ὢς φωτός, Ἀπόστολε Παῦλε ἀληθῶς· τὸν γὰρ ἄγνωστον κηρύττεις ἡμῖν Θεόν, τοῖς πόθῳ ἀνακράζουσι· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ χορηγοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσι τὰ κρείττονα.

Ἕτερον μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου. Ἦχος δ’.
Οἱ τῶν Ἀποστόλων πρωτόθρονοι, καὶ τῆς οἰκουμένης διδάσκαλοι, τῷ Δεσπότῃ τῶν ὅλων πρεσβεύσατε, εἰρήνην τῇ οἰκουμένῃ δωρήσασθαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θεῖοι κήρυκες, τῆς εὐσεβείας, κρήνη δίκρουνος, θεογνωσίας, καὶ δογμάτων οὐρανίων ἀκφάντορες, Πέτρε καὶ Παῦλε σαφῶς ἀνεδείχθητε, ὡς Ἀποστόλων τῶν θείων Πρωτόθρονοι. Ἀλλ’ αἰτήσασθε, σωτήριον ἡμῖν ἔλλαμψιν, καὶ λύτρωσιν παθῶν καὶ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἀποστόλων πρόκριτος, καὶ κορυφαῖος ἐδείχθης, προσκληθεὶς Ἀπόστολε, παρὰ Χριστοῦ οὐρανόθεν· ἔνθεν δή, τὴν οἰκουμένην πᾶσαν διῆλθες, ἅπαντας, καταφωτίζων πρὸς θείαν πίστιν· διὰ τοῦτό σοι βοῶμεν· χαίροις ὦ Παῦλε, Ἐκκλησιῶν ὁ φωστήρ.

Ἕτερον μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου. Ἦχος β’. Αὐτόμελον.
Τοὺς ἀσφαλεῖς, καὶ θεοφθόγγους κήρυκας, τὴν κορυφήν, τῶν Ἀποστόλων Κύριε, προσελάβου εἰς ἀπόλαυσιν, τῶν ἀγαθῶν σου καὶ ἀνάπαυσιν· τοὺς πόνους γὰρ ἐκείνων καὶ τὸν θάνατον, ἐδέξω ὑπὲρ πᾶσαν ὁλοκάρπωσιν, ὁ μόνος γινώσκων τὰ ἐγκάρδια.

Ἕτερον μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἀποστόλων πρόκριτοι, καὶ κορυφαῖοι ὀφθέντες, οὐρανοὶ ὡς ἔμψυχοι, δόξαν Θεοῦ διηγοῦνται, Πέτρος μέν, ὁ τῆς ἀγάπης τοῦ Λόγου πλήρης, Πεῦλος δέ, ὡς ἐκλογῆς Χριστοῦ σκεῦος θεῖον, καὶ ἀμφότεροι αἰτοῦνται, πᾶσι δοθῆναι πταισμάτων ἄφεσιν.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἀποστόλων ἡ καλλονή, καὶ ἐθνῶν ὁ κῆρυξ, καὶ διδάσκαλος καὶ φωστήρ· χαίροις Ἐκκλησίας, ὑφηγητὴς ἁπάσης, καὶ μέγας λαμπαδοῦχος, Παῦλε Ἀπόστολε.

Μεγαλυνάριον μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου.
Πέτρε θεῖον ἅρμα Χερουβικόν, οὐράνιε Παῦλε, ὄχημά τε Σεραφικόν, ἡ πύρινος γλῶσσα, τοῦ Θεανθρώπου Λόγου, πυρός με τῆς γεέννης, ἀπολυτρώσασθε.
 

Ὁ Ἅγιος Πέτρος ὁ Ἀπόστολος

Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἐγεννήθηκε στὴ μικρὴ πόλη Βηθσαϊδὰ κοντὰ στὴ λίμνη Γεννησαρέτ, ὅπου ἀσκοῦσε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἁλιέως μὲ τὸν ἀδελφό του Ἀνδρέα, κληθέντα καὶ αὐτὸν στὸ ἀποστολικὸ ἀξίωμα, καὶ μὲ τοὺς υἱοὺς τοῦ Ζεβεδαίου Ἰάκωβο καὶ Ἰωάννη, γενόμενους ἐπίσης Ἀποστόλους. Τὸ ὄνομά του ἀπαντᾶ στὴν Καινὴ Διαθήκη ὑπὸ τέσσερις τύπους: α. Συμεὼν (ἐκ τοῦ Sim Un, σημιτικοῦ τύπου). β. Σίμων (κοινότερος τύπος, ἐξελληνισμένη σύντμηση τοῦ προηγούμενου). γ. Κηφᾶς (ἀπὸ τὸ ἀραμαϊκὸ Kepha, ποὺ σημαίνει πέτρα). δ. Πέτρος (παράφραση τῆς προηγούμενης ἀραμαϊκῆς ἐπωνυμίας, ἡ ὁποία ἐδόθηκε στὸ Σίμωνα ἀπὸ τὸν Χριστό).
Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Ἰωάννης ἢ Ἰωνᾶς. Οἱ γονεῖς του ἀνῆκαν στοὺς λιγοστοὺς πιστοὺς εὐσεβεῖς Ἰουδαίους τῆς ἐποχῆς τους, οἱ ὁποῖοι ἐπερίμεναν ἐναγώνια τὸν Μεσσία καὶ τὴ μεσσιανικὴ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία θὰ ἐτερματίζετο ἡ κακοδαιμονία τῆς ἀνθρωπότητος.
Ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Πέτρος εἶχε τὴν πεθερά του, τὴν ὁποία ἐθεράπευσε ὁ Κύριος, στὴν Καπερναούμ, προκύπτει ὅτι ἦταν ἔγγαμος. Δὲν εἶναι γνωστὸ μὲ βεβαιότητα τὸ ὄνομα τῆς συζύγου του, καλουμένης Ἰωάννας ὑπὸ τῶν Ἀνατολικῶν καὶ Περπετούης ὑπὸ τῶν Δυτικῶν. Οὔτε εἶναι γνωστὸ ἂν ἡ σύζυγός του ἐζοῦσε ἀκόμη, ὅταν ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἐκλήθηκε στὸ ἀποστολικὸ ἀξίωμα.
Ὁ Πέτρος καὶ ὁ Ἰωάννης καλοῦνται «ἀγράμματοι καὶ ἰδιῶται» ἀπὸ τὰ μέλη τοῦ Συνεδρίου, σημεῖο ὅτι δὲν εἶχαν φοιτήσει στὶς λόγιες ραββινικὲς σχολές. Εἶχαν ὅμως μαθητεύσει στὸν Τίμιο Πρόδρομο. Τοῦτο εἶναι βέβαιο γιὰ τοὺς υἱοὺς τοῦ Ζεβεδαίου καὶ γιὰ τὸν Ἀνδρέα, πιθανῶς δὲ καὶ γιὰ τὸν Σίμωνα Πέτρο.
Ἡ κλήση τοῦ Πέτρου στὸ ἀποστολικὸ ἔργο ἔγινε βαθμιαίως. Ὅταν τὸν ἐπαρουσίασε ὁ ἀδελφός του Ἀνδρέας στὸν Κύριο, μὲ τοὺς λόγους «εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν», ἔλαβε τὴν ἐπωνυμία Κηφᾶς. Ἦταν παρὼν κατὰ τὸ θαῦμα στὴν Κανᾶ καὶ ἐγκαταστάθηκε μετὰ μὲ τὸν Κύριο στὴν Καπερναούμ. Ἐκλήθηκε ὁριστικὰ μετὰ τὴν πρώτη θαυμαστὴ ἁλιεία, γενόμενος ἔτσι «ἁλιεὺς ἀνθρώπων».
Ὁ ἐνθουσιώδης καὶ εὐσεβὴς Πέτρος ἐπέταξε τὰ δίχτυα ἀπὸ τοὺς πρώτους καὶ ἀκολούθησε τὸν Κύριο πιστά. Λόγῳ τοῦ δυναμικοῦ χαρακτῆρος του καὶ τῆς ἰδιαίτερης ἀφοσιώσεώς του στὸν Κύριο ἀξιώθηκε νὰ ἔχει ἐξαιρετικὴ θέση μεταξὺ τῶν Ἀποστόλων καὶ νὰ ὁμιλεῖ συχνὰ ἐκ μέρους αὐτῶν. Ὁμολόγησε πρῶτος ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι «ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος». Ὁ Κύριος ἐξετίμησε αὐτὴ τὴν ὁμολογία καὶ τὸν διαβεβαίωσε πὼς ἐπάνω σὲ αὐτὴ τὴν ὁμολογία πίστεως, ποὺ ἔγινε κατ’ ἀποκάλυψιν Θεοῦ Πατρός, «οἰκοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν».
Κατὰ τὴν ἑβδομάδα τῶν παθῶν καὶ μετὰ τὴν Ἀνάσταση ὁ Πέτρος ἀποτελεῖ κεντρικὸ πρόσωπο στὰ Εὐαγγέλια. Ἔτσι στὸ Μυστικὸ Δεῖπνο ἀρνεῖται πρὸς στιγμὴν τὴ νίψη τῶν ποδῶν του ἀπὸ τὸν Κύριο, ἀγωνιᾶ κατόπιν νὰ μάθει ποιὸς εἶναι ὁ προδότης, διαμαρτύρεται, διότι στὴν πρὸς τὸν Κύριο ἐρώτησή του «Κύριε, ποῦ ὑπάγεις;», ἔλαβε ἀπὸ Αὐτὸν τὴν ἀπάντηση «ὅπου ἐγὼ ὑπάγω οὐ δύνασαί μοι νῦν ἀκολουθῆσαι», καὶ τέλος ὑπόσχεται στὸν Κύριο ὅτι θὰ θυσιάσει τὴν ψυχή του γιὰ Ἐκεῖνον καὶ δὲν θὰ σκανδαλισθεῖ ἀπὸ τὸ ἐπερχόμενο Πάθος Του. Κατὰ τὸν Εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ ὁ Ἰησοῦς στὴν μετὰ τοῦ Πέτρου στιχομυθία του εἶπε σὲ αὐτὸν τὰ ἑξῆς χαρακτηριστικά: «Σίμων, Σίμων, ἰδοῦ ὁ σατανᾶς ἐξῃτήσατο ὑμᾶς τοῦ συνιάσαι ὡς τὸν σῖτον. Ἐγὼ δὲ ἐδεήθην περὶ σοῦ ἵνα μὴ ἐκλίπῃ ἡ πίστις σου. Καὶ σύ ποτε ἐπιστρέψας στήριξον τοὺς ἀδελφούς σου». Πράγματι δέ, δὲν ἐξέλιπε ἡ πίστη τοῦ Πέτρου, ἂν καὶ ἀρνήθηκε τὸν Διδάσκαλο τρεῖς φορὲς στὴν αὐλὴ τοῦ ἀρχιερέως. Ἕνεκα τῆς ὑπὲρ αὐτοῦ δεήσεως τοῦ Κυρίου, ἦλθε στὸν ἑαυτό του, μετανόησε καὶ ἔκλαψε πικρὰ γιὰ τὴν πράξη του καὶ ἀξιώθηκε πρῶτος αὐτὸς ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους νὰ διαπιστώσει τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως καὶ πρῶτος νὰ δεῖ τὸν Ἀναστάντα Κύριο.
Ἀξιώθηκε νὰ δεῖ ἀπὸ τοὺς πρώτους τὸ κενὸ μνημεῖο καὶ νὰ διαπιστώσει τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Τὸ συγκλονιστικὸ αὐτὸ γεγονὸς τὸν μεταμόρφωσε κυριολεκτικά. Τὸ φλογερό του κήρυγμα τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἔκανε νὰ πιστέψουν τρεῖς χιλιάδες ψυχές, καὶ νὰ βαπτισθοῦν. Ἡ ἱεραποστολικὴ δράση του ὑπῆρξε θαυμαστὴ καὶ εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένη μὲ τὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων. Ἀπὸ ἐκεῖ ἐνεργοῦσε κατὰ καιροὺς περιοδεῖες ἐπισκεπτόμενος τὶς πλησιόχωρες Ἐκκλησίες. Ὁ Παῦλος στὴν πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολή του ἀναφέρει, ὅτι κατὰ τὶς δύο ἀνόδους του στὰ Ἱεροσόλυμα συναντήθηκε ἐκεῖ μὲ τὸν Πέτρο, τὸν ὁποῖο ὀνομάζει καὶ Ἀπόστολο τῶν «ἐκ περιτομῆς» καὶ μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ἐτιμᾶτο μαζὶ μὲ τὸν Ἀδελφόθεο Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη ὡς «στῦλος» τῆς Ἐκκλησίας.
Σὲ μία περιοδεία του ὁ Πέτρος, περὶ τῆς ὁποίας μᾶς ὁμιλοῦν οἱ Πράξεις, ἐπισκέφθηκε τὴ Λύδδα καὶ ἀφοῦ ἐθεράπευσε τὸν παραλυτικὸ Αἰνέα, ἦλθε στὴν Ἰόππη, ὅπου ἀνέστησε τὴν Ταβιθᾶ ἢ Δορκάδα. Ἀπὸ ἐκεῖ δέ, μὲ θεία ἐπιταγή, ἐπορεύθηκε στὴν Καισάρεια, στὴν ὁποία ἐκατήχησε καὶ ἐβάπτισε τὸν ἐθνικὸ Κορνήλιο μαζὶ μὲ τὴν οἰκογένειά του. Ὅταν ἔμαθαν τὸ γεγονὸς αὐτὸ οἱ «ἐκ περιτομῆς» τῆς Ἐκκλησίας Ἱεροσολύμων ἐκατηγόρησαν τὸν Πέτρο. Ὁ Ἀπόστολος ἐξέθεσε μὲ λεπτομέρεια πῶς ὁ Θεὸς δι’ ὁράματος «ὑπέδειξεν μηδένα κοινὸν ἢ ἀκάθαρτον λέγειν ἄνθρωπον» καὶ ἔκλεισε τὴν ἀπολογία του ἐκείνη ὡς ἑξῆς: «Εἰ οὖν τὴν ἴσην δωρεὰν ἔδωκεν αὐτοῖς ὁ Θεὸς ὡς καὶ ἡμῖν πιστεύσασιν ἐπὶ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, ἐγὼ δὲ τὶς ἤμην δυνατὸς κωλῦσαι τὸν Θεόν;».
Ὁ Ἡρώδης Ἀγρίππας Α’, ἐπιθυμώντας νὰ εὐχαριστήσει τοὺς Ἰουδαίους συνέλαβε τὸν Πέτρο κατὰ τὶς ἑορτὲς τοῦ Πάσχα τοῦ 42 ἢ 44 μ.Χ. καὶ τὸν ἔκλεισε στὴ φυλακὴ γιὰ νὰ τὸν φονεύσει μετὰ ἀπὸ λίγο. Ἀλλ’ Ἄγγελος Κυρίου ἐλευθέρωσε κατὰ τὴ νύχτα τὸ δέσμιο καὶ ἀπὸ στρατιῶτες φρουρούμενο Πέτρο, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ἐπισκέφθηκε τοὺς συγκεντρωμένους καὶ προσευχόμενους ὑπὲρ αὐτοῦ ἀδελφοὺς στὴν οἰκία τῆς Μαρίας, μητέρας τοῦ Μάρκου, ἀνήγγειλε σὲ αὐτοὺς τὴ σωτηρία του ἀπὸ τὸν Ἄγγελο καὶ «ἐξελθὼν ἐπορεύθη εἰς ἕτερον τόπον».
Γιὰ τελευταία φορὰ ὁμιλοῦν οἱ Πράξεις περὶ τοῦ Πέτρου κατὰ τὴν Ἀποστολικὴ Σύνοδο (48/49 μ.Χ.), στὴν ὁποία μαζὶ μὲ τὸν Παῦλο καὶ τὸν Ἀδελφόθεο Ἰάκωβο διεδραμάτισαν πρωτεύοντα ρόλο. Ὁ Παῦλος στὴν πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολή του μᾶς ὁμιλεῖ γιὰ μία συνάντηση, τὴν ὁποία εἶχε μὲ τὸν Πέτρο στὴν Ἀντιόχεια, κατὰ τὴν ὁποία τὸν ἤλεγξε γιὰ τὴν ἐπιδειχθεῖσα ἔλλειψη θάρρους καὶ παραχώρηση ὑπὲρ τῶν ἰουδαϊζόντων καὶ σὲ βάρος τῶν ἐξ ἐθνῶν Χριστιανῶν.
Γιὰ τὴ μετὰ ταῦτα ζωὴ καὶ δράση τοῦ Πέτρου στερούμεθα σαφεῖς ἱστορικὲς μαρτυρίες. Ὁ Ὠριγένης καὶ ὁ Εὐσέβιος, προφανῶς ἀπὸ τὸν πρόλογο τῆς Α’ Καθολικῆς Ἐπιστολῆς Πέτρου, συμπέραναν ὅτι αὐτὸς ἐκήρυξε στοὺς Ἰουδαίους τῆς Διασπορᾶς, στὸν Πόντο, Γαλατία, Καππαδοκία, Ἀσία καὶ Βιθυνία. Ὁρισμένοι δέχονται καὶ τὴν ἀποστολικὴ δράση τοῦ Πέτρου στὴν Κόρινθο.
Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἔγραψε δύο Καθολικὲς Ἐπιστολές. Ἀπὸ αὐτές, ἡ μὲν πρώτη ἀπευθυνόταν στοὺς Χριστιανοὺς τοῦ Πόντου, τῆς Γαλατίας, τῆς Καππαδοκίας, τῆς Ἀσίας καὶ τῆς Βιθυνίας, ἡ δὲ δεύτερη σὲ ὅλους τοὺς Χριστιανούς. Μέσα ἀπὸ αὐτὲς προσπαθεῖ νὰ στηρίξει τοὺς πιστοὺς στὶς θλίψεις ποὺ ὑφίστανται ἐξ αἰτίας τῆς πίστεώς τους στὸν Ἰησοῦ Χριστό.
Ὑπάρχει βέβαια καὶ ἡ παράδοση τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν περὶ μεταβάσεως τοῦ Πέτρου στὴ Ρώμη μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσή του ἀπὸ τὸν Ἄγγελο ἢ τὴν Ἀποστολικὴ Σύνοδο, τῆς ὁποίας διετέλεσε ἐπὶ εἰκοσιπενταετία Ἐπίσκοπος. Τὴν παράδοση αὐτὴ πολλοὺ Ὀρθόδοξοι μελετητὲς τὴν ἀμφισβητοῦν, διότι στηρίζεται σὲ μεταγενέστερα ψευδεπίγραφα κείμενα, τὶς λεγόμενες «Ψευδοϊσιδώρειες Διατάξεις» καὶ τὴν ἀπόκρυφη φιλολογία. Ἀναμφίβολα ὅμως ὁ Πέτρος συνδέεται μὲ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, ἀφοῦ ἔδρασε καὶ ἔμαρτύρησε σὲ αὐτήν.
Σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴν παράδοση ὁ Πέτρος ἵδρυσε τὴν τοπικὴ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης. Ἐκήρυττε νυχθημερὸν στὴ μεγάλη πόλη καὶ κατόρθωσε νὰ μεταστρέψει πλῆθος κατοίκων στὸ Χριστιανισμό. Τὴν ἴδια ἐποχὴ εὑρισκόταν στὴ Ρώμη καὶ ὁ διαβόητος Σίμων ὁ μάγος, γνωστὸς ἀπὸ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Ἐκεῖ μὲ τὶς διάφορες μαγγανεῖες καὶ τὰ μαγικὰ κόλπα προκαλοῦσε τὸν θαυμασμὸ τοῦ πλήθους καὶ γι’ αὐτὸ ἀπέκτησε πολλοὺς ὀπαδούς. Ὅμως εὑρῆκε μπροστά του τὸν ἀληθινὸ ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, τὸν Ἀπόστολο Πέτρο, ὁ ὁποῖος μὲ σειρὰ θαυμάτων ξεσκέπασε τὸν ἀπατεώνα μάγο, τὸν ἀπέδειξε ὡς συνεργὸ τῶν δαιμόνων καὶ ἐφανέρωσε τὴν ἀνίκητη δύναμη τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ.
Ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος γράφει: «Τοῦ Πέτρου καὶ Παύλου ἐν Ρώμῃ εὐαγγελιζομένων καὶ θεμελιούντων τὴν Ἐκκλησίαν».
Ὁ Ὠριγένης: «Ὃς καὶ ἐπὶ τέλει ἐν Ρώμῃ γενόμενος ἀνεσκολοπίσθη κατὰ κεφαλῆς οὕτως αὐτὸς ἀξίωσας». Τέλος ὁ πρεσβύτερος Γάιος (169 μ.Χ.) γράφει στὸν πρὸς Πρόκλο διάλογό του: «Ἐγὼ δὲ τὰ τρόπαια (μνημεία, σκηνώματα) τῶν ἀποστόλων ἔχω δεῖξαι. Ἐὰν γὰρ θελήσῃς ἀπελθεῖν ἐπὶ τὸν Βατικανὸν ἢ ἐπὶ τὴν ὁδὸν τὴν Ὠστίαν, εὑρήσεις τὰ τρόπαια τῶν ταύτην ἱδρυσαμένων τὴν Ἐκκλησίαν».
Κατὰ τὴν παράδοση, λοιπόν, ὁ Πέτρος ἄθλησε στὴ Ρώμη κατὰ τὸ διωγμὸ τοῦ αὐτοκράτορος Νέρωνος (64/67 μ.Χ.). Λίγο πρὶν τὸν συλλάβουν ἔκρινε σκόπιμο νὰ φύγει κρυφὰ ἀπὸ τὴν πόλη, γιὰ νὰ γλιτώσει. Καθὼς ἐβάδιζε βιαστικὰ τὴν περίφημη Ἀππία ὁδὸ εἶδε μπροστά του τὸν Κύριο, ὁ Ὁποῖος τὸν ἐρώτησε: «Quo Vadis?», δηλαδὴ «ποῦ πηγαίνεις;». Τότε ὁ ἔνθερμος Ἀπόστολος κατάλαβε πὼς ἡ φυγή του αὐτὴ ἰσοδυναμοῦσε μὲ νέα ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ μὲ δάκρυα στὰ μάτια ἐγύρισε πίσω καὶ συνελήφθη καὶ καταδικάσθηκε σὲ σταυρικὸ θάνατο. Ὅταν ὁδηγήθηκε στὸ μαρτύριο παρακάλεσε τοὺς δημίους του νὰ τὸν σταυρώσουν ἀνάποδα, μὲ τὸ κεφάλι πρὸς τὰ κάτω, διότι, ὅπως εἶπε, δὲν ἐθεωροῦσε τὸν ἑαυτό του ἄξιο νὰ σταυρωθεῖ σὰν τὸν ἠγαπημένο Δάσκαλο καὶ Θεό του! Ἔτσι παρέδωσε τὴν ἁγία του ψυχὴ στὸν Χριστό, τὸ δὲ ἁγιασμένο λείψανό του τὸ περιμάζεψαν οἱ πιστοὶ καὶ τὸ ἔθαψαν στὸ Βατικανὸ λόφο.
Ὁ τάφος του ἦταν ἁπλὸς καὶ πτωσικός. Ἐσκέπασαν τὸ τίμιο λείψανό του μὲ χῶμα καὶ μετὰ μὲ πλάκες ἀπὸ κεραμίδι σὲ σχῆμα ἀμφικλινές. Ἔτσι ἔθαπταν τότε τοὺς πολλούς, τοὺς πτωχοὺς στὴ Ρώμη. Τὸ μνῆμα τοῦ Πέτρου τὸ ἤξερε καλὰ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἐπίσκοπός της Ἀνίκητος (155 – 166 μ.Χ.), περὶ τὸ 160 μ.Χ., ἐτοποθέτησε μία μαρμάρινη πλάκα, ἐπάνω ἀπὸ τὴν ὁποία ἐστήριξε σὲ δύο κιονίσκους μία τράπεζα μὲ μικρὴ κόγχη καὶ ὑποτυπῶδες ἀέτωμα. Γύρω της συνήρχοντο γιὰ προσευχὴ λίγοι Χριστιανοί, ἐνῶ στὸν ἱερὸ τόπο τῆς ταφῆς τοῦ Πέτρου συνάγονταν πολλοὶ προσκυνητὲς στὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ 3ου αἰῶνος μ.Χ.
Ἕνας ἀπὸ τοὺς σκληρότερους χριστιανομάχους αὐτοκράτορες ἦταν ὁ Πόπλιος Λικίνιος Οὐαλεριανὸς (253 – 259 μ.Χ.). Ὅταν ἀνέλαβε τὴν ἐξουσία, ἐμεθόδευσε συστηματικώτερα τοὺς διωγμούς. Ἐστράφηκε κατὰ τοῦ κλήρου, τῆς λατρείας, τῆς περιουσίας καὶ τῶν κοιμητηρίων τῆς Ἐκκλησίας. Τὰ μέτρα του ἐφαρμόσθηκαν περὶ τὸ 257 μ.Χ. μὲ πραγματικὴ ἀγριότητα. Θανατώνει τοὺς Ἐπισκόπους, κατεδαφίζει ναούς, δημεύει περιουσίες, ἀπαγορεύει τὶς συνάξεις στοὺς τόπους ταφῆς τῶν Χριστιανῶν. Ὁ διάδοχος τοῦ μαρτυρήσαντος, τὸ 257 μ.Χ., Ἐπισκόπου Ρώμης Στεφάνου, Ἕλληνας Ἐπίσκοπος Σίξτος Β’ (257 – 2258 μ.Χ.), γιὰ νὰ προλάβει σκύλευση τῶν τάφων τῶν δύο Ἀποστόλων, κάνει κρυφὰ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν ἁγίων λειψάνων τους ἀπὸ τὰ μνημεῖα – τρόπαιά τους, πιθανῶς στὶς 29 Ἰανουαρίου τοῦ 258 μ.Χ., καὶ τὰ μεταφέρει στὸ κοιμητήριο ποὺ εἶναι σήμερα γνωστὸ ὡς Κατακόμβη τοῦ Ἁγίου Σεβαστιανοῦ. Ἔτσι ἡ ἡμερομηνία αὐτὴ διατηρήθηκε ὡς σήμερα κοινοῦ ἑορτασμοῦ τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, ὄχι πλέον σὲ ἀνάμνηση τῆς καταθέσεως τῶν τιμίων λειψάνων, ἡ ὁποία εἶχε λησμονηθεῖ ἀπὸ τὸ λαό, ἀλλ’ ὡς γενέθλιος ἡμέρα, δηλαδὴ ὡς ἑορτὴ τοῦ μαρτυρίου τους.
Μετὰ τὸ 260 μ.Χ., ὁ νέος αὐτοκράτορας Γαληνὸς (259 – 268 μ.Χ.) ἦταν περισσότερο ἐπιεικής. Ἐσταμάτησε τὶς ἀπάνθρωπες σκληρότητες καὶ ἐπέστρεψε τοὺς ναοὺς καὶ τὰ κοιμητήρια. Ἡ λατρεία ἀναπτύσεται στὸ νέο τόπο ταφῆς τῶν Ἀποστόλων. Ἐπάνω ἀπὸ τὴν Κατακόμβη του ἱδρύεται τὸ ἀρχαιότερο Μαρτύριο τῆς Ρώμης. Ἔτσι, στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ., ἡ ἑορτὴ τῶν Πρωτοκορυφαίων τιμᾶται στὴ Ρώμη σὲ τρεῖς τόπους. Στὸ Βατικανὸ ὁ Πέτρος, στὴν ὁδὸ τῆς Ὠστίας ὁ Παῦλος καὶ οἱ δύο μαζὶ στὶς Κατακόμβες.
Ὅταν ἡ Ἐκκλησία ἀπέκτησε τὰ πολιτικά της δικαιώματα (313 μ.Χ.), ὁ Ἐπίσκοπος Ρώμης Σιλβέστρος (315 – 335 μ.Χ.) ἐξασφάλισε τὴν ὑποστήριξη τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου γιὰ τὴν ἀνοικοδόμηση Μαρτυρίων στοὺς τόπους ἀθλήσεως καὶ ἀρχικῆς ταφῆς τῶν Ἀποστόλων. Τὰ ἐγκαίνια τῶν πρώτων κτισμάτων γύρω ἀπὸ τοὺς τάφους τῶν Ἀποστόλων γίνονται ταυτοχρόνως στὸ Βατικανὸ καὶ στὴν ὁδὸ πρὸς τὴν Ὠστία στὶς 18 Νοεμβρίου τοῦ 324 μ.Χ. μὲ τὴ μετακομιδὴ τῶν λειψάνων τους ἀπὸ τὴν Κατακόμβη τοῦ Ἁγίου Σεβαστιανοῦ στοὺς τόπους ἀρχικῆς ταφῆς. Μόνο οἱ Τίμιες Κάρες τῶν Ἀποστόλων ἐκρατήθηκαν στὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Ἐπισκόπου τῆς Ρώμης, τὸ ναὸ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ τοῦ Λατερανοῦ, σημερινὸ Ἅγιο Ἰωάννη. Ἐκεῖ παραμένουν μέχρι σήμερα, ἐπάνω ἀπὸ τὴν κεντρικὴ Ἁγία Τράπεζα, μέσα σὲ κιβώρια.
Ἡ Κωνσταντίνεια βασιλικὴ τοῦ Βατικανοῦ, παρὰ τὶς πολλὲς ἐπισκευὲς λόγῳ τῶν καταστροφῶν ποὺ τὶς προξένησαν οἱ βαρβαρικὲς ἐπιδρομὲς τοῦ 5ου καὶ 6ου αἰῶνος μ.Χ., παρέμεινε δώδεκα αἰῶνες κέντρο προσκυνηματικῆς εὐσεβείας. Ἦταν πεντάκλιτη βασιλική, μὲ 90 μέτρα μῆκος καὶ 65 μέτρα πλάτος. Ἡ Ἀναγέννηση κατέστρεψε τὸν πάνσεπτο αὐτὸ ναὸ καὶ στὴ θέση του ἔκτισε τὸν ἀχανὴ καὶ βαρὺ σημερινὸ Ἅγιο Πέτρο (1626). Στὴν ὁδὸ πρὸς τὴν Ὠστία ἱδρύθηκε ἀρχικὰ μικρὴ τρίκλιτη βασιλική, τὴν ὁποία ἐπεξέτειναν τὸ 386 μ.Χ. οἱ αὐτοκράτορες Οὐαλεντιανὸς Β’, Θεοδόσιος καὶ Ἀρκάδιος σὲ πεντάκλιτη καὶ τὴν ἐγκαινίασε, τὸ 390 μ.Χ., ὁ Πάπας Σιρίκιος (384 – 398 μ.Χ.). Ἡ βασιλικὴ διατηρήθηκε σχεδὸν ἀκέραια μέχρι τὸν Ἰούλιο τοῦ 1823, ποὺ ἐκάηκε ἀπὸ μεγάλη πυρκαγιά, ἀλλὰ ἀναστηλώθηκε μὲ πιστότητα στὸ ἀρχαῖο της κάλλος.
Ὁ τάφος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καλύπτεται μὲ μία μεγαλογράμματη λατινικὴ ἐπιγραφὴ τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ., ποὺ γράφει: «Στὸν Παῦλο, Ἀπόστολο Μάρτυρα».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὴν κλῆσιν δεξάμενος, παρὰ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, πρωτόθρονος πέφηνας, τῶν Ἀποστόλων αὐτοῦ, καὶ πέτρα τῆς πίστεως· ὅθεν ὡς τῶν ἀρρήτων, κοινωνὸς καὶ αὐτόπτης, πᾶσιν εὐηγγελίσω, σωτηρίας τὸν λόγον· διό σε μεγαλύνομεν, Πέτρε Ἀπόστολε.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Ὡς Ἀποστόλων τῶν θείων πρωτόθρονος, καὶ μαθητὴς τοῦ Σωτῆρος θερμότατος, ἀπαύστως δυσώπει τὸν Κύριον, λυτροῦσθαι ἡμᾶς πάσης θλίψεως, Ἀπόστολε Πέτρε πανεύφημε.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις κορυφαῖε μύστα Χριστοῦ, Ἀπόστολε Πέτρε, Ἀποστόλων ἡ καλλονή· χαίροις οἰκονόμε, τῶν δωρεῶν τῶν θείων, καὶ πρὸς Χριστὸν μεσίτης, ἡμῶν θερμότατος.


Πέμπτη 30 Ιουνίου

Σύναξις Ἁγίων Ἐνδόξων καὶ Πανευφήμων Ἀποστόλων

Τὴν ἡμέρα αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει μὲ ξεχωριστὴ λαμπρότητα τὴ Σύναξη τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων. Βεβαίως ὑπάρχουν καὶ οἱ μνῆμές τους σὲ διάφορες ἡμερομηνίες τοῦ λειτουργικοῦ ἔτους, ἀλλὰ μὲ αὐτὸ τὸ συλλογικὸ ἑορτασμὸ τιμᾶται σύμπασα ἡ χορεία τῶν μεγάλων αὐτῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ὡς συνεχιστὲς τοῦ σωτηριώδους ἔργου τοῦ Κυρίου ἐπὶ τῆς γῆς, ἔστρεψαν τὸ ροῦ τῆς ἱστορίας καὶ ἄλλαξαν κυριολεκτικὰ τὴ μορφὴ τοῦ κόσμου. Χάρη στὸν ἰδικό τους ἀγώνα, τὶς ἀφάνταστες προσωπικὲς τους θυσίες, τὴ μαρτυρία καὶ τὸ μαρτύριό τους ἐθεμελιώθηκε ἡ Ἐκκλησία στὸν κόσμο.
Ἡ λέξη «Ἀπόστολος» σημαίνει τὸν ἀπεσταλμένο. Ἐν προκειμένῳ Ἀπόστολοι ὀνομάσθηκαν οἱ ἐκλεγμένοι καὶ καλεσμένοι ἀπὸ τὸν Κύριο Μαθητές Του νὰ συνεχίσουν τὸ σωστικό Του ἔργο, μετὰ τὴν εἰς τοὺς οὐρανοὺς Ἀνάληψή Του. Ἐπίσης, σύμφωνα μὲ τὴν χαρακτηριστική Του προτροπὴ ἔγιναν οἱ μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεώς Του «ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς».
Ἡ ἐκλογὴ καὶ ἡ κλήση τῶν Ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι ὡς τὴν Πεντηκοστὴ καλοῦνταν Μαθητές, ἔγινε ἀμέσως μὲ τὴν ἀρχὴ τῆς δημόσιας δράσεως τοῦ Κυρίου, στὴ Γαλιλαία. Εὐθὺς μετὰ τὴ Βάπτισή Του κατευθύνθηκε στὶς ὄχθες τῆς λίμνης Γενησαρέτ, ὅπου ἀπευθύνθηκε στοὺς ἐκεῖ ἁλιεῖς, στοὺς ὁποίου εἶπε: «δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Αὐτοὶ «εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῶ». Ἄλλοι, «ἀφέντες τὸν πατέρα αὐτῶν Ζεβεδαῖον ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ τῶν μισθωτῶν, ἀπῆλθον ὀπίσω αὐτοῦ».
Οἱ μαθητὲς ὁρίσθηκαν ἀπὸ τὸν Κύριο σὲ τρεῖς κύκλους ἤτοι: τὸ στενὸ κύκλο τῶν Δώδεκα, τὸν εὐρύτερο κύκλο τῶν Ἑβδομήκοντα καὶ τὸν εὐρύτατο κύκλο τῶν πολυπληθῶν φίλων Του. Μεγαλύτερη σημασία εἶχε ὁ κύκλος τῶν Δώδεκα. Αὐτοὶ εὑρίσκονταν πλησίον Του καὶ σ’ αὐτοὺς ἀποκάλυψε τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Αὐτοὶ εἶχαν τὴν εὐλογία καὶ τὴ δόξα νὰ ὁρισθοῦν ὡς οἱ κατ’ ἐξοχὴν συνεχιστὲς τοῦ ἔργου Του, διότι μόνο σὲ αὐτοὺς εἶπε: «Ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς, καὶ ἔθηκα ὑμᾶς, ἵνα ὑμεῖς ὑπάγητε καὶ καρπὸν φέρητε, καὶ ὁ καρπὸς ἡμῶν μένῃ». Μετὰ τὴν Ἀνάσταση τοὺς κατέστησε ἐπίσημα διαδόχους καὶ συνεχιστὲς τοῦ ἔργου Του: «καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ Πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς. Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον, ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται». Ἐπίσης στὸ ὄρος τῆς Γαλιλαίας, ὅπου εἶχαν συναχθεῖ οἱ ἕνδεκα μαθητές, λίγο πρὶν τὴν Ἀνάληψη, τοὺς εἶπε: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν».
Ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων εἶναι χαρακτηριστικοὶ οἱ λόγοι τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Ἐπειδὴ γὰρ ἐν τῇ σοφίᾳ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔγνω ὁ κόσμος διὰ τῆς σοφίας τὸν Θεόν... τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός, ἵνα τοὺς σοφοὺς καταισχύνῃ τὰ ἰσχυρά, καὶ τὰ ἀγενῆ τοῦ κόσμου καὶ τὰ ἐξουθενημένα ἐξελέξατο ὁ Θεός, καὶ τὰ μὴ ὄντα, ἵνα τὰ ὄντα καταργήσῃ, ὅπως μὴ καυχήσηται πᾶσα σὰρξ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ».
Τὸ ἔργο τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων συνεχίσθηκε καὶ συνεχίζεται διὰ τῶν διαδόχων αὐτῶν. Αὐτὴ ἡ άδιάκοπη διαδοχὴ συνεχίζεται ἔως σήμερα καὶ χαρακτηρίζεται ὡς ἀδιάκοπη διαδοχὴ προσώπων καὶ πίστεως καὶ γι’ αὐτὸ ὀνομάζεται ἡ Ἐκκλησία μας Ἀποστολική.
Οἱ Ἅγιοι Δώδεκα Ἀπόστολοι εἶναι: ὁ Ἀπόστολος Πέτρος († 29 Ἰουνίου), ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας († 30 Νοεμβρίου), ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ζεβεδαίου († 30 Ἀπριλίου), ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ἀλφαίου († 9 Ὀκτωβρίου), ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης († 24 Σεπτεμβρίου), ὁ Ἀπόστολος Φίλιππος († 14 Νοεμβρίου), ὁ Ἀπόστολος Βαρθολομαῖος († 11 Ἰουνίου), ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς († 6 Ὀκτωβρίου), ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος († 16 Νοεμβρίου), ὁ Ἀπόστολος Ἰούδας († 19 Ἰουνίου), ὁ Ἀπόστολος Ματθίας († 9 Αὐγούστου), ὁ Ἀπόστολος Σίμων ὁ Ζηλωτής († 10 Μαΐου).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Ὡς δωδεκάπυρσος, λυχνία ἔλαμψαν, οἱ Δωδεκάριθμοι, Χριστοῦ Ἀπόστολοι, Πέτρος καὶ Παῦλος σὺν Λουκᾷ, Ἀνδρέας καὶ Ἰωάννης, Βαρθολομαῖος Φίλιππος, σὺν Ματθαίῳ καὶ Σίμωνι, Μᾶρκος καὶ Ἰάκωβος, καὶ Θωμᾶς ὁ μακάριος, καὶ ηὔγασαν τοὺς πίστει βοῶντας· χαίρετε Λόγου οἱ αὐτόπται.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἡ δωδεκάχορδος καὶ εὔσημος νάβλα, τῶν πανευφήμων καὶ σοφῶν Ἀποστόλων, ἐμπνεομένη Πνεύματος ταῖς θείαις αὐγαῖς, πᾶσι μὲν ἐκήρυξεν, εὐσεβείας τὸν φθόγγον, γλώσσας δὲ ἐφίμωσεν, ἀσεβείας τῷ λόγῳ· οὓς εὐφημοῦντες εἴπωμεν τρανῶς· χαίρετε μύσται, Χριστοῦ καὶ διάκονοι.

Μεγαλυνάριον.
Πέτρον Παῦλον Μᾶρκον σὺν τῷ Λουκᾷ, Φίλιππον Ἀνδρέαν, Ἰωάννην τε καὶ Θωμᾶν, Σίμωνα Ματθαῖον, καὶ τὸν Βαρθολομαῖον, σὺν θείῳ Ἰακώβῳ, ὕμνοις τιμήσωμεν.
   

Ἡ Ἁγία Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Μάρκου

Ἡ Ἁγία Μαρία, μητέρα τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Μάρκου, εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα ἐκεῖνα ἱερὰ πρόσωπα ποὺ προσέφερε σημαντικὲς ὑπηρεσίες γιὰ τὴ ζωὴ καὶ ὀργάνωση τῆς πρωτοχριστιανικῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων. Μία καὶ μοναδικὴ εἶναι ἡ ἀναφορὰ στὸ πρόσωπό της μέσα στὴν Καινὴ Διαθήκη, ἀλλὰ ἀρκετὴ γιὰ νὰ συμπεράνει κάποιος πὼς ἦταν ἀπὸ τὶς γυναῖκες ἐκεῖνες ποὺ διακρίθηκαν καὶ διασώθηκαν τὰ ὀνόματά τους ὡς διακόνισσες τοῦ Κυρίου στὴν Ἐκκλησία. Ἡ συγκεκριμένη ἀναφορὰ βρίσκεται στὸ βιβλίο τῶν Πράξεων (ιβ’, 12). Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἀμέσως μετὰ τὴ θαυμαστὴ ἀπελευθέρωσή του ἀπὸ τὴ φυλακή, μέσα στὴ νύχτα, «συνιδών τε (ὅταν κατάλαβε ποῦ ἦταν) ἦλθεν ἐπὶ τὴν οἰκίαν Μαρίας, τῆς Μητρὸς Ἰωάννου, τοῦ ἐπικαλουμένου Μάρκου, οὗ ἦσαν ἱκανοὶ συνηθροισμένοι καὶ προσευχόμενοι». [Στὴ συνέχεια, μᾶς πληροφορεῖ τὸ κείμενο τῶν Πράξεων πὼς ὁ Πέτρος ἐκτύπησε τὴν ἐξώπορτα, βγῆκε μία ὑπηρέτρια, ἡ Ρόδη, γιὰ νὰ ἀνοίξει καί, ὅταν ἀναγνώρισε τὴ φωνὴ τοῦ Πέτρου, ἀπὸ τὴ χαρά της δὲν ἄνοιξε καὶ ἔτρεξε μέσα νὰ ἀναγγείλει ὅτι στὴν ἐξώπορτα στέκεται ὁ Πέτρος. Αὐτοὶ ποὺ ἦταν συνηγμένοι μέσα τῆς εἶπαν: Εἶσαι τρελή. Ἐκείνη ὅμως ἐπέμενε ὅτι εἶναι ἀλήθεια. Αὐτοὶ ἔλεγαν ὅτι εἶναι ὁ ἄγγελός του. Ὁ Πέτρος στὸ μεταξὺ κτυποῦσε ἐπίμονα. Ἐπιτέλους τοῦ ἀνοιξαν καὶ ὅταν τὸν εἶδαν ἔμειναν κατάπληκτοι. Αὐτὸς τοὺς ἔκανε νόημα μὲ τὸ χέρι νὰ σιωπήσουν καὶ τοὺς διηγήθηκε πῶς ὁ Κύριος τὸν ἔβγαλε ἀπὸ τὴν φυλακὴ καὶ συμπλήρωσε: Διηγηθεῖτε τα αὐτὰ στὸν Ἰάκωβο καὶ στοὺς ἀδελφούς. Ὕστερα ἔφυγε ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ ἄλλο τόπο].
Ὁ συγγραφέας τῶν Πράξεων Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς μὲ τὰ γραφόμενά του, τόσο γιὰ τὴ Μαρία ὄσο καὶ τὴν «οἰκίαν» της, θέλει νὰ δείξει πὼς τὸ σπίτι αὐτὸ ἦταν τὸ πιὸ κατάλληλο στὴν Ἱερουσαλήμ, γιὰ νὰ ἀποτελέσει κέντρο θαυμαστῶν γεγονότων ποὺ συνδέονται μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴ ζωὴ τῆς πρώτης Χριστιανικῆς κοινότητας. Εἶναι ἄξιο προσοχῆς καὶ λόγου ὅτι ἀρχαῖοι ἀλλὰ καὶ νεώτεροι ἑρμηνευτὲς τῆς Καινῆς Διαθήκης θεωροῦν πὼς ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος τοῦ Κυρίου μὲ τοὺς Μαθητές Του ἔγινε στὸ σπίτι τῆς Μαρίας.
Ἐπίσης, ἀπὸ τὰ συμφραζόμενα λόγια τῶν Πράξεων διαφαίνεται στοὺς ἑρμηνευτὲς ὅτι ἡ Μαρία ἦταν κατὰ πᾶσα πιθανότατα εὐκατάστατη χήρα, ἀφοῦ διέθετε τόσο μεγάλη οἰκία, ὥστε νὰ συγκεντρώνεται πολυπληθὴς Χριστιανικὴ κοινότητα, γιὰ νὰ ἀκούσει τὸ κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων, νὰ τελέσει τὴ Θεία Εὐχαριστία καὶ τὶς «ἀγάπες» καὶ ἀφοῦ διέθετε ὑπηρετικὸ προσωπικό. Ὁ μακαριστὸς Καθηγητὴς Π. Τρεμπέλας, στὸ Ὑπόμνημά του «Εἰς τὸ κατὰ Μᾶρκον Εὐαγγέλιον», στὰ Προλεγόμενα, παραθέτει καὶ τὰ ἑξῆς: «Ἐκ τῶν πληροφοριῶν τῶν πράξεων τῶν Ἀποστόλων μανθάνομεν, ὅτι ὁ Μᾶρκος ἦτο υἱὸς τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις κατοικούσης καὶ ἐνωρὶς εἰς τὰ μέλη τῆς πρώτης Ἐκκλησίας συγκαταριθμηθείσης Μαρίας, ἥτις φαίνεται νὰ εἶχεν εὐπορίαν τινά, ὡς δύναται νὰ συναχθῆ ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι κατεῖχεν οἰκίαν μετὰ πυλῶνος καὶ μετὰ αἰθούσης ἀρκούντως εὐρείας, ὥστε νὰ περιλαμβάνει ἐν αὐτῇ ἱκανὸν ἀριθμὸν συναθροιζομένων μαθητῶν (Πραξ. Ιβ’, 12). Καὶ ὁ Πέτρος μετὰ τὴν ἐν νυκτὶ θαυμασίαν ὑπ’ ἀγγέλου ἀποφυλάκισιν αὐτοῦ εἰς τὴν οἰκίαν ταύτην κατηυθύνθει ὡς εἰς τόπον συνήθη συγκεντρώσεως τῶν ἀδελφῶν, ἐκ τῶν ὁποίων καὶ εὑρέθησαν ἐκεῖ παρὰ τὸ προκεχωρημένον τῆς νυκτὸς “ἱκανοὶ συνηθροισμένοι”. Ἡ οἰκία τῆς Μαρίας λοιπὸν εἶχεν ἀποβῆ εἷς ἐκ τῶν τόπων συγκεντρώσεως καὶ λατρείας τῶν πρώτων Χριστιανῶν ἐν Ἱεροσολύμοις, ὑπεστηρίχθη δὲ ὐπό τινων νεωτέρων, ἰδίᾳ Γερμανῶν, ὅτι ἐκεῖ ἐτέλεσεν καὶ ὁ Κύριος τὸν Μυστικὸν Δεῖπνον».
Ἀρχαιότερη, γνωστὴ μαρτυρία γιὰ τὴν Ἁγία Μαρία, περιλαμβάνεται στὸ ἔργο ἢ καλύτερα τὸν ἐγκωμιαστικὸ λόγο Ἀλεξάνδρου Μοναχοῦ τοῦ Κυπρίου, ποὺ ἐκφώνησε στὴν πανήγυρη γιὰ τὴ μνήμη τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα, στὴν ἱερὰ Μονή, γύρω στὸ 525 μ.Χ. Προτάσσεται ὁ τίτλος «Ἀλεξάνδρου μοναχοῦ ἐγκώμιον εἰς τὸν Ἅγιον Βαρνάβα τὸν Ἀπόστολον, προτραπέντος υπὸ τοῦ πρεσβυτέρου καὶ κλειδούχου τοῦ σεβασμίου αὐτοῦ ναοῦ, ἐν ᾧ ἱστορεῖται καὶ ὁ τρόπος τῶν ἀποκαλύψεων, τῶν Ἁγίων αὐτοῦ λειψάνων». Ἀναφέρει λοιπὸν ὁ μοναχὸς Ἀλέξανδρος πὼς ὁ Ἀπόστολος Βαρνάβας εἶδε ὁ ἴδιος πολλὰ ἀπὸ τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου. Ὕστερα ἀπὸ τὸ θαῦμα τοῦ παραλύτου τῆς Βηθεσδᾶ ἔγινε ἀκόλουθος καὶ μαθητὴς τοῦ Κυρίου. Καὶ συνεχίζει (παραθέτουμε αὐτούσιο τὸ κείμενο, γιατὶ εἶναι πολὺ γλαφυρό, κα;τατοπιστικὸ καὶ πειστικό, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ γνωρίσουμε μέρος αὐτοῦ τοῦ ἐξαιρατικοῦ ἀρχαίου Ἐγκωμίου): «Ὁ δὲ Βαρνάβας πλέον ἐξεκαίετο εἰς τὴν τοῦ Κυρίου ἀγάπην. Καταλαβὼν δὲ τὸ τάχος τὴν οἰκίαν Μαρίας, τῆς μητρὸς Ἰωάννου τοῦ ἐπικαλουμένου Μάρκου, ἥτις ἐλέγετο εἶναι αὐτοῦ θεία – διὸ καὶ Μᾶρκον τὸν ἀνεψιὸν Βαρνάβα ἐκάλουν αὐτόν – εἶπε πρὸς αὐτήν· “Δεῦρο, λέγων, ὦ γύναι, ἴδε ἅπερ ἐπεθύμουν ἰδεῖν οἱ πατέρες ἡμῶν· ἰδοῦ γὰρ Ἰησοῦς τις προφήτης ἀπὸ Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας ἐστὶν ἐν τῷ ἱερῷ μεγαλοπρεπῶς θαυματουργῶν, καὶ ὡς τοῖς πολλοῖς δοκεῖ, αὐτὸς ἐστὶ Μεσσίας ὁ μέλλων ἔρχεσθαι”. Ἀκούσασα δὲ ταῦτα ἡ θαυμασία γυνὴ καὶ καταλιποῦσα τὰ ἐν χερσί, κατέλαβε τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ, καὶ ἰδοῦσα τὸν Κύριον καὶ Δεσπότην τοῦ ναοῦ, ἔπεσεν εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ, δεομένη καὶ λέγουσα “Κύριε, εἰ εὗρον χάριν ἐναντίον σου, δεῦρο εἰς τὸν οἶκον τῆς δούλης σου καὶ εὐλόγησον τῇ εἰσόδῳ σου τὰ οἰκετικά σου”. Ὁ δὲ Κύριος ἐπένευσε τῇ παρακλήσει· ὃν παραγενόμενον ὑπεδέξατο χαίρουσα εἰς τὸ ὑπερῶον αὐτῆς. Ἀπ’ ἐκείνης οὖν τῆς ἡμέρας, ἡνίκα ἤρχετο ὁ Κύριος εἰς Ἱεροσόλυμα, ἐκεῖ ἀνεπαύετο μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἐκεῖ ἐποίησε τὸ Πάσχα μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἐκεῖ ἐμυσταγώγησε τοὺς μαθητὰς διὰ τῆς μεταλήψεως τῶν ἀπορρήτων μυστηρίων. Λόγος γὰρ ἦλθεν εἰς ἡμᾶς ἀπὸ γερόντων ὅτι ὁ τὸ κεράμιον βαστάζων τοῦ ὕδατος, ᾧ κατακολουθῆσαι προσέταξεν ὁ Κύριος τοῖς μαθηταῖς, Μᾶρκος ἦν, ὁ υἱὸς ταύτης τῆς μακαρίας Μαρίας· ὁ δὲ Κύριος “πρὸς τὸν δεῖνα” εἶπεν οἰκονομικῶς, ὡς φασὶν οἱ πατέρες, ἑρμηνεύοντες τοῦτο τὸ χωρίον, διδάσκων ἡμᾶς διὰ τοῦ αἰνίγματος ὅτι παντὶ τῷ εὐτρεπίζοντι ἑαυτόν, παρ’ αὐτῷ ὁ Κύριος αὐλίζεται. Ἐν αὐτῷ τοίνυν τῷ ὑπερώῳ ἐποίησεν ὁ Κύριος τὸ Πάσχα· ἐν αὐτῷ ἐφάνη τοῖς περὶ τὸν Θωμᾶν, ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν· ἐκεῖ μετὰ τὴν ἀνάληψιν ἀνῆλθον οἱ μαθηταί, ἐλθόντες ἀπὸ τοῦ ὄρους τῶν Ἐλαιῶν μετὰ τῶν λοιπῶν ἀδελφῶν, ὄντως τὸν ἀριθμὸν ὡς ἑκατὸν εἴκοσι, ἐν οἷς ἦν Βαρνάβας καὶ Μᾶρκος· ἐκεῖ κατέβη τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐν πυρίναις γλώσσαις ἐπὶ τοὺς μαθητὰς ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς Πεντηκοστῆς· ἐκεῖ ἵδρυται νῦν ἡ μεγάλη καὶ ἁγιωτάτη Σιών, ἡ μήτηρ πασῶν τῶν ἐκκλησιῶν».
Καὶ ἀπὸ τὸ κείμενο αὐτὸ φαίνεται ἡ ἀγαθὴ πίστη τῆς Μαρίας πρὸς τὸν Χριστό, ἀλλὰ καὶ ἡ προσφορά της στὴν πρώτη Χριστιανικὴ Ἐκκλησία. Ὅσον ἀφορᾶ τὴ συγγένεια τῆς Ἁγίας Μαρίας μὲ τὸν Ἀπόστολο καὶ ἱδρυτὴ τῆς Ἐκκλησίας μας Βαρνάβα δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ καθίσταται πρόβλημα εἶναι ὁ βαθμὸς συγγενείας τους. Εἴδαμε πὼς στὶς Πράξεις στὸ ιβ’ 12 καθαρὰ φαίνεται πὼς ἡ Μαρία εἶναι μητέρα τοῦ Μάρκου. Στὸ Κολοσσαεῖς δ’ 10 ἀναγράφεται ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο πὼς ὁ Μᾶρκος εἶναι «ὁ ἀνεψιὸς Βαρνάβα». Ἄρα γιὰ νὰ εἶναι ὁ Μᾶρκος, ὁ υἱὸς τῆς Μαρίας, «ἀνεψιὸς» τοῦ Βαρνάβα, σίγουρα ὁ Βαρνάβας καὶ ἡ Μαρία εἶναι συγγενεῖς. Ἔτσι στὴν Κυπριακὴ ἁγιολογία παρουσιάσθηκαν καὶ οἱ δύο ἀπόψεις. Εἴδαμε ὅτι ὁ μοναχὸς Ἀλέξανδρος στὸ Ἐγκώμιό του σημειώνει ὅτι ἡ Μαρία ὑπῆρξε θεία τοῦ Βαρνάβα καὶ ἄρα Μᾶρκος καὶ Βαρνάβας εἶναι «ἀνεψιοί», δηλαδὴ ξαδέλφια. (Μὲ τὴν ἔννοια αὐτὴ τοῦ ξαδέλφου ἐπικρατεῖ στὴν Κύπρο ἡ λέξη ἀνεψιός). Ὅμως περισσότερο ἐπικράτησε σὲ ἁγιολογικὲς πηγές, ὅπως καὶ στὴ συνείδηση τῶν Κυπρίων, ὅτι ὁ Βαρνάβας καὶ ἡ Μαρία ἦταν ἀδέλφια. Αὐτὸ τὸ καταστάλαγμα κατέγραψε καὶ ὁ ἀείμνηστος Μακάριος, αὐτὸ καταγράφεται καὶ στὴν ἀκολουθία ποὺ ἐξέγραψε ἡ ἱερὰ μονὴ Σταυροβουνίου γιὰ ὅλους τοὺς Κυπρίους Ἁγίους.
Μία ἄλλη Τρίτη παραλλαγὴ ποῦ ἀφορᾶ τὴ συγγένεια τῶν δύο, περιλαμβάνεται σὲ κάποια Μηνολόγια, ἀλλὰ καὶ σὲ Κοπτικὸ Συναξάριο, πὼς ἡ Μαρία ὑπῆρξε νήμφη τοῦ Βαρνάβα, ἀφοῦ ἦταν γυναίκα τοῦ ἀδελφοῦ του Ἀριστόβουλου (φωτιστοῦ τῶν Βρετανικῶν νήσων).
Ἂν λοιπὸν ἡ Ἁγία Μαρία, μητέρα τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Μάρκου, εἶναι ἀδελφὴ τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα, τότε θὰ πρέπει νὰ θεωρηθεῖ ὅτι καὶ αὐτῆς ἡ καταγωγὴ ἦταν Κυπριακή, βεβαίως ἀπὸ ἑλληνιστὲς Ἰουδαίους ποὺ ἔζησαν στὴν Κύπρο καὶ ποὺ βρέθηκαν τὸν καιρὸ τῆς ἐπὶ γῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου στὰ Ἱεροσόλυμα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
 


Παρασκευή 1 Ιουλίου

Οἱ Ἅγιοι Κοσμᾶς καὶ Δαμιανὸς οἱ Ἀνάργυροι

Οἱ Ἅγιοι Ἀνάργυροι Κοσμᾶς καὶ Δαμιανός, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν τὴν ἐποχὴ ποὺ αὐτοκράτορας τῶν Ρωμαίων ἦταν ὁ Κάρυνος, ἦταν γιατροὶ στὸ ἐπάγγελμα καὶ παρεῖχαν ἰάσεις σὲ ὅλους ὅσους εἶχαν ἀνάγκη, καὶ γιὰ ἀντάλλαγμα δὲν ἔπαιρναν χρήματα, ἀλλὰ τὸ μόνο ποὺ ζητοῦσαν ἦταν νὰ πιστέψουν στὸν Χριστό. Κάποιοι ὅμως καλοθελητὲς διέβαλαν τοὺς ἁγίους στὸν αὐτοκράτορα καὶ τοῦ εἶπαν ὅτι οἱ θεραπεῖες καὶ τὰ θαύματα ποὺ ἐπιτελοῦσαν τὰ ἔκαναν μὲ μαγικὲς τέχνες.
Τότε οἱ Ἅγιοι Ἀνάργυροι ἐπειδὴ δὲν ἤθελαν νὰ πᾶνε ἄλλους ἀντὶ αὐτῶν στὸν αὐτοκράτορα, προσῆλθαν μόνοι τους ἐνώπιόν του καὶ ὁ Καρίνος προσπάθησε νὰ τοὺς μεταπείσει νὰ ἀρνηθοῦν τὸν Χριστό. Ἐκεῖνοι ὅμως ὄχι μόνο δὲν ἀρνήθηκαν τὴν πίστη τους, ἀλλὰ κατάφεραν νὰ μεταπείσουν καὶ νὰ ἀλλάξουν καὶ τὸν ἴδιο τὸν αὐτοκράτορα, ἀφοῦ καὶ ὁ ἴδιος δέχθηκε τὶς θεραπευτικές τους ἰάσεις. Συγκεκριμένα, ὅταν ὁ Καρῖνος ἀνέκρινε τοὺς Ἁγίους, μετατοπίστηκε ἡ θέση τοῦ προσώπου του καὶ στράφηκε πρὸς τὴν ράχη του. Ἀμέσως τότε οἱ Ἅγιοι τὴν θεράπευσαν μὲ τὴν προσευχή τους στὸν Χριστό. Ἐξαιτίας αὐτοῦ τοῦ θαύματος, πίστεψαν στὸν Χριστὸ ὅσοι βρίσκονταν ἐκείνη τὴν στιγμὴ μπροστὰ σ' αὐτὸ ποὺ συνέβη καὶ ὁ ἴδιος ὁ Αὐτοκράτορας τοὺς ἔστειλε πίσω στοὺς συγγενεῖς τους μὲ μεγάλες τιμές.
Ἀργότερα ὅμως, μετὰ ἀπὸ μεγάλο χρονικὸ διάστημα, οἱ Ἅγιοι φθονήθηκαν ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν δάσκαλο ποὺ τοὺς εἶχε μάθει τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη, γιατί εἶχαν ἀποκτήσει μεγάλη δόξα καὶ φήμη. Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο τοὺς ἀνέβασε σὲ κάποιο ὅρος γιὰ νὰ μαζέψουν δῆθεν κάποια βότανα καὶ ἐκεῖ τοὺς ἐπιτέθηκε μὲ πέτρες καὶ τοὺς θανάτωσε.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’.
Ἅγιοι Ἀνάργυροι καὶ θαυματουργοί, ἐπισκέψασθε τὰς ἀσθενείας ἡμῶν· δωρεὰν ἐλάβατε, δωρεὰν δότε ἡμῖν.

Ἕτερον ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς θεῖοι θεράποντες, καὶ ἰατῆρες βροτῶν, ἀνάργυρον βλύζετε, τὴν θεραπείαν ἡμῖν, Ἀνάργυροι ἔνδοξοι· ὅθεν τοὺς προσιόντας, τῇ σεπτῇ ὑμῶν σκέπῃ, ῥύσασθε νοσημάτων, καὶ παθῶν ἀνιάτων, Κοσμᾶ καὶ Δαμιανέ, Ῥώμης βλαστήματα.

Κοντάκιον. Ἦχος β’.
Οἱ τὴν χάριν λαβόντες τῶν ἰαμάτων, ἐφαπλοῦτε τὴν ῥῶσιν τοῖς ἐν ἀνάγκαις, ἰατροὶ θαυματουργοὶ ἔνδοξοι· ἀλλὰ τῇ ὑμῶν ἐπισκέψει, καὶ τῶν πολεμίων τὰ θράση κατευνάσατε, τὸν κόσμον ἰώμενοι ἐν τοῖς θαύμασι.

Μεγαλυνάριον.
Ἴασιν σωμάτων ῥῶσιν ψυχῶν, Κοσμᾶ θεοφόρε, σὺν τῷ θείῳ Δαμιανῷ, νείματε ὑψόθεν, ἀΰλῳ χειρουργίᾳ, τοῖς κατατρυχομένης, ποικίλοις πάθεσι.
 

Ὁ Ἅγιος Κωνσταντῖνος ὁ Θαυματουργός ὁ Ἀλαμάνος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ

«Οὐκ ἔστι πόλις ἢ τόπος, ὅπου τῶν ὀρθοδόξων ἡμῶν οὐ προχέονται ὑπὲρ εὐσέβειας τὰ αἵματα», λέει κάπου μὲ βαθιὰ συγκίνηση καὶ χριστιανικὴ καύχηση ὁ εὐλαβής τῆς Ὀρθοδοξίας ἱεράρχης Νεκτάριος, Πατριάρχης Ἱεροσολύμων 1661-1669.
Δὲν ὑπάρχει δηλαδὴ πόλη ἢ τόπος στὸν χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ νὰ μὴν ἔχει βαφεῖ μὲ μαρτυρικὸ αἷμα.
Τὰ λόγια αὐτά, λόγια μεγάλα κι ἀληθινὰ ποὺ ἰσχύουν γιὰ ὅλη τὴν Ὀρθοδοξία, ἰσχύουν πολὺ καὶ γιὰ τῆς Κύπρου τὸ νησί.
Δὲν ὑπερβάλλουμε ἀπὸ προγονοπληξία τὰ πράγματα. Ἀπὸ καθῆκον ἁπλῶς διακηρύττουμε μία πραγματικότητα.
Ἀπὸ τότε πού, μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, στόματα Ἀποστολικὰ ἔσπειραν στὶς καρδιὲς τῶν κατοίκων τοῦ νησιοῦ μας τὸν σπόρο τὸν εὐαγγελικό, χιλιάδες μορφὲς μέχρι σήμερα πρόβαλαν παντοῦ μὲ παρρησία τὸν χριστιανικὸ τοῦτο θησαυρὸ καὶ πότισαν μὲ τὸ αἷμά τους τὴν πίστη τους στὸν Ἐσταυρωμένο Ἰησοῦ.
Μιὰ ἀπὸ τὶς μορφὲς αὐτὲς τὶς ξεχωριστές, τὶς ὑπέροχες καὶ ἡρωικὲς εἶναι κι ὁ ἅγιος Κωνσταντῖνος ὁ Ἀλαμάνος.
Δὲν γεννήθηκε στὸ νησί μας. Οὔτε καὶ γνωρίζουμε τὸν ἰδιαίτερο τόπο τῆς καταγωγῆς του ἢ τοὺς γονεῖς του.
Γνωρίζουμε μόνο, πὼς εἶναι κι αὐτὸς ἕνας ἀπὸ ἐκείνους τοὺς Ἕλληνες ποὺ ἐργαζόντουσαν στὴ Γερμανία (Ἀλαμανία – Allemagne, γι' αὐτὸ καὶ Ἀλαμάνος) κι οἱ ὁποῖοι ἦρθαν στὸ νησί μας κι ἀσκήτεψαν σὲ διάφορα μέρη.
Ὁ Κωνσταντῖνος, μαζὶ μὲ τρεῖς ἄλλους συντρόφους του εἶχε ἐγκατασταθεῖ σὲ μία σπηλιὰ σὲ κάποιο μέρος ποὺ λεγόταν τῆς Τραχιάδος ἢ Τραχιᾶς. Τραχιὰ εἶναι μία τοποθεσία μεταξὺ τῶν χωριῶν Ἄχνας καὶ Ὀρμήδιας, Παναγιὰ τῆς Τραχιᾶς, ἕνα ἐξωκλῆσι ποὺ εἶναι κοντὰ στὸ κατεχόμενο χωριὸ Ἄχνα, ἀλλὰ βρίσκεται στὴν ἐλεύθερη περιοχή, καὶ ἔζησαν, σύμφωνα μὲ τὸν Συναξαριστή τους, μιὰ ζωὴ ἁγία, πνευματική, ἀποστολική.
Ζωὴ ἀποστολική! Πόσα δὲν λέει ἡ φράση αὐτή!
Ζωὴ ἀποστολική, δηλαδὴ ζωὴ πνευματική, ἀνώτερη.
Ζωὴ ἑνωμένη ὁλότελα μὲ τὸν Θεό. Ἑνωμένη μὲ τὴν προσευχή. Προπαντὸς ἑνωμένη μὲ τὰ Ἱερὰ Μυστήρια. Ἃς ἦταν κι αὐτοὶ ἄνθρωποι σὰν κι ἐμᾶς. Ἄνθρωποι φτιαγμένοι ἀπὸ μία φύση φθαρτή. Ἃς ἦταν κι αὐτοί, ὅπως λέει ὁ μεγάλος Πατριάρχης τοῦ Ἑβραϊκοῦ λαοῦ, ὁ πιστὸς Ἀβραὰμ «γῆ καὶ σποδός». Μὲ τὸ νὰ βάλουν ὅμως στὴν καρδιὰ τους ἀρχηγὸ καὶ βασιλέα κι ὁδηγὸ τους τὸν Χριστό. Μὲ τὸ νὰ κάμουν κέντρο τῆς ζωῆς τους τὸν Χριστό. Μὲ τὸ νὰ θελήσουν νὰ γίνει ἡ ψυχὴ τους «ψυχὴ ἐν Χριστῷ καὶ διὰ τοῦ Χριστοῦ». Μὲ τὸ νὰ ἀγωνίζονται καὶ νὰ πετύχουν νὰ ζοῦν ἐσωτερικὰ ὄχι οἱ ἴδιοι, ἀλλὰ «ὁ Χριστὸς νὰ ζεῖ ἐν αὐτοίς», μπόρεσαν νὰ ἐξελιχθοῦν καὶ νὰ γίνουν θεανθρώπινοι καὶ χριστοφόροι ἀσκητές.
Ἡ πίστη τους, πίστη ζωντανὴ καὶ φλογερή, πίστη ἀκλόνητη καὶ καυτὴ πέτυχε νὰ νεκρώσει κυριολεκτικὰ μέσα τους κάθε ταπεινὸ πόθο γιὰ ὅ,τι λένε οἱ ἄνθρωποι ἀγαθὰ τοῦ κόσμου τούτου.
Ἡ κατανυκτικὴ προσευχὴ καὶ νηστεία πάλι τοὺς ἀπάλλαξε τὴν ψυχὴ ἀπὸ κάθε μολυσμὸ σαρκὸς καὶ πνεύματος καὶ τοὺς ἔκαμε νὰ τὴν στρέφουν ὁλοένα πρὸς τὰ ἄνω, πρὸς τὰ πνευματικὰ κι αἰώνια ἀγαθά.
Κι ἡ ἀγάπη, ἡ χωρὶς ὅρια ἀγάπη, ἡ ἀγάπη ποὺ δὲν κοιτάζει φίλους κι ἐχθρούς, οὔτε πιὰ τὰ ἀγαπημένα πρόσωπα, ἀλλὰ προσφέρεται μὲ μακροθυμία καὶ ἀνοχὴ στὸν καθένα, τοὺς ἀνέβαζε καθημερινά. Τοὺς ἔκαμε νὰ φαίνονται ἐπίγειοι ἄγγελοι κι οὐράνιοι ἄνθρωποι. Ἕνα φῶς ξέχυνε γύρω τους ἡ ὅλη προσωπικότητά τους. Φῶς ἥμερο καὶ γλυκύ, μὰ καὶ μία δύναμη ἑλκυστική, ποὺ βοηθοῦσε τοὺς ἄλλους νὰ πηγαίνουν κοντά τους, γιὰ νὰ τοὺς ἰδοῦν, νὰ τοὺς ἀκούσουν, νὰ τοὺς μιμηθοῦν.
Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο οἱ πνευματοφόροι ἀσκητὲς γίνανε γιὰ τοὺς κατοίκους τῶν γύρω τόπων οἱ δυνατοὶ μαγνῆτες, ποὺ τοὺς εἵλκυσαν κοντὰ τους γιὰ νὰ τοὺς γνωρίσουν τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ὀρθοδοξία. Τοὺς εἵλκυσαν κοντὰ τους γιὰ νὰ τοὺς μάθουν νὰ σκέπτονται καὶ νὰ ποθοῦν τὰ ὑψηλά, τὰ οὐράνια, τὰ θεία καὶ ὄχι τὰ εὐτελῆ καὶ ταπεινά.
Τὰ λόγια τους, λόγια ἁπλὰ μὰ εὐαγγελικά, σκορποῦσαν παντοῦ τὴν αἰσιοδοξία καὶ τὴν ἐλπίδα. Κοντά τους μάθαιναν οἱ ἐπισκέπτες πῶς νὰ ἀξιολογοῦν τὰ πράγματα, πῶς νὰ χαίρονται τὸν κόσμο καὶ νὰ χρησιμοποιοῦν τὰ διάφορα ὑλικὰ ἀγαθὰ χωρὶς νὰ παρασύρονται ἀπὸ τὸν «ἄρχοντα τοῦ κόσμου».
- Ἀδελφοί μας, ἔλεγαν οἱ ἅγιοι. Ἔχουμε μεγάλη ἀποστολὴ σὲ τοῦτο τὸν κόσμο. Ἤρθαμε ἐδῶ γιὰ νὰ ἑτοιμασθοῦμε. Νὰ ἑτοιμασθοῦμε γιὰ τὸν οὐρανό. Κι ἡ ἑτοιμασία μας θὰ εἶναι καλή, ἂν προσπαθήσουμε κι ἀγωνιστοῦμε τοῦτο τὸν καιρὸ ποὺ ζοῦμε ἐδῶ στὴ γῆ, νὰ γίνουμε ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ. Ἄνθρωποι ἀρετῆς. Γι' αὐτὸ τὸν λόγο ἔγινε ἄνθρωπος ὁ Χριστός μας κι ἦρθε στὸν κόσμο. Ἦρθε νὰ μᾶς δείξει τὸν δρόμο ποὺ πρέπει νὰ πάρουμε, γιὰ ν’ ἀνέβουμε καὶ νὰ ζήσουμε μαζί του στὸν οὐρανό. Ἦρθε καὶ μὲ τὸν σταυρικό του θάνατο πλήρωσε τὸ δικό μας χρέος. Τὸ χρέος ποὺ δημιουργοῦμε μὲ τὶς ἁμαρτίες μας. Τὸ ἐξόφλησε μὲ τὸ τίμιο αἷμα Του, ποὺ χύθηκε πάνω στὸν σταυρό. Ἔτσι μας ἐξαγόρασε, ὅπως λέμε, ὁ Χριστός. Καὶ μὲ τὴν Ἀνάσταση καὶ Ἀνάληψη Του, φάνηκε πὼς ὁ Πατέρας Του, ὁ Πανάγαθος Θεὸς δέχτηκε τὴν θυσία Του. Τὴν δέχτηκε καὶ μᾶς ἔστειλε τὸ Πανάγιο Πνεῦμα του, πού μᾶς φωτίζει καὶ μᾶς ἁγιάζει ἀλλὰ καὶ μᾶς ἐνισχύει στὸ νὰ ζοῦμε σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τὴ χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος τὴν παίρνουμε ὅλοι οἱ χριστιανοὶ μὲ τὰ ἱερὰ μυστήρια της Ἐκκλησίας μας. Ἰδιαίτερα μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα, τὴν Μετάνοια καὶ Ἐξομολόγηση, τὴν Θεία Εὐχαριστία. Ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μένει πάντα μαζί μας. Μᾶς ἐγκαταλείπει μόνο, ὅταν ἐμεῖς ξαναγυρνᾶμε στὴν ἁμαρτία κι ἐπιμένουμε νὰ μένουμε κολλημένοι σ' αὐτήν. Φεύγει ἀπὸ κοντά μας, ὅταν ἡ ψυχή μας ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ γίνεται σκλάβα τῶν διαφόρων παθῶν, ποὺ μὲ γοητεία μᾶς προβάλλει ὁ Σατανᾶς.
Προσοχὴ λοιπὸν ἀπὸ ὅλα αὐτά. Μακριὰ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία πού μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεό. Κι ἂν συμβεῖ νὰ παρασυρθοῦμε καὶ νὰ πέσουμε, ἃς μὴ ξεχνοῦμε ποτὲ τὴν Μετάνοια καὶ Ἐξομολόγηση. Αὐτή μᾶς καθαρίζει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Καὶ μᾶς ἀναγεννᾶ. Καὶ μᾶς συμφιλιώνει μὲ τὸν Θεό.
Μὲ τέτοια λόγια, ἁπλὰ καὶ παραστατικὰ διδάσκουν κάθε φορὰ οἱ Ἅγιοι τὰ πρόσωπα ποὺ τοὺς ἐπισκέπτονται. Κι εἶναι τὰ πρόσωπα αὐτὰ πολλά. Εἶναι ἕνας κόσμος. Ὁ κόσμος!
Κάθε ἔργο ὅμως ἱερό, ἔργο ποὺ ἀποβλέπει στὴ σωτηρία ψυχῶν, γίνεται πάντοτε κι ἐπίφθονο. Δὲν ἀνέχεται ὁ «ἄρχων» τοῦ κόσμου τούτου νὰ τοῦ χαλοῦν τὰ σχέδια. Ἀπὸ τότε ποὺ ἐξ αἴτιας τοῦ ἐγωισμοῦ του ἔπεσε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ κι ἀπὸ Ἀρχάγγελος ἔγινε πονηρὸ πνεῦμα, διάβολος, ἕνα εἶναι τὸ ἔργο του κι ἕνας ὁ σκοπός του:
Νὰ σκανδαλίζει τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴ σωτηρία. Κι ἀκόμη νὰ συκοφαντεῖ καὶ νὰ καταδιώκει τοὺς ἐργάτες τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ προσπαθεῖ νὰ ἐξουδετερώσει τὸ σωστικὸ ἔργο τους. Αὐτὸ κάμνει πάντα. Αὐτὸ ἔκανε καὶ τώρα.
Κυβερνήτης στὴν Κύπρο τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ἦταν κάποιος Σαβῖνος ἐξωμότης, ἴσως γι' αὐτὸ «καὶ ἀμείλικτος διώκτης τῶν πρώην ὁμοθρήσκων του χριστιανῶν». Τὴν πληροφορία αὐτή μας τὴ δίδει ὁ Κωνσταντῖνος Σάθας. Ὅμως ὑπάρχει κι ἡ ἄποψη, πὼς ταύτη τὴν ἐποχὴ δὲν ὑπῆρξε τέτοιος διοικητὴς στὸ νησί. Μᾶλλον φαίνεται πὼς πρόκειται γιὰ δυὸ Κωνσταντίνους ἁγίους. Ἀπ' αὐτοὺς ὁ ἕνας πρέπει νὰ ἔζησε τὴν ἐποχὴ τοῦ Σαβίνου (3ος καὶ 4ος αἰῶνας μ.Χ.) κι εἶναι ὁ μεγαλομάρτυρας κι ὁ ἄλλος ὅσιος ἀπὸ τοὺς 300, ποὺ ἔζησε τὸν 12 αἰῶνα. Ἔμαθε ὁ Σαβῖνος τὸ ἔργο καὶ τὴ δράση τοῦ Κωνσταντίνου καὶ τῶν συνασκητῶν του κι ἐξεμάνη κυριολεκτικά. Χωρὶς νὰ χάσει καιρὸ διατάζει νὰ συλλάβουν τοὺς ἀσκητὲς καὶ νὰ τοὺς παρουσιάσουν μπροστά του.
Ἐκείνη τὴν ἡμέρα τὸ διοικητήριο τοῦ ἄρχοντα εἶχε μεγάλη κίνηση. Στρατιῶτες μπαινόβγαιναν καὶ πρόσεχαν τὰ πάντα. Σὲ μία μεγάλη αἴθουσα καθόταν ὁ Σαβῖνος καὶ περίμενε. Οἱ φύλακές του στεκόντουσαν δίπλα του ἄγρυπνοι καὶ προσεκτικοί. Ἐπιτέλους κάποια στιγμὴ μία ὁμάδα στρατιωτῶν φάνηκε στὸ βάθος. Προχωροῦσε ἀργά. Στὴ μέση εἶχαν δεμένους ἀπ’ τὰ χέρια τοὺς ἀσκητές. Ἀνάμεςά τους ξεχώριζε ὁ Κωνσταντῖνος. Ἦταν ὁ ἀρχηγὸς τῆς ὁμάδας. Ψηλὸς εὐρύστερνος, σὰν παλιὸς στρατιωτικὸς ποὺ ἦταν, προχωροῦσε σταθερὰ πρὸς τὴν αἴθουσα μὲ τὸ κεφάλι ψηλά. Οἱ ἄλλοι ἐρχόντουσαν ξωπίσω. Περπατοῦσαν κι αὐτοὶ σταθερά. Μπῆκαν μέσα, χαιρέτησαν μὲ ἀξιοπρέπεια καὶ στάθηκαν. Πέρασαν λίγα λεπτὰ σιγής. Κάποια στιγμὴ ὁ διοικητὴς μὲ φωνὴ ἀδύνατη καὶ βραχνὴ διακόπτει τὴ σιωπὴ καὶ λέει:
- Ἔμαθα ὅτι ἀπὸ καιρὸ σκανδαλίζετε τὸν κόσμο. Τὸν διδάσκετε νὰ πιστεύει γιὰ Θεὸ του κάποιον Ἰησοῦ Χριστό. Ἀληθεύει τὸ πρᾶγμα;
— Τὸν κόσμο δὲν τὸν σκανδαλίζουμε, εἶπε μὲ σταθερὴ φωνὴ ὁ Κωνσταντῖνος. Δὲν τὸν σκανδαλίζουμε, γιατί αὐτὸ ποὺ διδάσκουμε εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Θεός. Εἶναι ὁ Σωτῆρας καὶ Λυτρωτὴς ὅλων τῶν ἀνθρώπων.
- Πᾶψε, διέκοψε μὲ ἄγρια φωνὴ ὁ Σαβῖνος. Πᾶψε νὰ λὲς τέτοιες ἀνοησίες.
- Ἂν εἶναι ἀνοησία νὰ ὁμολογεῖ ἕνας τὴν ἀλήθεια, τότε θὰ εὐχόμουνα νὰ ἦταν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀνόητοι γιὰ νὰ λένε τὴν ἀλήθεια. Τὸ ἴδιο εὐχόμαστε κι ἐμεῖς, πρόσθεσαν κι οἱ ἄλλοι.
- Πᾶψτε! ἐπανέλαβε ἔξω φρενῶν ὁ Σαβῖνος. Πᾶρτέ τους ἀπ' ἐδῶ καὶ κτυπᾶτέ τους ὥσπου νὰ μετανιώσουν.
Οἱ στρατιῶτες ἅρπαξαν τοὺς Μάρτυρες καὶ τοὺς ἔσυραν ἔξω. Τοὺς ξεγύμνωσαν καὶ τοὺς παρέδωκαν στοὺς δήμιους ποὺ περίμεναν. Κι αὐτοὶ μὲ ὠμὰ βούνευρα ἄρχισαν νὰ τοὺς κτυποῦν ἀλύπητα. Τὸ αἷμα τρέχει ἀπὸ τὸ σκελετωμένα ἀπ' τὴ νηστεία κορμιὰ καὶ πορφυρώνει τὴ μαρτυρικὴ γῆ. Οἱ ὅσιοι ὅμως μένουν ἄκαμπτοι κι ἀλύγιστοι. Αἱμόφυρτους τοὺς πῆραν καὶ τοὺς πέταξαν στὴ φυλακή. Ὅταν σὲ λίγο συνῆλθαν ἀπ’ τοὺς τρομεροὺς πόνους, ἄκουσαν τὸν Κωνσταντῖνο νὰ τοὺς καλεῖ:
— Σηκωθεῖτε, ἀδελφοί. Μᾶς περιμένει ὁ Κύριος μας.
Οἱ μακάριοι Ὁμολογητὲς σηκώθηκαν. Σταύρωσαν τὰ ματωμένα χέρια καὶ γονάτισαν, ἔγειραν τὸ κεφάλι μπροστὰ καὶ συγκέντρωσαν τὴν προσοχή τους.
- Κύριε, εἶπε ὁ Κωνσταντῖνος. Σ' εὐχαριστοῦμε πού μας ἔδωσες τὸ θάρρος τῆς ὁμολογίας. Σ' εὐχαριστοῦμε ἀκόμη ποὺ δὲν μᾶς ἄφησες νὰ λυγίσουμε. Σὲ ἀγαποῦμε, Κύριε. Ποθοῦμε ὅλη μας ἡ ζωὴ νὰ εἶναι ἕνας ὕμνος στὴ μεγαλοσύνη σου! Βοήθησέ μας!
Ἐνίσχυσέ μας νὰ μείνουμε πιστοὶ στὸ θέλημά σου μέχρι θανάτου. Κι ἀξίωσέ μας στὴ βασιλεία σου. Ἀμήν.
Ἡ νύχτα πέρασε μὲ προσευχὲς καὶ ὑμνῳδίες. Τὰ ξημερώματα τὸ κελὶ τῆς φυλακῆς ἄνοιξε καὶ πάλι. Οἱ δήμιοι μὲ ὕβρεις καὶ βλαστήμιες, μπῆκαν μέσα κι ἔσυραν τοὺς Μάρτυρες ἔξω.
Στὸ διοικητήριο σὲ λίγο ἐπαναλαμβάνεται ἡ σκηνή. Ὁ διοικητὴς ρωτᾶ. Καὶ οἱ Ὁμολογητὲς ἀπαντοῦν χωρὶς κόπο. Τὰ λόγια τοῦ Κυρίου «ἐγὼ δώσω ὑμὶν στόμα καὶ σοφίαν, ἡ οὐ δυνήσονται ἀντειπεὶν οὐδὲ ἀντιστήναι πάντες οἱ ἀντικείμενοι ὑμίν» (Λουκ. κα’ 15), βρίσκουν καὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ πλήρη τὴν ἐφαρμογή. Ὁ διοικητὴς κι οἱ παριστάμενοι μὲ θαυμασμὸ ἀκοῦν τὶς ἀπαντήσεις τῶν Μαρτύρων. Τὸ μῖσός τους ὅμως πρὸς τὴν ἀλήθεια τοὺς τυφλώνει καὶ τοὺς κάνει νὰ μὴ ξέρουν πὼς νὰ ξεφύγουν τὴν ταπείνωση. Διέξοδος καὶ πάλι γι’ αὐτοὺς μία. Αὐτὴ ποὺ χρησιμοποιοῦν ὅλοι οἱ ἄνομοι καὶ ψυχικὰ διεφθαρμένοι. Οἱ φωνὲς κι οἱ βρισιές, οἱ ἀπειλὲς κι ὁ διωγμὸς τῶν ἀντιφρονούντων μὲ ἐπιστέγασμα τὸ μαρτύριο.
Νέα βασανιστήρια ἀναλαμβάνονται τούτη τὴ φορά. Βασανιστήρια σκληρότερα ἀπὸ τὰ πρῶτα. Στὴν ἀρχὴ μαστίγωμα μὲ βούνευρα. Ὕστερα ἀκολουθεῖ κρέμασμα τῶν Μαρτύρων μὲ τὸ κεφάλι πρὸς τὰ κάτω. Στὴ θέση αὐτὴ δήμιοι μὲ σιδερένια νύχια ξύνουν τὶς σάρκες τῶν Ὁμολογητῶν. Ἡ γῆ βρέχεται ἀπὸ τὸ αἷμα. Μερικοὶ δήμιοι λυγίζουν. Ἀλύγιστοι μένουν οἱ Μάρτυρες, ποὺ καὶ στὴν κατάσταση αὐτὴ συνεχίζουν θερμὴ τὴν προσευχή τους.
- Κύριε, βοήθησέ μας. Ρύσαι μας ἐκ τῆς παγίδας τῶν θηρευόντων. Λύτρωσέ μας ἀπὸ τὰ χέρια αὐτῶν πού μας βασανίζουν. Σὺ εἶσαι ἡ δύναμη κι ἡ ὑπομονή μας!
Ἡ ἀντοχὴ τῶν Μαρτύρων καὶ ἡ γαλήνη ποὺ εἶναι ζωγραφισμένη στὰ πρόσωπά τους ἐκνευρίζει περισσότερο τὰ ὄργανα τῆς κακίας καὶ τοῦ ψεύδους, ποὺ ἐφαρμόζουν ὁλοένα καὶ πιὸ ὀδυνηρὰ μέσα βασανισμοῦ. Τὸ ξύσιμο τῆς σάρκας μὲ τὰ σιδερένια νύχια. Τὸ ἀποτέλεσμα μηδέν. Ὅταν ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἐπισκιάσει τὴν καρδιά, καμιὰ δύναμη δὲν μπορεῖ νὰ τὴν λυγίσει καὶ νὰ τὴ συντρίψει.
Ἀποκαμωμένοι οἱ βασανιστὲς σταματοῦν καὶ στὴ φρικτὴ ἐκείνη κατάσταση ρίχνουν τοὺς Ὁμολογητὲς ράκη σωματικὰ στὴ φυλακή. Ράκη σωματικά. Ἡ ψυχή τους ὅμως πανέμορφη κι ἀδούλωτη καὶ ἡρωικὴ τοὺς ἀποδεικνύει νικητὲς κι ἀνώτερους ἀπὸ κάθε προσβολὴ καὶ βάσανο.
Τὴν ἄλλη μέρα ὁ διοικητὴς καταλυπημένος καὶ ντροπιασμένος ζητεῖ νὰ παρουσιασθοῦν ξανὰ μπροστά του οἱ Ἅγιοι. Μιὰ ἐξέδρα εἶχε στηθεῖ στὴν Τραχιάδα λίγο ἔξω ἀπὸ τὴν Ἄχνα. Ἐκεῖ ἀνέβασαν τοὺς στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ. Μιὰ νέα ἀνάκριση ἀκολουθεῖ. Καὶ στὴν ἀνάκριση νέες κολακεῖες καὶ ὑποσχέσεις καὶ ἀπειλές. Ἡ παρρησία τῶν Μαρτύρων καὶ ἡ ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ ὡς ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ὅλων τῶν ἀνθρώπων ἐξαντλεῖ τὴν ὑπομονὴ τοῦ ἐξωμότου, ὁ ὁποῖος καὶ διατάζει νὰ τοὺς ἀποκεφαλίσουν. Οἱ Μάρτυρες μὲ τὸ πρόσωπο χαρούμενο βαδίζουν στὸν τόπο τῆς ἐκτελέσεως. Ἡ σκέψη πὼς σὲ λίγο θὰ βρίσκονται κοντὰ στὸν αἰώνιο Βασιλιὰ τῆς ψυχῆς τους, κινεῖ τὰ χείλη τους σὲ μιὰ ἀκόμη δοξολογία: «Εὐλογητὸς Κύριος, ὃς οὐκ ἔδωκεν ἠμᾶς εἰς θήραν τοὶς ὀδούσιν αὐτῶν» (Ψαλμ. ρκγ’ 6).
Σὲ λίγο τέσσερα κορμιὰ κυλιοῦνται ἄπνοα στῆς Τραχιάδος τὴν γῆ. Οἱ ψυχὲς ὅμως ἀνεβαίνουν στὸν οὐρανό. Ἅγιοι Ἄγγελοι τὶς παραλαμβάνουν καὶ μὲ εὐφροσύνη ψάλλουν τὸν ὕμνο τὸν μαρτυρικό:
«Χοροὶ Μαρτύρων ἀντέστησαν τοὶς τυράννοις λέγοντες· ἠμεῖς στρατευόμεθα τῷ βασιλεῖ τῶν δυνάμεων, εἰ καὶ πυρὶ καὶ βασάνοις ἀναλώσετε ἠμᾶς, οὐκ ἀρνούμεθα τῆς Τριάδος τὴν δύναμιν».
Τὸ βράδυ τῆς ἴδιας μέρας εὐλαβεῖς χριστιανοὶ περισυνέλεξαν τὰ τίμια λείψανα καὶ τὰ ἔθαψαν μὲ τιμὲς στὸ γειτονικὸ χωριὸ Ὀρμήδια. Τὴν θύμησή τους ὅμως ἀπὸ τὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν δὲν μπόρεσε ὡς τὰ σήμερα νὰ θάψει καὶ νὰ ἐξαλείψει ἡ λήθη ἢ ὁ χρόνος. Τὰ πάμπολλα θαύματα ποὺ ὁ Θεὸς κάνει γιὰ χάρη τῶν δούλων Του στὸν τόπο ποὺ ἐναποτέθηκαν τὰ ἅγια σκηνώματά τους, θὰ ἐξαγγέλλουν στοὺς αἰῶνες τὴν θεϊκὴ ὑπόσχεση: «Τοὺς δοξάζοντας μὲ δοξάσω». (Α’ Βασ. β’ 30).
Ἀπὸ τὸν τάφο τους, ὅπως διηγοῦνται οἱ χωριανοί, ἄρχισε μετὰ ἀπὸ καιρὸ νὰ ἀναβλύζει νερό.
Κάποιοι ἔσκαψαν λίγο τὴν ἄκρη τοῦ τάφου καὶ ὁ τόπος γέμισε ἀπὸ νερὸ θεραπευτικό - ἁγίασμα.
Ἡ φανέρωση τοῦ πράγματος συνέβηκε ὡς ἑξῆς:
Ἕνας ψωραλέος μανδρόσκυλος ποὺ περνοῦσε ἀπὸ ἐκεῖ, σὰν εἶδε τὸ νερὸ ἔτρεξε κι ἔπεσε μέσα. Ὅταν βγῆκε, ὕστερα ἀπὸ κάμποση ὥρα ὁ ἰδιοκτήτης του πρόσεξε πὼς ὁ σκύλος του ἦταν τελείως καλά. Ἀνακοίνωσε τὸ πρᾶγμα στοὺς χωριανοὺς κι αὐτοὶ ἄρχισαν ἀπὸ τότε νὰ τὸ χρησιμοποιοῦν ὄχι μόνο γιὰ τὴ θεραπεία τῶν ζῴων τους, ἀλλὰ καὶ τὴ θεραπεία τῶν ἀσθενειῶν τους.
Ὁ Λεόντιος Μαχαιρᾶς μᾶς ἀναφέρει ὅτι καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς ἡγεμόνες τῆς νήσου τοῦ καιροῦ ἐκείνου, ποὺ ὑπέφερε ἀπὸ δυὸ ἀρρώστιες, δυσεντερία καὶ κουφαμάρα, πῆγε καὶ λούστηκε στὸ ἁγίασμα κι ἔγινε καλά. Αὐτὸς ὁ ἡγεμόνας ἔκτισε ἀργότερα ἀπὸ εὐγνωμοσύνη τὴν μεγάλη ἐκκλησία στὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Κωνσταντίνου.
Τὰ θαύματα τοῦ μεγαλομάρτυρος Κωνσταντίνου καὶ τῶν συναθλητῶν του, συνεχίζονται καὶ σήμερα σὲ ἐκείνους ποὺ μὲ πίστη κι εὐλάβεια καταφεύγουν στὴ χάρη τους. Σ' αὐτοὺς ἂς καταφύγουμε σήμερα κι ἐμεῖς.
Σήμερα ποὺ ἡ ἀποστασία κι ἡ προσωπολατρία ἔχει χωρίσει τοὺς χριστιανοὺς σὲ φατρίες καὶ παρατάξεις μὲ ἀπρόβλεπτες καὶ γι' αὐτὴ τὴν ὑπόσταση τοῦ λαοῦ μας συνέπειες.
Σήμερα περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη φορὰ εἶναι ἀνάγκη ἡ πίστη καὶ τὸ μαρτύριο καὶ τὸ παράδειγμα τῆς ζωῆς τῶν Ἁγίων μας νὰ ἀναπτερώσει καὶ τὸ δικό μας φρόνημα καὶ νὰ μᾶς ὁδηγήσει νὰ τοὺς μιμηθοῦμε.
Ἔτσι θὰ μπορέσουμε νὰ διαφυλάξουμε ἀνόθευτα ὀρθόδοξο τὸν θησαυρὸ τῆς πίστεώς μας.
Ἔτσι θὰ κρατήσουμε Ἑλληνικὸ τὸ μαρτυρικὸ νησί μας.
Ἔτσι θὰ πετύχουμε νὰ ἀνακτήσουμε κάποια μέρα καὶ τὴν πολύτιμη ἐλευθερία μας καὶ τὴν ὀρθὴ λύση τῶν ποικίλων προβλημάτων μας. Τῶν προβλημάτων μας τῶν ἀτομικῶν, ὅσο καὶ τῶν οἰκογενειακῶν.
Τὸ βεβαιώνει ὁ Κύριός μας: «Ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτω μετάβηθι ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμίν» (Ματθ. ιζ’ 20).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
 


Σάββατο 2 Ιουλίου

Κατάθεσις Τιμίας Ἐσθῆτος τῆς Θεοτόκου

Δυὸ πατρίκιοι, οἱ αὐτάδελφοι Γάλβιος καὶ Κάνδιδος, πηγαίνοντας στὰ Ἱεροσόλυμα νὰ προσκυνήσουν, ἔφτασαν στὴν Παλαιστίνη. Κατὰ τὴν ἐπίσκεψή τους στοὺς Ἁγίους Τόπους, συνάντησαν μία Ἑβραία, ἡ ὁποία εἶχε στὴν κατοχή της καὶ φύλαγε μὲ πάρα πολὺ μεγάλη εὐσέβεια, μέσα σὲ εἰδικὸ κιβώτιο τὴν τίμια Ἐσθῆτα (φόρεμα) τῆς Παναγίας. Τότε οἱ Γάλβιος καὶ Κάνδιδος, ἀφοῦ προσκύνησαν τὸ ἱερὸ ἔνδυμα, ἔβαλαν σκοπὸ νὰ τὸ μεταφέρουν στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἀφοῦ ἔφτασαν στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ προσκύνησαν, στὴν συνέχεια κατασκεύασαν ἕνα εἰδικὸ κιβώτιο, ὅμοιο μὲ αὐτὸ ποὺ εἶχε ἡ Ἑβραία γυναῖκα καὶ φύλαγε τὸ φόρεμα τῆς Θεοτόκου. Τὸ κιβώτιο αὐτό, χωρὶς νὰ τοὺς πάρει εἴδηση ἡ γυναῖκα, τὸ ἄλλαξαν μὲ αὐτὸ ποὺ περιεῖχε τὴν τιμία Ἐσθῆτα, χωρὶς νὰ τοὺς πάρει εἴδηση.
Ἔτσι λοιπὸν πῆραν τὸ κιβώτιο μὲ τὸ ἱερὸ ἔνδυμα καὶ ξεκίνησαν γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη. Ὅταν ἔφθασαν στὴν Πόλη, προσπάθησαν νὰ κρύψουν αὐτὸν τὸν πολύτιμο θησαυρὸ στὶς Βλαχέρνες. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ κρύψουν, γνωστοποίησαν αὐτὸ τὸ γεγονὸς στὸν αὐτοκράτορα τῆς Πόλης. Ἐκεῖνος μόλις πληροφορήθηκε τὴ μεταφορὰ τῆς τιμίας Ἐσθῆτος στὴν Κωνσταντινούπολη ἀσπάστηκε μὲ μεγάλη εὐλάβεια τὸ ἱερὸ ἔνδυμα καὶ ἀμέσως ἔδωσε ἐντολὴ νὰ κατασκευαστεῖ Ναὸς καὶ ἀργότερα μέσα σ' αὐτὸν τοποθέτησε τὸ ἱερὸ ἔνδυμα, τὸ ὁποῖο βρίσκεται μέχρι καὶ σήμερα σ' αὐτὸν τὸν τόπο, ἀποτελῶντας φυλακτήριο καὶ συνάμα πολύτιμο κειμήλιο γιὰ τοὺς χριστιανούς.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ'.
Θεοτόκε Ἀειπάρθενε, τῶν ἀνθρώπων ἡ σκέπη, Ἐσθῆτα καὶ Ζώνην τοῦ ἀχράντου σου σώματος, κραταιὰν τῇ πόλει σου περιβολὴν ἐδωρήσω, τῷ ἀσπόρῳ τόκῳ σου ἄφθαρτα διαμείναντα· ἐπὶ σοὶ γὰρ καὶ φύσις, καινοτομεῖται καὶ χρόνος. Διὸ δυσωποῦμέν σε, εἰρήνην τῇ πολιτείᾳ σου δώρησαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θεῖον ἔνδυμα, τῶν οίκτιρμῶν σου, καὶ ἱμάτιον ἀθανασίας, τὴν ἁγίαν σου Ἐσθῆτα καὶ ἄφθαρτον, τῇ κληρουχίᾳ σου Κόρη δεδώρησαι, εἰς περιποίησιν πάντων καὶ σύναψιν. Ὅθεν Ἄχραντε, τὴν θείαν αὐτῆς κατάθεσιν, τιμῶντες εὐσεβῶς σὲ μεγαλύνομεν.

Κοντάκιον Ἦχος δ'. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ
Περιβολὴν πᾶσι πιστοῖς ἀφθαρσίας, Θεοχαρίτωτε Ἁγνὴ ἐδωρήσω, τὴν Ἱερὰν Ἐσθῆτά σου μεθ’ ἧς τὸ ἱερόν, σῶμά σου ἐσκέπασας, σκέπη πάντων ἀνθρώπων· ἧς περ τὴν κατάθεσιν, ἑορτάζομεν πόθῳ, καὶ ἐκβοῶμεν φόβῳ σοι σεμνή· χαῖρε Παρθένε, Χριστιανῶν τὸ καύχημα.

Μεγαλυνάριον.
Τῆς ἀθανασίας τὸν χορηγόν, τέξασα Παρθένε, ἠθανάτισας τὸν Ἀδάμ· τοῦτο γὰρ δηλοῦσα, ἡ ἄφθαρτος Ἐσθής σου φθορᾶς παθῶν λυτροῦται, τοὺς προσπελάζοντας.
 
 

Επιμέλεια-Διανομή: Καθεδρικός Ι.Ν. Παναγίας Φανερωμένης Χολαργού
Design : ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ
Εάν δεν επιθυμείτε να λαμβάνετε το Ενημερωτικό, παρακαλούμε πατήστε εδώ
Εάν λαμβάνετε το Ενημερωτικό περισσότερες από μία φορά, παρακαλούμε πατήστε εδώ