Τεύχος 44   07 Οκτωβρίου 2011

Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2011 – Γ΄ ΛΟΥΚΑ

Ο Απόστολος
Προς Κορινθίους Β΄ επιστολή Παύλου (στ΄ 16 – ζ΄ 1)

Ἀδελφοί, τίς συγκατάθεσις ναῷ Θεοῦ μετὰ εἰδώλων; Ὑμεῖς γὰρ ναὸς Θεοῦ ἐστε ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω, καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός. Διὸ ἐξέλθατε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε, κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς, καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα, καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει Κύριος παντοκράτωρ.
Ταῦτας οὖν ἔχοντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀγαπητοί, καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ.

Ἀπόδοση στη νεοελληνική:

Ἀδελφοί, μπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ συμφωνία μεταξὺ τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν εἰδώλων; Διότι σεῖς εἶσθε ναὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζωντανοῦ, καθὼς εἶπεν ὁ Θεός: «θὰ κατοικήσω μέσα τους καὶ θὰ περπατήσω μεταξύ τους καὶ θὰ εἶμαι ὁ Θεός τους καὶ αὐτοὶ θὰ εἶναι ὁ λαός μου». Διὰ τοῦτο φύγετε ἀπὸ μέσα ἀπ’ αὐτοὺς καὶ χωρισθῆτε, λέγει ὁ Κύριος, μὴ ἐγγίζετε ἀκάθαρτον καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς δεχθῶ, καὶ θὰ εἶμαι Πατέρας σας καὶ σεῖς θὰ εἶσθε υἱοί μου καὶ θυγατέρες, λέγει ὁ Κύριος ὁ Παντοκράτωρ.
Ἐπειδὴ λοιπὸν ἔχομεν αὐτὰς τὰς ὑποσχέσεις, ἀγαπητοί, ἂς καθαρίσωμεν τοὺς ἑαυτούς μας ἀπὸ κάθε μολυσμὸν σαρκὸς καὶ πνεύματος, τελειοποιούμενοι εἰς τὴυν ἁγιωσύνην μὲ φόβον Θεοῦ.

Το Ευαγγέλιο
Κατά Λουκάν (ζ΄ 11–16)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐπορεύετο ὁ Ἰησοῦς εἰς πόλιν καλουμένην Ναΐν· καὶ συνεπορεύοντο αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἱκανοὶ καὶ ὄχλος πολύς.
Ὡς δὲ ἤγγισε τῇ πύλῃ τῆς πόλεως, καὶ ἰδοὺ ἐξεκομίζετο τεθνηκὼς υἱὸς μονογενὴς τῇ μητρὶ αὐτοῦ, καὶ αὕτη ἦν χήρα, καὶ ὄχλος τῆς πόλεως ἱκανὸς ἦν σὺν αὐτῇ. Καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτῇ καὶ εἶπεν αὐτῇ· μὴ κλαῖε· καὶ προσελθὼν ἥψατο τῆς σοροῦ, οἱ δὲ βαστάζοντες ἔστησαν, καὶ εἶπε· νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι. Καὶ ἀνεκάθισεν ὁ νεκρὸς καὶ ἤρξατο λαλεῖν, καὶ ἔδωκεν αὐτὸν τῇ μητρὶ αὐτοῦ.
Ἔλαβε δὲ φόβος πάντας καὶ ἐδόξαζον τὸν Θεόν, λέγοντες ὅτι προφήτης μέγας ἐγήγερται ἐν ἡμῖν, καὶ ὅτι ἐπεσκέψατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ.

Απόδοση στη νεοελληνική:

Τον καιρό ἐκείνο, ἐπῆγε ὁ Ἰησοῦς εἰς μίαν πόλιν ποὺ ὠνομάζετο Ναΐν καὶ μαζί του ἐπήγαιναν καὶ οἱ μαθηταί του καὶ πολὺς κόσμος.
Μόλις ἐπλησίασε εἰς τὴν πύλην τῆς πόλεως, μετεφέρετο ἔξω ἕνας νεκρὸς ποὺ ἦτο τὸ μόνο παιδὶ τῆς μητέρας του ἡ ὁποία ἦτο χήρα. Καὶ πολλοὶ ἀπὸ τὴν πόλιν ἦσαν μαζί της. Μόλις ὁ Κύριος τὴν εἶδε, τὴν σπλαγχνίσθηκε καὶ τῆς εἶπε, «Μὴν κλαῖς».
Ἐπροχώρησε καὶ ἔπιασε τὸ φέρετρον, ἐκεῖνοι δὲ ποὺ τὸ ἐβάσταζαν ἐστάθηκαν. Αὐτὸς εἶπε, «Νεανίσκε, σοῦ λέγω, σήκω». Καὶ ἀνεκάθησε ὁ νεκρὸς καὶ ἄρχισε νὰ μιλῇ καὶ ὁ Ἰησοῦς τὸν παρέδωκε εἰς τὴν μητέρα του.
Ὅλους δε τοὺς κατέλαβε φόβος καὶ ἐδόξαζαν τὸν Θεὸν καὶ ἔλεγαν, «Προφήτης μεγάλος ἐμφανίσθηκε μεταξύ μας» καὶ «Ὁ Θεὸς ἐπισκέφθηκε τὸν λαόν του».
   
 


ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ

Κυριακή 9 Οκτωβρίου

Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀπόστολος τοῦ Ἀλφαίου

Ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα μαθητὲς τοῦ Κυρίου, ἀδελφός τοῦ Ματθαίου τοῦ Εὐαγγελιστοῦ καὶ γιὸς τοῦ Ἀλφαίου.
Ὁ Ἰάκωβος, ἀφοῦ ἀγωνίστηκε γιὰ τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ στὴν Ἱερουσαλήμ, ἔπειτα πῆγε καὶ σὲ ἄλλες χῶρες γιὰ νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιο. Ἐκεῖ, κατέστρεφε τοὺς βωμοὺς τῶν εἰδώλων καὶ μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ γιάτρευε ἀρρώστιες καὶ ἐξεδίωκε τὰ ἀκάθαρτα πνεύματα. Γι' αὐτὸ καὶ οἱ εἰδωλολάτρες τὸν ὀνόμαζαν θεῖο σπέρμα.
Ὁ ἱδρῶτας, οἱ μόχθοι καὶ οἱ κίνδυνοι ποὺ ὑπέστη γιὰ τὴ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου, ἦταν πολλοί. Ὁ θάνατος πολλὲς φορὲς τὸν πλησίασε, ἀλλὰ στὴν σκέψη τοῦ Ἰακώβου κυριαρχοῦσαν ἐνθαρρυντικὰ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου, «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθείν, ἀπαρνησάσθω ἐαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι». Ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ μὲ ἀκολουθεῖ σὰν γνήσιος μαθητής μου, λέει ὁ Κύριος, ἂς ἀπαρνηθεῖ τὸ διεφθαρμένο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ἑαυτό του, καὶ ἂς πάρει τὴν ἀπόφαση νὰ ὑποστεῖ γιὰ μένα ὄχι μόνο θλίψη καὶ δοκιμασία, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ θάνατο σταυρικό. Καὶ τότε ἂς μὲ ἀκολουθεῖ, μιμούμενος τὸ παράδειγμά μου.
Ἔτσι καὶ ὁ Ἰάκωβος, μιμούμενος τὸ Διδάσκαλό του, ὑπέστη σταυρικὸ θάνατο.


Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος, γλωσσοπυρσεύτῳ πνοῇ, ὡς θεῖος Ἀπόστολος, ὑποδεχθεὶς τῇ ψυχῇ, Ἰάκωβε ἔνδοξε, ἔλαμψας ἐν τῷ κόσμῳ, ὡς ἀστὴρ ἑωσφόρος· ἔλυσας τῶν εἰδώλων, τὴν πολύθεον νύκτα. Καὶ νῦν ἀπαύστως δυσώπει, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ὁ τῶν ἐθνῶν σαγηνευτὴς ὑπερθαύμαστος, καὶ Μαθητῶν ἀναδειχθεὶς τιμιώτατος, καὶ Ἀποστόλων σύσκηνος Ἰάκωβος, κόσμῳ τῶν ἰάσεων, διανέμει τὸν πλοῦτον, λύει περιστάσεων, τοὺς αὐτὸν εὐφημοῦντας· διὸ συμφώνως κράζομεν αὐτῷ· Σῷζε τοὺς πάντας, εὐχαῖς σου Ἀπόστολε.

Μεγαλυνάριον.
Μύστης καὶ Ἀπόστολος πεφηνώς, τοῦ δι’ εὐσπλαγχνίαν, κενωθέντος μέχρι σαρκός, ἔφανας ἀδύτως, Ἰάκωβε θεόπτα, σωτήριον τὸ τούτου, πᾶσι τοῖς ἔθνεσι.
 

Οἱ Ὅσιοι Ἀνδρόνικος καὶ Ἀθανασία ἡ συμβία του

Ὑπῆρξαν κατὰ τὸ ἔτος 594 καὶ ἦταν σύζυγοι ἐνάρετοι, ποὺ κατάγονταν ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια τῆς Συρίας. Ἦταν εὔποροι καὶ ζοῦσαν σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Ἀνδρόνικος ἔκανε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἀργυραμοιβοῦ στὴν Ἀντιόχεια καὶ ἀπόκτησε ἀπὸ τὸν γάμο αὐτὸ δύο παιδιά, ποὺ ὅμως πέθαναν. Αὐτὸ κατέθλιβε τοὺς δύο γονεῖς καὶ γιὰ νὰ βροῦν παρηγοριὰ κατέφυγαν γιὰ προσκύνημα στοὺς Ἁγίους Τόπους.
Ἀπὸ ἐκεῖ πῆγαν στὴν Αἴγυπτο, ὅπου μὲ κοινὴ ἀπόφαση ἔγιναν μοναχοὶ καὶ μπῆκαν σὲ μοναστῆρι. Ὁ μὲν Ἀνδρόνικος πῆγε στὴ Μονὴ τοῦ ἀββᾶ Δανιήλ, ἡ δὲ γυναῖκά του Ἀθανασία στὴν γυναικεία Μονὴ τῶν Ταβεννησιωτῶν.
Ἐκεῖ, ἀφοῦ ἀσκητικὰ πέρασαν τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς τους, ἀπεβίωσαν εἰρηνικά.


Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Σωφροσύνης τὴν χλαῖναν τὴν θεοΰφαντον, κατεποικίλατε χρόαις τῶν ἱερῶν ἀρετῶν, ὁμοφρόνως ἐν σπουδῇ ἄμφω ἀσκήσαντες· ὅθεν ὑμῶν τὴν σιωπήν, ἡ τρισάγιος ᾠδή, ἐδέξατο ἐν ὑψίστοις, Ἀνδρόνικε σὺν τῇ θείᾳ, Ἀθανασίᾳ τῇ θεόφρονι.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς τῆς νομίμου συζυγίας ὑποτύπωσιν
Καὶ τῆς ἐνθέου πολιτείας ἀκροθίνια
Ἀναδήσωμεν τοῖς ἄνθεσι τῶν ᾀσμάτων
Τὸν ὁσίως διαπρέψαντα Ἀνδρόνικον,
Σὺν αὐτῷ Ἀθανασίαν τὴν ὁμόζυγον,
Τούτοις λέγοντες, χαίροις ζεῦγος πανόσιον.

Μεγαλυνάριον.
Ἀνδρείως ἡ σύμβιος ξυνωρίς, σὺν Ἀθανασίᾳ, ὁ Ἀνδρόνικος ὁ στερρός, τῆς ἀθανασίας, ἀνύσαντες τὴν τρίβον, τῆς ἀθανάτου δόξης, κατηξιώθησαν.


Μνήμη Δικαίων Ἀβραὰμ καὶ Λὼτ τοῦ ἀνεψιοῦ του

Ὁ Ἀβραὰμ εἶναι ὁ γνωστὸς πατριάρχης τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὁ γιὸς τοῦ Θάρα. Γεννήθηκε στὴν Οὒρ τῆς Χαλδείας ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Σήμ.
Ὁ δὲ Λώτ, ἦταν γιὸς τοῦ Ἀρρᾶν καὶ ἀνεψιὸς τοῦ Ἀβραὰμ πολὺ ἀγαπημένος.
Πῆγε μὲ τὸν θεῖο του στὴ Χαρὰν καὶ ζοῦσε μαζί του. Ἀλλὰ λόγω τῶν συχνῶν διενέξεων τῶν ὑπηρετῶν, ἀποχωρίστηκε τοῦ θείου του καὶ κατοίκησε στὴν πεδιάδα τῶν Σοδόμων, ὅπου ἔμεινε μέχρι τὴν καταστροφή της.


Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

 

 

 


Δευτέρα 10 Οκτωβρίου

Οἱ Ἅγιοι Εὐλάμπιος καὶ Εὐλαμπία τὰ ἀδέλφια

Ἔζησαν στὰ χρόνια του αὐτοκράτορα Μαξιμιανοῦ (296 μ.Χ.). Ὁ διωγμὸς κατὰ τῶν χριστιανῶν ἦταν σκληρὸς καὶ ἀνελέητος. Γι’ αὐτό, ὁ Εὐλάμπιος καὶ ἡ ἀδελφή του Εὐλαμπία κρύβονταν μαζὶ μὲ ἄλλους χριστιανοὺς στὸ βουνό. Ἐκεῖ, ζοῦσαν καλλιεργώντας τὴν προσευχὴ καὶ τὴ μελέτη τῶν Ἱερῶν Γραφῶν.
Κάποια μέρα, ὁ Εὐλάμπιος πῆγε στὴ Νικομήδεια νὰ προμηθευθεῖ τροφές. Ἀλλὰ οἱ εἰδωλολάτρες τὸν ἀναγνώρισαν καὶ ἀμέσως τὸν συνέλαβαν. Βέβαια, στὴν ἐρώτηση τοῦ βασιλιὰ ἂν πιστεύει στὸ Χριστό, ὁμολόγησε φανερὰ ὅτι εἶναι χριστιανός, ὁπότε τὸν ἔβαλαν μέσα σὲ εἰδωλολατρικὸ ναὸ γιὰ νὰ θυσιάσει μὲ τὴ βία. Ὁ Εὐλάμπιος, ὅμως, διὰ τῆς προσευχῆς συνέτριψε τὸ εἴδωλο τοῦ θεοῦ Ἄρη. Καὶ ἐνῷ ἄρχισαν νὰ τὸν μαστιγώνουν μὲ τὸν πιὸ ἀπάνθρωπο τρόπο, ὅρμησε ἡ ἀδελφή του Εὐλαμπία, καὶ ἀφοῦ τὸν ἀγκάλιασε, παρακάλεσε τὸ Θεὸ νὰ τὴν ἀξιώσει νὰ συμμαρτυρήσει μὲ τὸν ἀδελφό της. Τότε ἔβαλαν καὶ τοὺς δυὸ σὲ ἕνα καζάνι μὲ βραστὸ νερό. Ἀλλὰ διὰ θαύματος αὐτοὶ δροσίζονταν, καὶ ἔτσι βγῆκαν σῶοι καὶ ἀβλαβεῖς.
Αὐτὸ ἔκανε νὰ πιστέψουν στὸ Χριστὸ 200 εἰδωλολάτρες, οἱ ὁποῖοι μαζὶ μὲ τὸν Εὐλάμπιο καὶ τὴν Εὐλαμπία ἀποκεφαλίστηκαν ὑπὲρ τῆς ἀλήθειας τοῦ Κυρίου.
Καὶ ὅπως λέει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, «Δόξα καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη παντὶ τῷ ἐργαζομένῃ τὸ ἀγαθόν». Δηλαδή, δόξα καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη θὰ ἀποδοθεῖ στὸν καθένα ποὺ ἐργάζεται τὸ ἀγαθὸ καὶ πεθαίνει γι’ αὐτό.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Τῆς φύσεως θεσμῷ, συνημμένοι ἐνθέως, ὁμόψυχοι στερρῶς, ὡς ὁμαίμονες θεῖοι, αὐτάδελφοι Μάρτυρες, ἐν ἀθλήσει ὡράθητε, ὦ Εὐλάμπιε, σὺν τῇ σεμνῇ Εὐλαμπίᾳ· ὅθεν στέφανον, νικητικὸν δεδεγμένοι, ἡμᾶς διασῴζετε.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τοὺς γενναίους Μάρτυρας, καὶ ἀδελφοὺς κατὰ σάρκα, τὸν σοφὸν Εὐλάμπιον, καὶ Εὐλαμπίαν τιμῶμεν· οὗτοι γὰρ, τῶν παρανόμων μηχανουργίας, ᾔσχυναν,ἐν τῇ δυνάμει τοῦ Σταυρωθέντος· ἀνεδείχθησαν διό περ, Μαρτύρων δόξα, ὁμοῦ καὶ καύχημα.

Μεγαλυνάριον.
Ἐκλαμπρὸν ἐν ἄθλοις καὶ θεαυγῆ, Εὐλάμπιε Μάρτυς, Εὐλαμπία ἡ εὐκλεής, σὲ τεθεαμένη, ἐκλάμπρως κοινωνεῖ σοι, τῶν ὑπερλάμπρων πόνων· μεθ’ ἧς τιμῶμέν σε.


Ὁ Ὅσιος Ἀμβρόσιος τῆς Ὄπτινα (Ρῶσος)

Γεννήθηκε στὶς 23 Νοεμβρίου τοῦ 1812 στὸ χωριὸ Μεγάλο Λιπόβιτς τῆς περιφέρειας τοῦ Ταμπώφ. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Μιχαὴλ Θεοδώροβιτς Γρένκωφ καὶ ἡ μητέρα του Μάρθα Νικολάγεβνα. Εἶχαν συνολικὰ ὀκτὼ παιδιὰ καὶ ὁ Ὅσιος Ἀμβρόσιος ἦταν ἕκτος στὴν σειρά. Τὸ βαπτιστικὸ ὄνομα τοῦ Ὁσίου ἦταν Ἀλέξανδρος καὶ ἡ εὐσεβὴς οἰκογένειά του τὸν ἀνέθρεψε σύμφωνα μὲ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ Εὐαγγελίου, ἂν καὶ ὁ ἴδιος, ἀπὸ μικρός, ἦταν πολὺ ζωηρὸς ἀλλὰ καὶ πολὺ εὐφυής.
Σπούδασε Ἱερατικὸ σεμινάριο καὶ στὴν ἀρχὴ ἔγινε δάσκαλος. Κατόπιν ἔγινε μοναχὸς στὴν Ὄπτινα καὶ στὶς 2 Φεβρουαρίου τοῦ 1843 Διάκονος. Στὰ τέλη τοῦ 1845 (9 Δεκεμβρίου) καὶ σὲ ἡλικία 33 χρονῶν, ἔγινε ἱερέας.
Σὲ λίγο ὅμως ἡ ὑγεία του χειροτέρεψε, ἀλλὰ ἡ ζωὴ του ὑπῆρξε ὁσιακῆ καὶ ἄκρως εὐεργετικὴ στοὺς συνανθρώπους του. Εἶχε προορατικὸ χάρισμα καὶ ἵδρυσε γυναικεῖο κοινόβιο τὸ 1872. Οἱ δοκιμασίες ποὺ ὑπέστη ἦταν πολλές, ἀλλὰ αὐτὸς στάθηκε βράχος ὑπομονῆς καὶ ἔμπρακτος διδάσκαλος τῶν θεϊκῶν ἀρετῶν.
Απεβίωσε στὶς 10 Ὀκτωβρίου τοῦ 1891 καὶ ἁγιοποιήθηκε τὸ 1990.
  


Τρίτη 11 Οκτωβρίου

Ὁ Ἅγιος Φίλιππος ὁ Ἀπόστολος

Καταγόταν ἀπὸ τὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης καὶ ἦταν διάκονος μεταξὺ τῶν ἑπτὰ διακόνων τῆς πρώτης Ἐκκλησίας στὴν Ἱερουσαλὴμ (Πράξ. στ’).
Ἐπίσης, ἦταν ἔγγαμος καὶ εἶχε τέσσερις θυγατέρες, προικισμένες μὲ προφητικὸ χάρισμα. (Πράξ. κα’ 8 – 9). Ὁ Φίλιππος, ὅμως, δὲν στάθηκε μόνο στὴν Ἱερουσαλήμ. Πῆγε στὴ Σαμάρεια καὶ κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο, σὰν γνήσιος καὶ αὐτὸς «Ἀπόστολος Ἰησοῦ Χριστοῦ κατὰ πίστιν ἐκλεκτῶν θεοῦ καὶ ἐπὶ γνῶσιν ἀληθείας τῆς κατ’ εὐσέβειαν». Δηλαδὴ Ἀπόστολος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ γιὰ νὰ διδάξει μεταξὺ ἐκείνων ποὺ ἐξέλεξε ὁ Θεός, τὴν πίστη καὶ τὴν ἐπίγνωση τῆς ἀλήθειας, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν εὐσέβεια.
Ἐκεῖ στὴν Σαμάρεια, διὰ τοῦ κηρύγματός του βάπτισε χριστιανὸ τὸν Σίμωνα τὸν μάγο. Ἔπειτα, ὁ Φίλιππος συνάντησε στὸ δρόμο του τὸν Εὐνοῦχο τῆς βασίλισσας Κανδάκης, καὶ ἀφοῦ τὸν κατήχησε, βάπτισε καὶ αὐτὸν Χριστιανό. Κατόπιν, πῆγε στὶς Τράλλεις τῆς Μ. Ἀσίας, ὅπου μὲ τὴ διδασκαλία του ἔπεισε ὅλους σχεδὸν τοὺς κατοίκους τῆς πόλης νὰ πιστέψουν στὸν Χριστό.
Ὁ Φίλιππος στὴν πόλη αὐτή, ἀφοῦ ἔκτισε καὶ χριστιανικὸ ναό, παρέδωσε στὸν Θεὸ τὴν ψυχή του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας χάριτος, πλήρης ὑπάρχων, διηκόνησας, τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὡς Διάκονος τοῦ Λόγου Ἀπόστολε· θεοσημείαις δὲ θείαις χρησάμενος, τῆς Σαμαρείας τὰ πλήθη κατηύγασας. Μάκαρ Φίλιππε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Φωτισθεὶς ἐν Πνεύματι τῷ Παναγίῳ, τὰ τῆς γῆς πληρώματα, ταῖς σαῖς φωτίζεις διδαχαῖς, καὶ τῶν θαυμάτων λαμπρότησι, ἱερομύστα Ἀπόστολε Φίλιππε.

Μεγαλυνάριον.
Πίστεως τὸ πλήρωμα γεωργῶν, ἐξ αὐτοῦ παρέχεις, τῷ πληρώματι τῶν πιστῶν, ὡς ἐκλελεγμένος, διακονεῖν ἁγίοις· ἐξ οὗ ἡμῖν μετάδος, Φίλιππε ἔνδοξε.


Οἱ Ἁγίες Ζηναΐδα καὶ Φιλονίλλα

Οἱ Ἅγιες Ζηναΐδα καὶ Φιλονίλλα ἦταν ἀδελφές. Κατάγονταν ἀπὸ τὴν Ταρσὸ τῆς Κιλικίας καὶ ἦταν συγγενεῖς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου.
Ἀφοῦ ἄφησαν τὴν πατρίδα τους καὶ ἐγκατέλειψαν ὅλα τους τὰ ὑπάρχοντα, περιόδευαν καὶ ἀσκοῦσαν τὴν ἰατρικὴ ἐπιτελώντας ταυτόχρονα ἔργο ἀποστολικό, κηρύττοντας τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ.
Κάποτε ἔφτασαν στὴν πόλη Δημητριάδα, ὅπου καὶ διέμειναν σὲ ἕνα σπήλαιο. Κατὰ τὴν διαμονή τους στὸ σπήλαιο αὐτὸ ἡ Ζηναΐδα θεράπευε ἀπὸ κάθε ἀσθένεια ὅσους προσέτρεχαν σὲ αὐτὴν γιὰ βοήθεια. Ἡ Φιλονίλλα ἔκανε μακροχρόνιες νηστεῖες καὶ πραγματοποίησε πολλὲς θαυματουργὲς θεραπεῖες καὶ ἀλλὰ θαύματα.
Καὶ οἱ δυὸ Ἁγίες ἐκοιμήθηκαν ἐν εἰρήνῃ στὸ σπήλαιο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
  

Ὁ Ὅσιος Θεοφάνης ὁ Ὁμολογητής ὁ Γραπτός, Ἐπίσκοπος Νίκαιας

Ἦταν ἀδελφὸς τοῦ Θεοδώρου τοῦ Γραπτοῦ καὶ διακρινόταν γιὰ τὴ μάθηση τῶν ἁγίων γραφῶν καὶ τῆς ἱερῆς θεολογίας, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἀκριβὴ γνώση τῶν ἀρχαίων Ἑλληνικῶν συγγραφῶν.
Ὁ Θεοφάνης τὸ 838, ἔθαψε μὲ μεγάλη λύπη τὸν ἀδελφό του Θεόδωρο, ὅταν αὐτὸς πέθανε στὴν ἐξορία. Κατόπιν ὁ Θεοφάνης ἐξορίστηκε στὴ Θεσσαλονίκη.
Ὅταν πέθανε ὁ εἰκονομάχος βασιλιὰς Θεόφιλος, ἀνέλαβε τὴ διαχείριση τῆς βασιλικῆς ἀρχῆς. Ὁ δὲ Πατριάρχης Μεθόδιος, ἔκανε τὸν Θεφάνη Μητροπολίτη Νικαίας. Ἐπιτέλεσε τὰ ποιμαντικά του καθήκοντα μὲ μεγάλη ἀκρίβεια καὶ πέθανε ἥσυχος μὲ τὴ συνείδησή του, ὅτι ἐκπλήρωσε ἄρτια τὰ καθήκοντά του πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία καὶ σὰν ἁπλὸς Ἱερομόναχος καὶ σὰν ἐπισκοπικὸς κυβερνήτης.
Ὁ Θεοφάνης ὁ Γραπτὸς εἶναι ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους Ἕλληνες θρησκευτικοὺς ποιητὲς καὶ ὑμνογράφους τοῦ 8ου αἰῶνα, ἀφοῦ συνέγραψε πολλοὺς κανόνες.


Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Μυηθεῖς τῶν Ἀγγέλων Πάτερ τὸ σύντονον, θεοφανείας ἀρρήτου ἐδείχθης σάλπιγξ χρυσῆ, περιούσιον λαὸν τρέφων τοῖς λόγοις σου· τῶν γὰρ πανσόφων σου ᾠδῶν, ἡ πανεύσημος μολπή, εὐφραίνει τὴν Ἐκκλησίαν, δι’ ἣν λαμπρῶς ἠγωνίσω, θεομακάριστε Θεόφανες.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἀνεφάνης Ὅσιε τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὥσπερ ἄλλος ἥλιος, ταύτην φωτίζων ἀστραπαῖς, τῶν σῶν δογμάτων Θεόφανες, ὡς θυηπόλος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον.
Ὄργανον τοῦ Πνεύματος ἐμμελές, λιγυρὰ κινύρα, ἐξαγγέλουσα τοῖς ἐν γῇ, τῶν ἐπουρανίων, ᾀσμάτων τὰς ὑψώσεις, ὑπάρχεις Ἱεράρχα, Πάτερ Θεόφανες.
 


Τετάρτη 12 Οκτωβρίου

Ὁ Ὅσιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος

Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, γεννήθηκε τὸ ἔτος 949 μ.Χ. στὴ Γαλάτη τῆς Παφλαγονίας ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ εὔπορους, τὸν Βασίλειο καὶ τὴν Θεοφανώ. Ὁ θεῖος του Βασίλειος, ὁ ὁποῖος κατεῖχε ὑψηλὴ θέση στὸν αὐτοκρατορικὸ οἶκο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, προσέλαβε νωρὶς τὸν ἀνεψιό του κοντά του, ὅπου, ὅπως ἦταν φυσικό, ἔτυχε καλῆς παιδείας. Ὅμως ὁ Ὅσιος δὲν ἔδινε προσοχὴ καὶ δὲν ἔδειχνε ἐνδιαφέρον γιὰ μάθηση.
Κατὰ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ὁ Συμεὼν γνωρίστηκε μὲ ἕναν μοναχὸ τῆς περιωνύμου μονῆς Στουδίου, ὁ ὁποῖος ὀνομαζόταν, ἐπίσης, Συμεών. Ὁ μοναχὸς αὐτὸς ἔγινε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὁ πνευματικός του πατέρας. Ὅταν κατὰ τὸ ἔτος 963 μ.Χ. πέθανε ὁ θεῖος του, ὁ Συμεὼν προσῆλθε στὴ μονὴ τοῦ Στουδίου, ὅπου ζητοῦσε «τὸν ἐκ νεότητος αὐτοῦ χρηματίσαντα πατέρα πνευματικὸν καὶ διδάσκαλον». Ὁ ἴδιος ὁ Ὅσιος Συμεὼν παρομοιάζει τὸν θεῖο του μὲ τὸν Φαραώ, τὴ διαμονή του στὸν αὐτοκρατορικὸ οἶκο μὲ τὴν αἰχμαλωσία τῶν Ἰσραηλιτῶν στὴν Αἴγυπτο καὶ τὸν πνευματικό του πατέρα μὲ τὸν Μωϋσῆ.
Κάποτε ὁ Γέροντάς του, τοῦ ἔδωσε ἕνα βιβλίο μὲ τὰ συγγράμματα τῶν Ἁγίων Μάρκου τοῦ Ἐρημίτου καὶ Διαδόχου Φωτικῆς. Ζωηρὴ ἐντύπωση τοῦ προξένησε τὸ ἀκόλουθο ἀπόφθεγμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ, ποὺ εἶχε τὸν τίτλο «Περὶ Νόμου Πνευματικοῦ»:
«Ἐὰν ζητᾶς ὠφέλεια, ἐπιμελήσου τὴ συνείδησή σου,
κάνε ὅσα σοῦ λέει καὶ θὰ εὕρεις τὴν ὠφέλεια».
Ὁ Ὅσιος Συμεὼν ἦταν σὰν νὰ ἄκουσε τὸ λόγο αὐτὸ ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Θεοῦ καὶ ἄρχισε ἀμέσως νὰ κάνει ὅτι τὸν πρόσταζε ἡ συνείδησή του. Καὶ αὐτή, ποὺ εἶναι κάτι θεϊκό, τὸν παρακινοῦσε συνεχῶς στὰ ἀνώτερα, ἔτσι ὥστε αὔξησε τὴν προσευχὴ καὶ τὴν μελέτη του μέχρι τὴν ὥρα ποὺ ἄρχιζε νὰ λαλεῖ ὁ πετεινός, δηλαδὴ μέχρι τὰ χαράματα. Σὲ αὐτὸ τὸν βοηθοῦσε καὶ ἡ συνεχὴς νηστεία. Ἔτσι, ἀκόμα καὶ πρὶν φύγει ἀπὸ τὸν κόσμο, ζοῦσε σχεδὸν ἀσώματο βίο. Δὲν τοῦ χρειάστηκε λοιπὸν πολὺς καιρός, γιὰ νὰ ἐκδημήσει ἐντελῶς ἀπὸ τὰ ὁρώμενα καὶ νὰ εἰσδύσει στὰ ἀόρατα θεία θεάματα.
Κάποια νύχτα, λοιπόν, ποὺ προσευχόταν καὶ μὲ καθαρὸ νοῦ ἐπικοινωνοῦσε μὲ τὸν Θεό, εἶδε ξαφνικὰ νὰ λάμπει ἄπλετο φῶς ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ νὰ κατεβαίνει πρὸς αὐτόν. Φώτισε τὰ πάντα καὶ τὰ μετέβαλε σὲ μία ὁλοκάθαρη ἡμέρα. Καθὼς ἦταν καὶ ὁ ἴδιος τυλιγμένος ἀπὸ αὐτὸ τὸ φῶς, τοῦ φαινόταν σὰν νὰ ἐξαφανίσθηκε ὁλόκληρη ἡ οἰκία μαζὶ μὲ τὸ δωμάτιό του, ἐνῷ ὁ ἴδιος εἶχε ἁρπαγεῖ στὸν ἀέρα, νιώθοντας σὰν νὰ μὴν εἶχε καθόλου σῶμα. Κατάπληκτος ἀπὸ τὸ μέγα τοῦτο μυστήριο κραύγαζε μὲ μεγάλη φωνὴ τὸ «Κύριε, ἐλέησον». Καθὼς βρισκόταν μέσα σὲ αὐτὸ τὸ θεῖο φῶς, βλέπει στὰ ὕψη τοῦ οὐρανοῦ μία ὁλόφωτη νεφέλη, ἄμορφη καὶ ἀσχημάτιστη, γεμάτη ἀπὸ τὴν ἄρρητη δόξα τοῦ Θεοῦ. Στὰ δεξιά της ἔστεκε ὁ πνευματικός του πατέρας Συμεὼν ὁ Εὐλαβής. Ἔμεινε σὲ αὐτὴ τὴν ἐκστατικὴ κατάσταση γιὰ πολύ, χωρὶς νὰ αἰσθάνεται, καθὼς βεβαίωνε ἀργότερα, ἐὰν ἦταν μέσα στὸ σῶμα ἢ ἐκτὸς τοῦ σώματος. Ὅταν κάποτε ἐκεῖνο τὸ φῶς σιγὰ – σιγὰ ὑποχώρησε, ἦλθε στὸν ἑαυτό του καὶ κατάλαβε πὼς βρίσκεται μέσα στὸ δωμάτιο.
Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴ θεωρία, ὁ Ὅσιος Συμεὼν ἱκέτευε συνεχῶς τὸ Γέροντά του νὰ τὸν κείρει μοναχό.
Ἀλλὰ ὁ πνευματικός του πατέρας τὸν ἀναχαίτισε, ἐπειδὴ ἦταν νέος στὴν ἡλικία καὶ ἔτσι ὁ Ὅσιος ἐπέστρεψε στὴν οἰκία τοῦ θείου του, ὅπου ἄρχισε μὲ ἐπιμέλεια νὰ μελετᾶ. Βαθιὰ ἐντύπωση ἀπεκόμισε ἀπὸ τὰ ἔργα τῶν Ἁγίων Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ καὶ Διαδόχου Φωτικῆς, τὰ ὁποία ἔλαβε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ πνευματικοῦ του.
Κατὰ τὸ ἔτος 970 μ.Χ. ὁ Συμεὼν ἐπισκέφθηκε τοὺς γονεῖς του καὶ τοὺς ἀνακοίνωσε τὴν κλίση του γιὰ τὸν μοναχικὸ βίο. Μάταια ἐκεῖνοι προσπάθησαν νὰ μεταβάλλουν τὴν ἀπόφαση τοῦ μονάκριβου υἱοῦ τους. Ἡ ἀπόφαση τοῦ Συμεὼν ἦταν σταθερή. Ἀρνήθηκε ἐγγράφως τὴν πατρικὴ περιουσία ποὺ τοῦ ἀνῆκε καὶ κατέφυγε στὴ μονὴ τοῦ Στουδίου. Λίγο ἀργότερα μεταβαίνει στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Μάμαντος τοῦ Ξηροκέρκου, ὑπὸ τὸν ἡγούμενο Ἀντώνιο, ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὴ μονὴ τοῦ Στουδίου. Μετὰ ἀπὸ μία διετία ἐκάρη ἐδῶ μοναχός, γιὰ νὰ φωτίζει ὅλους τοὺς πιστοὺς μὲ τὸ φῶς τῆς γνώσεως, ποὺ φώτιζε τὸν ἑαυτό του. Ὅταν μετὰ ἀπὸ λίγο πέθανε ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς, ὁ Ὅσιος Συμεὼν χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καὶ μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Πατριάρχη Νικολάου τοῦ Χρυσοβέργη (984 – 995 μ.Χ.) καὶ τὴν ἔγκριση τῶν μοναχῶν τοῦ Ἁγίου Μάμαντος, ἔγινε ἡγούμενος τῆς μονῆς.
Ὡς ἡγούμενος ὁ Ὅσιος ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίσει πολλὲς δυσάρεστες καταστάσεις. Ὄχι μόνο τὴν κατεστραμμένη μονή, ἀλλὰ πρὸ πάντων τὸ ἀνθρώπινο στοιχεῖο. Ἡ μονὴ παρομοιαζόταν μὲ κατάλυμα κοσμικῶν καὶ νεκρῶν σωμάτων. Καὶ ἡ μὲν μονὴ ὡς οἰκοδόμημα κατελαμπρύνθηκε, ἡ πνευματικὴ ὅμως συγκρότηση τῶν μοναχῶν ἀπαιτοῦσε πολλὲς ἀνυπέρβλητες προσπάθειες. Ἡ διδασκαλία του συνάντησε τὴν μεγάλη ἀδιαφορία ὁρισμένης ὁμάδας μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι ἔφθασαν στὸ σημεῖο, κατὰ τὴν διάρκεια μία πρωϊνῆς κατηχήσεως, νὰ ἐπιτεθοῦν κατὰ τοῦ Γέροντός τους. Κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἐπιθέσεως ὁ Ὅσιος, «τὰς χεῖρας δεσμεύσας πρὸς ἑαυτὸν καὶ εἰς οὐρανὸν ἄρας αὐτοῦ τὴν διάνοιαν, ἐπὶ χώρας ἄσειστος ἔστη, ὑπομειδιῶν καὶ φαιδρὸν ἀτενίζων πρὸς τοὺς ἀλάστορας».
Αὐτὸ ἦταν ἀρκετὸ νὰ ἀφοπλίσει τελείως τοὺς τριάντα ἐκείνους μοναχούς, οἱ ὁποῖοι ἐπέδειξαν αὐτὴ τὴν συμπεριφορά. Ὁ Πατριάρχης Σισίννιος ὁ Β’ (996 – 998 μ.Χ.) πρὸς τὸν ὁποῖον κατέφυγαν ἀμέσως, γιὰ νὰ δικαιωθοῦν προφανῶς ἀπὸ αὐτόν, ἐξεπλάγη ἀπὸ τὴν μανία καὶ τὸν φθόνο τῶν ἀσύνετων μοναχῶν καὶ διέταξε νὰ ἐξορισθοῦν. Ὅμως ὁ Ὅσιος Συμεὼν παρακάλεσε θερμῶς τὸν Πατριάρχη νὰ τοὺς συγχωρέσει.
Ὁ Ὅσιος, παρὰ τὰ πολλὰ καθήκοντά του στὴ μονή, εὕρισκε καιρὸ νὰ γράφει «τῶν θείων ὕμνων τοὺς ἔρωτες», τοὺς «λόγους τῶν ἐξηγήσεων», τοὺς «κατηχητικοὺς λόγους», τὰ «Πρακτικά, Γνωστικὰ καὶ Θεολογικὰ Κεφάλαια».
Δυσάρεστα ζητήματα ἐναντίων τοῦ Ὁσίου δημιούργησε ὁ σύγκελλος τοῦ Πατριάρχη, Μητροπολίτης Νικομήδειας Στέφανος. Ἀφορμὴ γι’ αὐτὸ ἦταν ἡ ἀγαθὴ φήμη τοῦ Ὁσίου. Ἐπειδὴ ὁ σύγκελλος δὲν μποροῦσε νὰ βρεῖ στὸν βίο τοῦ Ὁσίου κάποια κατηγορία, στράφηκε πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ κοιμηθέντος ἤδη Γέροντός του. Ἡ κατηγορία τοῦ σύγκελλου ἦταν ὅτι ὁ Ὅσιος ὑμνοῦσε τὸν πνευματικό του πατέρα ὡς Ἅγιο. Τελικὰ ἔπεισε τὴν Σύνοδο νὰ διερευνήσει τὸ ζήτημα. Καὶ μετὰ τὴν διαδικασία αὐτή, ὅλοι ἀναγνώρισαν, ἐκτὸς τοῦ σύγκελλου, τὸ δίκαιο τοῦ Συμεών. Τότε ὁ σύγκελλος συνεργάστηκε μὲ μοναχοὺς ποὺ ἐχθρεύονταν τὸν Ὅσιο καὶ ἔκλεψε ἀπὸ τὴ μονὴ τὴν εἰκόνα ἐπὶ τῆς ὁποίας εἶχε ἁγιογραφηθεῖ ὁ πνευματικὸς πατέρας τοῦ Ὁσίου μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ καὶ ἄλλους Ἁγίους. Ὁ Ὅσιος διατάχθηκε νὰ προσέλθει στὴ Σύνοδο, γιὰ νὰ ἀπολογηθεῖ. Καὶ πάλι βρέθηκε ἀθῶος.
Ὁ Ὅσιος παρέμεινε ἐπὶ εἴκοσι πέντε χρόνια ὡς ἡγούμενος καὶ τὸ ἔτος 1005 ἀποσύρθηκε σὲ ἡσυχαστήριο στὸ ἀντίπερα ἐρημόκαστρο τῆς Χρυσουπόλεως, ποὺ ἐκαλεῖτο Παλουκητὸν καὶ ἡσύχαζε στὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Μαρίνας. Στὴν ἡγουμενία τὸν διαδέχθηκε ὁ μαθητής του Ἀρσένιος. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1022.
Ἡ Σύναξη αὐτοῦ ἐτελεῖτο στὴ μονὴ τοῦ Στουδίου, στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Μάμαντος καὶ στὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Μαρίνας.
Ὁ Ὅσιος Συμεὼν ἐδίδασκε ὅτι ἡ πρὸς Θεὸν εἰλικρινὴς ἀγάπη καὶ ἡ μετάνοια ἦσαν ἀσφαλεῖς ὁδοὶ πρὸς τὴ θέωση. Ἡ τριαδολογικὴ βάση τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπολήγει ἱστορικὰ στὰ χριστολογικὰ πλαίσια τῆς σωτηρίας καὶ τῆς λυτρώσεως, μὲ σαφεῖς ἐκκλησιολογικὲς ἀλλὰ καὶ ἐσχατολογικὲς προεκτάσεις πρὸς τὴν ὁλοκλήρωση καὶ πλήρωση τῆς τελειώσεώς του. Τὸ φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος ἀποκαθαίρει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, διαστέλει «τὸν μέτοχον αὐτοῦ» ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦ σκότους καὶ τῆς πτώσεως καὶ δημιουργεῖ τὶς προϋποθέσεις, ὥστε οἱ πιστοὶ ἀπὸ τώρα νὰ ἀρχίσουν νὰ γεύονται τὴ μέλλουσα δόξα τους. Γράφει χαρακτηριστικὰ ὁ Ὅσιος Συμεών: «Τὸ φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος φαῖνον ἐν καθαρᾷ καρδία παντὸς ἀφιστᾷ τοῦ κόσμου καὶ τὸν μέτοχον αὐτοῦ ἀπ’ ἐντεῦθεν ἤδη ἐμφορεῖσθαι περὶ τῆς μελλούσης δόξης». Ἐδὼ ἡ θέωση σχετίζεται ἄμεσα μὲ τὸ ἱστορικὸ καὶ ἐσχατολογικὸ ἔργο τῆς Θείας Οἰκονομίας, ἀφοῦ τελικὸς σκοπὸς εἶναι ἡ σωτηρία καὶ ἡ δοξοποίηση τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτοῦ τοῦ σωτηριολογικοῦ ἔργου «ἀπαρχή», «μεσότης» καὶ «τελειότης» εἶναι ὁ Χριστός.
Ἡ τελείωση καὶ ἡ θέωση ὁλοκληρώνεται στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀναφέρει σχετικὰ ὁ Ὅσιος ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ Βασιλεία καὶ ἡ Ἐδέμ. «Σὺ βασιλεία οὐρανῶν, σὺ γῆ, Χριστέ, πραέων, σὺ χλόης παράδεισος, σὺ ὁ νυμφὼν ὁ θεῖος».
Γιὰ τὴ θεολογική του κατάρτιση καὶ δεινότητα, ὁ Ὅσιος Συμεὼν ὀνομάσθηκε Νέος Θεολόγος, «ὁ Θεολόγος τοῦ φωτός» ἢ «ὁ Ἅγιος τοῦ φωτός». Κατὰ τὶς πνευματικὲς ἀναβάσεις τοῦ Ἁγίου, ἐπιδιδόμενος στὴν ἡσυχία, ἐλευθερωνόταν ἀπὸ τὴν ὕλη, ἡ γλῶσσα του γινόταν γλῶσσα πυρός, συνέθετε καὶ θεολογοῦσε θείους ὕμνους, γινόταν ὁλόκληρος πῦρ, ὁλόκληρος φῶς καὶ θεωνόταν κατὰ χάριν. Ἄλλοτε, μαρτυρεῖται ὅτι βρισκόταν ἐπάνω στὴ γῆ καὶ ἔχοντας τὰ χέρια ὑψωμένα καὶ προσευχόμενος, ἦταν «ὅλος φωτὸς καὶ ὅλος λαμπρότητος».
Ἡ μνήμη του μετατίθεται ἐδῶ ἀπὸ τὴν 12η Μαρτίου, διότι ἡ 12η Μαρτίου συμπίπτει μὲ τὶς ἡμέρες της Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.


Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείαν ἔλλαμψιν, Συμεὼν Πάτερ, εἰσδεξάμενος, ἐν τῇ ψυχῇ σου, φωστὴρ ἐν κόσμῳ ἐδείχθης λαμπρότατος, διασκεδάζων αὐτοῦ τὴν σκοτόμαιναν, καὶ πάντας πείθων ζητεῖν, ἣν ἀπώλεσαν, χάριν Πνεύματος. Αὐτὸ ἐκτενῶς ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τῷ φωτὶ λαμπόμενος, τῷ τρισηλίῳ θεόφρον, θεολόγος γέγονας, τῆς Ὑπερθέου Τριάδος· ἄνωθεν, σοφίαν λόγων καταπλουτήσας, ἔβλυσας, θεοσοφίας ἔνθεα ῥεῖθρα, ἐξ ὧν πίνοντες βοῶμεν· χαίροις τρισμάκαρ Συμεὼν Ὅσιε.

Μεγαλυνάριον.
Ἅπασαν τὴν αἴσθησιν ὑπερβάς, ἐκ τῶν ὑπὲρ φύσιν, θεαμάτων τὰς δωρεάς, θεολόγῳ γλώσσῃ, ὦ Συμεὼν πορθμεύεις, καλλιγραφῶν τὸν τρόπον, τὸν τῆς θεώσεως.
 


Πέμπτη 13 Οκτωβρίου

Οἱ Ἅγιοι Κάρπος, Παπύλος, Ἀγαθόδωρος καὶ Ἀγαθονίκη οἱ Μάρτυρες

Μαρτύρησαν ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Δέκιος (249 – 251), σκληρότατος διώκτης τῶν χριστιανῶν. Ὅλοι, πατρίδα εἶχαν τὴν Πέργαμο.
Ὁ Κάρπος, μὲ ἄρτια γραμματικὴ μόρφωση, εὐσεβέστατος καὶ μὲ πολλὲς ὑπηρεσίες στὴν Ἐκκλησία, εἶχε γίνει ἐπίσκοπος Θυατείρων.
Ὁ Παπύλος, ποὺ εἶχε σπουδάσει ἰατρικὴ καὶ πρόσφερε τὶς ὑπηρεσίες τοῦ ἀμισθί, ἔγινε διάκονος καὶ ἄμεσος συνεργάτης τοῦ Κάρπου.
Ὁ Ἀγαθόδωρος, ψυχὴ ἐκλεκτὴ καὶ πιστή, ἦταν ὑπηρέτης στὴν ἐπισκοπὴ Θυατείρων.
Ὅταν καὶ τοὺς τρεῖς συνέλαβε ὁ ἀνθύπατος Οὐαλέριος, ὁμολόγησαν μπροστά του μὲ παρρησία τὸν Χριστό. Τότε ὁ Οὐαλέριος τοὺς εἶπε: «Οἱ χριστιανοὶ εἶναι δεισιδαίμονες, ἀνίκανοι, χωρὶς ἀνώτερα αἰσθήματα. Ἐσεῖς, σὰν μορφωμένοι ἄνθρωποι, ἀμέσως πρέπει νὰ τοὺς ἀρνηθεῖτε».
Στὴν κατηγορία αὐτή, ἀπάντησε ὁ Ἐπίσκοπος Κάρπος μὲ τὰ λόγια τοῦ Ἀπ. Παύλου. Μιὰ ἀπάντηση ποὺ ἴσχυε, ἰσχύει καὶ θὰ ἰσχύει στοὺς αἰῶνες, γιὰ τὸ φρόνημα τῶν συνειδητῶν χριστιανῶν. Εἶπε λοιπόν: «Κοπιῶμεν ἐργαζόμενοι ταὶς ἰδίαις χερσὶ λοιδορούμενοι εὐλογοῦμεν, διωκόμενοι ἀνεχόμεθα, βλασφημούμενοι παρακαλοῦμεν», ποὺ σημαίνει, ἐμεῖς οἱ χριστιανοὶ βασιλιά, κοπιάζουμε μὲ τὰ ἴδια μας τὰ χέρια. Ἔπειτα, τὴν ὥρα ποὺ οἱ ἄπιστοι μᾶς βρίζουν καὶ μᾶς περιγελοῦν, ἐμεῖς εὐχόμαστε ἀγαθὰ γι’ αὐτούς. Ἐνῷ μᾶς καταδιώκουν, τοὺς δείχνουμε ἀνοχή, ἐνῷ μᾶς συκοφαντοῦν, ἀπαντοῦμε μὲ λόγια γλυκὰ καὶ παρακλητικά.
Ἐκνευρισμένος ὁ Οὐαλέριος ἀπὸ τὴν ἀπάντηση, ἀφοῦ τοὺς βασάνισε, μαζὶ μὲ τὴν ἀδελφή τοῦ Παπύλου Ἀγαθονίκη, ὅλους τοὺς ἀποκεφάλισε.


Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Βίον ἔνθεον, διαδραμόντες, Χριστοῦ ὤφθητε, συγκληρονόμοι, δι’ ἀθλήσεως ἐχθρὸν τροπωσάμενοι, Κάρπε σοφὲ καὶ κλεινὲ Ἀγαθόδωρε, Ἀγαθονίκη καὶ Πάπυλε ἔνδοξε. Θεῖοι Μάρτυρες, Χριστῷ τῷ Θεῷ πρεσβεύσατε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς θησαυρὸν πολυτελῆ ὁ Δεσπότης, καὶ κρήνην βρύουσαν κρουvοὺς ἰαμάτων, τοῖς ἐπὶ γῆς παρέσχετο τὰ λείψανα ὑμῶν· νόσους μὲv καθαίροντα, παθημάτωv ποικίλωv, χάριν δὲ βραβεύοντα, ταῖς ψυχαῖς ἀενάως· διὸ συμφώvως Κάρπε τὴν ὑμῶν, Πάπυλε πόθῳ, τελοῦμεv πανήγυριv.

Μεγαλυνάριον.
Κάρπωμα προσήχθητε λογικόν, ἄνθραξι τῶν ἄθλων, τῷ τυθέντι ὑπὲρ ἡμῶν, Πάπυλε καὶ Κάρπε, σὺν τῷ Ἀγαθοδώρῳ, καὶ τῇ Ἀγαθονίκῃ· διὸ δεδόξασθε.


Ἡ Ἁγία Χρυσὴ ἡ Παρθενομάρτυς

Γεννήθηκε στὸ χωριὸ Σλάτενα (σημερινὴ Χρυσῆ) τῆς ἐπαρχίας Ἀλμωπίας Νομοῦ Πέλλης. Ὁ πατέρας της ἦταν φτωχὸς καὶ εἶχε τέσσερις θυγατέρες. Ἡ Χρυσὴ ἦταν ὡραῖα στὸ σῶμα καὶ στὴν ψυχή.
Κάποτε, ἐνῶ βρισκόταν μαζὶ μὲ ἄλλες γυναῖκες στοὺς ἀγροὺς καὶ μάζευε καυσόξυλα, τὴν ἀπήγαγε κάποιος Τοῦρκος καὶ τὴν μετέφερε στὸ σπίτι του. Ὁ Τοῦρκος προσπάθησε μὲ κολακεῖες νὰ τὴν ἐξισλαμίσει καὶ νὰ τὴν κάνει γυναίκα του. Ἡ Χρυσῆ ὅμως ἀντιστάθηκε καὶ δυναμικὰ ἀπάντησε: «Ἐγὼ τὸν Χριστὸ μόνο γνωρίζω γιὰ νυμφίο μου, ποὺ δὲν θὰ ἀρνηθῶ καὶ ἂν ἀκόμα μὲ κομματιάσεις». Οἱ γονεῖς καὶ οἱ συγγενεῖς της Χρυσῆς, μὲ ἐξαναγκασμὸ τῶν Τούρκων, τὴν παρακαλοῦσαν νὰ δεχτεῖ τὸν μωαμεθανισμὸ γιὰ νὰ σωθεῖ. Ἀλλὰ ἡ μεγαλόψυχη Χρυσῆ τοὺς ἀπάντησε ὅτι: «πατέρα ἔχω τὸν Κύριό μου Ἰησοῦ Χριστό, μητέρα τὴν Κυρία Θεοτόκο, ἀδελφοὺς δὲ καὶ ἀδελφὲς ἔχω τοὺς Ἁγίους καὶ τὶς Ἁγίες της Ἐκκλησίας μας».
Μπροστὰ λοιπὸν στὴ σταθερότητα τῆς Χρυσῆς, οἱ Τοῦρκοι ἀπάντησαν μὲ φρικτὰ βασανιστήρια. Τελικὰ στὶς 13 Ὀκτωβρίου 1795, κατέκοψαν τὸ σῶμά της μὲ μαχαίρια καὶ ἔτσι πανάξια ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου ἀπὸ τὸν Νυμφίο Χριστό
.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας Πίστεως.
Σκεῦος χρύσεον, τῆς παρθενίας, καὶ ἀκήρατος, νύμφη Κυρίου, ἐχρημάτισας Χρυσῆ καλλιπάρθενε· τὴν γὰρ ἁγνείαν ἀμέμπτως φυλάττουσα, ὐπὲρ Χριστοῦ θεοφρόνως ἐνήθλησας· Μάρτυς ἔνδοξε, ἱκέτευε τὸν Νυμφίον σου, δωρήσασθε ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Χρυσωθεῖσα Πνεύματι, Τῷ Παναγίῳ, τὴν ἁγνείαν ἔφθορον, τὴν σὴν ἐτήρησας Χριστῷ, καὶ ὑπὲρ φύσιν ἠγώνισαι, παρθενομάρτυς, Χρυσῆ ἀξιάγαστε.

Μεγαλυνάριον.
Τὴν Παρθενομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ, τὴν κεχρυσωμένην, σώματί τε καὶ τῇ ψυχῇ, Χρυσῆν τὴν ἁγίαν, αἰνέσωμεν βοῶντες· χαῖρε νύμφη Κυρίου, ἁγνὴ καὶ πάγχρυσε.

    


Παρασκευή 14 Οκτωβρίου

Οἱ Ἅγιοι Ναζάριος, Προτάσιος, Γερβάσιος καὶ Κέλσιος οἱ Μάρτυρες

Οἱ γονεῖς τοῦ Ναζαρίου (Ἀφρικανὸς καὶ Περπετούα) λέγεται ὅτι ὑπῆρξαν μαθητὲς τοῦ Ἀπ. Πέτρου, ὁ ὁποῖος τοὺς εἵλκυσε στὴν χριστιανικὴ πίστη καὶ τοὺς βάπτισε. Ὁ γιὸς τους ἔμεινε ὀρφανὸς σὲ νεαρὴ ἡλικία, μέσα σὲ μία διεφθαρμένη κοινωνία. Ἀλλὰ ὁ Ναζάριος εἶχε κληρονομήσει τὶς ἀρετὲς τῶν γονέων του. Ἔμεινε ἁγνὸς καὶ ἄμεμπτος, σύμφωνα μὲ τὴν συμβουλὴ τοῦ πνευματικοῦ του πατέρα Ἀπ. Πέτρου, ποὺ λέει: «Τᾶς ψυχᾶς ὑμῶν ἠγνικότες ἐν τῇ ὑπακοῇ τῆς ἀληθείας». Ὀφείλετε, λέει ὁ Ἀπ. Πέτρος, νὰ κάνετε ἁγνὲς καὶ καθαρὲς τὶς ψυχές σας ἀπὸ κάθε ἀκάθαρτο πάθος καὶ ἐπιθυμία καὶ κλίση, μὲ τὴν ὑπακοή σας στὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου.
Καὶ ὁ Ναζάριος ὄχι μόνο ἔμεινε ἁγνὸς μέσα στὸ διεφθαρμένο κοινωνικό του περιβάλλον, ἀλλὰ ὅταν ἔγινε 20 χρονῶν διαμοίρασε τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς φτωχοὺς καὶ ἄρχισε περιοδεῖες, κηρύττοντας τὸ Εὐαγγέλιο μὲ πολλὴ καρποφορία.
Ὅταν πῆγε στὰ Μεδιόλανα, συνάντησε δυὸ εὐσεβεῖς ἄνδρες, τὸν Προτάσιο καὶ τὸν Γερβάσιο. Ἐκεῖ, καὶ οἱ τρεῖς μαζὶ διὰ τοῦ θείου λόγου πέτυχαν πολλὲς κατακτήσεις. Ὄχι μόνο ἀπὸ τὸν ὄχλο, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὶς ἀνώτερες κοινωνικὲς τάξεις.
Κατόπιν ὁ Ναζάριος πῆγε στὴν Γαλλία, ὅπου μὲ τὸ δίχτυ τοῦ λόγου εἶχε πολλὲς ἐπιτυχίες. Μεταξὺ αὐτῶν ποὺ πίστεψαν, ἦταν καὶ μία νεαρὴ ψυχή, ὁ Κέλσιος.
Ὅταν ὁ Ναζάριος ἐπέστρεψε στὰ Μεδιόλανα, τὸν συνέλαβαν. Προηγουμένως εἶχαν συλλάβει καὶ τοὺς Προτάσιο καὶ Γερβάσιο. Ὁ ἔπαρχος Ἀννουλῖνος, ὅταν εἶδε ὅτι δὲν ἄλλαζαν τὴν πίστη τους, ὅλους, μαζὶ μὲ τὸ νεαρὸ Κέλσιο, τοὺς ἀποκεφάλισε.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τετράριθμον σύνταγμα, τῶν Ἀθλητῶν τοῦ Χριστοῦ, Ναζάριον μέλψωμεν, σὺν Γερβασίῳ ὁμοῦ, Προτάσιον Κέλσιον· οὗτοι γὰρ τὴν Τριάδα, ἀνεκήρυξαν πᾶσι, λύσαντες δι’ ἀγώνων, τὴν πολύθεον πλάνην. Αὐτῶν Χριστὲ ἱκεσίαις, πάντας ἐλέησον.

Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Μαρτύρων τοῦ Χριστοῦ, τὴv τετράριθμον δόξαv, ὑμνήσωμεν πιστοί, εὐφημίαις ᾀσμάτωv, Ναζάριοv Προτάσιον, καὶ Γερβάσιον Κέλσιον· οὗτοι ἤθλησαν μέχρι τομῆς καὶ θανάτου· οὗτοι στέφανον, τῆς ἀφθαρσίας λαβόντες, αἰτοῦσι σωθῆναι ἡμᾶς.

Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Ὡς ἡνωμένοι τῷ πνεύματι Ἅγιοι, τῆς ὁμονοίας τηρεῖν τὴν ἑνότητα, ἐν πᾶσιν ἡμᾶς ἐνισχύσατε, καὶ εὐσεβείας κηρύττειν τὰς χάριτας, ἡμῖν θεῖον λόγον βραβεύσατε.

Μεγαλυνάριον.
Φάλαγξ τῶν Μαρτύρων τετραμελής, τετράκρουνος βρύσις, τῶν ναμάτων τῶν μυστικῶν, Ναζάριε Κελσίῳ, μετὰ τοῦ Προτασίου, καὶ Γερβασίου ἅμα, κόσμῳ ἐδείχθητε.


Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Μελωδός

Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Μελωδὸς ἀνατράφηκε ἀπὸ τὸν εὐσεβῆ Σέργιο, ποὺ ἦταν πατέρας τοῦ Ἰωάννη τοῦ Δαμασκηνοῦ.
Ὁ Σέργιος ἦταν ὑπουργὸς οἰκονομικῶν του Χαλίφη τῶν Ἀράβων. Ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ Κοσμᾶς εἶχαν ἀγάπη καὶ ἔφεση πρὸς τὴν μάθηση εἴτε αὐτὴ ἀφοροῦσε τὶς ἐπιστημονικὲς γνώσεις εἴτε τὶς ἱερὲς γνώσεις τῆς θρησκείας μας. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ὁ Σέργιος προσπαθοῦσε νὰ τοὺς βρεῖ ἕνα σοφὸ δάσκαλο. Ἡ εὐκαιρία ποὺ ἔψαχνε παρουσιάστηκε ὅταν οἱ Ἄραβες σὲ μία λεηλασία ποὺ ἔκαναν στὴ Σικελία ἔπιασαν αἰχμάλωτο τὸν μοναχὸ Κοσμᾶ ἀπὸ τὴν Καλαβρία. Ὁ Σέργιος τὸν ἐλευθέρωσε καὶ τοῦ πρόσφερε τὴν φιλοξενία του μὲ ἀντάλλαγμα νὰ διδάξει τοὺς υἱούς του.
Ὁ Κοσμᾶς ἦταν ἄνδρας ἐγκυκλοπαιδικώτατος, εἶχε σπουδάσει Θεολογία, Φιλολογία, Μαθηματικὰ καὶ ἦταν ἱκανὸς νὰ διδάξει φιλοσοφία καὶ ρητορική. Γνώριζε ἐπίσης μουσικὴ καὶ ποίηση. Ὑπὸ τὴν καθοδήγησή του λοιπὸν ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ Κοσμᾶς προέκοψαν λαμπρῶς.
Μετέβησαν στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου ἔγιναν δεκτοὶ ἀπὸ τὴν Μονὴ τοῦ Ἁγίου Σάββα. Ὁ Κοσμᾶς μετὰ ἀπὸ προτροπὴ τοῦ Πατριάρχη τῶν Ἱεροσολύμων χειροτονήθηκε τὸ 743 ἐπίσκοπος Μαϊουμᾶ, ἡ ὁποία ἀρχαιότερα ὀνομαζόταν Ἀνδήδων καὶ ἦταν παραθαλάσσια πόλη στὴν Παλαιστίνη.
Διετέλεσε τὰ καθήκοντά του μὲ ἐπιμέλεια καὶ εὐσυνειδησία.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Οὐράνιον ἅμιλλαν, διατυπῶν ἐν σαρκί, ἐπίγειον αἴνεσιν, τῷ ἐν ὑψίστοις Θεῶ, πανσόφως συνήρμοσας, σὺ γὰρ ὥσπερ κιθάρα, τῆς εὐσήμου σοφίας, ᾔνεσας ὑψηγόρως, τοῦ Σωτῆρος τὴν δόξαν. Διό σε Κοσμᾶ θεηγόρε, ὕμνοις γεραίρομεν.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Κεκοσμημένος ἀρεταῖς Κοσμᾶ θεόπνευστε
Τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ κόσμος γεγένησαι
Καὶ τοῖς ᾄσμασιν ἐκόσμησας ταύτην μάκαρ.
Ἀλλὰ πρέσβευε πρὸς Κύριον τοῦ ῥύεσθαι
Ἐκ παντοίων μηχανῶν τοῦ πολεμήτορος
Τοὺς σοὶ κράζοντας, χαίροις Πάτερ τρισόλβιε.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις ὁ κοσμήτωρ τῶν ἑορτῶν, ὁ ἐνθέως ᾄσας, ὥσπερ ἄλλος νέος Δαβίδ, ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, Κοσμᾶ τῇ τῶν Ὁσίων, Χριστοῦ τὰ μεγαλεῖα, τοῦ σὲ δοξάσαντος.


Ἡ Ὁσία Παρασκευὴ ἡ Νέα

Καταγόταν ἀπὸ τοὺς Ἐπιβάτες τῆς Θράκης.
Ἀπὸ μικρὴ ἔκανε ἀγαθοεργίες καὶ ὅταν μεγάλωσε ἔφυγε ἀπὸ τὸ πατρικό της σπίτι καὶ πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ νὰ προσκυνήσει τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν Ἁγίων.
Ἀπὸ ἐκεῖ ἀναχώρησε στὴν Ἡράκλειᾶ τοῦ Πόντου, ὅπου γιὰ πέντε χρόνια εἶχε ἀναλάβει τὴν περιποίηση κάποιου ναοῦ. Κατόπιν ἔφυγε στοὺς Ἁγίους Τόπους καὶ ἐγκαταστάθηκε σὲ μία γυναικεία Μονή, ὅπου γιὰ ἀρκετὰ χρόνια ἀσκήθηκε στὴν ἀρετή.
Ἔπειτα ἀναχώρησε πάλι στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴν Καλλικράτεια τῆς νοτιοανατολικῆς Θράκης, ὅπου παρέμεινε δύο χρόνια στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ ἐκεῖ ἀπεβίωσε εἰρηνικά.
Τὴν ἀκολουθία της συνέγραψε ὁ Συρίγος Μελέτιος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Ἐν Ἰορδάνῃ.
Τῆς χαμαιζήλου τρυφῆς σοφῶς τὴν ἀπόλαυσιν, ὑπεριδοῦσα πρὸς θεῖα ἤρθης σκηνώματα, καὶ τῶν ἰάσεων τοῖς πιστοῖς πηγὴν κατέλιπες, τὸ ἱερόν σου σκῆνος Μῆτερ πανεύφημε, Ἐπιβατῶν τὸ καύχημα τὸ σεπτόν, καὶ βεβαία προστάτις Παρασκευή. Μὴ παύσῃ θερμῶς Χριστῷ τῷ Θεῷ, ὑπὲρ ἡμῶν ἀεὶ πρεσβεύουσα.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ὥσπερ βλάστημα θεῖον Ἐπιβάται τιμῶσί σε, καὶ ἡ Καλλικράτεια Μῆτερ ὡς προστάτιν καὶ ἔφορον· παρέχεις γὰρ ἀεὶ Παρακσευή, ὡς χάριν κεκτημένη ἐκ Θεοῦ, τῆς θερμῆς σου προστασίας τὰς δωρεάς, τοῖς εὐλαβῶς βοῶσί σοι· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ σταφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

Κοντάκιον.Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς δοξασθεῖσα δωρεᾷ τῇ ὑπὲρ ἔννοιαν
Παρασκευὴ τῇ ἐναρέτῳ πολιτείᾳ σου
Ἀφθαρσίᾳ τὸ σὸν σκῆνος ἐθαυμαστώθη,
Ἁγιάζον τοὺς προστρέχοντας τῇ σκέπῃ σου
Τῇ ἐν τούτῳ ἐνοικούσῃ θείᾳ χάριτι
Καὶ βοῶντάς σοι, χαίροις Μῆτερ ἰσάγγελε.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις θεοφόρε Παρασκευή, Ἐπιβατῶν γένος, καὶ ἀγλάϊσμα ἱερόν· τῆς Καλλικρατείας, χαῖρε ἡ προστασία, καὶ Ὀρθοδόξων πάντων, τὸ ἐγκαλλώπισμα.


Ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θαυματουργός ὁ Ἀγαλλιανός Ἀρχιεπίσκοπος Μηθύμνης

Γεννήθηκε τὸ 1492 στὸ χωριὸ Φάραγγα τῆς Μυτιλήνης (κοντὰ στὴν Καλλονή) καὶ ἐπονομαζόταν Ἀγαλλιανός. Ὁ πατέρας του Ἐμμανουὴλ Ἀγαλλιανὸς ἦταν ἱερέας στὴ Μυτιλήνη.
Ὁ Ἰωάννης (αὐτὸ ἦταν τὸ πρῶτο του ὄνομα), σὲ νεαρὴ ἡλικία παντρεύτηκε καὶ ἔγινε καὶ αὐτὸς ἱερέας. Μετὰ τὸν θάνατο τῆς γυναίκας του καὶ τῶν παιδιῶν του, ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα, τὸν Μεθόδιο, ἀπὸ κάποια ἐπιδημικὴ ἀρρώστια, ἀποσύρθηκε στὸν Ταξιάρχη τοῦ Λειμώνα, ἀσχολούμενος μὲ μελέτη, προσευχὴ καὶ τὴν καλλιέργεια τοῦ πατρικοῦ κτήματος.
Στὰ χρόνια της Τούρκικης κατοχῆς τοῦ νησιοῦ, πρόσφερε μεγάλες καὶ σημαντικὲς ὑπηρεσίες στὰ ἐκεῖ μοναστήρια καὶ στοὺς ὑπόδουλους χριστιανούς.
Γιὰ ὅλα αὐτά, καθὼς καὶ γιὰ τὴν ἁγιότητα τῆς ζωῆς του, ἔγινε ἐπὶ Ἱερεμίου τοῦ Β’ τὸ 1531 Μητροπολίτης Μηθύμνης. Καὶ στὸ νέο του πόστο ὁ Ἰγνάτιος ἀναδείχτηκε ἄριστος ποιμένας καὶ ἔτσι θεάρεστα ἀφοῦ ποίμανε τὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ, ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ τὸ 1566.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος ἀ’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τὸν ποιμενάρχην Μηθύμνης Ἰγνάτιον ᾄσμασι, τὸν μετὰ πάντων ἁγίων δοξασθέντα ἐν θαύμασιν, ὑμνήσωμεν ἀπαύστως οἱ πιστοί, συμφώνως ἐν τῇ τούτου ἑορτῇ, καὶ ὡς πλεῖστα κατιδόντες ὑπ’ αὐτοῦ, θεραπευθέντα πάθη ἐκβοήσωμεν. Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.
 


Σάββατο 15 Οκτωβρίου

Ὁ Ἅγιος Λουκιανὸς ὁ Ἱερομάρτυρας Πρεσβύτερος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀντιοχείας

Γεννήθηκε στὰ Σαμόσατα τῆς Συρίας ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς, καὶ μὲ ἀνάλογο τρόπο ἀνατράφηκε.
Μετὰ τὸν θάνατο τῶν γονέων του, διαμοίρασε στοὺς φτωχοὺς τὴν πατρική του περιουσία καὶ ἀφοσιώθηκε στὴν μελέτη τῶν θείων Γραφῶν, διότι στὴν σκέψη του ἐπικρατοῦσαν τὰ λόγια του Ἀπ. Παύλου: «Πᾶσα γραφὴ θεόπνευστος καὶ ὠφέλιμος πρὸς διδασκαλίαν, πρὸς ἔλεγχον, πρὸς ἐπανόρθωσιν, πρὸς παιδείαν τὴν ἐν δικαιοσύνῃ». Δηλαδή, ὅλη ἡ Γραφὴ ἔχει ἐμπνευσθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ εἶναι ὠφέλιμη γιὰ νὰ διδάσκει τὴν ἀλήθεια, νὰ ἐλέγχει τὶς πλάνες, νὰ διορθώνει αὐτοὺς ποὺ ἁμαρτάνουν καὶ νὰ παιδαγωγεῖ στὴν ἀρετή.
Κατόρθωσε, λοιπόν, καὶ ὁ Λουκιανὸς νὰ γίνει βαθὺς γνώστης τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στὴν Ἀντιόχεια. Ἐκεῖ δίδασκε μὲ θάρρος καὶ ἀκρίβεια τὸ θεῖο λόγο, ἐνθαρρύνοντας τοὺς χριστιανοὺς στὸ μαρτύριο. Στὴν Ἀντιόχεια, μάλιστα, ἵδρυσε σχολή, ὅπου φοίτησαν ἀρκετοὶ μαθητές, καταρτιζόμενοι στὰ χριστιανικὰ δόγματα καὶ στὴν ἄσκηση τῆς ἀρετῆς.
Ὅταν ὁ Λουκιανὸς ἔμαθε ὅτι στὴ Νικομήδεια ὁ Διοκλητιανὸς καταδίωκε καὶ θανάτωνε τοὺς χριστιανούς, ἄφησε τὴν Ἀντιόχεια καὶ πῆγε στὴ Νικομήδεια γιὰ νὰ στηρίξει καὶ νὰ ἐνισχύσει τοὺς Χριστιανοὺς στὸ μαρτύριο.
Συνελήφθη, ὅμως, ἀπὸ τὸν Διοκλητιανὸ καὶ κλείστηκε στὴν φυλακή, ὅπου καὶ πέθανε ἀπὸ πείνα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείῳ Πνεύματι, λελαμπρυσμένος, γνῶσιν ἔνθεον, ἐταμιεύσω, καὶ τῆς πίστεως τὸν λόγον ἐτράνωσας· ὅθεν Μαρτύρων ἀλείπτης γενόμενος, Λουκιανὲ ἐν ἀθλήσει ἠρίστευσας. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς ἐρμηνεὺς τῶν ζωηφόρων ῥημάτων, καὶ ἱερεὺς τῶν τοῦ Θεοῦ μυστηρίων, Λουκιανὲ θεόληπτε ἐνήθλησας στερρῶς· ὅθεν τὸ ἐσώτερον, καταπέτασμα Μάρτυς, χαίρων διελήλυθας, καὶ Χριστοῦ τῷ προσώπῳ, ἐνεφανίσθης πάντοτε ἡμῖν, τοῖς σὲ τιμῶσιν, αὐτὸν ἱλεούμενος.

Ἕτερον Κοντάκιοv. Ἦχος β’. Τὴν ἐv πρεσβείαις.
Τὸv ἐν ἀσκήσει τὸ πρότεροv λαμπρυνθέντα, καὶ ἐν ἀθλήσει τὸ δεύτερον φαιδρυvθέντα, πάντες ὡς φωστήρα σὲ φαιδρότατον, Λουκιανὲ τοῖς ὕμvοις, ἐνδόξως σὲ γεραίρομεν. Πρεσβεύων μὴ παύση ὑπὲρ πάντων ἡμῶv.

Μεγαλυνάριον.
Ἄρτῳ διαθρέψας πνευματικῷ, πιστῶν τὰς καρδίας, ὡς τοῦ λόγου διανομεύς, λιμῷ καταισχύνεις, τὸν λιχνοβόρον ὄφιν, Λουκιανὲ ἀθλήσας, καθάπερ ἄσαρκος.


Ὁ Ἅγιος Εὐθύμιος ὁ Νέος

Γεννήθηκε στὶς μέρες τοῦ αὐτοκράτορα τοῦ Βυζαντίου Λέοντα Ε’ τοῦ Ἀρμενίου (813 – 820), σὲ κάποια κωμόπολη τῆς Γαλατίας, τὴν Ὀψῶ, ποὺ ἦταν κοντὰ στὴν Ἄγκυρα (σημερινὴ πρωτεύουσα τῆς Τουρκίας). Οἱ γονεῖς του ἦταν πλούσιοι καὶ εὐσεβεῖς, καὶ ὀνομάζονταν Ἐπιφάνιος καὶ Ἄννα. Εἶχαν καὶ δυὸ κόρες, τὴν Μαρία, ποὺ ἦταν πρεσβυτέρα καὶ τὴν Ἐπιφάνια.
Ὅταν ὁ Ἅγιος ἦλθε σὲ κατάλληλη ἡλικία, παντρεύτηκε καὶ ἀπόκτησε μία κόρη τὴν Ἀναστασῶ (τὴν γυναῖκά του τὴν ἔλεγαν Εὐφροσύνη). Ἐπειδὴ ὅμως ἐπιθυμοῦσε τὴν μοναχικὴ πολιτεία, ἀφοῦ τακτοποίησε τὶς οἰκογενειακές του ὑποθέσεις, πῆγε σὲ μοναστήρι, κοντὰ στὸν Ὅσιο Ἰωαννίκιο, στὸν Ὄλυμπο τῆς Βιθυνίας. Ἐκεῖ, μετὰ ἀπὸ δοκιμασία, γίνεται μοναχός, τὸ 842, μὲ τὸ ὄνομα Εὐθύμιος, ἀπὸ Νικήτας ποὺ ὀνομαζόταν πρῶτα.
Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια ἀσκήσεως στὸ κοινόβιο αὐτό, ὁ Εὐθύμιος ἀναχώρησε γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἀπὸ ἐκεῖ ἐπέστρεψε στὸν Ὄλυμπο καὶ μετὰ ἀπὸ πολλὲς περιπέτειες καὶ ταξίδια, ἵδρυσε κοντὰ στὴν Θεσσαλονίκη τὴ Μονὴ Περιστερῶν τὸ 871, ὅπου ἐγκαταστάθηκε καὶ τὴν ἀνέδειξε μὲ τὴν ἄριστη πνευματικὴ ζωή του, σὲ ἄριστο πνευματικὸ κέντρο.
Ἔτσι λοιπόν, ἀσκητικὰ καὶ θεάρεστα ἀφοῦ ἔζησε, ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ τὴν 15η Ὀκτωβρίου 894.
Τὴν βιογραφία του συνέγραψε ὁ ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης Βασίλειος, ποὺ ὑπῆρξε καὶ μαθητὴς τοῦ Ἁγίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείῳ Πνεύματι, διηυγασμένος, ἠκολούθησας, Χριστῷ ὁσίως, θεοφόρε παμμάκαρ Εὐθύμιε· καὶ διαφόροις ἐν τόποις ἐξέλαμψας, καὶ τῷ χειμάρρῳ τοῦ Ἄθω ἡσύχασας. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τῇ ἰσαγγέλῳ πολιτείᾳ σεμνυνόμενος
Τῶν δωρεῶν τοῦ Παρακλήτου κατηξίωσαι
Καὶ ὡς ἥλιος ἐξέλαμψας ἐν Ὁσίοις.
Μεθ’ ὧν πρέσβευε Χριστῷ τῷ Παντοκράτορι
Ἐκ παντοίων συμφορῶν λυτροῦσθαι πάντοτε
Τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις Πάτερ Εὐθύμιε.

Μεγαλυνάριον.
Ἄσκησιν ὁσίαν διαδραμών, ὡς λύχνος ἐκλάμπεις, ἐν τῷ Ἄθῳ φωτοφανῶς, Εὐθύμιε Πάτερ καὶ πανταχοῦ πυρσεύεις, τὴν αἴγλην τῶν ἁγίων κατορθωμάτων σου.
 


 

Επιμέλεια-Διανομή: Καθεδρικός Ι.Ν. Παναγίας Φανερωμένης Χολαργού
Design : ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ
Εάν δεν επιθυμείτε να λαμβάνετε το Ενημερωτικό, παρακαλούμε πατήστε εδώ
Εάν λαμβάνετε το Ενημερωτικό περισσότερες από μία φορά, παρακαλούμε πατήστε εδώ