Τεύχος 45   14 Οκτωβρίου 2011

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011 – Δ΄ ΛΟΥΚΑ

Ο Απόστολος
Προς Τίτον επιστολή Παύλου (γ΄ 8–15)

Τέκνον Τίτε, πιστὸς ὁ λόγος· καὶ περὶ τούτων βούλομαί σε διαβεβαιοῦσθαι, ἵνα φροντίζωσι καλῶν ἔργων προΐστασθαι οἱ πεπιστευκότες τῷ Θεῷ. Ταῦτά ἐστι τὰ καλὰ καὶ ὠφέλιμα τοῖς ἀνθρώποις· μωρὰς δὲ ζητήσεις καὶ γενεαλογίας καὶ ἔρεις καὶ μάχας νομικὰς περιΐστασο· εἰσὶ γὰρ ἀνωφελεῖς καὶ μάταιοι.
Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος.
Ὅταν πέμψω Ἀρτεμᾶν πρός σε ἢ Τυχικόν, σπούδασον ἐλθεῖν πρός με εἰς Νικόπολιν· ἐκεῖ γὰρ κέκρικα παραχειμάσαι. Ζηνᾶν τὸν νομικὸν καὶ Ἀπολλὼ σπουδαίως πρόπεμψον, ἵνα μηδὲν αὐτοῖς λείπῃ. Μανθανέτωσαν δὲ καὶ οἱ ἡμέτεροι καλῶν ἔργων προΐστασθαι εἰς τὰς ἀναγκαίας χρείας, ἵνα μὴ ὦσιν ἄκαρποι.
Ἀσπάζονταί σε οἱ μετ' ἐμοῦ πάντες. Ἄσπασαι τοὺς φιλοῦντας ἡμᾶς ἐν πίστει. Ἡ χάρις μετὰ πάντων ὑμῶν· ἀμήν.

Ἀπόδοση στη νεοελληνική:

Τέκνον Τίτε, εἶναι ἀξιόπιστα τὰ λόγια αὐτά, καὶ αὐτὰ θέλω νὰ διαβεβαιώνῃς, ὥστε νὰ φροντίζουν ἐκεῖνοι ποὺ ἐπίστεψαν εἰς τὸν Θεὸν νὰ εἶναι πρωτοπόροι καλῶν ἔργων. Αὐτὰ εἶναι τὰ καλὰ καὶ ὠφέλιμα διὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλ’ ἀπόφευγε μωρὰς συζητήσεις, γενεαλογίας, ἔριδας καὶ φιλονεικίας διὰ τὸν νόμον, διότι εἶναι ἀνωφελεῖς καὶ μάταιαι.
Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν, ἄφηνέ τον. Νὰ γνωρίζεις ὅτι ἕνας τέτοιος ἔχει διαστραφῆ, ἁμαρτάνει καὶ ἔτσι καταδικάζει ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτόν του.
Ὅταν θὰ στείλω τὸν Ἀρτεμᾶν σ’ ἐσὲ ἢ τὸν Τυχικόν, φρόντισε νὰ ἔλθῃς σ’ ἐμὲ εἰς τὴν Νικόπολιν, διότι ἐκεῖ ἀπεφάσισα νὰ περάσω τὸν χειμῶνα. Τὸν Ζηνᾶν τὸν νομικόν, καὶ τὸν Ἀπολλὼ κατευόδωσέ τους μὲ ἐνδιαφέρον, διὰ νὰ μὴ τοὺς λείψῃ τίποτε. Ἂς μαθαίνουν καὶ οἱ δικοί μας νὰ εἶναι πρωτοπόροι καλῶν ἔργων εἰς ἐπειγούσας ἀνάγκας, διὰ νὰ μὴν εἶναι ἄκαρποι.
Σὲ χαιρετοῦν ὄλοι ὅσοι εἶναι μαζί μου. Χαιρέτησε ἐκείνους ποὺ μᾶς ἀγαποῦν ἐν πίστει. Ἡ χάρις νὰ εἶναι μαζὶ μὲ ὅλους σας. Ἀμήν.

Το Ευαγγέλιο
Κατά Λουκάν (η΄ 5–15)

Εἶπεν ὁ Κύριος την παραβολήν ταύτην·
«ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τὸν σπόρον αὐτοῦ. καὶ ἐν τῷ σπείρειν αὐτὸν ὃ μὲν ἔπεσε παρὰ τὴν ὁδόν, καὶ κατεπατήθη, καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατέφαγεν αὐτό· καὶ ἕτερον ἔπεσεν ἐπὶ τὴν πέτραν, καὶ φυὲν ἐξηράνθη διὰ τὸ μὴ ἔχειν ἰκμάδα· καὶ ἕτερον ἔπεσεν ἐν μέσῳ τῶν ἀκανθῶν, καὶ συμφυεῖσαι αἱ ἄκανθαι ἀπέπνιξαν αὐτό. Καὶ ἕτερον ἔπεσεν εἰς τὴν γῆν τὴν ἀγαθήν, καὶ φυὲν ἐποίησε καρπὸν ἑκατονταπλασίονα. Ταῦτα λέγων ἐφώνει· ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.
Ἐπηρώτων δὲ αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· τίς εἴη ἡ παραβολὴ αὕτη.
Ὁ δὲ εἶπεν· ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τοῖς δὲ λοιποῖς ἐν παραβολαῖς, ἵνα βλέποντες μὴ βλέπωσι καὶ ἀκούοντες μὴ συνιῶσιν. Ἔστι δὲ αὕτη ἡ παραβολή· ὁ σπόρος ἐστὶν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ· οἱ δὲ παρὰ τὴν ὁδόν εἰσιν οἱ ἀκούσαντες, εἶτα ἔρχεται ὁ διάβολος καὶ αἴρει τὸν λόγον ἀπὸ τῆς καρδίας αὐτῶν, ἵνα μὴ πιστεύσαντες σωθῶσιν. Οἱ δὲ ἐπὶ τῆς πέτρας οἳ ὅταν ἀκούσωσι, μετὰ χαρᾶς δέχονται τὸν λόγον, καὶ οὗτοι ρίζαν οὐκ ἔχουσιν, οἳ πρὸς καιρὸν πιστεύουσι καὶ ἐν καιρῷ πειρασμοῦ ἀφίστανται. Τὸ δὲ εἰς τὰς ἀκάνθας πεσόν, οὗτοί εἰσιν οἱ ἀκούσαντες, καὶ ὑπὸ μεριμνῶν καὶ πλούτου καὶ ἡδονῶν τοῦ βίου πορευόμενοι συμπνίγονται καὶ οὐ τελεσφοροῦσι. Τὸ δὲ ἐν τῇ καλῇ γῇ, οὗτοί εἰσιν οἵτινες ἐν καρδίᾳ καλῇ καὶ ἀγαθῇ ἀκούσαντες τὸν λόγον κατέχουσι καὶ καρποφοροῦσιν ἐν ὑπομονῇ.»

Απόδοση στη νεοελληνική:

Εἶπεν ὁ Κύριος την ἑξῆς παραβολήν: «Ἐβγῆκε ὁ γεωργὸς διὰ νὰ σπείρῃ τὸν σπόρον του. Καὶ ἐνῷ ἔσπερνε, μερικοὶ σπόροι ἔπεσαν κοντὰ εἰς τὸν δρόμον καὶ καταπατήθηκαν καὶ τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ τοὺς ἔφαγαν· ἄλλοι ἔπεσαν εἰς πετρῶδες ἔδαφος καὶ ὅταν ἐφύτρωσαν, ἐξεράθηκαν, διότι δὲν εἶχαν ὑγρασίαν· ἄλλοι ἔπεσαν ἀνάμεσα στὰ ἀγκάθια καὶ ὅταν φύτρωσαν τὰ ἀγκάθια, τοὺς ἔπνιξαν τελείως· καὶ ἄλλοι ἔπεσαν εἰς καλὸν ἔδαφος καὶ ἐφύτρωσαν καὶ ἀπέδωκαν ἑκατὸ φορὲς περισσότερον καρπόν». Ἐνῷ ἔλεγε αὐτά, ἐφώναξε, «Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει αὐτιὰ διὰ νὰ ἀκούῃ, ἂς ἀκούῃ».
Οἱ μαθηταί του τὸν ἐρωτοῦσαν τί σημαίνει ἡ παραβολὴ αὐτή. Καὶ ἐκεῖνος εἶπε, «Σ’ ἐσᾶς ἔχει δοθῆ τὸ νὰ γνωρίσετε τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἀλλ’ εἰς τοὺς λοιποὺς δίδονται μὲ παραβολές, διὰ νὰ κυττάζουν ἀλλὰ νὰ μὴ βλέπουν καὶ νὰ ἀκούουν ἀλλὰ νὰ μὴ καταλαβαίνουν. Ἡ παραβολὴ αὐτὴ σημαίνει τὰ ἑξῆς; Ὁ σπόρος εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ· ἐκεῖνοι ποὺ ἔπεσαν κοντὰ εἰς τὸν δρόμον εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἄκουσαν, ἔπειτα ἔρχεται ὁ διάβολος καὶ ἀφαιρεῖ τὸν λόγον ἀπὸ τὴν καρδιά τους, διὰ νὰ μὴ πιστέψουν καὶ σωθοῦν. Ἐκεῖνοι δὲ ποὺ ἔπεσαν εἰς τὸ πετρῶδες ἔδαφος, εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ὅταν ἀκούσουν, δέχονται μὲ χαρὰν τὸν λόγον ἀλλὰ δὲν ἔχουν ρίζαν· προσωρινῶς πιστεύουν καὶ τὸν καιρὸν τῆς δοκιμασίας ἀπομακρύνονται. Ἐκεῖνο ποὺ ἔπεσε στὰ ἀγκάθια, εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἄκουσαν ἀλλ’ εἰς τὸν δρόμον τους συμπνίγονται ἀπὸ τὰς φροντίδας καὶ τὸν πλοῦτον καὶ τὰς ἡδονὰς τοῦ βίου καὶ ὁ καρπός τους δὲν ὡριμάζει. Ἐκεῖνο δὲ ποὺ ἔπεσεν εἰς τὸ καλὸν ἔδαφος εῑναι ἐκεῖνοι ποὺ μὲ καρδιὰ καλὴ καὶ ἀγαθὴ ἀκούουν τὸν λόγον, τὸν διατηροῦν καὶ καρποφοροῦν μὲ ὑπομονήν»
.
   
 


ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ

Κυριακή 16 Οκτωβρίου

Ὁ Ἅγιος Λογγῖνος ὁ Ἑκατόνταρχος

Ἦταν ἐπικεφαλὴς ἀξιωματικὸς τῶν ρωμαίων στρατιωτῶν, στὴν ἐκτέλεση τῆς θανατικῆς καταδίκης τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν ἐκτελοῦσε τὴ διαταγὴ τοῦ Πιλάτου, ἀγνοοῦσε ποιὸς ἦταν ὁ Ἰησοῦς, γι’ αὐτὸ παρέστη σὲ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς φρικτῆς τραγωδίας. Ὅμως ἡ ψυχὴ τοῦ Λογγίνου δὲν εἶχε τὶς φαρισαϊκὲς παρωπίδες καὶ τὴν ἀχρειότητα τῶν ρωμαίων στρατιωτῶν. Εἶδε σὲ βάθος τὸ θύμα καὶ πρόσεξε σ’ αὐτὸ τὴν ἀγαθότητα, τὴ σεμνότητα, ἀλλὰ καὶ τὴν γαλήνη ποὺ τὸ διέκρινε.
Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Κυρίου, ὅταν εἶδε τὸ καταπέτασμα τοῦ Ναοῦ νὰ σχίζεται στὰ δυό, τὴν γῆ νὰ σείεται, τὶς πέτρες νὰ ραγίζουν καὶ τὰ μνημεῖα νὰ ἀνοίγουν, φωτίσθηκε ἀκόμα περισσότερο. Δὲ χωροῦσε πλέον καμιὰ ἀμφιβολία μέσα του, καὶ μὲ ὅλη του τὴν δύναμη διακήρυξε κάτι, ποὺ ὅλοι ὅσοι ἔχουν καθαρὰ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς τους στὴν παντοδυναμία τοῦ Κυρίου διακηρύττουν: «Ἀληθῶς ὁ ἄνθρωπος οὗτος υἱὸς ἣν Θεοῦ».
Ἡ εἴδηση ὅτι ὁ Λογγῖνος ἀσπάσθηκε καὶ κήρυττε τὴν χριστιανικὴ πίστη, ἐξήγειρε τὴν μανία τῶν Ἰουδαίων, καὶ μὲ ἐνέργειές τους στὴ ρωμαϊκὴ ἐξουσία, τὸν ἀποκεφάλισαν.


Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.
Τὸν Ἥλιον τῆς δόξης Σταυρῷ προσηλωθέντα, καὶ τοῖς ἐν σκιᾷ τοῦ θανάτου ἐκλάμποντα ὡς εἶδες, ηὐγάσθης αὐτοῦ ταῖς ἀστραπαῖς, καὶ ἤθλησας Λογγῖνε εὐσεβῶς· διὰ τοῦτο νοσημάτων παντοδαπῶν, λυτροῦσαι τοὺς ἐκβοῶντας· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

Κοντάκιοv. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Εὐφροσύνως γέγηθεν ἡ Ἐκκλησία, ἐν τῇ μνήμῃ σήμερον, τοῦ ἀοιδίμου Ἀθλητοῦ Λογγίνου ἀνακραυγάζουσα· Σύ μου τὸ κράτος Χριστὲ καὶ στερέωμα.

Μεγαλυνάριον.
Κῆρυξ καὶ αὐτόπτης ὤφθης τρανῶς, τοῦ σαρκὶ παθόντος, εὐδοκίᾳ Λόγου Θεοῦ· εὐθαρσῶς γὰρ τούτου, τὴν ἔγερσιν κηρύττων, ὑπὲρ αὐτοῦ Λογγῖνε, προθύμως τέθυσαι.
 


Δευτέρα 17 Οκτωβρίου

Ὁ Προφήτης Ὠσηέ

Ἦταν γιὸς τοῦ Βεηρεῖ ἀπὸ τὴν Βελεμῶθ τῆς φυλῆς Ἰσάχαρ καὶ ἔζησε τὸν ὄγδοο αἰώνα π.Χ., ἐπὶ βασιλέων τοῦ Ἰούδα, Ὀζίου, Ἰωάθαμ, Ἄχαζ, Ἐζεκία καὶ τοῦ Ἰσραὴλ Ἱεροβοὰμ Β’. Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, εἶναι ὁ πρῶτος ἀπὸ τοὺς δώδεκα μικροὺς λεγόμενους προφῆτες.
Ὁ Ὠσηὲ ἦταν ψυχὴ γεμάτη ἀπὸ ζῆλο γιὰ τὸ θεῖο Νόμο, γι’ αὐτὸ καὶ στὸ προφητικό του βιβλίο καταγγέλλει εὐθέως τὸν λαὸ τοῦ Ἰσραήλ, ποὺ εἶχε μολυνθεῖ ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρία. Οἱ συμβολισμοὶ του θεωροῦνται δυσεξήγητοι, ἀλλὰ σαφέστατα ἐκδηλώνει τὴν πίστη του στὸν Σωτήρα Χριστό.
Μάλιστα, ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας χρησιμοποίησε μία σπουδαία φράση τοῦ Ὠσηέ, πρὸς τοὺς Φαρισαίους (Ματθ. θ’ 3), ἡ ὁποία λέει: «Ἔλεος θέλω καὶ οὐ θυσίαν καὶ ἐπίγνωσιν Θεοῦ ἢ ὁλοκαυτώματα». Δηλαδή, λέει ὁ Θεὸς μέσω τοῦ Ὠσηέ: «Προτιμῶ τὴν εἰρηνικὴ ἀγάπη σας πρὸς ἐμένα καὶ ὄχι τὶς τυπικὲς θυσίες, καὶ θέλω νὰ ἔχετε ἐπίγνωση τοῦ θείου θελήματος περισσότερο, παρὰ τὰ χωρὶς νόημα καὶ οὐσία ὁλοκαυτώματα ποὺ προσφέρετε».
Ἐπίσης, φράσεις τοῦ Ὠσηὲ χρησιμοποίησαν καὶ οἱ Ἀπόστολοι Πέτρος καὶ Παῦλος στὶς ἐπιστολές τους. Ὁ Ὠσηὲ λέγεται ὅτι ἔζησε 75 χρόνια, καὶ μετὰ παρέδωσε στὸ Θεὸ τὴν δίκαια ψυχή του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θεῖον ἔσοπτρον, τοῦ Παρακλήτου, ἐχρημάτισας, σοφὲ Προφῆτα, τὰς σεπτὰς ἐκφαντορίας δεχόμενος· ὅθεν ἐν κόσμῳ μελλόντων τὴν πρόγνωσιν, ὥσπερ φωτὸς λαμπηδόνας ἐξήστραψας. Ὠσηὲ ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τῇ θεαυγεῖ μαρμαρυγῇ μυσταγωγούμενος
Προφητικῆς θεηγορίας κατηξίωσαι
Τὰς τῆς χάριτος προλέγων ἐπαγγελίας.
Ἀλλ’ ὡς θείας Ὠσηὲ εὐκλείας σύσκηνος
Πολυτρόπων συμφορῶν ἡμᾶς ἀπάλλαξον
Τοὺς βοῶντάς σοθ, χαίροις σκεῦος τοῦ Πνεύματος.

Μεγαλυνάριον.
Στόμα θεηγόρον πεπλουτηκώς, τὴν οἰκονομίαν, προκατήγγεολας τοῦ Χριστοῦ, Ὠσηὲ Προφῆτα, καὶ τούτῳ ὥσπερ ἔφης, χορὸς τῶν Ἀποστόλων, κατηκολούθησε.


Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Ὁσιομάρτυρας ὁ ἑν τῆ Κρίσει

Ὁ τολμηρὸς καὶ ἐλεύθερος στὸ φρόνημα καὶ τὸν λόγο Ὁσιομάρτυρας Ἀνδρέας, καταγόταν ἀπὸ τὴν Κρήτη καὶ ἔζησε τὸν 8ο αἰώνα μ.Χ. ἐπὶ αὐτοκράτορας Κωνσταντίνου Ε’ τοῦ Κοπρώνυμου.
Ὅταν αὐτὸς ξεκίνησε διωγμὸ κατὰ τῶν ἁγίων εἰκόνων, ὁ Ἀνδρέας πληροφορήθηκε τὰ ἔκτροπα ποὺ γίνονταν ἐναντίον ἐκείνων ποὺ τὶς προσκυνοῦσαν, γι’ αὐτὸ ἄφησε τὴν Κρήτη καὶ πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη. Καὶ ὅταν εἶδε ἀπὸ κοντὰ τὴ βία κατὰ τῶν ὀρθοδόξων, αἰσθάνθηκε τὴν ἀνάγκη ἀπὸ ἱερὴ ἀγανάκτηση νὰ ἐλέγξει τὸν ἴδιο τὸν αὐτοκράτορα. Καὶ ἡ εὐκαιρία τοῦ δόθηκε ὅταν ὁ Κωνσταντῖνος ὁ Ε’ βγῆκε ἀπὸ τὸ παλάτι. Στὴν ἐπιστροφὴ ὁ Ἀνδρέας παραφύλαξε καὶ μὲ θάρρος τὸν πλησίασε καὶ τὸν ρώτησε: «ἄρα χριστιανὸς εἰ, βασιλεῦ;». Ὁ Κωνσταντῖνος ἔμεινε ἐμβρόντητος στὴν ἀρχή. Ἀλλὰ ἔπειτα ἐξοργισμένος διέταξε νὰ τὸν συλλάβουν.
Ἡ διαταγὴ ἐκτελέστηκε καὶ μάλιστα ἕνας ἀπὸ τοὺς ὑπασπιστὲς κτύπησε τὸν Ἀνδρέα καὶ συγχρόνως τὸν ρώτησε: «οὕτως ἐδιδάχθης ἀτιμάζειν τὸν βασιλέα;». Καὶ ὁ Ἀνδρέας τοῦ ἀπάντησε μὲ τὸν ἑξῆς ἀθάνατο λόγο: «οὐδεὶς ἁμαρτάνει βασιλέα ἐλέγχων παρανομοῦντα». Θυμωμένος τότε ἀκόμα περισσότερο ὁ βασιλιάς, διέταξε καὶ μαστίγωσαν ἄγρια τὸν Ἀνδρέα. Ἔπειτα τὸν παρέδωσαν σὲ ὄχλο εἰκονομάχων, ποὺ τὸν ἔσυραν ἐπάνω σὲ κοφτερὲς πέτρες.
Κατόπιν κάποιος ἀγροῖκος ψαρὰς μὲ κοφτερὸ τσεκούρι, ἔκοψε τὸ πόδι τοῦ Ἁγίου καὶ ἔτσι μετὰ ἀπὸ λίγο πέθανε. Τὸ λείψανό του τὸ ἔριξαν σὲ ἀκάθαρτο τόπο, ἀλλὰ ὀρθόδοξα χέρια τὸ πῆραν νύχτα καὶ τὸ ἔθαψαν εὐλαβικὰ σὲ τόπο ὀνομαζόμενο "τῆς Κρίσεως".
(Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ ἐπαναλαμβάνεται καὶ τὴν 21η Ὀκτωβρίου, μετὰ τῶν Ἁγίων Στεφάνου, Παύλου καὶ Πέτρου).
  

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἀσκητικῶς προγυμνασθεὶς ἐν τῷ Ὄρει, τὰς νοητὰς τῶν δυσμενῶν παρατάξεις, τῇ πανοπλίᾳ ὤλεσας παμμάκαρ τοῦ Σταυροῦ· αὖθις δὲ πρὸς ἄθλησιν, ἀνδρικῶς ἀπεδύσω, κτείνας τὸν Κοπρώνυμον, τῷ τῆς πίστεως ξίφει· καὶ δι’ ἀμφοῖν ἐστέφθης ἐκ Θεοῦ, Ὁσιομάρτυς, Ἀνδρέα ἀοίδιμε.

Κοvτάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἑορτάζει σήμερον, ἡ Βασιλεύουσα πόλις, ἑορτὴv ὑπέρλαμπρον, τῆς φωτοφόρου σου μνήμης, ἅπασαv προσκαλουμένη πόλιv καὶ χώραv· χαίρει γάρ, ὡς κτησαμένη θησαυρὸv μέγαν, τὸ πολύαθλόν σου σῶμα, Ἀνδρέα Μάρτυς, Ὀρθοδοξίας φωστήρ.

Μεγαλυνάριον.
Ἔμψυχος ἀνδρείας ὀφθεὶς εἰκών, τῶν Εἰκονομάχων, κατεπτόησας τὴν ἰσχύν, καὶ τῷ αἵματί σου, Ἀνδρέα ὑπογράφεις, τὴν τῶν σεπτῶν Εἰκόνων, τιμὴν ἐν Πνεύματι.


Ἀνακομιδὴ καὶ Κατάθεσις τοῦ Λειψάνου τοῦ Ἁγίου καὶ Δικαίου Λαζάρου

Ὅπως γνωρίζουμε ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη ἦταν ὁ φίλος τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸν ὁποῖο ἀνάστησε.
Αὐτὸς λοιπὸν πῆγε στὴν Κύπρο, ὅπου χειροτονήθηκε ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους, ἐπίσκοπος Κιτίου καὶ δίδασκε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἀφοῦ ἐπὶ πολλὰ χρόνια ποίμανε θεάρεστα τὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ, ἀπεβίωσε εἰρηνικά, κάνοντας πολλὰ θαύματα.
Μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια, τὸ 890, ὁ αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου Λέων ὁ ΣΤ’, ἀφοῦ ἔκτισε μεγαλόπρεπο Ναὸ καὶ Μοναστήρι στὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου καὶ Δικαίου Λαζάρου, ἔδωσε διαταγὴ καὶ ἀνακομίστηκε τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου, ἀπὸ τὴν πόλη τῶν Κιτιαίων, στὸν προαναφερθέντα Ναὸ στὴν Κωνσταντινούπολη.
  

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς φίλον σε γνήσιον, καὶ Ἱεράρχην σοφόν, Χριστοῦ τοῦ Παντάνακτος, ἀνευφημοῦμεν πιστῶς, θεόληπτε Λάζαρε· σὲ γὰρ ἀπὸ τοῦ τάφου, ἤγειρε τεταρταῖον, ᾧπερ ἀμέμπτῳ βίῳ, ἱεράτευσας μάκαρ· καὶ νῦν ἀπαύστως πρέσβευε, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὥσπερ οἰκεῖος τοῦ Χριστοῦ καὶ φίλος γνήσιος
Ἀπὸ τοῦ τάφου ἐξηγέρθεις τετραήμερος
Τῷ κελεύσματι Κυρίου τῷ ζωηφόρῳ.
Ἀλλ’ ὡς βήματι τῷ θείῳ παριστάμενος
Καθικέτευε λυτροῦσθαι πάσης θλίψεως
Τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις Ἅγιε Λάζαρε.

Μεγαλυνάριον.
Νεκρὸν τεταρταῖόν σε ὁ Χριστός, ἤγειρεν ἐκ τάφου, οἷα φίλον εἰλικρινῆ· ἔνθεν Ἱεράρχης, ἐδείχθης θεοφόρος, καὶ πρόεδρος Κιτίου, Λάζαρε ἔνδοξε.


Οἱ Ἅγιοι Κοσμᾶς, Δαμιανός, Λεόντιος, Ἄνθιμος καὶ Εὐπρέπιος οἱ Ἀνάργυροι καὶ οἱ σὺν αυτοῖς 15 Ἀνάργυροι

Ἦταν μεταξύ τους κατὰ σάρκα, ἀλλὰ καὶ κατὰ πνεῦμα ἀδέλφια ἀπὸ τὴν Ἀραβία. Εὐσεβεῖς καὶ οἱ πέντε, ἀπὸ τὸν αὐτὸ ἐμπνεόμενοι θεῖο ζῆλο καὶ ἀπὸ τὰ αὐτὰ κινούμενοι φιλάνθρωπο αἰσθήματα, ὄχι μόνο πολλὲς ἀγαθοεργίες εἶχαν ἐπιτελέσει μὲ τὴν ἰατρική τους τέχνη, ἀλλὰ καὶ πολλοὺς εἶχαν ἑλκύσει στὴ χριστιανικὴ πίστη.
Καταγγέλθηκαν γι’ αὐτὸ καὶ συνελήφθηκαν μαζὶ μὲ ἄλλους δεκαπέντε ακόμα Ἀναργύρους, κατὰ τὸν ἐπὶ Διοκλητιανοὺ διωγμὸ στὴ Λυκία ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα ἐν Αἰγαὶς Λυσία.
Μετὰ ἀπὸ πολλὰ βασανιστήρια, ὅλοι ὑπέστησαν τὸν διὰ ἀποκεφαλισμοῦ θάνατο.
  

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν τῶν ἰάσεων, χάριν πλουτήσαντες, πάθη δυσίατα, ταχέως παύετε, καὶ χορηγεῖτε δωρεάν, Ἀνάργυροι τὰς ἰάσεις· φάρμακα γὰρ νέμοντες, ἀληθῶς τὰ σωτήρια, ῥῶσίν τε καὶ λύτρωσιν, τοῖς νοσοῦσι βρεβεύετε, κουφίζοντες τοὺς πίστει βοῶντας· χαῖρε εἰκὰς τῶν Ἀναργύρων.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς ἰατῆρες παθημάτων ἑτοιμότατοι
Καὶ τῶν ἐν νόσοις συμπαθέστατοι ἀκέστορες,
Εἰκοσάριθμε χορεία τῶν Ἀναργύρων,
Ἀπὸ πάσης ἀσθενείας καὶ κακώσεως
Ἀσινεῖς τε καὶ ἀτρώτους διασώζετε
Τοὺς κραυγάζοντας, χαίρετε θεῖοι Ἀνάργυροι.

Μεγαλυνάριον.
Χάριν δεδεγμένοι παρὰ Θεοῦ, δωρεὰν τὰς νόσους, θεραπεύετε τῶν πιστῶν, καὶ τῶν βαρυτάτων, παθῶν λυτροῦσθε θᾶττον, τοὺς ἐπικαλουμένους, ὑμᾶς Ἀνάργυροι.
 


Τρίτη 18 Οκτωβρίου

Ὁ Ἅγιος Λουκᾶς ὁ Εὐαγγελιστής

Καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια τῆς Συρίας. Ἦταν γιατρὸς στὸ ἐπάγγελμα, ὅμως γνώριζε πολὺ καλὰ τὴ ζωγραφικὴ τέχνη. Μάλιστα σὲ αὐτὸν ἀποδίδονται οἱ πρῶτες εἰκόνες τῆς Θεοτόκου μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ βρέφος στὴν ἀγκαλιά της, καθὼς καὶ αὐτὲς τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου.
Στὴν χριστιανικὴ πίστη κατηχήθηκε ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο καὶ ἔκτοτε ἀφοσιώθηκε στὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου. Περιόδευσε στὴ Δαλματία, Ἰταλία, Βοιωτία κ.ἄ.
Συνέγραψε τὸ τρίτο κατὰ σειρὰ Εὐαγγέλιο τῆς Καινῆς Διαθήκης, καθὼς καὶ τὶς πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Ἀναπαύθηκε εἰρηνικὰ σὲ ἡλικία 80 ἐτῶν.
Ἀργότερα ὁ γιὸς τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ὁ Κωνστάντιος διέταξε νὰ μεταφερθεῖ τὸ λείψανο τοῦ Εὐαγγελιστοῦ στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ νὰ τοποθετηθεῖ κάτω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα τοῦ Ἱ. Ν. τῶν Ἀγ. Ἀποστόλων, μαζὶ μὲ τὰ λείψανα τῶν Ἀποστόλων Ἀνδρέου καὶ Τιμοθέου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἀκέστωρ σοφώτατος, ἱερομύστα Λουκᾶ, ζωγράφος πανάριστος, τῆς Θεοτόκου Μητρός, ἐδείχθης Ἀπόστολε· ἔγραψας μάκαρ λόγους, διὰ Πνεύματος θείου· ἔδωκας ἐννοῆσαι, συγκατάβασιν ἄκραν, Χριστοῦ τῆς παρουσίας· διὸ πρέσβευε σωθῆναι ἡμᾶς.

Κοvτάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμεροv.
Μαθητὴς γενόμενος τοῦ Θεοῦ Λόγου, σὺν τῷ Παύλῳ ἅπασαν, ἐφωταγώγησας τὴv γῆν, καὶ τὴν ἀχλὺν ἀπεδίωξας, τὸ θεῖον γράψας, Χριστοῦ Εὐαγγέλιον.

Μεγαλυνάριον.
Μακαρίζομέν σου τὴν δεξιάν, Λουκᾶ θεηγόρε, δι’ ἧς ἔχομεν οἱ πιστοί, τὰς τοῦ Θεοῦ Λόγου, διττὰς ἁγίας πλάκας, καὶ τὴν σεπτὴν Εἰκόνα, τῆς Θεομήτορος.
 


Τετάρτη 19 Οκτωβρίου

Ὁ Προφήτης Ἰωήλ

Εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα μικροὺς λεγόμενους προφῆτες. Ἦταν γιὸς τοῦ Βαθουήλ, ἀπὸ τὴ φυλὴ Ρουβὴμ (αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι σαφές, διότι ἄλλοι τὸν θέλουν καταγόμενο ἀπὸ τὴν φυλὴ Γάδ), καὶ προφήτευσε ὅταν βασιλιὰς στὴν φυλὴ τοῦ Ἰούδα ἦταν ὁ Ἰωᾶς (878 – 838 π.Χ).
Τὸ προφητικό του βιβλίο, ἔχει λεχθεῖ ὅτι τὸ διακρίνει ὕφος ποιητικότατο, περίκομψο, ζωηρὸ καὶ ἀποτελεῖ κόσμημα τῆς ἑβραϊκῆς φιλολογίας. Νὰ τί λέει περὶ μετανοίας: «Καὶ νῦν λέγει Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν ἐπιστράφητε πρὸς μὲ ἐξ ὅλης τῆς καρδίας ὑμῶν καὶ ἐν νηστείᾳ καὶ ἐν κλαυθμῷ καὶ ἐν κοπετῷ καὶ διαρρήξατε τὰς καρδίας ὑμῶν καὶ μὴ τὰ ἱμάτια ὑμῶν καὶ ἐπιστράφητε πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν ὑμῶν , ὅτι ἐλεήμων καὶ οἰκτίρμων ἐστι, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος». Καὶ τώρα, λέει ὁ Κύριος καὶ Θεός σας: Ἐπιστρέψτε μὲ μετάνοια σ’ ἐμένα μὲ ὅλη σας τὴν καρδιά, μὲ νηστεία καὶ μὲ δάκρυα μετανοίας. Σχίστε τὶς καρδιές σας ἀπὸ πόνο μετανοίας καὶ συναίσθηση τῆς ἐνοχῆς σας, καὶ ὄχι τὰ ἐνδύματά σας. Ἐπιστρέψτε στὸν Κύριο καὶ Θεό σας, διότι αὐτὸς εἶναι ἐλεήμων καὶ οἰκτίρμων, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος.
Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι τὸ προφητικὸ βιβλίο τοῦ Ἰωήλ, ἀποτελεῖται ἀπὸ τρία κεφάλαια, ποὺ ἐκεῖ μέσα προφητεύει τὴν ἔκχυση τῶν δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Πράξ. στ’ 17) στὴν χριστιανικὴ ἐκκλησία, καθὼς ἐπίσης καὶ τὰ σημεῖα, ποὺ θὰ προηγηθοῦν τῆς δευτέρας παρουσίας τοῦ Κυρίου.
Ὁ προφήτης Ἰωὴλ ἀπεβίωσε εἰρηνικά.
(Ὁρισμένοι Συναξαριστές, περιττῶς ἐπαναλαμβάνουν τὴν μνήμη του καὶ τὴν 31η Μαρτίου).


Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Έτερος Συναξαριστής

Σήμερα η Εκκλησία εορτάζει και τιμά την ιερή μνήμη του αγίου προφήτη Ιωήλ. Ο Ιωήλ είναι ο τέταρτος στη σειρά από τους δώδεκα ελάσσονες Προφήτες. Ο προφήτης Ιωήλ έζησε και προφήτεψε στην Ιερουσαλήμ στα 830 έως 750 προ Χριστού, είναι δηλαδή από τους αρχαιότερους Προφήτες. Περισσότερα δεν ξέρουμε για τον προφήτη Ιωήλ παρά μόνο πως ήταν γιός κάποιου Βαθουήλ, καθώς αναφέρεται στην αρχή του βιβλίου του· «Λόγος Κυρίου, ως εγεννήθη προς Ιωήλ τον του Βαθουήλ»” δηλαδή ο λόγος του Θεού, που έγινε στον Ιωήλ το γιό του Βαθουήλ. Το εβραϊκό όνομα Ιωήλ στα Ελληνικά θα πει «αγάπη Κυρίου».
Το βιβλίο ή η προφητεία του Ιωήλ αποτελείται από 4 κεφάλαια και είναι από τα πιο λογοτεχνικά και ποιητικά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης. Η προφητεία ομιλεί για μια μελλοντική μεγάλη καταστροφή της χώρας από την επιδρομή ενός ολοκλήρου σύννεφου από ακρίδες, για τη μεγάλη επίσης ανομβρία, που θα ολοκλήρωση την καταστροφή και τέλος για την ημέρα του Κυρίου, που θα έλθει και που θα είναι ήμερα κρίσεως για τα έθνη και ευημερίας για το λαό του Θεού. Όλα αυτά είναι γεγονότα, που θα συμβούν στην ιστορία, τα όποια έχουν προέκταση και βρίσκουν εκπλήρωση στο μυστήριο της θείας οικονομίας, για τη σωτηρία του ανθρώπου και του κόσμου. Γιατί αυτό είναι η προφητεία, εκείνα δηλαδή που βλέπουν και προλέγουν άνθρωποι του Θεού, οδηγημένοι από το Άγιο Πνεύμα, για τη μέλλουσα σωτηρία.
Από το βιβλίο ή την προφητεία του Ιωήλ, που δεν μπορούμε να το αναλύσουμε ολόκληρο, θα ξεχωρίσουμε κάποια λόγια, που τα ακούμε στην Εκκλησία και πρέπει να μας είναι γνωστά. Πρώτα είναι η πρόρρηση για τον ερχομό στους Αποστόλους του Αγίου Πνεύματος την ήμερα της Πεντηκοστής. Στο προφητικό ανάγνωσμα του Εσπερινού της εορτής της Πεντηκοστής ακούμε τον προφήτη Ιωήλ. Και στο αποστολικό ανάγνωσμα της θείας Λειτουργίας την Τρίτη της Διακαινησίμου ακούμε τον απόστολο Πέτρο, μετά την επιφοίτηση του Αγίου Νεύματος, να ομιλεί στο λαό και να επαναλαμβάνει τα λόγια του προφήτη Ιωήλ. Ό,τι έβλεπε κι έλεγε ο Προφήτης πριν 800 χρόνια εκπληρώνεται τώρα, με την έλευση του Αγίου Πνεύματος «εν είδει πυρίνων γλωσσών».
Να τα λόγια της προφητείας, που τα παίρνει ο απόστολος Πέτρος για να εξηγήσει το θαύμα της Πεντηκοστής. «Θα δώσω πλουσιοπάροχα από το πνεύμα μου σε κάθε άνθρωπο, και τα παιδιά σας και οι θυγατέρες σας θα κηρύξουν την αλήθεια, και οι νέοι σας θα δουν οράματα και οι γέροντές σας θα ονειρευτούν θεϊκά όνειρα». Είναι οι ενέργειες και τα θαύματα του Αγίου Πνεύματος, καθώς τα βλέπουμε στους Αποστόλους την ημέρα της Πεντηκοστής και στους βίους των Αγίων.
Τα άλλα λόγια, που ξεχωρίζουμε από την προφητεία του Ιωήλ, είναι εκείνα που ακούμε στην Εκκλησία κάθε χρόνο την Κυριακή μετά την εορτή των Χριστουγέννων. Ο ιερός υμνογράφος εμπνέεται το Δοξαστικό των Αίνων από τα λόγια της προφητείας του Ιωήλ, που είναι η συνέχεια στα παραπάνω λόγια που εξηγήσαμε. «Τότε θα δείξω», λέγει ο Θεός, «θαυμαστά σημάδια επάνω στον ουρανό και κάτω στη γη, αίμα και πυρ και ατμίδα καπνού». Με τις ίδιες λέξεις ο υμνογράφος αρχίζει το Δοξαστικό, τις οποίες στη συνέχεια εξηγεί θεολογικά. «Αίμα και πυρ και ατμίδα καπνού, τέρατα γης, α προείδεν Ιωήλ αίμα την σάρκωσιν, πυρ την θεότητα, ατμίδα δε καπνού το Πνεύμα το Άγιον, το επελθόν, τη Παρθένω και κόσμον ευωδιάσαν…» Αίμα είναι ο άνθρωπος Ιησούς, φωτιά ο ενανθρωπήσας Θεός Λόγος, και σύννεφο καπνού το Άγιο Πνεύμα.
Σ’ αυτό το Δοξαστικό βλέπομε πως η Εκκλησία εξηγεί τον προφητικό λόγο· ό,τι είπαν οι Προφήτες βρίσκει την εξήγηση και την εκπλήρωσή του στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού και στην Εκκλησία. Ο καινούργιος κόσμος, που προβλέπουν και κηρύττουν όλοι οι Προφήτες, είναι ο κόσμος που θα έλθει με τη γέννηση του Ιησού Χριστού· η βασιλεία των ουρανών, ο κόσμος και ο λαός του Θεού, δηλαδή η Εκκλησία.
Ο προφήτης Ιωήλ, του οποίου την ιερή μνήμη σήμερα εορτάζουμε, είναι ένας από τους ανθρώπους, που έστειλε ο Θεός και τους φώτισε με το άγιο Πνεύμα του, για να κηρύξουν τον ερχομό του καινούργιου αυτού κόσμου. Αυτός ο κόσμος των Προφητών, η Εκκλησία του Χριστού, δεν είναι μόνο ο βίος εδώ στη γη, αλλά και η αιώνια ζωή στους ουρανούς. Το κήρυγμα των Προφητών είναι «επαγγελία ζωής της νυν και της μελλούσης». Αμήν.

Πηγή: http://vatopaidi.wordpress.com

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς ἔμπνουν κειμήλιον, τῶν ἱερῶν ἀρετῶν, Προφήτης θεόληπτος, ὤφθης σοφέ, Ἰωήλ, ἑλλάμψει τοῦ Πνεύματος· ὅθεν τῆς εὐσεβείας, ἡ πηγὴ ὡς προέφης, ἔβλυσε τοῖς ἐν κόσμῳ, ἐκ τοῦ οἴκου Κυρίου· ἧς νῦν καταπολαύοντες, πόθῳ τιμῶμέν σε.

Κοντάκιον. Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ, νοητῶς θεώρησας, ἐδέξω Ἰωήλ, τῶν μελλόντων τὴν γνῶσιν· τὸ Πνεῦμα γὰρ τὸ Ἅγιον, ὥσπερ ἔφης ἐκκέχυται, κατ’ ἐνέργειαν, εἰς πᾶσαν σάρκα Προφῆτα, τὴν πιστεύσασαν, τῷ ἐπὶ γῆς κενωθέντι, καὶ σὲ θαυμαστώσαντι.

Μεγαλυνάριον.
Ὤφθη ἀποστάζουσα γλυκασμόν, Ἰωὴλ Προφῆτα, σοῦ ἡ γλῶσσα προφητικόν· τὴν γὰρ ἐν τῷ Λόγῳ, ἀνάπλασιν τοῦ κόσμου, συμβολικῶς κηρύττει, δι’ ἧς ἐσώθημεν.


Ὁ Ἅγιος Οὔαρος ὁ Μάρτυρας

Μέτοχος τής θερμῆς καὶ γενναίας πίστης, ποὺ ἀνθίζει καὶ θαυματουργεῖ στοὺς μεγάλους ἀγῶνες καὶ στὶς σκληρὲς δοκιμασίες τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Οὔαρος, ἦταν στρατιώτης ἀπὸ τὰ Τύανα στὰ χρόνια τῶν διωγμῶν ἐπὶ Διοκλητιανού. Ἐκτελοῦσε καθήκοντα φρουροῦ στὶς φυλακές, ὅπου ἔκλειναν χριστιανούς. Τὰ παθήματά τους τὸν ἔθλιβαν καὶ ἡ γενναιότητά τους ἄναβε περισσότερο τὴν πίστη του. Ἦταν καὶ αὐτὸς χριστιανός, ἀλλὰ οἱ ἀνώτεροί του καὶ οἱ συστρατιῶτες του δὲν τὸ ἤξεραν. Ἑπομένως δὲν ὑπῆρχε ἐναντίον του καμία ὑποψία καὶ ἐπωφελούμενος ἀπ’ αὐτὸ κατόρθωνε νὰ φέρνει τροφὲς στοὺς μάρτυρες, νὰ τοὺς ἐνισχύει καὶ νὰ τοὺς παρηγορεῖ.
Κάποτε ἔφεραν στὴν φυλακὴ ἕξι πιστοὺς σεβάσμιους ἀσκητές. Ἦταν καὶ ἕβδομος, ἀλλὰ πέθανε στὸν δρόμο λόγω γήρατος ἀπὸ τὶς κακουχίες. Οἱ ἔγκλειστοι αὐτοί, μὲ τὴ φυσιογνωμία τῶν λόγων καὶ τῶν τρόπων τους, ἐπηρέασαν πολὺ τὴν ψυχὴ τοῦ Οὐάρου, ὥστε θέλησε νὰ πεθάνει μαζί τους. Ὅταν λοιπὸν τοὺς ρώτησε ὁ δικαστὴς ποὺ εἶναι ὁ ἕβδομος σύντροφός τους, ὁ Οὔαρος φώναξε «ἰδοὺ ἐγώ». Καὶ συγχρόνως ἄρχισε νὰ διακηρύττει ὅτι εἶναι Χριστιανός.
Μάταια προσπάθησαν οἱ ἀξιωματικοί του νὰ τὸν μεταπείσουν. Αὐτὸς παρακαλοῦσε τοὺς ἀσκητές, νὰ προσευχηθοῦν στὸν Θεὸ νὰ τοῦ δώσει δύναμη ν’ ἀντέξει στὰ βασανιστήρια ποὺ ἦταν πολὺ ἄγρια. Τελικὰ νίκησε. Πέθανε χωρὶς ν’ ἀλλαξοπιστήσει. Τὴν ἑπομένη κόπηκαν καὶ τὰ κεφάλια τῶν ἀσκητῶν.
Τὴ νύχτα χριστιανικὰ χέρια, ἔθαψαν εὐλαβικὰ τοὺς ἑπτὰ μάρτυρες τῆς πίστης.


Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῶν Μαρτύρων ζηλώσας τὰ κατορθώματα, μαρτυρικῶς ἠγωνίσω ὑπὲρ τῆς δόξης Χριστοῦ, καὶ καθεῖλες τὸν ἐχθρὸν παμμάκαρ Οὔαρε· ἐν γὰρ ἰκρίῳ προσδεθείς, πρὸς τῷ ξύλῳ τῆς ζωῆς, νομίμως ἀποκατέστης, πρεσβευτικῇ χορηγίᾳ, καταφαιδρύνων τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τὸν Σταυρὸν ὡς θώρακα, ἐνδεδυμένος παμμάκαρ, τῶν τυράννων ἤμβλυνας, τὰς πονηρὰς μεθοδείας· ἤνεγκας, τὰς ἀνυποίστους σαρκὸς βασάνους· ἤνυσας, τοὺς θείους ἄθλους γενναιοφρόνως· διὰ τοῦτο ἐκοσμήθης, θείῳ στεφάνῳ θεόθεν Οὔαρε.

Μεγαλυνάριον.
Σύμμορφος ἐγένου τοῖς Ἀθληταῖς, Οὔαρε τρισμάκαρ, ἀριστεύσας περιφανῶς· ὅθεν οὐρανίων, ἀξιωθεὶς χαρίτων, ὑπέρμαχος γνωρίζῃ, τοῖς σὲ γεραίρουσι.


Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Θαυματουργός ὁ ἀσκητής

Ἦταν Βούλγαρος στὴν καταγωγὴ καὶ γεννήθηκε στὸ χωριὸ Σκρίνο, κοντὰ στὴν Σόφια (Βουλγαρίας), ἐπὶ βασιλείας Πέτρου τοῦ Βούλγαρου.
Ἔχοντας μοναχικὴ κλίση, πῆγε πρῶτα σὲ κάποια Μονὴ καὶ κατόπιν ἀνέβηκε στὸ ὄρος Ῥίλα. Ἐκεῖ ἔκτισε πρῶτα μικρὴ καλύβα, ποὺ μὲ τὸ χρόνο ἔγινε καταφύγιο πολλῶν μοναχῶν.
Ὁπότε ἔκτισε τὴν Μονὴ τοῦ Ῥίλα, στὴν ὁποία ἀσκητικὰ ἀφοῦ ἔζησε, ἀπεβίωσε εἰρηνικά.


Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Φερωνύμως χαρίτων τοῦ θείου Πνεύματος, τῇ ἰσαγγέλῳ ζωῇ σου ἀνακαθάρας τὸν νοῦν, εἰσεδέξω δαψιλῶς τὸν πλοῦτον Ὅσιε, καὶ θαυμάτων αὐτουργός, ἀνεδείχθης ἀληθῶς, Πατὴρ ἡμῶν Ἰωάννη, καθικετεύων ἀπαύστως, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐν τῷ Ῥίλᾳ ἄγγελος Πάτερ ὡράθης, καὶ Μονὴν ἀνήγειρας, ὦ Ἰωάννη τῷ Χριστῷ, ἔνθα τὸ θεῖόν σου λείψανον, καθαγιάζει τοὺς πίστει προστρέχοντας.


Ὁ Ἅγιος Μνάσων ὁ ἀρχαῖος μαθητὴς

«Μετὰ δὲ τὰς ἡμέρας ταύτας ἐπισκευασάμενοι ἀνεβαίνομεν εἰς Ἱερουσαλήμ, συνῆλθον δὲ καὶ τῶν μαθητῶν ἀπὸ Καισαρείας σὺν ἡμῖν, ἄγοντες παρ’ ὢ ξενισθῶμεν Μνάσων τινι Κυπρίω, ἀρχαίω μαθητή» (Πράξ. κα’ 15 – 16).
Δηλαδή, ὑστέρα ἀπὸ τὶς ἡμέρες αὐτὲς (ποὺ ἔμειναν στὴν Καισαρεία καὶ ὁ προφήτης Ἄγαβος προφήτεψε τὴν σύλληψη τοῦ Ἀποστόλου, ὅταν θὰ πήγαινε στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ τελευταῖα φορά), οἱ Ἀπόστολοι Παῦλος, Λουκᾶς καὶ οἱ σύντροφοί τους ἑτοίμασαν τὶς ἀποσκευές τους καὶ ἀνέβηκαν στὰ Ἱεροσόλυμα.
Ἐκεῖ ἦρθαν καὶ ἀπὸ τὴν Καισαρεία μερικοὶ ἀπὸ τοὺς μαθητὲς καὶ ἔφεραν μάλιστα μαζί τους καὶ κάποιον Μνάσωνα, Κύπριο παλιὸ μαθητὴ στὸ σπίτι τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ φιλοξενηθοῦν.
Ἀρχαῖος μαθητής! Νὰ ὁ ἐπίζηλος τίτλος, τὸν ὁποῖο αὐτὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ διὰ τοῦ Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοὺ Λουκᾶ δίνει στὸν ἐκλεκτὸ Ἱεράρχη τῆς Κύπρου, τὸν Ἅγιο Μνάσωνα. Ἀρχαῖο μαθητὴ τὸν ὀνομάζει.
Τώρα πῶς ὁ Μνάσων βρέθηκε στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ εἶχε μάλιστα καὶ σπίτι δικό του, στὸ ὁποῖο φιλοξενήθηκαν τόσοι μαθητές, δὲν γνωρίζουμε. Ἀπὸ τὸ συναξάρι του μαθαίνουμε μόνο πὼς ὁ Ἅγιος Μνάσων γεννήθηκε στὴν Ταμασὸ ἀπὸ γονεῖς εἰδωλολάτρες.
Κάποια φορά, ὅταν ἦταν πιὰ μεγάλος, οἱ γονεῖς του ἔστειλαν αὐτὸν μαζὶ μὲ τὸν φίλο του Θεωνᾶ στὴν Ρώμη γιὰ νὰ διευθετήσουν τὴν διαφορὰ ποὺ ὑπῆρχε μεταξὺ τῶν εἰδωλολατρῶν τοῦ Πολιτικοῦ καὶ τοῦ χωριοῦ Πέρα ποιὸς ἀπὸ τοὺς ψευδώνυμους, εἰδωλολατρικοὺς θεούς, ποὺ εἶχαν προστάτες ἦταν ὁ μεγαλύτερος. Στὴν Ρώμη οἱ δυὸ φίλοι συνήντησαν μερικοὺς Ἀποστόλους ἐκ τῶν Ἑβδομήκοντα οἱ ὁποῖοι φαίνεται πὼς κατέφυγαν ἐκεῖ μετὰ τὸν λιθοβολισμὸ τοῦ Στεφάνου, καὶ ἀπὸ αὐτοὺς διδάχτηκαν τὰ περὶ τοῦ Ἰησοῦ Χρίστου. Τὰ λίγα ποὺ ἄκουσαν γιὰ τὴν καινούργια θρησκεία, ἄναψαν μέσα τους βαθὺ τὸν πόθο νὰ γνωρίσουν γι’ αὐτὴν περισσότερα. Γιὰ τοῦτο τὸν λόγο ἔσπευσαν νὰ συντομεύσουν τὸν χρόνο τῆς παραμονῆς τους στὴν Ρώμη καὶ νὰ φύγουν γιὰ τὰ Ἱεροσόλυμα. Τὸ ταξίδι τους εἶχε ἕναν σκοπό: Νὰ συναντήσουν ἐκεῖ τὸν κορυφαῖο Ἀπόστολο Πέτρο καὶ τὸν Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη, γιὰ τοὺς ὁποίους εἶχαν ἀκούσει πολλὰ καλὰ λόγια καὶ νὰ πληροφορηθοῦν ἀπὸ τὸ στόμα τους περισσότερα γιὰ τὸ ἀγαπημένο ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ.
Ὁ εὐγενικὸς πόθος τους, μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, βραβεύτηκε πλούσια στὴν Ἁγία Πόλη. Ἐδῶ οἱ δυὸ φίλοι συναντήθηκαν μὲ τὸν «ἠγαπημένον μαθητήν», τὸν Θεολόγο Ἰωάννη καὶ ἀπὸ αὐτὸν ἄκουσαν καταλεπτῶς γιὰ ὅλη τὴν ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τοῦ Κυρίου. Στὸ τέλος, ἀφοῦ ἔλαβαν καὶ τὸ ἅγιο βάπτισμα, ἐπέστρεψαν στὴν πατρίδα τους τὴν Κύπρο. Ἦρθαν γιὰ νὰ σκορπίσουν καὶ ἐδῶ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ. Νά! μιὰ ἀληθινὴ ἐκδήλωση φιλοπατρίας.
Σὰν ἔφτασαν στὴν Κύπρο, μὲ μεγάλη χαρὰ πληροφορήθηκαν ὅτι οἱ Ἀπόστολοι Βαρνάβας, Μάρκος καὶ Παῦλος εἶχαν ἔρθει ἐδῶ πρὸ καιροῦ καὶ ἀνέλαβαν σκληρὴ ὁδοιπορία, γιὰ νὰ φωτίσουν τὶς σκοτισμένες ψυχές. Μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὁ Μνάσων κινήθηκε σὲ διάφορα μέρη νὰ τοὺς συναντήσει. Ἕνα πρωὶ οἱ κόποι του βραβεύτηκαν. Σ’ ἕνα σπήλαιο, ὅπως εἴδαμε καὶ στὸν βίο τοῦ Ἁγίου Ἠρακλειδίου, ὁ Μνάσων συνήντησε τοὺς Ἀποστόλους μαζὶ μὲ τὸν νεοφώτιστο ἐπίσκοπο, τοῦ ὁποίου ὁ «ἀρχαῖος, αὐτός, μαθητής» ἔσπευσε νὰ γίνει σύντροφος καὶ βοηθός του.
Ἀπὸ τὸ σπήλαιο τῆς Ταμασοῦ, στὸ ὁποῖο ἐγκαταστάθηκαν στὴν ἀρχὴ οἱ δύο μαθητὲς καὶ οἱ συνεργάτες τους, ἄρχισαν οἱ σωστικὲς ἐξορμήσεις μὲ ἀποτέλεσμα «ὁ λόγος ὁ τοῦ Σταυροῦ» νὰ γίνει σὲ λίγο καιρὸ πηγὴ παρηγοριᾶς καὶ ἐλπίδος γιὰ τὶς ἀποκαμωμένες καρδιές. Τὸ φλογερὸ κήρυγμα ἐνισχυόμενο ἀπὸ τὸ ζωντανὸ παράδειγμα μιᾶς ἁγίας ζωῆς καὶ τὰ πολλὰ θαύματα πρόσθεταν κάθε ἡμέρα καὶ νέες ψυχὲς στὸν ἀριθμὸ τῆς πρώτης Ἐκκλησίας.
Πλούσια χαρίτωσε ὁ Θεὸς καὶ τὸν Ἅγιο Μνάσωνα μὲ τὸ θαυματουργικὸ χάρισμα. Ἀπὸ τὸ συναξάρι του μανθάνουμε πὼς κάποια φορὰ ποὺ ὁ Ἅγιος βγῆκε ἀπὸ τὸ σπήλαιο ὅπου ἔμενε καὶ πῆγε στὴν πόλη, εἶχε περάσει ἀπὸ τὸν περικαλλὴ ναὸ τοῦ Ἀσκληπιοῦ, ποὺ βρισκόταν στὸ κέντρο τῆς Ταμασοῦ. Στὸ ἀντίκρισμα τοῦ ναοῦ μὲ τὰ πλούσια ἀγάλματα ἡ ψυχὴ τοῦ ἁγίου ἀγανάκτησε γιὰ τὸ κατάντημα τῶν συμπατριωτῶν του, μὰ καὶ ὄλου τοῦ ἀρχαίου κόσμου. «Τὰ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν», ψέλλισε, «ἀργύριον καὶ χρυσίον ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων». Κι ἀφοῦ κοίταξε μὲ παράπονο τὰ λευκὰ μάρμαρα τοῦ ναοῦ καὶ τὸ ἀστραφτερὸ ἄγαλμα τοῦ Ἀσκληπιοῦ, ποὺ ἦταν στὸ μέσο, φώναξε: «Στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, σὲ διατάζω νὰ πέσεις καὶ νὰ συντριβεῖς».
Δὲν πρόφτασε νὰ τελειώσει ὁ Ἅγιος καὶ τὸ θαῦμα ἔγινε. Τὸ ἄγαλμα τοῦ Ἀσκληπιοῦ, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρος ὁ ναὸς γκρεμίστηκαν τὴν ἴδια στιγμὴ καὶ ἔγιναν κομμάτια. Οἱ ψευδοϊερεῖς, ποὺ βρισκόντουσαν ἐκεῖ, καὶ παρακολουθοῦσαν τὰ γενόμενα μὲ δάκρυα ἔτρεξαν καὶ κατήγγειλαν στοὺς Ἕλληνες εἰδωλολάτρες τὰ ὅσα εἶδαν. Κι αὐτοί, ἔξαλλοι ἀπὸ ἱερὴ ἀγανάκτηση, ὄρμισαν νὰ συλλάβουν τὸν Ἅγιο καὶ νὰ τὸν σκοτώσουν. Μὰ ὁ φλογερὸς ἱεραπόστολος δὲν τὰ ἔχασε. Μὲ τὸ θάρρος τῆς χριστιανικῆς πίστεως ποὺ πλημμύριζε τὴν ψυχή του, στάθηκε ἀτάραχος, κοίταξε κατάματα τὰ μανιασμένα πλήθη, καὶ φύσηξε στὸ πρόσωπό τους. Μικροὶ καὶ μεγάλοι μὲ μιᾶς σταμάτησαν καὶ ἄρχισαν νὰ φωνάζουν μὲ πόνο: «Τὰ μάτια μας. Τὸ φῶς μας. Χάσαμε τὸ φῶς μας. Λυπήσου μας, ἄνθρωπε. Πιστεύουμε στὸν Θεό σου. Συγχώρησέ μας καὶ κάνε μας καλά».
Ὁ Ἅγιος στὶς παρακλήσεις τους ἔσπευσε ν’ ἀνταποκριθεῖ. Τοὺς ξανάδωσε τὸ φῶς τους σφραγίζοντας τὸν καθένα μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, καὶ ὕστερα τοὺς βάπτισε. Κι ἦταν ὅλοι κάπου τριακόσιοι. (Ἀκολουθία Ἁγίου Μνάσωνος σελ. 16, 1774).
Ἕνα μεγάλο μέρος ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη ζωὴ τοῦ Ἁγίου Μνάσωνος εἶναι συνδεδεμένο μὲ τὴν ζωὴ τοῦ πρώτου ἐπισκόπου τῆς Ταμασοῦ, τοῦ Ἁγίου Ἠρακλειδίου. Μαζὶ ἔμεναν στὴν ἀρχή. Στὸ ἴδιο σπήλαιο ποὺ χρησιμοποιόταν καὶ ὡς ναός. Ἀργότερα ὁ Μνάσων ἔφτιαξε δικό του κελί, δίπλα στὸ κελὶ τοῦ Ἁγίου Ἠρακλειδίου. Ὅμως μαζί του ἱερουργοῦσε, μαζί του προσευχόταν. Μὲ προθυμία τὸν βοηθοῦσε. Καὶ σὲ ὅλα του ἦταν πιστὸς καὶ ἀφοσιωμένος ἀκόλουθος.
Στὸ ἱεραποστολικὸ ταξίδι ποὺ ἀνέλαβε ὁ Ἠρακλείδιος στὴν Πάφο, ὁ Μνάσων τὸν ἀκολούθησε πρόθυμα καὶ πολὺ τοῦ συμπαραστάθηκε στὸ ἱερὸ ἔργο. Ἀλλὰ καὶ στὴν ἐκτέλεση θαυμάτων, ὅπως ἀναγράφεται στὴν ἀκολουθία του, καθόλου δὲν ὑστέρησε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Δάσκαλό του.
Ὁ Μνάσων, ὅπως ἀναφέραμε καὶ στὸν βίο τοῦ Ἁγίου Ἠρακλειδίου, ἀνέστησε τὴν Τροφίμη, τὴν μητέρα τοῦ Ἀετίου, ποὺ ἀπὸ τὴν βαθιὰ θλίψη της γιὰ τὸν θάνατο τοῦ παιδιοῦ της κτύπησε τὸ κεφάλι στὸν τοῖχο καὶ ἔπεσε κάτω νεκρή.
Κάποια ἄλλη φορὰ ἀνέστησε ἀπ’ τὸν τάφο ἕνα πάλι νεκρὸ μὲ ἀποτέλεσμα τετρακόσιοι εἰδωλολάτρες νὰ πιστεύσουν καὶ νὰ βαπτιστοῦν τὴν ἴδια μέρα.
Ἔφραξε τὸ στόμα κάποιου δύστροπου χρεώστη, ποὺ μιὰ ἡμέρα ἅρπαξε ἕναν πιστὸ ἀδελφὸ καὶ ζητοῦσε νὰ τὸν στραγγαλίσει, γιὰ νὰ πάρει πίσω ἕνα ἐνέχυρο ποὺ τοῦ εἶχε δώσει. Ὁ Ἅγιος Μνάσων τοῦ πῆρε τὸ χέρι καὶ μὲ γλυκύτητα τοῦ εἶπε: «Ἄφησέ τον, παιδί μου, καὶ θὰ σοῦ ἐπιστρέψει ὅ,τι τοῦ ἔδωκες.»
Ὁ δύστροπος ὅμως καὶ ἄνομος χρεώστης, ποὺ εἶδε τὴν στιγμὴ ἐκείνη νὰ πλησιάζουν καὶ ἄλλοι ὅμοιοί του, ἀντὶ νὰ ἀφήσει τὸ δυστυχισμένο θύμα του, ἄρχισε νὰ τὸ πιέζει περισσότερο καὶ νὰ βλαστημᾶ τὸν Κύριο.
Στὶς ὕβρεις καὶ τὶς βλασφημίες τοῦ σκληροῦ καὶ ἄδικου Ἀλέξανδρου (ἔτσι λεγόταν ὁ χρεώστης) ὁ Ὅσιος του εἶπε:
Τὸ ἄνομο στόμα σου, ποὺ ὑβρίζει καὶ βλασφημεῖ τὸν δημιουργό, θὰ μείνει ἄλαλο καὶ κλειστό. Καὶ τὸ χέρι ποὺ ἐπιτίθεται καὶ ζητᾶ νὰ βλάψει τὸν ἀθῶο, θὰ ξηρανθεῖ.
Δὲν πρόφτασε νὰ τελειώσει ὁ Ἅγιος τὰ λόγια του καὶ ἡ τιμωρία βρῆκε τὸν ἄνομο καὶ ὑβριστῆ. Ὁ Ἀλέξανδρος ἔμεινε ἄλαλος καὶ ξερός.
Τὸ θαῦμα κατατρόμαξε τοὺς παριστάμενους. Μερικοὶ μάλιστα ἔσπευσαν νὰ δηλώσουν πίστη στὸν Θεὸ τοῦ Ἁγίου. Ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς ἦταν καὶ κάποιος Γελάσιος ποὺ ἐπίστευσε μὲ ὅλο τὸν οἶκο του καὶ βαπτίστηκε.
Τὸ παράδειγμά του μιμήθηκε καὶ ὁ Ἀλέξανδρος. Μὲ δάκρυα ποὺ ἔτρεχαν καὶ ἔβρεχαν τὰ ἐνδύματά του ζητοῦσε μὲ διάφορες κινήσεις τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἅγιος τὸν λυπήθηκε. Τὸν συγχώρησε, τὸν θεράπευσε καὶ στὸ τέλος τὸν βάπτισε.
Στὴν ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου Μνάσωνος ἀναφέρονται καὶ ἄλλα θαύματα. Μερικὰ εἶναι καὶ τοῦτα:
«Μίαν τῶν ἡμερῶν» ποὺ ὁ Ἅγιος ξεκίνησε νὰ πάει στὸ χωριὸ Πέρα, βρῆκε τὸν ποταμὸ κατεβασμένο μὲ πολὺ νερό. Ἀφοῦ στάθηκε καὶ εἶπε μία προσευχή, ἔκανε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ τότε τὰ νερὰ στάθηκαν καὶ ὁ ἅγιος πέρασε στὴν ἄλλη μεριὰ σὰν τὸν προφήτη Ἠλία, «ἁβρόχοις ποσί».
Θεράπευσε δαιμονισμένους καὶ τυφλούς. Κατέπαυσε τρικυμία καὶ πρόλαβε ναυάγιο. Σὲ καιρὸ ξηρασίας, προσευχήθηκε, καὶ οἱ καταρράκτες τοῦ οὐρανοῦ ἄνοιξαν καὶ ἔπεσαν εὐεργετικὲς βροχές. Ὁ Ἅγιος Μνάσων διαδέχτηκε στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῆς Ταμασοῦ τὸν δάσκαλο καὶ προστάτη του, τὸν Ἅγιο Ἠρακλείδιο. Μὲ τὴν ἐπιμονὴ καὶ τὴν ἀτσαλένια θέλησή του, μὲ τὸ κήρυγμα καὶ τὰ θαύματά του ἡ στρατιὰ τῶν ὀπαδῶν τοῦ Χριστοῦ μεγάλωνε καθημερινὰ καὶ τὸ φῶς τῆς καινούργιας ζωῆς ἁπλωνόταν μὲ τὴν δράση του σ’ ὅλο τὸ βασανισμένο νησί.
Τὸ σωστικὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου συνεχίστηκε ὡς τὰ βαθιά του γηρατειά. Ὅταν πλησίασε ὁ καιρὸς ν’ ἀφήσει τὸν κόσμο καὶ νὰ πάει στὸν οὐρανό, κάλεσε κοντά του τοὺς μαθητές του, καὶ ἀφοῦ τοὺς ἔδωκε χρήσιμες συμβουλὲς καὶ τοὺς παρήγγειλε νὰ μὴ λυπηθοῦν, χειροτόνησε ἀντικαταστάτη του τὸν Ροδώνα «ψήφῳ κοινῇ» ὅλων τῶν πολιτῶν τῆς Ταμασοῦ.
Τρεῖς μέρες μετὰ τὰ γεγονότα αὐτά, στὶς 19 τοῦ Ὀκτώβρη, ἡ ἁγία ψυχὴ τοῦ ταπεινοῦ καὶ σεμνοῦ ἐπισκόπου, ἐγκατέλειψε τὰ γήινα καὶ πέταξε γιὰ τὸν οὐρανό. Στὸ ἄκουσμα τὸ θλιβερό του θανάτου του τὰ πλήθη τῶν πιστῶν προσέτρεξαν ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη, γιὰ νὰ ἀποχαιρετήσουν τὸν πατέρα τους καὶ νὰ ἀσπασθοῦν γιὰ τελευταῖα φορὰ τὸ τίμιο λείψανό του. Τὴν ὥρα τοῦ ἀσπασμοῦ «τυφλοὶ ἀνέβλεπον, χωλοὶ περιεπάτουν καὶ δαίμονες ἔφευγον ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους». Οἱ μαθητὲς κήδευσαν τὸ ἅγιο σῶμα «ἐντίμως καὶ εὐλαβῶς πλησίον τοῦ Ἁγίου Ἠρακλειδίου».
Ἀργότερα ὁ σεβασμὸς τῶν χριστιανῶν πρὸς τὸν μεγάλο αὐτὸν Ἅγιο ἔστησε λίγο πέρα ἀπὸ τὸν τάφο του ἕνα μοναστήρι, τὸ ὁποῖο σήμερα δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει. Μιὰ μικρὴ ἐκκλησία ὑφίσταται μονάχα ἀπὸ τὴν παλιὰ ἐκείνη δόξα, ποὺ διαλαλεῖ τὰ περασμένα μεγαλεῖα καὶ θυμίζει σὲ ὅσους τὴν ἐπισκέπτονται, μιὰ ἐποχὴ σκληρῶν ἀγώνων καὶ μαρτυρίων, γιὰ νὰ ἔχουμε ἐμεῖς σήμερα τὸ κεφάλι ψηλὰ καὶ νὰ καυχώμαστε γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ καταγωγή μας καὶ τὴν ὀρθόδοξη πίστη μας.


Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

 


Πέμπτη 20 Οκτωβρίου

Ὁ Ἅγιος Ἀρτέμιος ὁ Μεγαλομάρτυρας

Πολλὲς καὶ σοφὲς ἅγιες μορφὲς παρελαύνουν ἀπὸ τὶς σελίδες τῆς ἱστορίας τῆς μεγάλης μας Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας. Μιὰ τέτοια μορφὴ καὶ ἐξαιρετικὴ προσωπικότητα εἶναι κι ὁ Ἅγιος Μεγαλομάρτυς Ἀρτέμιος ποὺ ἔζησε καὶ μαρτύρησε περὶ τὰ μέσα τοῦ τέταρτου αἰώνα μ.Χ. (361 – 363). Γιὰ τὸν Μεγαλομάρτυρα τοῦτον Ἅγιον ἀξίζει νὰ μιλήσουμε κάπως ἐκτενέστερα. Γι’ αὐτὸν λοιπὸν καὶ οἱ γραμμὲς ποὺ ἀκολουθοῦν.
Νέος, νεότατος ὁ Ἅγιος χάρη στὴ χριστιανικὴ μόρφωση ποὺ πῆρε ἀπὸ τοὺς πιστοὺς γονεῖς του ἄρχισε νὰ ξεχωρίζει ἀνάμεσα στοὺς συνομήλικούς τῆς πόλεώς του μὲ τὰ χαρίσματα καὶ τὰ προσόντα του. Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ γνώρισε τὸν εὐσεβὴ καὶ σοφὸ τοῦτο νέο, τὸν ἐξετίμησε ἰδιαίτερα καὶ ἔσπευσε νὰ τὸν ἀναδείξει δούκα καὶ αὐγουστάλιον τῆς μεγάλης πόλεως τῆς Ἀλεξανδρείας. Δηλαδὴ τὸν διόρισε ἀνώτερο διοικητὴ ὅλης της Αἰγύπτου. Στὴν ἐπίσημη αὐτὴ καὶ τιμητικὴ θέση ὁ Ἀρτέμιος σὰν πιστὸς χριστιανὸς ἀσκοῦσε τὰ καθήκοντά του μὲ πολλὴ προσοχὴ καὶ σύνεση, ὥστε ὅλοι νὰ θαυμάζουν τὰ ὑπέροχα πολιτιστικὰ καὶ ἠθικά του χαρίσματα.
Οἱ εὐτυχισμένες καὶ εὐλογημένες ἐκεῖνες μέρες δὲν κράτησαν δυστυχῶς γιὰ πολύ. Ὁ γιὸς καὶ διάδοχος τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, Κωνστάντιος, ποὺ μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πατέρα του ἀνέλαβε τὴν διοίκηση τῆς Ἀνατολῆς ἀπὸ τὸ Ἰλλυρικὸν πέλαγος μέχρι τὴν Προποντίδα, τὴν Ἀσία, Συρία, Παλαιστίνη, Μεσοποταμία, Αἴγυπτο καὶ ὅλες τὶς νήσους, κατὰ τὴν περίοδο ποὺ εἶχε πάει στὴν Ἀντιόχεια ἀρρώστησε βαριὰ καὶ ἀπέθανε. Τότε τὴν ἐξουσία τῆς μεγάλης αὐτῆς αὐτοκρατορίας ἀνέλαβε ὁ Ἰουλιανός, ποὺ εἶναι γνωστὸς στὴν ἱστορία ὡς παραβάτης καὶ ἀποστάτης. Ὁ νέος αὐτὸς βασιλιὰς, σὲ κάποιο ταξίδι του στὴν Αἴγυπτο εἶχε συναντήσει καὶ γνωρίσει τὸν ἄρχοντα Ἀρτέμιο, γιὰ τὸν ὁποῖον εἶχε ἀκούσει καὶ πολλὰ καλὰ λόγια γιὰ τὶς ἱκανότητές του, ὅπως καὶ γιὰ τὴν χριστιανική του ἰδιότητα. Τὸ χάρισμα ὅμως τοῦτο τῆς ἐκλεκτῆς αὐτῆς προσωπικότητος ὄχι μόνο δὲν ἐξετιμήθηκε ἀπὸ τὸν ἀποστάτη βασιλιά, ποὺ εἶχε ἤδη κινήσει καὶ τὸν διωγμὸ ἐνάντια στοὺς χριστιανούς, ἀλλὰ καὶ θεωρήθηκε μεγάλο μειονέκτημα καὶ ἁμάρτημα. Μὲ πάθος μάλιστα κάθε φορὰ προσπαθοῦσε νὰ κατακρίνει καὶ νὰ δείχνει γι’ αὐτὸν τὴν περιφρόνησή του. Τοῦτο ἔκαμε καὶ σὲ μία ἐπίσκεψη τοῦ ἄρχοντα Ἀρτεμίου σ’ αὐτόν, ὅταν βρισκόταν στὴν Ἀντιόχεια. Ὁ ἀποστάτης βασιλιάς, σὰν εἶδε τὸν ἄρχοντα τῆς Αἰγύπτου Ἀρτέμιο, τρελλὸς ἀπὸ θυμὸ τὸν κάλεσε κοντά του καὶ ἄρχισε μὲ περιφρόνηση νὰ τοῦ ὁμιλεῖ καὶ νὰ τὸν ὑβρίζει. Ὅσην ὥρα ὁ ὑβριστὴς ἀπευθυνόταν στὸν Ἅγιο, τὸν κατηγοροῦσε καὶ τὸν ὕβριζε, ὁ ἐνάρετος Ἀρτέμιος σιωποῦσε καὶ εἶχε σκυφτὸ τὸ κεφάλι. Μπροστὰ στὰ μάτια του εἶχε τὰ λόγια του Κυρίου: «Μακάριοι ἔστε ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι καὶ εἴπωσι πᾶν πονηρὸν ρῆμα καθ’ ὑμῶν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ. Χαίρετε καὶ ἀγαλλιάσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοὶς οὐρανοίς» (Ματθ. ε’ 11 – 12). Μακάριοι γίνεσθε σεῖς οἱ μαθητές μου, ὅταν σας χλευάσουν καὶ σᾶς καταδιώξουν καὶ σᾶς κακολογήσουν μὲ κάθε ψεύτικη κατηγορία ἐξ αἰτίας μου. Χαίρετε καὶ ζωηρὰ ἐκδηλῶστε τὴ χαρά σας, γιατί ἡ ἀνταμοιβή σας στοὺς οὐρανοὺς θὰ εἶναι μὲ τὸ παραπάνω.
Ὅταν ὅμως ὁ ἐγωιστὴς καὶ ἀσεβῆς βασιλιὰς ἄρχισε νὰ ἐπεκτείνει τὶς ὕβρεις του στὰ ἱερὰ καὶ ὅσια τῆς ἀμώμητης χριστιανικῆς μας πίστεως, τότε ὁ Ἅγιος μὲ θάρρος σήκωσε τὸ κεφάλι, ὕψωσε τὴ φωνή του καὶ μὲ παρρησία εἶπε στὸν παραβάτη ἄρχοντα.
– Βασιλιά μου, ἐπιδείξατε, σᾶς παρακαλῶ λίγο σεβασμὸ πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς θεός. Τοῦτο μαρτυροῦν περίτρανα τὰ λόγια του καὶ τὰ ἔργα του. Ὅσο γιὰ τὶς ὕβρεις σας ἐνάντια στοὺς χριστιανούς, ποὺ ἀποτελοῦν τὴν εὐγενέστερη καὶ πιὸ ἄξια μερίδα τῶν ὑπηκόων σας, δὲν εἶναι καθόλου φρόνιμο καὶ συνετὸ οὔτε καὶ δίκαιο ἀπὸ μέρους σας νὰ τοὺς ὑβρίζετε καὶ νὰ τοὺς διώκετε. Ἐντροπή σας! Ἡ συμπεριφορά σας αὐτὴ σᾶς ἀδικεῖ καὶ σᾶς ἐξευτελίζει.
Τὶς τελευταῖες λέξεις τοῦ Ἁγίου διέκοψαν οἱ γεμάτες μίσος καὶ εἰδωλολατρικὸ φανατισμὸ φωνὲς τοῦ μαινόμενου κυριολεκτικὰ βασιλιὰ Ἰουλιανοῦ.
– Πάψε, ἀνόητε, τοῦ φώναξε. Κι ἀφοῦ τὸν ὕβρισε ξανὰ καὶ ξανὰ διέταξε νὰ τοῦ ἀφαιρέσουν τὴ ζώνη τοῦ ἀξιώματός του καὶ νὰ τὸν ρίξουν στὴ φυλακὴ γιὰ νὰ συνέλθει.
Μὲ τὴν ψυχὴ γαληνεμένη ὁ πιστὸς καὶ ἄτρομος χριστιανὸς χωρὶς ψωμὶ καὶ νερὸ γιὰ μέρες περνάει τὶς ὦρές του γονατιστὸς εὐχαριστώντας τὸν Κύριο γιὰ τὸ χάρισμα ποὺ τοῦ δόθηκε. «Ἡμῖν ἐχαρίσθη τὸ ὑπὲρ Χριστοῦ οὗ μόνον τὸ εἰς αὐτὸν πιστεύειν ἀλλὰ καὶ τὸ ὑπὲρ αὐτοῦ πάσχειν» (Φιλιπ. α’ 29), ἔλεγε καὶ ἐπαναλάμβανε μὲ ἀνείπωτη χαρά. Δηλαδὴ σὲ μᾶς δόθηκε σὰν χάρισμα ὄχι μόνο νὰ πιστεύουμε στὸν Χριστό, ἀλλὰ καὶ νὰ πάσχουμε γιὰ τὸ ὄνομά του.
Τὰ ἐπακόλουθα τῆς ὁμολογίας του εἶναι τρομερά. Ἀδούλωτος καὶ ἐλεύθερος ὁ Ἅγιος τὰ ἀντιμετωπίζει ὅλα μὲ ζηλευτὴ ψυχραιμία καὶ ὑπομονὴ καὶ καρτερία.
Ὅταν ὕστερα ἀπὸ λίγες μέρες κατὰ διαταγὴ τοῦ Βασιλιὰ βγῆκε ἀπὸ τὴν φυλακὴ καὶ παρουσιάστηκε μπροστά του, ὁ Ἰουλιανός τοῦ ζήτησε νὰ προσφέρει θυσία στοὺς μεγάλους Θεούς, ἂν ἤθελε νὰ τοῦ χαρισθεῖ ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἐλευθερία. Στὴν πρόταση αὐτὴ τοῦ ἄρχοντα ὁ σταθερὸς στὶς ἀρχὲς καὶ τὸ φρόνημά του Ἅγιος ἀλλὰ καὶ ἀτρόμητος στὶς πεποιθήσεις του ἀπολογήθηκε μὲ πολλὴ δύναμη καὶ παρρησία καὶ ἀπέδειξε ψευδὴ κι ἀνόητα ὅσα εἰπώθηκαν κατὰ τοῦ Χρίστου. Στὸ τέλος πρόσθεσε: Αὐτὸ πού μοῦ ζητᾶτε, ἄρχοντά μου, ν’ ἀρνηθῶ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ προσφέρω θυσία στὰ ξύλα καὶ τὶς πέτρες τῆς πεθαμένης πιὰ εἰδωλολατρίας, μοῦ εἶναι ἀδύνατον ὄχι νὰ τὸ κάμω, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ νὰ τὸ σκεφθῶ. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ δημιουργὸς ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος καὶ ἀπέθανε
γιὰ τὴ σωτηρία μας. Πῶς μπορῶ ἐγὼ νὰ τὸν ἀρνηθῶ;
Ἡ τολμηρὴ αὐτὴ καὶ μὲ τόση παρρησία εἰπωθεῖσα ὁμολογία τοῦ Μάρτυρος προκάλεσε τὸ μίσος καὶ τὴν μανία τοῦ ἀποστάτη βασιλιά, ποὺ σὰν τρελὸς φώναξε:
– Νὰ ἀρχίσουν τὰ βασανιστήρια. Τὰ πιὸ σκληρὰ βασανιστήρια.
Στὴν διαταγὴ τοῦ βασιλιὰ οἱ δήμιοι ποὺ στέκονταν δίπλα ὄρμισαν, ἅρπαξαν τὸν Μάρτυρα, τὸν γύμνωσαν καὶ ἀφοῦ τὸν ξάπλωσαν στὴν γῆ ἄρχισαν νὰ τὸν κτυποῦν μὲ βούνευρα μέχρις αἵματος. Τὸ δέρμα ξεσχίσθηκε, μὰ οἱ δήμιοι ὄχι μόνο δὲν σταματοῦν ἀλλὰ καὶ συνεχίζουν λὲς μεθυσμένοι μὲ τὸ ἄνομο ἔργο τους. Στὴ συνέχεια καταξεσχίζουν τὶς σάρκες του μὲ μαχαίρια καὶ ὕστερα μὲ λαμπάδες καῖνε τὶς πληγές. Τὸ σῶμα τοῦ Μάρτυρος ἔγινε μία ἄμορφη μάζα ἀπὸ κρέατα καὶ κόκαλα σπασμένα. Σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση τὸν πῆραν καὶ τὸν πέταξαν στὴ φυλακή. Σκέφθηκαν νὰ τὸν ἀφήσουν ἐκεῖ νὰ πεθάνει μόνος του χωρὶς καμιὰ βοήθεια.
Αὐτὰ οἱ ἄνθρωποι. Μὰ ἐκεῖνος, ποὺ ὑποσχέθηκε καὶ εἶπε στὸν κάθε πιστὸ ἀκόλουθό του, «οὗ μὴ σὲ ἀνώ, οὗ δ’ οὐ μὴ σὲ ἐγκαταλείπω» δηλαδὴ δὲν θὰ σὲ ἀφήσω, παιδί μου, ἀβοήθητο· ποτὲς δὲν θὰ σὲ ἐγκαταλείψω, κατὰ τὰ μεσάνυχτα ἔρχεται στὸ μισοπεθαμένο κορμί, τὸ ἀγγίζει, τὸ παρηγορεῖ καὶ τὸ θαῦμα γίνεται. Ἡ μάζα τῶν ξεσχισμένων κρεάτων καὶ τῶν σπασμένων κοκάλων ξαναβρίσκει τὴν πρότερη κατάσταση. Θεραπεύεται. Καὶ ὁ Μάρτυρας μὲ βαθιὰ συγκίνηση γονατίζει, εὐχαριστεῖ καὶ δοξολογεῖ τὸν Θεὸ.
Ὄρθιον νὰ βαδίζει ἐπάνω – κάτω καὶ νὰ ψάλλει τὰ λόγια του Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου «μακάριος ἀνὴρ ὃς ὑπομένει πειρασμόν» (Ἰακ. α’ 12), δηλαδὴ μακάριος ὁ ἄνθρωπος ποὺ δέχεται μὲ ὑπομονὴ τὶς δοκιμασίες, τὸν βρίσκει ὁ δεσμοφύλακας ποὺ πῆγε τὸ πρωὶ νὰ ἰδεῖ ἂν εἶναι ζωντανός. Χωρὶς νὰ χάσει καιρό, τὸν παίρνει ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸν ὁδηγεῖ μπροστὰ στὸν ἄρχοντα. Ὁ ἀποστάτης, ὅταν τὸν εἶδε, τὰ ἔχασε. Δὲν πίστευε στὰ μάτια του. Κάποια στιγμὴ συνῆλθε καὶ εἶπε, γιὰ νὰ διασκεδάσει τὴν σιωπὴ καὶ τὰ ἐπιφωνήματα τοῦ θαυμασμοῦ τοῦ πλήθους.
– Μεγάλοι οἱ Θεοί μας, Ἀρτέμιε. Αὐτοὶ σὲ ἔκαμαν καλά. Σπεῦσε νὰ προσφέρεις θυσία σ’ αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς δοξάσεις. Μὴν φανεῖς ἀχάριστος.
– Τὴν ὑγεία μου, βασιλιά, μοῦ τὴν χάρισε ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ Σωτήρας ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Τὰ εἴδωλά σας οὔτε αἰσθάνονται, οὔτε μιλοῦν.
– Πάψε, ἀλιτήριε. Τὴν ἀχαριστία ἀκολουθεῖ πάντα ἡ ἀδιαντροπιά. «Τὴ ἀχαριστία ἕπεται ἡ ἀναισχυντία». Νὰ συνεχισθοῦν τὰ βασανιστήρια.
Τὴν ἴδια στιγμὴ, κάποια δυνατὰ χέρια ἅρπαξαν τὸν Μάρτυρα καὶ τὸν ἔριξαν κάτω. Ὕστερα μερικοὶ ἄλλοι ἀφοῦ ἔσπασαν μία πελώρια μυλόπετρα, πῆραν τὴ μισὴ καὶ ἀφοῦ ἅπλωσαν ἐπάνω τὸν Ἅγιο, ἄλλη ὁμάδα δυνατῶν κατὰ διαταγὴ τοῦ Ἰουλιανοῦ σήκωσαν τὴν ἄλλη μισὴ καὶ τὴν ἔριξαν ἐπάνω στὸν Μάρτυρα. Σκοπὸς ἕνας. Νὰ τοῦ συντριβοῦν ὅλα τὰ κόκαλα. Ἀφόρητοι οἱ πόνοι. Ὁ Ἀρτέμιος ὅμως μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ διατηρεῖ ὅλη τὴν καρτεροψυχία του. Ὑπομένει γιατί γνωρίζει τί λέγει τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ στὴν περίπτωση αὐτή. «Ἐν ὄψει ἀνθρώπων ἐὰν κολασθώσιν, ἡ ἐλπὶς αὐτῶν ἀθανασίας πλήρης καὶ ὀλίγα παιδευθέντες μεγάλα εὐεργετηθήσονται». (Σοφ. Σολομ. γ’ 4 – 5). Δηλαδὴ οἱ δίκαιοι, καὶ ἂν ἀκόμη στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων καὶ ἀπὸ μέρους τῶν ἀνθρώπων πάσχουν καὶ θλίβονται, αὐτοὶ ἔχουν σταθερὰ καὶ ἀκλόνητη τὴν πεποίθησή τους στὴν ἀθάνατη καὶ μακαριὰ ζωή. Κι ἂν ταλαιπωρηθοῦν καὶ βασανισθοῦν ὀλίγον στὴν παροῦσα ζωὴ θὰ λάβουν μεγάλες ἀμοιβὲς καὶ βραβεῖα στὴν αἰωνιότητα. Γιὰ τὴν αἰωνιότητα προοριζόμαστε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Τὴν αἰωνιότητα πρέπει νὰ ἔχουμε πάντα στὴν σκέψη μας. Γι’ αὐτὴν πρέπει καὶ νὰ ἀγωνιζόμαστε. Τὴν αἰωνιότητα ἔχει στὴν σκέψη του καὶ ὁ Μεγαλομάρτυρας. Γι’ αὐτὴν ἀγωνίζεται τώρα καὶ ὑποφέρει μὲ καρτερία τὰ βασανιστήρια. Ἡ γαλήνια ματιά του συγκλονίζει κυριολεκτικὰ τὸν ἀποστάτη, ποὺ μηχανεύεται καὶ ἄλλα σκληρότερα βασανιστήρια. Ἕνα τέτοιο ἦταν καὶ ἡ ἐντολὴ μὲ ἕνα ξίφος νὰ βγάλουν τὰ μάτια τοῦ Μάρτυρος. Ἡ ἐντολὴ ἐκτελεῖται τὴν ἴδια στιγμή. Ἡ γαλήνη ὅμως δὲν ξανάρχεται στὴν καρδιὰ τοῦ Ἰουλιανοῦ. Ὁ Μάρτυρας δέχεται καὶ τοῦτο τὸ βασανιστήριο μὲ ἰώβειο καρτερία καὶ ὑπομονή.
Μπροστὰ στὸ ἀλγεινὸ θέαμα τρέμει ὁ ἀποστάτης. Γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὶς τύψεις δίνει τὴν τελευταία ἐντολή.
– Κόψτε τὸ κεφάλι του.
Ὁ δήμιος πιστὸν ὄργανο τῆς ἐξουσίας σήκωσε τὸ σπαθὶ καὶ ἀποκεφάλισε τὸν Ἅγιο. Ἔτσι τελείωσε μία ζωὴ ποὺ σύνθημά της εἶχε τοῦ Ἀποστόλου τὰ λόγια:
«Τὰ ἄνω ζητεῖτε ... τὰ ἄνω φρονεῖτε μὴ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς» (Κολ. γ’ 1 – 2). Νὰ ἐπιδιώκετε δηλαδὴ τὰ ἀγαθὰ ποὺ βρίσκονται στὸν οὐρανό. Πρὸς αὐτὰ νὰ εἶναι στραμμένες οἱ σκέψεις σας καὶ ὄχι πρὸς τὰ γήινα πράγματα. Κάποια εὐγενικιὰ ψυχὴ πῆρε τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου καὶ ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια τὸ μετέφερε στὴν καρδιὰ τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἐκεῖ τὸ ἐνταφίασε σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ νησιὰ τῶν Πριγκιποννήσων, τὴν Ὀξειά, στὴν ἐκεῖ ἐκκλησία τοῦ Προδρόμου.
Στὴ γῆ λοιπὸν ἐναποτέθηκε ὁ Μάρτυρας. Ἡ ἁγία ψυχή του ὅμως δὲν ἔπαυσε νὰ ἐνδιαφέρεται γι’ αὐτοὺς ποὺ ζοῦν πάνω στὴ γῆ καὶ ὑποφέρουν σωματικά. Πολλὰ θαύματα ἔγιναν καὶ γίνονται σὲ ὅσους μὲ πίστη καὶ εὐλάβεια ἐκζητοῦν τὴν μεσιτεία του. Ὁ Μεγαλομάρτυρας Ἅγιος Ἀρτέμιος εἶναι γιὰ τοὺς πιστοὺς χριστιανοὺς ὁ ἰατρὸς τῆς κήλης. Ἕνα ἀπὸ τὶς χιλιάδες τῶν θαυμάτων εἶναι καὶ τοῦτο ποὺ ἔγινε στὸ παιδὶ μιᾶς πνευματικῆς μας κόρης. Στὸ ἀγοράκι τῆς χριστιανῆς αὐτῆς παρουσιάστηκε στὴν ἡλικία τῶν δεκαπέντε περίπου μηνῶν ὑδροκήλη βαριὰς μορφῆς. Τὸ παιδὶ ἦταν πολὺ ἀδύνατο. Ἐπέμβαση χειρουργικὴ ἐθεωρήθηκε πολὺ ἐπικίνδυνη νὰ γίνει. Ἡ πιστὴ μητέρα εἶχε ἀκούσει γιὰ τὰ θαύματα ποὺ γινόντουσαν ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἀρτέμιο στὴν ἐκκλησία του ἐκεῖ στὴν τουρκοκρατούμενη σήμερα Ἀφάνεια. Κατόπιν ὁδηγιῶν τοῦ πνευματικοῦ ἔκαμε ἕνα τάμα καὶ πῆγε στὴν χάρη του. Ἑτοίμασε λειτουργία, ἐξομολογήθηκε, πῆγε στὴν Ἐκκλησία του, παρακολούθησε μὲ εὐλάβεια τὴν Θεία Λειτουργία, κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καὶ αὐτὴ καὶ τὸ παιδί της, παρεκάλεσε τὸν ἱερέα καὶ τῆς ἔκαμε παράκληση καὶ τὸ ἀπόγευμα ἐπέστρεψε. Τὴν ἑπομένη τὸ πρωὶ τὸ παιδί της ἦταν τελείως καλά. Οἱ θεράποντες ἰατροὶ ἐβεβαίωσαν τὴν θεραπεία. Ἡ ὑδροκήλη οὐδέποτε παρουσιάσθηκε ἀπὸ τότε στὸν ἄρρωστο.
Μεγάλη ἡ δύναμη τῆς πίστεως, ἀδελφοί μου. Ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ ἔχουμε βοηθοὺς καὶ προστάτες σὲ τοῦτο τὸν κόσμο τοὺς φίλους τοῦ Χριστοῦ καὶ οἰκείους του Θεοῦ. Φτάνει μὲ πίστη ζωντανὴ νὰ καταφεύγουμε στὴν χάρη τους καὶ νὰ ἐκζητοῦμε τὴν βοήθεια καὶ τὶς πρεσβεῖες τους. «Ἔκλεξαι ἁγίους ὑπερασπιστάς σου καὶ ἀφιερώσου εἰς αὐτούς» μας συμβουλεύει καὶ ὁ Ἅγιος Νικόδημος. Ὅταν οἱ χριστιανοὶ δοκιμαζόμαστε, ἂς καταφεύγουμε στὴν χάρη τῶν Ἁγίων τῆς πίστεώς μας καὶ στὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Ἀρτεμίου καὶ ἂς ζητοῦμε μὲ πίστη τὴν θεραπεία τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς μας. Κι ἐφ’ ὅσον ἡ θεραπεία θὰ εἶναι γιὰ τὴν ὠφέλειά μας, θὰ μᾶς τὴν προσφέρει ὁ Κύριος μὲ τὴν μεσιτεία τοῦ Ἁγίου μας. Ἐκεῖ ποὺ μιλοῦν τὰ γεγονότα δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐπιμένουμε. Ἕνα μόνο στὴν ἀνάγκη νὰ λέμε: Ἅγιε τοῦ Θεοῦ Ἀρτέμιε, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν. Ἀμήν.


Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Εὐσέβειας τοῖς τρόποις καλλωπιζόμενος, ἀθλητικῆς ἀγλαΐας ὤφθης σοφὲ κοινωνός, πρὸς ἀγῶνας ἀνδρικοὺς παραταξάμενος· ὅθεν ὡς λύχνος φωταυγής, τῶν θαυμάτων τὰς βολάς, ἐκλάμπεις τῇ οἰκουμένῃ, Ἀρτέμιε Ἀθλοφόρε, πρὸς σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον λόγον.
Εὐσεβείας ἐμπρέπων τοῖς κατορθώμασι, τῆς τῶν Μαρτύρων εὐκλείας ὤφθης σοφὲ κοινωνός, ἐναθλήσας ἀνδρικῶς Μάρτυς Ἀρτέμιε· ὅθεν πηγάζων δαψιλῶς, ἰαμάτων δωρεάς, τὸ πάθος ἐντεροκήλης, ὡς συμπαθὴς θεραπεύεις, τῶν προστρεχόντων τῇ πρεσβείᾳ σου.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Τὸν εὐσεβῆ, καὶ στεφηφόρον Μάρτυρα, τὸν κατ’ ἐχθρῶν, νίκης ἀράμενον τρόπαια, συνελθόντες ἐπαξίως νῦν, ἐν ὑμνῳδίαις εὐφημήσωμεν, Ἀρτέμιον τὸν μέγιστον ἐν Μάρτυσι, θαυμάτων τε δοτῆρα πλουσιώτατον· πρεσβεύει γὰρ Κυρίῳ ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς ἀριστέα τοῦ Σωτῆρος πολυθαύμαστον
Καὶ παροχέα ἰαμάτων πλουσιόδωρον
Ἀνυμνοῦμέν σε προφρόνως Μεγαλομάρτυς.
Ἀλλ’ ὡς πέλων ἰατὴρ τῆς κήλης ἄριστος,
Ἀσινῆ με ἐκ τῆς βλάβης ταύτης φύλαττε,
Ἵνα κράζω σοι, χαίροις Μάρτυς Ἀρτέμιε.

Μεγαλυνάριον.
Δόξαν ὑπατείας ὑπεριδών, τὸ ὕπατον κλέος, ἐπορίσω τῶν ἀρετῶν, ὡς ἀνδραγαθήσας, Ἀρτέμιε ἐνδόξως· διὸ παντοίας βλάβης, ῥύου τοὺς δούλους σου.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον.
Τὸν μεγαλομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ, καὶ τῶν ἰαμάτων, τὸν πολύρρυτον ποταμόν, τῆς ἐντεροκήλης, τὸν θεῖον ἰατῆρα, Ἀρτέμιον τὸν μέγαν, ὕμνοις τιμήσωμεν.


Ὁ Ἅγιος Γεράσιμος ο νέος ασκητής, ο εν Κεφαλληνία (Μνήμη ἀνακομιδῆς ἱερῶν λειψάνων του)

Ο Άγιος Γεράσιμος σύμφωνα με τη παράδοση γεννήθηκε στα Τρίκαλα της Κορινθίας το 1506. Ο πατέρας του ονομάζονταν Δημήτριος και η μητέρα του Καλή. Ο πατέρας του ανήκε στην βυζαντινή αριστοκρατία, στη μεγάλη οικόγενεια των Νοταράδων. Το βαφτιστικό όνομα του Άγιου Γεράσιμου ήταν Γεώργιος. Ό Άγιος Γεράσιμος μεγάλωσε και μορφώθηκε όπως όλα τα αρχοντόπουλα της εποχής. Στα 20 χρόνια του αποφάσισε να πάει στη Ζάκυνθο που ήταν ένα σημαντικό κέντρο των γραμμάτων της εποχής καθώς παρόλη την Ενετική κατάκτηση υπήρχε εκεί ένας αναγεννησιακός αέρας σε αντίθεση με την υπόλοιπη τουρκοκρατούμενη Ελλάδα.
Η βαθιά σχέση του με την ορδόδοξη πίστη, τον κάνει να εγκαταλήψει τη Ζάκυνθο και να ξεκινήσει προσκυνήματα στα σημαντικότερα πνευματικά θρησκευτικά κέντρα της εποχής του.
Πρώτος του σταθμός η Κωνσταντινούπολη και το Οικουμενικό Πατριαρχείο από όπου πήρε και την πατριαρχική ευλογία και αμέσως μετά το Περιβόλι της Παναγίας το Άγιον Όρος. Στο Άγιον Όρος ο Άγιος Γεράσιμος έγινε μοναχός. Δεν γνωρίζουμε σε πια μονή αν και πολλοί υποστηρίζουν ότι έγινε στο μοναστήρι των Ιβήρων και ότι ασκήτηψε στο κελί του Αγ. Βασιλείου στην περιοχή της Καψάλας. Ο Άγιος Γεράσιμος σύμφωνα με τους βιογράφους του έμεινε αρκετά στο Άγιον όρος και έφυγε όταν αποφάσισε να κάνει ένα ταξίδι στους Άγιους Τόπους, όπου πρέπει να έφθασε γύρω στο 1538. Εκτός από τον Πανάγιο Τάφο, επισκέφτηκε τη Συρία, τη Δαμασκό, το Σινά, την Αντιόχεια, την Αλεξάνδρεια και την έρημο της Θηβαίδας.
Ο πατριάρχης στα Ιεροσόλυμα εκτιμά την προσωπικότητα του Γεράσιμου και έτσι τον κρατάει κοντά του και αναλαμβάνει κανδηλανάπτης στον Πανάγιο Τάφο. Στα Ιεροσόλυμα ο Άγιος Γεράσιμος χειροτονείται διάκονος και πρεσβύτερος από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Γερμανό με το όνομα Γεράσιμος προς τιμήν του Άγιου Γεράσιμου του Ιορδανίτου. Το 1548 ο Άγιος Γεράσιμος αφήνει τα Ιεροσόλυμα για να ένα ταξίδι στην Κρήτη όπου και έμεινε γύρω στα δύο χρόνια. Από εκεί επιστρέφει στη Ζάκυνθο μετά από ένα ταξίδι προσκύνημα που τον έφερε πιο κοντά στο θεό, μετά από 20 χρόνια.
Στη Ζάκυνθο ο Άγιος Γεράσιμος ασκήτεψε σε μια σπηλιά στον Άγιο Νικόλα Γερακαρίου όπου μέχρι σήμερα οι Ζακυνθινοί την ονομάζουν του Αγίου Γερασίμου. Υπάρχουν αναφορές ότι μπορεί να εφημέρευσε στην εκκλησία του Αγίου Λαζάρου. Την ίδια εποχή αυτή έχει γεννηθεί στη Ζάκυνθο και ο Άγιος Διονύσιος και κάποια παράδοση θέλει να τον έχει βαφτίσει ο άγιος Γεράσιμος. Πάντως το σίγουρο είναι ότι ο Άγιος Διονύσιος επηρεάστηκε από την προσωπικότητα του Άγιου Γεράσιμου που ήταν ήδη πολύ γνωστός στο νησί.
Η εποχή της Ενετικής κυριαρχίας είναι δύσκολη και από θρησκευτική άποψη καθώς η καθολική εκκλησία προσπαθεί να αποκτήσει πιστούς από τον ντόπιο πληθυσμό. Ο Άγιος Γεράσιμος αποφασίζει να πάει στη Κεφαλονιά. Ασκητεύει πάλι σε σπήλαιο κοντά στο Αργοστόλι. Στο σπήλαιο έμεινε για 5 χρόνια και 11 μήνες οπότε αποφασίζει να εγκατασταθεί στη περιοχή των ομαλών στους πρόποδες του Αίνου και να ιδρύσει ένα μοναστήρι.
Εκεί αρχίζουν να συρρέουν οι πιστοί για να ακούσουν τη διδασκαλία του. Στη περιοχή των Ομαλών υπήρχε ένα ερημοκλήσι αφιερωμένο στην κοίμηση της Θεοτόκου το οποίο παραχώρησε στον Άγιο Γερασιμο μαζί με τα γύρω κτήματα, ο ιερέας της περιοχής Γεώργιος Βάλσαμος το 1561. Ο Άγιος ιδρύει μοναστήρι με το όνομα Νέα Ιερουσαλήμ με την άδεια και την ευλογία του επίσκοπου του νησιού Παχώμιου Μακρή.
Από τότε η φήμη του εξαπλώνεται σε όλο το χριστιανικό κόσμο. Μετά από αίτηση του το πατριαρχείο θέτει η μονή υπό την υψηλή του προστασία.
Ο Άγιος Γεράσιμος κοιμήθηκε στις 15 Αυγούστου την ίδια μέρα με την αγαπημένη του Παναγία. Στις τελευταίες του στιγμές στην επίγεια ζωή του ήταν κοντά του όπως αναφέρει η παράδοση, ο πατέρας Ιωαννίκιος, ο πατέρας Γερμανός και η ηγουμένη Λαυρεντία. Οι ιερείς ντύνουν τον άγιο με τα άμφια τα οποία φέρει μέχρι σήμερα και μετά από κατανυχτική εξόδιο ακολουθία στην οποία χοροστάτησε ο Επίσκοπος Κεφαλληνίας Φιλόθεος ο Λοβέρδος, ενταφιάζουν το σώμα του Άγιου Γεράσιμου δίπλα και μέσα στον νότιο τοίχο του Ναού. Η πρώτη ανακομιδή του σώματος του Αγίου Γεράσιμου έγινε 2 χρόνια και 2 μήνες μετά την κοίμηση του, στις 20 Οκτωβρίου του 1581. Οι Ενετοί όμως θορυβημένοι από την αφθαρσία του σώματος του ζήτησαν να ταφεί ξανά ώστε να συμπληρωθούν τα 3 χρόνια. Η δεύτερη ανακομιδή του σώματος γίνεται μετά από 6 μήνες και το αποτέλεσμα είναι το ίδιο.
Γιαυτό το λόγο θεσπίστηκε η κυριώνυμος εορτή του Άγιου Γεράσιμου στις 20 Οκτωβρίου και όχι στις 15 Αυγούστου. Αργότερα όμως οι χριστιανοί γιόρταζαν τη μνήμη του και στην κοίμηση της Θεοτόκου όχι όμως στις 15 για να μην επισκιαστεί η κοίμηση της Παναγίας, αλλά στις 16 Αυγούστου. Η ανακήρυξη της αγιότητας του οσίου Γερασίμου έγινε το 1622. Ο Άγιος Γεράσιμος ονομάστηκε νέος ασκητής για να τον ξεχωρίζουν από τον άγιο Γεράσιμο τον Ιορδανίτη
.

Πηγή: http://www.kefaloniainfo.com/kefaloniaisland/agiosgerasimos/izoitou/index.html

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’. Της ερήμου πολίτης.
Των ορθοδόξων προστάτην, και εν σώματι άγγελον, και θαυματουργόν Θεοφόρον νεοφανέντα ημίν, επαινέσωμεν πιστοί Θείον Γεράσιμον, ότι αξίως παρά Θεού, απείληφεν ιαμάτων την αένναον χάριν, ρώννυσι τους νοσούντας, δαιμονώντας ιάται, διό και τοις τιμώσιν αυτόν βρύει ιάματα.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Εὐχαρίστοις ᾄσμασι, τῶν Κεφαλλήνων ἡ νῆσος, προσκαλεῖται σήμερον, τῶν Ὀρθοδόξων τὰ πλήθη, μέγιστον, νεοφανέντα ἀγκωμιάσαι, καύχημα, Ὀρθοδοξίας ἀναφανέντα, τὸν Γεράσιμον τὸν θεῖον, τὸν ῥύστην ταύτης ὁμοῦ καὶ πρόμαχον.

Τροπάριο.
Της Πελοποννήσου θείος βλαστός, και Κεφαλληνίας ο ασύλητος θησαυρός, και πάσης Ελλάδος το καύχημα το μέγα, Γεράσιμε θεόφρον, σκέπε την Νήσον σου. Χαίροις ο Τρικκάλων γόνος λαμπρός, χαίροις Κεφαλλήνων απροσμάχητος βοηθός, χαίροις Ιερέων το σέμνωμα και κλέος, Γεράσιμε τρισμάκαρ, πιστών το καύχημα.

Μεγαλυνάριον.
Τῆς ὁμολογίας Χριστιανῶν, ἔθετό σε σὲ στῦλον, ἀδιάσειστον ὀ Θεός, τὸ σεπτόν σου σκῆνος, Γεράσιμε δοὺς πᾶσι, τοῖς ἐναντίοις λίθον, δεινοῦ προσκόμματος.


Ἡ Ὁσία Ματρῶνα ἡ Θαυματουργός ἡ Χιοπολίτιδα

Ὀνομαζόταν Μαρία καὶ γεννήθηκε στὸ χωριὸ Βολισσὸς τῆς Χίου ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ πλουσίους, τὸν Λέοντα καὶ τὴν Ἄννα. Ἕξι ἄλλες ἀδελφές τῆς Μαρίας, μεγαλύτερές της, παντρεύτηκαν ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλη, περιζήτητες νύφες γιὰ τὴν ὀμορφιά, τὴν ἀνατροφὴ καὶ γιὰ τὴν καλὴ προίκα τους.
Ἡ μικρότερη ἀφοσιώθηκε στὴ μελέτη τῶν θείων καὶ ἀσχολεῖτο θερμὰ μὲ φιλανθρωπικὰ καθήκοντα. Ἔτσι θέλησε νὰ ἀκολουθήσει ἄλλο δρόμο. Ἡ τακτικὴ ἐπαφή της μὲ τὶς καλογριὲς τῶν γυναικείων μοναστηριῶν τοῦ νησιοῦ, ἔκανε τὴν Μαρία νὰ ποθήσει τὴν ἁγνὴ μοναχικὴ ζωή. Ἀλλὰ ἡ ἀγάπη πρὸς τοὺς γονεῖς της, τὴν συγκρατοῦσε στὸ πατρικό της σπίτι.
Ὅταν ὅμως αὐτοὶ πέθαναν ἡ Μαρία δοκίμασε τὴ μοναχικὴ ζωὴ κοντὰ σὲ μιὰ εὐσεβὴ χήρα, ποὺ ἀσκήτευε μὲ τὶς δυὸ θυγατέρες της. Μετὰ ἀπ’ αὐτὴ τὴν μοναχικὴ ἐμπειρία, ἀποφάσισε νὰ προσχωρήσει στὶς μοναχικὲς τάξεις. Χειροτονήθηκε λοιπὸν μοναχὴ καὶ μετονομάσθηκε Ματρῶνα. Ἡ διαγωγὴ της μέσα στὴν μικρὴ ἀδελφότητα ἦταν ἄριστη. Ἡ διάθεσή της πάντοτε ἀγαθή, φιλάδελφη, ταπεινὴ καὶ ἐγκάρδια. Μάλιστα, ἀπὸ τὰ ἔσοδα τῆς πώλησης τῆς περιουσίας της, κτίστηκε στὸ μοναστήρι ὡραιότατος ναός.
Μετὰ ἀπὸ κάποιο χρόνο, πέθανε ἡ γυναίκα ποὺ κοντά της ἡ Ματρῶνα γυμνάστηκε στὴ μοναχικὴ ζωή. Τότε ὅλες οἱ μοναχὲς ἀπὸ κοινοῦ, ἐξέλεξαν ἡγουμένη – παρὰ τὴν θέλησή της – τὴν Ματρώνα. Ὑπὸ τὶς ὁδηγίες της ἡ ἀδελφότητα ζοῦσε μὲ πολλὴ ἐγκράτεια, ὑπακοὴ καὶ εὐσέβεια.
Τὸ 1462 ἡ Ματρώνα πέθανε, ἀφοῦ ἔζησε ζωὴ πραγματικὰ ἁγία.
Ἄλλες πηγὲς ὑπολογίζουν τὸν χρόνο κοιμήσεως τῆς Ἁγίας 100 περίπου χρόνια πρὶν τὸ 1462, διότι ἡ πρώτη βιογραφία της γράφτηκε ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Ρόδου Νεῖλο (1357).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Χριστοῦ τοῖς ἴχνεσιν, ἀκολουθήσασα, κόσμου τερπνότητα, Ὁσία ἔλιπες, καὶ ἐμιμήσω ἐν σαρκί, Ἀγγέλων τὴν πολιτείαν· ὅθεν ταῖς τοῦ Πνεύματος, δωρεαῖς κατεφαίδρυνας, τὴν ἐνεγκαμένην σε, νῆσον Χίον πανεύφημε· διὸ χαρμονικῶς ἐκβοᾷ σοι· χαίροις Ματρῶνα πανολβία.

Κοντάκιον.
Οὐδαμῶς τὸ θῆλύ σοι, ἐμποδὼν ὤφθη Ματρῶνα, πρὸς τοὺς ὑπὲρ ἄνθρωπον, ἀγῶνας ὄντως καὶ ἄθλους· ᾔσχυνας, διὸ τὸν μέγαν νοῦν θεοφόρε· εὔφρανας, τὸ γυναικεῖον μεγάλως γένος, τὸ ἐκείνου ταῖς σαῖς νίκαις, προσαφελοῦσα τῆς ἥττης ὄνειδος.

Μεγαλυνάριον.
Ἔβλυσας ἱδρῶτας ἀσκητικούς, ἐν τῇ Χίῳ Μῆτερ, ὡς καλλίκρουνός τις πηγή, ἐξ ὧν ἀπαντλοῦντες, Ματρῶνα μακαρία, παθῶν τῶν ψυχοφθόρων, ἐκκαθαιρόμεθα.

    


Παρασκευή 21 Οκτωβρίου

Ὁ Ὅσιος Ἱλαρίων ὁ Μέγας

Λίγα χιλιόμετρα πιὸ πάνω ἀπὸ τὴν Κερύνεια καὶ σὲ ὕψος δυὸ χιλιάδες περίπου πόδια ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας ὀρθώνεται ἕνα γιγαντιαῖο ὕψωμα ἀποκομμένο ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη ὀροσειρὰ τοῦ Πενταδάκτυλου. Στὴν κορυφὴ τοῦ ὑψώματος αὐτοῦ μὲ τὴν πανοραμικὴ θέα εἶναι κτισμένο ἀπὸ χρόνια ἕνα φρούριο, τὸ γνωστὸ φρούριο τοῦ Ἁγίου Ἰλαρίωνα.
Ὁ ἰσάγγελος αὐτὸς ἅγιος, σύγχρονος τῶν Μεγάλων Βασιλέων καὶ Ἰσαποστόλων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης, γεννήθηκε στὴν κωμόπολη τῆς Παλαιστίνης τὴν Θαβαθᾶ, ποὺ βρίσκεται πέντε περίπου μίλια μακριὰ ἀπὸ τὴν ἀρχαία πόλη τῶν Φιλισταίων, τὴν Γάζα. Οἱ γονεῖς του, πλούσιοι εἰδωλολάτρες φρόντισαν ἀπὸ νωρὶς νὰ δώσουν στὸ παιδὶ τους μιὰ ξεχωριστὴ μόρφωση. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀπὸ μικρὸ ἔσπευσαν νὰ τὸν ἀποχωρισθοῦν καὶ νὰ τὸν στείλουν στὴν Ἀλεξάνδρεια, ποὺ ἦταν τότε ἕνα μεγάλο κέντρο Ἑλληνικῶν σπουδῶν. Σὲ μία ἀπὸ τὶς ὀνομαστὲς Σχολὲς τῆς πόλεως αὐτῆς φρόντισε ὁ μικρὸς Ἱλαρίων νὰ ἐγγραφεῖ καὶ μ’ ἐνδιαφέρον νὰ παρακολουθήσει τὰ μαθήματά της. Ὁ πόθος του ὅμως νὰ γνωρίσει τὴν ἀλήθεια ὁδήγησε κάποτε τὰ βήματά του καὶ σὲ χριστιανικὲς συγκεντρώσεις.
Ἡ ζωὴ τῶν χριστιανῶν, ἡ εὐγένεια καὶ ἡ καλοσύνη τους, τὸ ἐνδιαφέρον τους νὰ ἐξυπηρετήσουν τοὺς ἄλλους μὲ κάθε ἀνιδιοτέλεια καὶ προθυμία τοῦ ἔκαμαν ἀπ’ τὴν πρώτη στιγμὴ ξεχωριστῆ ἐντύπωση. Ἀλλὰ καὶ τὰ ἁγνὰ ἤθη κι ἔθιμά τους καὶ ἡ ὅλη τους ἀρετὴ τοῦ σκλάβωσαν τὴν ψυχὴ καὶ ἄναψαν μέσα του θερμὸ τὸν ζῆλο νὰ γνωρίσει καλύτερα τὴν πηγὴ τῆς τροφοδοσίας τους. Ἔτσι ὁ φιλομαθὴς νέος ἐπεδίωξε νὰ ἔρθει σ’ ἐπαφὴ μὲ σημαίνοντας χριστιανοὺς καὶ ἀπὸ ὑπεύθυνα πρόσωπα νὰ μάθει τὶς ἐπιταγὲς τῆς νέας πίστεως. Ὁ ἐνθουσιασμός του γιὰ ὅσα ἄκουε καὶ ὁ ζῆλος του νὰ γνωρίσει περισσότερα, προχωροῦσε μέρα μὲ τὴ μέρα γιὰ νὰ καταλήξει κάποτε στὴν ἀποδοχὴ τῆς νέας θρησκείας καὶ νὰ βαπτισθεῖ.
Ἡ χαρὰ καὶ ἡ εὐτυχία τοῦ ἁγνοῦ νέου τὴν ἡμέρα ἐκείνη, ποὺ φόρεσε τὸν λευκὸ χιτώνα τοῦ βαπτίσματος, ὑπῆρξε ἀφάνταστα μεγάλη. Μιὰ ἀπόδειξη τούτης τῆς χαρᾶς εἶναι καὶ ἡ πλούσια χρηματικὴ προσφορά του γιὰ χάρη τῶν πτωχῶν ἀδελφῶν τοῦ Χριστοῦ.
Μὲ τὴν εἴσοδό του στὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ ὁ νεοπροσήλυτος χριστιανὸς ρίχτηκε μὲ πιὸ πολὺ κέφι στὸν ἀγώνα. Ἡ Ἁγία Γραφὴ γίνηκε ὁ ἀγαπημένος του σύντροφος καὶ ἡ ζωὴ τῶν ἐνάρετων ἀνδρῶν, ποὺ μελετοῦσε στὰ ἱερὰ κείμενα, ἦταν ἐκείνη ποὺ προσπαθοῦσε καὶ ὁ ἴδιος νὰ μιμηθεῖ καὶ ἀκολουθήσει. Ἡ πνευματικὴ ζωὴ τὸν συνεῖχε κυριολεκτικά. Πόθος του ἕνας:
Ν’ ἀποχωρισθεῖ ἀπὸ καθετὶ ποὺ θὰ τὸν κρατοῦσε δεμένο μὲ τὰ ὑλικά, τὰ γήινα καὶ ἐλεύθερος νὰ τραβήξει τὸν δύσκολο, μὰ εὐλογημένο δρόμο, ποὺ φέρει τὸν ἄνθρωπο στὸν οὐρανό.
Αὐτὴ τὴν ἐποχὴ στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ σ’ ὅλη τὴν Αἴγυπτο κυριαρχοῦσε ἡ φήμη τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου. Μορφωμένοι καὶ ἀγράμματοι μιλοῦσαν μὲ σεβασμὸ γιὰ τὴ θεοσέβεια τοῦ ξακουστοῦ ἀσκητῆ. Κοντὰ σ’ αὐτὸν ὁ ζηλωτὴς νέος ἐπιθύμησε νὰ μαθητεύσει ἔστω καὶ γιὰ λίγο.
Χωρὶς νὰ χάσει καιρὸ ἕνα πρωὶ ἄφησε τὴν πολυθόρυβη πόλη καὶ τράβηξε στὴν ἔρημο. Βρῆκε τὸν Ἅγιο ἐρημίτη καὶ ἔμεινε κοντά του ἀρκετὸ καιρό. Στὸ διάστημα αὐτὸ σὰν τὴ μέλισσα ρούφηξε ἀπὸ τὸν καθηγητὴ τῆς ἀσκήσεως ὅτι καλὸ μπόρεσε νὰ δεῖ καὶ ν’ ἀκούσει μὲ ἀποτέλεσμα ἡ καρδιά του νὰ σκλαβωθεῖ ἀκόμη περισσότερο ἀπὸ τὴν ἀγάπη τῆς ἄλλης, τῆς μακαριᾶς ζωῆς.
Πλησίον στὸν πολύπειρο ἀγωνιστὴ τοῦ καλοῦ καὶ τῆς ἀρετῆς ἔμαθε ὁ ἁγνὸς νέος νὰ ζεῖ σὲ μία θεϊκὴ ἀνάταση. Ἡ ζωντανὴ προσευχή, ἡ προσεκτικὴ μελέτη, ἡ ἀνάλογη περισυλλογὴ καὶ ὁ αὐστηρὸς αὐτοέλεγχος ἦταν ἡ καθημερινὴ ἀπασχόλησή του. Μὲ τὰ μέσα τοῦτα τὰ πνευματικὰ ὁ ζηλωτὴς νέος ἀγωνίστηκε ν’ αὐξήσει τὶς διανοητικές του δυνάμεις καὶ νὰ ἀποκτήσει σιγά – σιγὰ τὰ ἐφόδια ποὺ χρειαζόταν γιὰ τοὺς κατοπινούς του ἀγῶνες. Ἐδῶ συνήθισε ἀκόμη ν’ ἀξιοποιεῖ τὸν χρόνο του καὶ νὰ ἱεραρχεῖ τὶς ἀνάγκες του. Ἔτσι ἔγινε ἕνας θεοκεντρικὸς ἄνθρωπος. Κύριο σκοπὸ τῆς ὑπάρξεώς του ἔβαλε ν’ ἀρέσει στὸν Θεό. Καὶ ὅλες του οἱ δυνάμεις, ὅλες του οἱ προσπάθειες, ὅλοι του οἱ ἀγῶνες σὲ τοῦτο καὶ μόνο στράφηκαν: Στὸ πῶς νὰ καλλιεργήσει μέσα του τὸ «κατ’ εἰκόνα», γιὰ νὰ ἐπιτύχει «τὸ καθ’ ὁμοίωσιν». Στὸ πῶς ν’ ἀναπτύξει τὰ χαρίσματα μὲ τὰ ὁποῖα τὸν ἐπροίκισε ὁ Πανάγαθος Θεός, γιὰ νὰ ἐπιτύχει νὰ γίνει κάποια μέρα γνήσια εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ἕνας ἀληθινὸς ἄνθρωπος ἀρετῆς. Ἕνας Ἅγιος.
Μὲ τούτη τὴν ἀπόφαση καὶ τοῦτο τὸν πόθο καὶ σκοπὸ ὡς θησαυρὸ πολύτιμο στὴν ψυχὴ του ἀποχαιρέτησε κάποιο πρωινὸ τὸν πνευματικό του πατέρα καὶ καθοδηγητὴ τῆς ἐρήμου Ἀντώνιο καὶ πῆρε τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς στὴν πατρίδα του. Ποθοῦσε νὰ δεῖ τοὺς γονεῖς του, γιατί ἔμαθε πὼς δὲν ἦσαν καλὰ στὴν ὑγεία. Καὶ ἀκόμη ἤθελε νὰ τακτοποιήσει καὶ μερικὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα, ποὺ ἦσαν ἐκκρεμῆ.
Σὰν ἔφθασε, πῆγε καὶ κτύπησε τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ του. Κάποιος γείτονας ποὺ ἄκουσε τὸ κτύπημα, βγῆκε καὶ τοῦ εἶπε πὼς τόσο ὁ πατέρας ὅσο καὶ ἡ μητέρα του εἶχαν ἐδῶ καὶ ἀρκετὸ καιρὸ φύγει ἀπὸ τοῦτο τὸν κόσμο. Λυπημένος ὁ φιλόστοργος νέος καὶ ἀκολουθούμενος ἀπὸ τὸν γείτονα τράβηξε πρὸς τὸ κοιμητήριο. Πάνω ἀπὸ τὸ χῶμα τοῦ τάφου ποὺ σκέπαζε τ’ ἀγαπημένα πρόσωπα, γονάτισε. Γιὰ ὦρες ἔμεινε ἐκεῖ προσευχόμενος μὲ ἱερὴ κατάνυξη.
Στὴν πατρίδα του ὁ ἐραστὴς τῆς ἀγγελικῆς ζωῆς δὲν στάθηκε γιὰ πολύ. Ἀφοῦ μοίρασε τὴν πατρικὴ περιουσία στοὺς πτωχοὺς καὶ ἀποχαιρέτησε τοὺς γνωστούς, ἀνεχώρησε. Γεμάτος ἀποφασιστικότητα προχώρησε γιὰ τὴν ἐκπλήρωση τοῦ ἱεροῦ σκοποῦ του. Τὰ λόγια τοῦ θείου Παύλου «ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται καὶ ἐγὼ τῷ κόσμῳ» (Γαλατ. στ’ 14) ἀντηχοῦσαν δυνατὰ μέσα του καὶ τοῦ γέμιζαν τὴν ψυχὴ ἀπὸ ἀληθινὴ εὐτυχία. Ὅλος ὁ κόσμος μὲ τὶς δόξες καὶ τὶς τιμὲς μὰ καὶ τὰ Πλούτη καὶ τὶς ἡδονὲς καὶ ὅλα τὰ θέλγητρά του σταυρώθηκαν καὶ νεκρώθηκαν γιὰ τὸν εὐγενικὸ νέο. Τίποτα ἀπ’ αὐτὰ δὲν μποροῦσε νὰ τὸν τραβήξει ἢ νὰ τὸν συγκινήσει. Μὰ καὶ κανένα ἄλλο ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ λέγονται ἀγαθὰ τοῦ κόσμου τούτου, δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ τὸν δελεάσει καὶ νὰ τοῦ μεταλλάξει τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἀφοσίωσή του στὸν Σωτήρα Χριστό. Καύχηση καὶ χαρά του ἦταν μόνο Αὐτός, ποὺ πέθανε πάνω στὸν σταυρὸ γιὰ τὶς ἁμαρτίες του, μὰ καὶ γιὰ τὶς ἁμαρτίες ὅλων ἐκείνων ποὺ θὰ πίστευαν σ’ Αὐτόν. Τὸ ὄνομά Του ἀνέλαβε νὰ κηρύξει. Καὶ τὸ κηρύττει παντοῦ.
«Οὐκ ἐστὶν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία, οὐδὲ γὰρ ὄνομα ἐστὶν ἕτερον ὑπὸ τὸν οὐρανὸν τὸ δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ὢ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς» (Πράξ. δ’ 12). Κανένα ἄλλο πρόσωπο δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς ἐξασφαλίσει τὴν σωτηρία. Κανένα ἄλλο ὄνομα δὲν ἔχει δοθεῖ ἀπὸ μέρους τοῦ Θεοῦ, ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ μᾶς σώσει. Μόνο ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Σωτήρ. Σ’ Αὐτὸν ἂς πιστέψουμε ὅλοι. Αὐτὰ μὲ παρρησία καὶ ζωντάνια κηρύττει παντοῦ ὁ νέος Ἱεραπόστολος. Καὶ τὸ κήρυγμά του συγκινεῖ καὶ ἐνθουσιάζει. Μὰ καὶ πείθει καὶ οἰκοδομεῖ. Ἕνα μεγάλο ποσοστὸ ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες ποὺ κατοικοῦσαν στὶς περιοχὲς ἐκεῖνες τῆς Γάζας καὶ τῆς Νότιας Παλαιστίνης δέχτηκαν τὸ κήρυγμα τῆς σωτηρίας χάρη στὸν Ἅγιο καὶ ἔγιναν χριστιανοί. Ἀλλὰ καὶ οἱ αἱρετικοὶ ποὺ ζοῦσαν στὰ μέρη ἐκεῖνα, στὸ πρόσωπο τοῦ Ὁσίου βρῆκαν τὸν σθεναρὸ καὶ ἀκαταμάχητο πρόμαχο τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἀφοῦ γιὰ ἕνα χρονικὸ διάστημα ὁ ζηλωτὴς ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου ἀσχολήθηκε μὲ τὸ ἱεραποστολικὸ ἔργο, κατόπιν ἀποσύρθηκε στὴν ἀγαπημένη του ἔρημο. Ἐκεῖ κοντὰ στὸ λιμάνι τοῦ Μαϊουμᾶ προχώρησε καὶ ἔστησε τὸ ἡσυχαστήριό του. Τριάντα ἑπτὰ χρόνια πέρασε στὸ μέρος αὐτό. Τριάντα ἑπτὰ ὁλόκληρα χρόνια αὐστηρῆς ἀσκήσεως.
Ἕνας τρίχινος σάκος, ποὺ ταλαιπωροῦσε τὸ κορμί του, ἦταν τὸ φόρεμά του χειμώνα – καλοκαίρι. Στὸν λαιμὸ ἔφερε μία δερμάτινη λωρίδα, δῶρο τοῦ πνευματικοῦ του πατέρα, τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου. Κατοικία του εἶχε μία σπηλιὰ μ’ ἕνα στενότατο κελί. Καὶ τροφή του λίγα ξερὰ σύκα καὶ μερικὰ ἀγρία χόρτα. Μὲ τὴν αὐστηρή του τούτη ἐγκράτεια, ἀλλὰ καὶ τὴν θερμὴ καὶ ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ τὴν συνεχὴ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἀγωνιζόταν κάθε μέρα γιὰ ἕνα πράγμα μόνο:
Στὸ πῶς νὰ ἀρέσει στὸν Θεό.
Σὰν τὸ χρυσάφι ποὺ δοκιμάζεται στὴ φωτιά, ἔτσι καὶ αὐτὸς δοκιμάστηκε τοῦτο τὸν καιρὸ ἀπὸ τοὺς ποικίλους πειρασμοὺς ποὺ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐπέτρεψε νὰ τοῦ ἔρθουν γιὰ προσωπική του ὠφέλεια καὶ δοκιμή. Ὅμως μὲ τὸ νὰ ἔχει τὴν σκέψη του στραμμένη στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν καρδιά του καθαρὴ ἀπὸ κάθε ἀκάθαρτο λογισμὸ κατόρθωσε καὶ τοὺς πειρασμοὺς νὰ ξεπεράσει καὶ αὐτὸς ἀπρόσβλητος νὰ μένει. Κάτι περισσότερο. Πέτυχε νὰ γίνει ἡ ψυχή του κατοικητήριο Αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε τίποτα στὸν κόσμο νὰ μὴν τὸν φοβίζει καὶ νὰ μὴ τὸν ταράσσει.
Τὸ παρακάτω περιστατικὸ εἶναι ἐνδεικτικό του θάρρους καὶ τῆς τόλμης ποὺ διέκρινε τὸν Ὅσιο.
Κάποτε ἐκεῖ στὴν ἐρημιά, στὴν ἀρχὴ ποὺ πῆγε, μιὰ συμμορία ἀπὸ ληστὲς τὸν εἶχε ἐπισημάνει καὶ τὸν πλησίασε μὲ κακὲς διαθέσεις.
- Τί θὰ ἔκαμνες, καλόγηρε, ἂν ἐδῶ στὴν ἐρημιὰ ποὺ εἶσαι μόνος, σοῦ ἐπετίθεντο ληστές; τὸν ρώτησε μὲ προσποιητὴ ἀφέλεια ὁ ἀρχηγός τους.
- Τί ἔχει νὰ φοβηθεῖ ἕνας γυμνὸς σὰν καὶ ἔμενα; ἀπήντησε μὲ πραότητα κι ἀταραξία ὁ ἐρημίτης.
- Καὶ ἂν σὲ σκοτώσουν; πρόσθεσε ὁ ληστής.
- Ὁ θάνατος δὲν φοβίζει ἐκεῖνον, ποὺ εἶναι ἕτοιμος νὰ πεθάνει, ξανάπε ὁ ἐρημίτης. Ὁ θάνατος κλείει τούτη τὴν ζωὴ τὴν προσωρινή. Μὰ ἀνοίγει τὴν ἄλλη, τὴν αἰώνια, τὴν πραγματική. Σ’ αὐτὴν βαδίζουμε ὅλοι.
Τὰ λόγια του αὐτὰ καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποίο τὰ εἶπε ἔκαμαν τοὺς ληστὲς σκεφτικούς. Ἀπομακρύνθηκαν σιωπηλοί, γιὰ νὰ ξαναγυρίσουν σὲ λίγο. Κάθισαν μπροστὰ στὸ κελί του καὶ ἄρχισαν νὰ ζητοῦν ἀπὸ αὐτὸν πιὸ πολλὲς ἐξηγήσεις. Στὸ τέλος ὁμολόγησαν τὸν σκοπό τους καὶ μὲ δάκρυα γονάτισαν μπροστά του καὶ ζήτησαν συγχώρηση. Ὁ Ἅγιος τοὺς συγχώρησε καὶ ἐξακολούθησε τὴν διδασκαλία του. Ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη συνεχίστηκαν οἱ ἐπισκέψεις μὲ ἀποτέλεσμα στὸ τέλος νὰ πιστέψουν καὶ νὰ βαπτιστοῦν ὄχι μονάχα αὐτοί, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι ὁμοεθνείς τους ποὺ κατοικοῦσαν στὴν πόλη τῆς Ἰδουμαῖας, Ἐλούζη. Ἔτσι ὁ Ἅγιος πῆρε τὸν τίτλο: Ἀπόστολος τῶν Σαρακηνῶν.
Ἡ φήμη τῆς ἁγιότητας τοῦ ὁσίου διαδόθηκε τόσο πολύ, ὥστε νωρὶς πλήθη ἀπὸ μοναχοὺς συγκεντρώθηκαν γύρω του, γιὰ ν’ ἀκοῦνε τὰ λόγια του καὶ νὰ ἔχουν τὴν πνευματικὴ καθοδήγησή του. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ πολλὰ μοναστήρια φύτρωσαν σὲ ὅλη ἐκείνη τὴν περιοχή. Γιὰ τοῦτο δίκαια θεωρεῖται ὁ ἱερὸς ἀσκητὴς ὡς ὁ εἰσηγητὴς τοῦ μοναχισμοῦ στὴν Παλαιστίνη, καθὼς καὶ ὁ Μέγας Ἀντώνιος εἰσηγητὴς τοῦ μοναχισμοῦ στὴν Αἴγυπτο.
Στὴ μεγάλη φήμη τοῦ Ἱλαρίωνα, πολὺ συνέβαλε καὶ τὸ θαυματουργικό του χάρισμα. Πολλά, πάρα πολλὰ θαύματα ἀναφέρονται σ’ αὐτόν. Θεραπεῖες διαφόρων ἀσθενειῶν καὶ δαιμονισμένων.
Ἡ ἀγάπη του σὲ ὅσους ἔπασχαν ἀπὸ κάτι ἦταν συγκινητική. Ἕνα πράγμα δὲν ἀνεχόταν ὁ καλοκάγαθος ἐρημίτης: Τὴν πλεονεξία καὶ τὴ φιλαργυρία στοὺς μοναχούς.
Σὰν παρατηροῦσε μία τέτοια ἀδυναμία σὲ κάποιον, τότε ὁ Ἅγιος φρόντιζε νὰ καλέσει ἐκεῖνον τὸν μοναχὸ κοντά του καὶ νὰ τὸν συμβουλέψει. Ὅταν ὅμως ἐκεῖνος περιφρονοῦσε τὶς συμβουλές του καὶ συνέχιζε νὰ διατηρεῖ τὸ πάθος του, τότε κι αὐτὸς ἔσπευδε νὰ διακόψει κάθε σχέση καὶ ἐπαφὴ μαζί του. Κάτι περισσότερο. Ἀρνιόταν καὶ νὰ τὸν δεχθεῖ νὰ πάρει κάτι, ποὺ προερχόταν ἀπὸ τὸν κῆπο του. Ἕνα λάχανο, γιὰ παράδειγμα ἢ ἕνα καρπό.
Μιὰ φορὰ ἕνας τέτοιος φιλάργυρος μοναχός, ποὺ παρὰ τὶς ὑποδείξεις τοῦ Ἁγίου, συνέχιζε νὰ μένει ἀδιόρθωτος, ἔστειλε λάχανα σ’ αὐτὸν ἀπὸ τὸν κῆπό του, γιὰ νὰ τὸν ἐξευμενίσει.
Στὸν μαθητή του Ἠσύχιο ποὺ ἔφερε τὸ δῶρο γιὰ νὰ τὸ δείξει σ’ αὐτὸν καὶ νὰ τὸ καμαρώσει, ὁ συνεπὴς στὶς ἀρχές του ἀσκητὴς εἶπε:
– Βρωμοῦν αὐτὰ τὰ λάχανα, Ἠσύχιε, βρωμοῦν...
– Τὰ ἔχω πλύνει καλά, Ἀββᾶ, ἐξήγησε ὁ μαθητής.
– Καὶ ὅμως σὲ βεβαιώνω πὼς βρωμοῦν, ἐπανέλαβε ὁ Ἅγιος. Βρωμοῦν ἀπὸ φιλαργυρία!
Καὶ δὲν τὰ ἄγγισε. Ναί! δὲν δέχτηκε νὰ τ’ ἀγγίσει.
Ὑπερβολικὴ αὐστηρότης ή συνέπεια; Συνέπεια! Τὸ στοιχεῖο ποὺ λείπει ἀπὸ τὴν ζωὴ τῶν συγχρόνων χριστιανῶν. Ἡ ἀρετὴ ποὺ πρέπει νὰ προσεχθεῖ ἰδιαίτερα σήμερα καὶ νὰ γίνει ἀχώριστος σύντροφος τῆς ὅλης ζωῆς μας, ἂν θέλουμε νὰ μὴ νοθευτεῖ περισσότερο καὶ νὰ καταντήσει ἀγνώριστη ἡ Ὀρθόδοξη Πίστη μας μὲ τὶς συνεχεὶς ὑποχωρήσεις μας καὶ τὶς σκοπιμότητές μας.
Οἱ καθημερινὲς ἐπισκέψεις στὸ κελὶ τοῦ Ἅγιου γιὰ θεραπεία καὶ συνομιλία μ’ αὐτὸν εἶχαν γίνει τόσες πολλὲς μὲ τὸν καιρό, ποὺ ὁ μακάριος ἀσκητὴς πῆρε τὴν ἀπόφαση νὰ φύγει ἀπὸ τὸν τόπο ἐκεῖνο. Καὶ τὸ ἔκαμε.
Παρὰ τὶς παρακλήσεις τῶν γνωστῶν του, ποὺ μὲ δάκρυα τὸν προέπεμψαν στὸ τέλος, ὁ Ἱλαρίων στὴν ἡλικία τῶν 63 περίπου χρόνων ἔφυγε ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη. Στὴν ἀρχὴ κατευθύνθηκε στὴν Αἴγυπτο. Μὲ συνοδεία μερικοὺς μαθητές του προχώρησε καὶ ἔφτασε στὸ ἀναχωρητήριο τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου. Ὁ μεγάλος ἐρημίτης εἶχεν ἤδη πεθάνει. Δύο μαθητές του ἀνέλαβαν τὴν ξενάγησή τους. Μὲ βαθιὰ συγκίνηση ὁ Ἱλαρίων καὶ οἱ συνοδοί του ἐπισκέφθηκαν καὶ στάθηκαν στὰ μέρη ποὺ ὁ θεμελιωτὴς τῆς ἀγγελικῆς ζωῆς συνήθιζε νὰ προσεύχεται, νὰ ἐργάζεται, νὰ ἀπασχολεῖται...
Ὕστερα ἀπὸ λίγες μέρες παραμονή τους στὸν τόπο ἐκεῖνο, ὁ Ἅγιος προχώρησε μὲ τὴν συνοδεία του καὶ ἀπὸ τὴ μία ἔρημο στὴν ἄλλη κατέβηκε σὲ μία παραλιακὴ πόλη τῆς Λιβύης, τὴν Ἄβασσο.
Τὴν ἐποχὴ αὐτὴ στὸν θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀνέβηκε ὁ Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης (361 – 363). Οἱ Ἀρειανοὶ ποὺ ἀναθάρρησαν ἀπὸ τὴ στάση τοῦ αὐτοκράτορα ἄρχισαν ν’ ἀναζητοῦν τὸν Ἅγιο γιὰ νὰ τὸν κακοποιήσουν. Ὁ Ἱλαρίων σὰν τὸ ἔμαθε, ἔφυγε καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ μὲ πλοῖο πέρασε στὴν Σικελία καὶ μετὰ στὴν Δαλματία.
Τὰ πολλὰ θαύματα, ποὺ μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ ἔκανε στὰ μέρη ποὺ περνοῦσαν, προσείλκυαν καθημερινὰ στὸν τόπο ποὺ διέμενε πλήθη ἀνθρώπων, ποὺ ἔπασχαν ἀπὸ διάφορες ἀρρώστιες. Τοῦτο ὅμως ἐμπόδιζε τὸν Ὅσιο νὰ χαρεῖ τὴ θεόγνωστη ἡσυχία ποὺ διψοῦσε. Γι’ αὐτό, κάποια μέρα ποὺ βρῆκε ἕνα πλοῖο ποὺ ταξίδευε στὴν Κύπρο, μπῆκε μέσα γιὰ τὸ νησί.
Στὸ ταξίδι ἕνα πλοῖο ληστρικὸ τοὺς κυνήγησε. Οἱ ταξιδιῶτες, ποὺ τὸ εἶδαν, τρόμαξαν κυριολεκτικὰ καὶ ἄρχισαν νὰ κλαῖνε. Ὁ Ἅγιος ὅμως τοὺς ἐνίσχυσε καὶ στὸ τέλος τοὺς ἔσωσε. Τὴν ὥρα ποὺ τὸ ἐχθρικὸ πλοῖο τοὺς πλησίαζε καὶ ἑτοιμαζόταν νὰ τοὺς κτυπήσει, ὁ Ἱλαρίων ἔριξε μία πέτρα ἀνάμεσα στὰ δυὸ πλοῖα. Ἕνα τεῖχος ὀρθώθηκε μπροστὰ στοὺς ληστὲς ποὺ δὲν τοὺς ἄφησε νὰ προχωρήσουν. Ἔτσι ἀσφαλισμένο πιὰ τὸ πλοῖο μὲ τὸν Ἅγιο συνέχισε τὸ ταξίδι του καὶ ἔφτασαν στὴν Πάφο.
Ἡ πόλη, ὅπως μᾶς ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Νεόφυτος, ἦταν τότε καταστρεμμένη ἀπὸ σεισμοὺς ἐξ αἴτιας τῆς ἀσέβειας τῶν κατοίκων της. Ἔξω ἀπὸ αὐτὴ καὶ ἀνάμεσα στὰ ἐρείπια συνέχισε ὁ Ἅγιος τους ἀσκητικούς του ἀγῶνες. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ στὸ μέρος αὐτὸ ἄρχισαν νὰ τὸν ἐπισκέπτονται πολλοὶ γιὰ θεραπεία, δυὸ χρόνια μόνο ἔμεινε στὸν τόπο ἐκεῖνο. Ἀπὸ ἐκεῖ προχώρησε καὶ ἔφτασε στὸ μεγάλο καὶ δύσβατο βουνό, μὲ τὰ πανύψηλα δένδρα καὶ τὰ πολλὰ νερά. Μὰ καὶ τὸν εἰδωλολατρικὸ ναὸ ποὺ ἦταν ἀφιερωμένος κατὰ τὴν παράδοση στὴν «θεὰ τοῦ ἔρωτα». Στὸν τόπο αὐτὸ ἔστησε ὁ Ἅγιος τὸ ἡσυχαστήριό του. Πέντε χρόνια ἔζησε ἐκεῖ. Χρόνια δημιουργικά, εὐλογημένα.
Μὲ τὴν διδασκαλία του τὴν ζωντανὴ καὶ τὰ πολλὰ τοῦ θαύματα σιγά – σιγὰ ἡ λατρεία τῶν εἰδώλων ἐκτοπίσθηκε καὶ τὴν θέση της πῆρε ἡ ἀληθινὴ θρησκεία τοῦ γλυκύτατου Ἰησοῦ.
Στὴν ἡλικία τῶν ὀγδόντα χρόνων ὁ θαυματουργὸς ἀσκητὴς ἀρρώστησε. Ἀφοῦ κάλεσε κοντά του τὰ πνευματικά του παιδιὰ καὶ τὰ συνεβούλεψε νὰ μένουν πιστὰ μέχρι θανάτου στὴν διδασκαλία τοῦ Κυρίου, τὰ εὐλόγησε καὶ ἀφῆκε τὴν ἁγνὴ ψυχή του νὰ μεταπηδήσει στοὺς πάμφωτους κόσμους τοῦ οὐρανοῦ (371 μ.Χ.).
Οἱ Κύπριοι θρήνησαν μὲ τὴν καρδιά τους τὸν ἀγαπημένο τους ἐρημίτη καὶ ἔθαψαν μὲ μεγάλες τιμὲς τὸ σκήνωμά του στὸν χῶρο ἐκεῖνο.
Δυστυχῶς τὸ λείψανο τοῦ μεγάλου θαυματουργοῦ δὲν ἔμεινε γιὰ καιρὸ στὸ νησί μας. Οἱ χριστιανοὶ τῆς Παλαιστίνης, σὰν ἔμαθαν τὸν θάνατο τοῦ Ὁσίου, ἔστειλαν ἐδῶ τὸν μαθητή του Ἠσύχιο, ὁ ὁποῖος μὲ τρόπο ἀνέσκαψε τὸν τάφο. Χωρὶς νὰ τὸν ἀντιληφθεῖ κανένας πῆρε τὰ ἱερὰ λείψανα καὶ τὰ μετέφερε στὴν Παλαιστίνη. Ἐκεῖ οἱ χριστιανοὶ τὰ ἐναπέθεσαν μὲ ξεχωριστὲς τιμὲς στὴ Μονὴ τοῦ Μαϊουμᾶ.
Ὅμως ἂν τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ μεγάλου ἀσκητὴ ἀφαιρέθηκαν καὶ μεταφέρθηκαν μακριὰ ἀπὸ τὸ φιλόξενο νησὶ τῆς Κύπρου, ποὺ ὁ ἴδιος διάλεξε γιὰ ἐπίγεια κατοικία του, ἡ πνευματικὴ παρουσία τοῦ Ἁγίου παραμένει. Παραμένει μὲ τὰ θαύματα ποὺ γίνονται ἀκόμη καὶ σήμερα στὸν τόπο ὅπου θάφτηκε ἀρχικά. Παραμένει ἀκόμη μὲ τοὺς ναοὺς ποὺ ἔχουν ἀφιερωθεῖ στὴν χάρη του καὶ τὶς πάμπολλες εἰκόνες του ποὺ εἶναι ἐγκατεσπαρμένες στὸ νησί.
Ὅλα αὐτὰ ἀποτελοῦν μία ζωντανὴ πνευματικὴ παρουσία τοῦ Ἁγίου. Γιατί ὅλα αὐτά μιλοῦν γιὰ τὸν φλογερὸ καὶ ἀκατάβλητο ἀγωνιστὴ τοῦ καλοῦ καὶ τῆς ἀρετῆς. Τὸν ἀγωνιστὴ μὲ τὴν Ἁγία ζωή, τὴν ζωὴ τῆς συνέπειας καὶ τοῦ ἡρωισμοῦ. Τὸν ἀγωνιστὴ ποὺ πάλεψε καὶ νίκησε τὴν σάρκα καὶ τὸν κόσμο τῆς ἁμαρτίας. Ἀλλὰ καὶ τὸν ἀγωνιστὴ ποὺ ζητάει καὶ θέλει μιμητές. «Μιμηταί μου γίνεσθε καθὼς καγῶ Χριστοῦ» μας φωνάζει.
Ταὶς τοῦ Ἁγίου Ἱλαρίωνος πρεσβείαις ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ἐγκρατείας τῇ αἴγλῃ λαμπρυνθεὶς τὴν διάνοιαν, ἤστραψας θαυμάτων ἀκτῖνας Ἱλαρίων Πατὴρ ἡμῶν, καὶ γέγονας φωστὴρ περιφανής, καὶ στῦλος εὐσεβείας θεαυγής, καταυγάζων τῇ ἐνθέῳ σου βιοτῇ, τοὺς πίστει προσιόντας σοι. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος.
Ὡς φωστῆρα ἄδυτον, τοῦ νοητοῦ σε Ἡλίου, συνελθόντες σήμερον, ἀνευφημοῦμεν ἐν ὕμνοις· ἔλαμψας, τοῖς ἐν τῷ σκότει τῆς ἀγνωσίας, ἅπαντας, ἀναβιβάζων πρὸς θεῖοv ὕψος, Ἱλαρίων τοὺς βοῶντας· χαίροις ὦ Πάτερ, τῶν Ἀσκητῶν ἡ κρηπίς.

Μεγαλυνάριον.
῎Ωφθης ὡς ἐλαία καρποτελής, ἐν οἴκῳ Κυρίου, Ἱλαρίων Πατῆρ ἡμῶν, ἔργων σου ἐλαίῳ, φαιδρῶς καθιλαρύνων, Χριστοῦ τὴν Ἐκκλησίαν, σὲ μεγαλύνουσαν.
 


Σάββατο 22 Οκτωβρίου

Ὁ Ὅσιος Ἀβέρκιος ὁ Ἱσαπόστολος καὶ Θαυματουργὸς

Ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 2ου αἰώνα μ.Χ. Ἡ ἄμεπτη ζωή του καὶ ἡ καρποφορία τῆς διδασκαλίας του, παρακίνησαν τὸ ποίμνιο νὰ τὸν ἀναγκάσει νὰ γίνει ἐπίσκοπος Ἱεραπόλεως στὴν Φρυγία. Τὸ ἀξίωμα δὲ μείωσε τὸν ζῆλο τοῦ Ἀβερκίου. Ἔλεγε, μάλιστα, ὅτι δὲν ἀρκεῖ κάποιος νὰ φαίνεται ἄρχων, ἀλλὰ καὶ νὰ εἶναι πραγματικά. Δηλαδὴ νὰ αὐξάνει τὴν διακονία καὶ τοὺς κόπους του. Διότι κατὰ τὸ Εὐαγγέλιο, «εἰ τὶς θέλει πρῶτος εἶναι, ἔσται πάντων ἔσχατος καὶ πάντων διάκονος», ποὺ σημαίνει, ἂν κανεὶς θέλει νὰ εἶναι πρῶτος κατὰ τὴν τιμή, ὀφείλει μὲ τὴν ταπείνωσή του ἀπέναντι στοὺς ἄλλους, νὰ γίνει τελευταῖος ἀπὸ ὅλους καὶ ὑπηρέτης ὅλων μὲ τὴν ἄσκηση τῆς ἀγάπης.
Καὶ ὁ Ἀβέρκιος τὴν ἐντολὴ αὐτὴ ἔκανε πράξη στὴ ζωή του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε τὸ χάρισμα νὰ κάνει πολλὰ θαύματα. Θεράπευσε τὴν κόρη τοῦ βασιλιὰ τῆς Ρώμης, ἀπὸ πονηρὸ δαιμόνιο. Θερμὰ νερὰ ἀπὸ τὴν γῆ ἐξέβαλε καὶ ἄλλα πολλὰ θαύματα ἔκανε.
Ἐπίσης, ὁ Ἀβέρκιος κήρυξε σὲ ὅλες τὶς πόλεις τῆς Συρίας καὶ Μεσοποταμίας. Ἔπειτα πῆγε στὴ Λυκαονία, τὴν Πισιδία καὶ στὴν ἐπαρχία τῶν Φρυγῶν. Ὀνομάστηκε ἰσαπόστολος, διότι περιόδευσε καὶ κήρυξε ὅπως οἱ κορυφαῖοι Ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ.
Πέθανε εἰρηνικά, 72 χρονῶν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἀποστόλων τὸν ζῆλον ἐκμιμησάμενος, τῇ Ἐκκλησίᾳ ἐκλάμπεις ὡς ἑωσφόρος ἀστήρ, τὴν θεόσδοτον ἰσχὺν φαίνων τοῖς ἔργοις σου· σὺ γὰρ θαυμάτων ἱερῶν, τὰς δυνάμεις ἐνεργῶν, Ἀβέρκιε Ἱεράρχα, πρὸς εὐσεβείας εἰσόδους, τοὺς πλανωμένους καθωδήγησας.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως.
Ὡς Ἱερέα μέγιστον, καὶ Ἀποστόλωv σύσκηνον, ἡ Ἐκκλησία γεραίρει σε ἅπασα, ἡ τῶν πιστῶν Ἀβέρκιε· ἣv ταῖς σαῖς ἱκεσίαις, περιφύλαττε μάκαρ ἀκαταγώνιστον, ἐξ αἱρέσεως πάσης, καὶ ἄσειστον παναοίδιμε.

Μεγαλυνάριον.
Βίῳ διαπρέπων θεοειδεῖ, τῆς τῶν Ἀποστόλων, κατετρύφησας δωρεᾶς, ἔργοις παραδόξοις, Ἀβέρκιε πιστώσας, πρὸς ἀληθείας δόξαν, τοὺς δεξαμένους σε.


Οἱ Ἅγιοι Ἀλέξανδρος, Θεοδότη, Γλυκερία, Ἄννα καὶἘλισάβετ οἱ Μάρτυρες

Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος ἦταν ἐπίσκοπος καὶ κήρυττε μὲ μεγάλο ζῆλο τὸ Εὐαγγέλιο στὰ πλήθη τῶν εἰδωλολατρῶν. Τὰ κηρύγματά του προσέλκυσαν πλῆθος εἰδωλολατρῶν στὴν Χριστιανικὴ πίστη.
Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐξόργισε τὸν ἄρχοντα τοῦ τόπου. Ἔτσι λοιπὸν διέταξε νὰ συλλάβουν τὸν Ἅγιο καὶ νὰ τὸν ὑποβάλλουν σὲ βασανιστήρια, γιὰ νὰ τὸν ἀναγκάσουν νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ἐκεῖνος ὅμως δὲν πείστηκε.
Ἕνας στρατιώτης, ὀνόματι Ἡράκλειος, βλέποντας τὴν καρτερία τοῦ Ἀλεξάνδρου πίστεψε στὸν Χριστό. Ὁ Ἡράκλειος ὑποβλήθηκε σὲ πολλὰ βασανιστήρια καὶ τελικὰ ἀποκεφαλίστηκε.
Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, θεραπεύτηκε ἀπὸ τὶς πληγὲς τῶν βασανιστηρίων. Διετέλεσε καὶ κάποιο θαῦμα, ἔτσι προσέλκυσε στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ τέσσερις γυναῖκες, τὴν Θεοδότη, τὴν Γλυκερία, τὴν Ἄννα καὶ τὴν Ἐλισάβετ.
Οἱ γυναῖκες αὐτὲς ὁμολόγησαν τὴν πίστη τους μπροστὰ στὸν ἄρχοντα καὶ ὁδηγήθηκαν γι’ αὐτὸ κάτω ἀπὸ τὸ σπαθὶ τοῦ δήμιου.
Ὕστερα ἀπὸ ὅλους ἀποκεφαλίστηκε μὲ ξίφος καὶ ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος.
 


 

Επιμέλεια-Διανομή: Καθεδρικός Ι.Ν. Παναγίας Φανερωμένης Χολαργού
Design : ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ
Εάν δεν επιθυμείτε να λαμβάνετε το Ενημερωτικό, παρακαλούμε πατήστε εδώ
Εάν λαμβάνετε το Ενημερωτικό περισσότερες από μία φορά, παρακαλούμε πατήστε εδώ