Τεύχος 30   01 Ιουλίου 2011

Κυριακή 03 Ιουλίου 2011 – Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Ο Απόστολος
Προς Ρωμαίους επιστολή Παύλου (ε΄1–10)

Ἀδελφοί, δικαιωθέντες ἐκ πίστεως εἰρήνην ἔχομεν πρὸς τὸν Θεὸν διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δι᾿ οὗ καὶ τὴν προσαγωγὴν ἐσχήκαμεν τῇ πίστει εἰς τὴν χάριν ταύτην ἐν ᾗ ἑστήκαμεν, καὶ καυχώμεθα ἐπ᾿ ἐλπίδι τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ. Οὐ μόνον δέ, ἀλλὰ καὶ καυχώμεθα ἐν ταῖς θλίψεσιν, εἰδότες ὅτι ἡ θλῖψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα, ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει, ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐκκέχυται ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν διὰ Πνεύματος Ἁγίου τοῦ δοθέντος ἡμῖν.
Ἔτι γὰρ Χριστὸς ὄντων ἡμῶν ἀσθενῶν κατὰ καιρὸν ὑπὲρ ἀσεβῶν ἀπέθανε. Μόλις γὰρ ὑπὲρ δικαίου τις ἀποθανεῖται· ὑπὲρ γὰρ τοῦ ἀγαθοῦ τάχα τις καὶ τολμᾷ ἀποθανεῖν. Συνίστησι δὲ τὴν ἑαυτοῦ ἀγάπην εἰς ἡμᾶς ὁ Θεός, ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανε. Πολλῷ οὖν μᾶλλον δικαιωθέντες νῦν ἐν τῷ αἵματι αὐτοῦ σωθησόμεθα δι᾿ αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ὀργῆς.
Εἰ γὰρ ἐχθροὶ ὄντες κατηλλάγημεν τῷ Θεῷ διὰ τοῦ θανάτου τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, πολλῷ μᾶλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ.

Ἀπόδοση στη νεοελληνική:

Ἀδελφοί, ἀφοῦ ἐδικαιωθήκαμε διὰ τῆς πίστεως, ἔχομεν εἰρήνην μὲ τὸν Θεὸν διὰ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ἔχομεν διὰ τῆς πίστεως καὶ τὴν εἴσοδον εἰς τὴν χάριν αὐτήν, εἰς τὴν ὁποίαν στεκόμεθα, καὶ καυχώμεθα διὰ τὴν ἐλπίδα μας εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ. Ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ καυχώμεθα καὶ διᾶ τὰς θλίψεις, διότι γνωρίζομεν ὅτι ἡ θλῖψις παράγει ὑπομονήν, ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμασμένον χαρακτῆρα, ὁ δὲ δοκιμασμένος χαρακτὴρ ἐλπίδα, ἡ δὲ ἐλπὶς δὲν ντροπιάζει, διότι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι χυμένη στὶς καρδιές μας διὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου ποὺ μᾶς ἐδόθηκε.
Διότι ὅταν ἐμεῖς ἤμεθα ἀκόμη ἀδύνατοι, ὁ Χριστὸς ἐπέθανε κατὰ τὸν ὡρισμένον καιρόν, ὑπὲρ τῶν ἀσεβῶν. Διότι μετὰ δυσκολίας θὰ πεθάνῃ κανεὶς δι’ ἕνα δίκαιον· διὰ τὸν ἀγαθὸν ἴσως νὰ τολμήσῃ κανεὶς νὰ πεθάνῃ. Ὁ Θεὸς ὅμως ἀποδεικνύει τὴν ἀγάπην του σ’ ἐμᾶς μὲ τὸ ὅτι, ἐνῷ ἐμεῖς ἤμεθα ἀκόμη ἁμαρτωλοί, ὁ Χριστὸς ἐπέθανε γιὰ μᾶς. Πολὺ περισσότερον λοιπὸν ἀφοῦ ἐδικαιωθήκαμε τώρα διὰ τοῦ αἵματός του, θὰ σωθοῦμε δι’ αὐτοῦ ἀπὸ τὴν ὀργήν.
Διότι ἐάν, ὅταν ἤμεθα ἐχθροί, συμφιλιωθήκαμε μὲ τὸν Θεὸν διὰ τοῦ θανάτου τοῦ Υἱοῦ του, πολὺ περισσότερον, ἀφοῦ συμφιλιωθήκαμε, θὰ σωθοῦμε διὰ τῆς ζωῆς του.

Το Ευαγγέλιο
Κατά Ματθαίον (στ΄ 22-33)

Εἶπεν ὁ Κύριος·
«Ο λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός· ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινόν ἔσται· ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον; Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. Οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ. Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε· οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστι τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος;
Ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας, καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν;Τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα; Καὶ περὶ ἐνδύματος τί μεριμνᾶτε; καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει· λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων. Εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καὶ αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως ἀμφιέννυσιν, οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι; Μὴ οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἢ τί πίωμεν ἢ τί περιβαλώμεθα; Πάντα γὰρ ταῦτα τὰ ἔθνη ἐπιζητεῖ· οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρῄζετε τούτων ἁπάντων.
Ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.»

Απόδοση στη νεοελληνική:

Εἶπεν ὁ Κύριος: «Τὸ μάτι εἶναι τὸ λυχνάρι τοῦ σώματος. Ἐὰν τὸ μάτι σου εἶναι ὑγιές, ὅλο σου το σῶμα θὰ εἶναι φωτεινόν. Ἐὰν ὅμως τὸ μάτι σου ἀσθενῇ, τότε ὅλον τὸ σῶμα σου θὰ εἶναι σκοτεινόν. Ἀλλὰ ἐὰν τὸ ἐσωτερικόν σου φῶς εἶναι σκοτάδι, πόσον μεγάλο εἶναι το σκοτάδι. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ δουλεύῃ δύο κυρίους, διότι ἢ τὸν ἕνα θὰ μισήσῃ καὶ τὸν ἄλλο θὰ ἀγαπήσῃ, ἢ εἰς τὸν ἕνα θὰ προσκολληθῇ καὶ τὸν ἄλλον θὰ καταφρονήσῃ. Δὲν μπορεῖτε νὰ δουλεύετε τὸν Θεὸν καὶ τὸν μαμωνᾶν».
«Διὰ τοῦτο σᾶς λέγω, Μὴ μεριμνᾶτε διὰ τὴν ζωήν σας τὶ θὰ φᾶτε ἢ τὶ θὰ πιῆτε, οὔτε διὰ τὸ σῶμα σας τὶ θὰ φορέσετε. Δὲν ἀξίζει ἡ ζωὴ περισσότερον ἀπὸ τὴν τροφὴν καὶ τὸ σῶμα ἀπὸ τὸ ἔνδυμα; Κυττάξετε τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ, οὔτε σπείρουν οὔτε θερίζουν οὔτε ἀποθηκεύουν, καὶ ὁ Πατέρας σας ὁ οὐράνιος τὰ τρέφει. Δὲν ἔχετε σεῖς μεγαλύτερην ἀξίαν ἀπὸ αὐτά; Ποιὸς δὲ ἀπὸ σᾶς, ὅσον κι ἂν φροντίσῃ, μπορεῖ νὰ προσθέσῃ εἰς τὸ ἀνάστημά του ἕνα πῆχυν; Και γιατὶ μεριμνᾶτε γιὰ ἐνδύματα; Παρατηρήσατε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνουν, οὔτε κοπιάζουν, οὔτε γνέθουν, ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι οὔτε ὁ Σολομὼν σὲ ὅλην του τὴν δόξαν δὲν ἐντύθηκε σὰν ἕνα ἀπὸ αὐτά.
Ἐὰν τὸ χορτάρι τοῦ ἀγροῦ, ποὺ σήμερα ὑπάρχει καὶ αὔριον τὸ ρίχνουν εἰς τὸν φοῦρνον, ὁ Θεὸς τὸ ντύνει, τόσον ὡραῖα, πόσον περισσότερον ἐσᾶς, ὀλιγόπιστοι; Μὴ μεριμνᾶτε λοιπὸν καὶ μὴ λέγετε, «Τὶ θὰ φᾶμε ἢ τὶ θὰ πιοῦμε ἢ τὶ θὰ ἐνδυθοῦμε;». Διότι ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπιδιώκουν οἱ ἐθνικοί. Γνωρίζει ὁ Πατέρας σας ὁ οὐράνιος ὅτι ἔχετε ἀνάγκην ἀπὸ ὅλα αὐτά.
Ζητᾶτε πρῶτα τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην του καὶ τότε ὅλα αὐτὰ θὰ σᾶς χορηγηθοῦν».
 
 


ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ

Κυριακή 3 Ιουλίου

Ὁ Ἅγιος Ὑάκινθος ὁ Κουβικουλάριος (Θαλαμηπόλος)

Καταγόταν ἀπὸ τὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας καὶ ἔζησε στὰ χρόνια του αὐτοκράτορα Τραϊανοῦ (98 – 117).
Ἦταν ἄνθρωπος μὲ ἐξαιρετικὴ συμπεριφορὰ καὶ διετέλεσε κουβικουλάριος τοῦ αὐτοκράτορα. Διεκπεραίωνε τὰ καθήκοντά του μέσα στὸ παλάτι κατὰ τὸν καλύτερο τρόπο. Ἦταν προσεκτικὸς καὶ δὲν μολύνθηκε ἀπὸ τὴ χλιδὴ τῶν ἀνακτόρων. Ἡ ψυχή του ὁλόκληρη ἦταν δοσμένη στὸν Σωτῆρα Χριστό.
Γι’ αὐτό, ὅταν ὁ Τραϊανὸς διέταξε διωγμὸ κατὰ τῶν χριστιανῶν, ὁ Ὑάκινθος δὲν δίστασε νὰ ὁμολογήσει μπροστὰ στὸν αὐτοκράτορα ὅτι εἶναι χριστιανός. Ὁ Τραϊανὸς ἐξεπλάγη καὶ τοῦ εἶπε ὅτι εἶναι ἀχάριστος, γιὰ τὴν ἐμπιστοσύνη καὶ τὴν ὑπόληψη ποὺ τοῦ πρόσφερε τὸ παλάτι. Τότε ὁ Ὑάκινθος μὲ ψυχικὴ ἄνεση ἀπάντησε: «Ἂν ἡ εὐγνωμοσύνη εἶναι ἀρετή, βασιλιά, ποιὰ ἀπολογία θὰ μπορέσω νὰ δώσω ἀρνούμενος τὸν Σωτῆρα μου Χριστό, ὁ ὅποιος ἔχυσε γιὰ μένα τὸ αἷμα του, ὁ ὁποῖος μοῦ χάρισε τὴν πίστη, τὴν ἐλπίδα, τὴν ἀγάπη, ὁ ὁποῖος μου δίνει λιμάνι στὶς τρικυμίες τῆς ψυχῆς, παρηγοριὰ στὴν θλίψη, ἀσφάλεια στὰ κύματα, θώρακα στὶς δοκιμασίες; Καὶ ὁ ὁποῖος μοῦ ἐπιφυλάσσει συμμετοχὴ αἰώνια στὴν βασιλεία Του καὶ τὴν δόξα;».
Ὁ Τραϊανός, στενοχωρημένος ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Ὑακίνθου, διέταξε νὰ τὸν φυλακίσουν χωρὶς νὰ τοῦ δίνουν καθόλου φαγητό, ἐκτὸς καὶ ἂν ἤθελε νὰ φάει εἰδωλόθυτα. Σαράντα ἡμέρες πέρασε ἔτσι ὁ Ὑάκινθος, χωρὶς νὰ ἀγγίξει τὰ εἰδωλόθυτα. Τὴν 41η, ὅμως, παρέδωσε τὸ πνεῦμά του στὸν Κύριο.
(Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου αὐτοῦ, μαζὶ μ’ αὐτὴ τοῦ Ἅγιου Διομήδη, ἀπὸ ὁρισμένους Συναξαριστές, ἐπαναλαμβάνεται περιττῶς καὶ τὴν 3η Ἰουνίου).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς Λίθος ὑάκινθος, τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ, ἀστράπτεις τοῖς πέρασι, ταῖς τῶν χαρίτων αὐγαῖς, παμμάκαρ Ὑάκινθε· σὺ γὰρ ὁμολογίᾳ, πυρσωθεὶς εὐσεβείας, ἔλαμψας ἐν ἀθλήσει, τῇ τοῦ Λόγου μιμήσει· ἐντεῦθεν καταφαιδρύνεις, τοὺς σὲ γεραίροντας.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς τερπνὸς ὑάκινθος καὶ πανευώδης, διαπνέεις πάντοτε, τῆς ἀληθείας τὴν ὀσμήν, τοῖς ἐκ ψυχῆς ἐκβοῶσί σοι· χαίροις Μαρτύρων τὸ κλέος Ὑάκινθε.

Μεγαλυνάριον.
Νεότητος ἄνθει ἀθλητικήν, εὔχροιαν ἀνθήσας, ὑακίνθινον καὶ τερπνήν, ἄνθος θυμηδίας, χαρίτων διαπνοίᾳ, ὤφθης τῇ Ἐκκλησίᾳ, Μάρτυς Ὑάκινθε.
 

Ὁ Ἅγιος Ἀνατόλιος ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Ἀνατόλιος, ὁ ὁποῖος ἦταν ἱερέας καὶ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας, κατὰ τὸ ἔτος 449 ἔγινε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Στὸν πατριαρχικὸ θρόνο, τὸν πρότεινε ὁ μονοφυσίτης Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Διόσκορος Α’, ἐλπίζοντας ὅτι θὰ τὸν ἔχει συνεργό του.
Ὅμως δὲν κατόρθωσε νὰ πετύχει τὰ σχέδιά του, γιατί πρῶτος ὁ Ἀνατόλιος ἦταν αὐτὸς ποὺ ὑπέγραψε τὴν καθαίρεση τοῦ Διόσκουρου στὴν Δ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ ἔγινε στὴν Χαλκηδόνα καὶ ἐνέταξε στὰ δίπτυχα τὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Φλαβιανοῦ, πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, τὸν ὁποῖο εἶχε καθαιρέσει ὁ Διόσκορος κατὰ τὴν λῃστρικὴ Σύνοδο τῆς Ἔφεσου τὸ 449 μ.Χ., καὶ ἐπιπλέον ἔστειλε ἐπιστολὲς πρὸς ὅλους τους ἐπισκόπους νὰ ἀναθεματίζουν τοὺς αἱρετικούς.
Ὁ Ἀνατόλιος ἀφοῦ ποίμανε σωστὰ καὶ μὲ τὸν καλύτερο τρόπο τὴν Ἐκκλησία, θανατώθηκε ἄδικα ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς τὸ 458 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Ἔργω τὴν κλῆσίν σου, σφραγίζων Ὅσιε, λόγοις καὶ πράξεσι, τῷ κόσμῳ ἔφανας, τῆς ὑπὲρ νοῦν Ἀνατολῆς, τὴν ἔλλαμψιν Ἱεράρχα· σὺ γὰρ Ἀνατόλιε, τὸν Χριστὸν ἀνεκήρυξας, διπλοῦν ταῖς θελήσεσιν, ἀσυγχύτως καὶ φύσεσιν, ὑπόστασιν δὲ φέροντα μίαν, πρὸς σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. β’. Τὴν ὑπὲρ ἡμῶν.
Τὴν ἀνατολήν, τῆς θείας φωτοφανείας, φέρων ἐν ψυχῇ, ὡς λύχνον Ὀρθοδοξίας, διαλύεις τὴν νύκτα, τῶν αἰρέσεων Ὅσιε, καὶ πρὸς ὄρθρον θείας πίστεως, κατευθύνεις Ἀνατόλιε, τοὺς ἐκ πόθου ἀκβοῶντάς σοι· Αὐτὸς ἡμῶν φωτισμός, ὤφθης μύστα Χριστοῦ.

Μεγαλυνάριον.
Τῇ φωτοδοσίᾳ τῆς μυστικῆς, ἐκλελαμπρυσμένος, Ἱεράρχα ἀνατολῆς, φῶς τῷ κόσμῳ ὤφθης, καὶ τῷ Πατρὶ τῶν φώτων, ἡμᾶς ἀεὶ προσάγεις, ὦ Ἀνατόλιε.
 

Ὁ Ἅγιος Γεράσιμος ὁ Νέος ὁ Καρπενησιώτης

Τὸ Καρπενήσι, καὶ συγκεκριμένα τὸ χωριὸ Μέγα, εἶναι ὁ τόπος ὅπου γεννήθηκε ὁ νέος Ὁσιομάρτυρας Γεράσιμος, καὶ κατὰ κόσμον Γεώργιος.
Ἕνδεκα χρονῶν, πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ παρέμεινε κοντὰ σὲ ἕναν παντοπώλη. Κάποια μέρα, μετέφερε πάνω στὸ κεφάλι του ἕνα χάλκινο δίσκο, ποὺ εἶχε πινάκια γεμάτα πηγμένο γάλα. Σὲ κάποια στιγμὴ ὅμως γλίστρησε, τοῦ ἔπεσε ὁ δίσκος μὲ τὰ πινάκια καὶ τοῦ ἔσπασαν ὅλα. Καὶ ἐνῷ ἔκλαιγε μέσα στὸ δρόμο γιὰ τὴ δυστυχία ποὺ τὸν βρῆκε, τὸν πῆρε κοντὰ της μιὰ ἐπίσημη Ὀθωμανίδα κυρία, ποὺ τὸν παρηγόρησε. Στὴν συνέχεια μὲ διάφορες περιποιήσεις, τὸν ξεγέλασε καὶ κατάφερε νὰ τὸν ἐξισλαμίσει.
Μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια ὁ Γεώργιος, κατάλαβε τὸ ἁμάρτημά του καὶ ἔφυγε γιὰ τὴν πατρίδα του. Ἀργότερα πῆγε στὸ Ἅγιο Ὅρος, ἐκάρη μοναχὸς καὶ ὀνομάστηκε Γεράσιμος. Ἐπιθυμώντας ὅμως τὸ μαρτύριο, ἐπέστρεψε στὴ βασιλεύουσα καὶ ἀποκήρυξε τὸν Ἰσλαμισμό.
Κατόπιν μπροστὰ στὸν πρώην κύριό του, κήρυξε μὲ θάρρος τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Παρὰ τὶς κολακεῖες καὶ τὰ βασανιστήρια, ὁ Γεράσιμος ἔμεινε ἀμετακίνητος στὴν πίστη του. Τότε, στὶς 3 Ἰουλίου 1812 τὸν ἀποκεφάλισαν στὸ Μπαμπὰ Χουμάϊ τῆς Κωνσταντινούπολης. Τότε ἦταν 25 χρονῶν.
Τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου, ἐνταφιάστηκε στὴν ἀρχὴ στὸ νησὶ Πρώτη. Ἀργότερα μεταφέρθηκε στὴ Μονὴ τοῦ Πυρσοῦ στὸ Καρπενήσι.
Εἰκόνα τοῦ Ἁγίου βρίσκεται τυπωμένη στὴν Ἀκολουθία του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τοῦ Μεγάλου Χωρίου ἔνθεον βλάστημα, Εὐρυτανίας δὲ γέρας καὶ ἐγκαλλώπισμα, καταισχύνας τὸν ἐχθρὸν στερρᾷ ἀθλήσει σου, Ὁσιομάρτυς τοῦ Χριστοῦ, ἀνεδείχθης ἀληθῶς Γεράσιμε Ἀθλοφόρε. Διὸ μὴ παύσῃ πρεσβεύων, ὑπὲρ τῶν πίστει εὐφημούντων σε.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς ἀστὴρ νεόφωτος τὴν Ἐκκλησίαν, καταυγάζεις Ἅγιε, ἀθλητικαῖς μαρμαρυγαῖς, Ὁσιομάρτυς Γεράσιμε, καταπαλαίσας ἐχθρὸν τὸν ἀλάστορα.

Μεγαλυνάριον.
Ἤθλησας νομίμως ὑπὲρ Χριστοῦ, καὶ διπλῶν βραβείων, ἠξιώθης περιφανῶς· ἐντεῦθεν τὸ Μέγα, Χωρίον ἡ πατρίς σου, ἐν σοὶ Ὁσιομάρτυς, χαίρει Γεράσιμε.
 

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Γαλακτοτροφούσης

Ἡ εἰκόνα της, πάντα σύμφωνα μὲ προφορικὲς παραδόσεις ποὺ βρίσκονται στὴ Μονὴ Χιλανδαρίου, βρισκόταν στὴ Λαύρα τοῦ Ὅσιου Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου.
Πρὶν πεθάνει ὁ Ὅσιος Σάββας εἶπε σ' αὐτοὺς ποὺ ἦταν γύρω ἀπὸ τὸ κρεβάτι του, ὅτι κάποτε θὰ ἐπισκεφθεῖ τὴ Λαύρα κάποιο βασιλοπαῖδι, Σάββας ὀνομαζόμενος καὶ αὐτός. Νὰ τοῦ δοθεῖ λοιπὸν ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας Γαλακτοτροφούσης σὰν εὐλογία.
Γεγονὸς ποὺ ἔγινε τὸν 13ο αἰῶνα, ὅταν τὴ Λαύρα ἐπισκέφθηκε ὁ Ἅγιος Σάββας ὁ Σέρβος, κτήτορας τῆς Μονῆς Χιλανδαρίου τοῦ Ἁγίου Ὅρους. Αὐτὸς μετέφερε τὴν ἁγία αὐτὴ εἰκόνα στὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ συγκεκριμένα στὴ μονὴ τὴν ὁποία ὁ ἴδιος ἵδρυσε.
Σήμερα βρίσκεται σὲ ἐκκλησία τῶν Καρυῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ποὺ ὑπόκειται στὴ Μονὴ Χιλανδαρίου, καὶ εἶναι τοποθετημένη στὸ δεξιὸ μέρος τοῦ τέμπλου, ὅπου κανονικὰ θὰ ἔπρεπε νὰ ἦταν ὁ Κύριος, ποὺ βρίσκεται στὸ ἀριστερὸ μέρος τοῦ τέμπλου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τὴν θείαν σου Εἰκόνα ὡς τῆς δόξης σου σκήνωμα, Γαλακτοτροφοῦσα Παρθένε, προσκυνοῦντες δοξάζομεν· ἐκ ταύτης γὰρ πηγάζεις μυστικῶς, τὸ γάλα τῶν ἀΰλων δωρεῶν, καὶ ἐκτρέφεις τὰς καρδίας καὶ τὰς ψυχάς, τῶν πίστει ἐκβοώντων σοι· δόξα τοῖς μεγαλείοις σου Ἁγνή, δόξα τοῖς θαυμασίοις σου, δόξα τῇ πρὸς ἡμᾶς σου ἀφάτῳ χρηστότητι.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὴν ἐν πρεσβείαις.
Τὴν μητρικῶς θηλάζουσαν ὥσπερ βρέφος, τὸν ἐξ αὐτῆς ἀνερμηνεύτως γεννηθέντα, τὴν μόνην Θεοτόκον ὑμνήσωμεν, τὴν γαλακτοτροφοῦσαν Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν· πολλῶν γὰρ κινδύνων ἡμᾶς ῥύεται.

Μεγαλυνάριον.
Γαλακτοτροφούσης τὴν ἱεράν, καὶ σεπτὴν Εἰκόνα, προσκυνήσωμεν ἀδελφοί· χάριν γὰρ βλυσταίνει, ἀρρήτου συμπαθείας, καὶ θάλπει τὰς καρδίας, καὶ τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

   


Δευτέρα 4 Ιουλίου

Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Ἱεροσολυμίτης, Ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης

«Ζηλοῦτε τὰ πνευματικά». Νὰ ἐπιθυμεῖτε μὲ ζῆλο τὰ πνευματικὰ χαρίσματα. Τέτοιο ζῆλο σὲ ὅλη του τὴν ζωὴ εἶχε καὶ ὁ ἅγιος Ἀνδρέας.
Ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἐκκλησιαστικοὺς ποιητὲς ὁ Ἀνδρέας, γεννήθηκε στὴν Δαμασκὸ ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς, τὸν Γεώργιο καὶ τὴν Γρηγορία. Σὲ ἡλικία 15 χρονῶν, κατατάχθηκε στὸν κλῆρο (ἀναγνώστης) τοῦ πατριαρχικοῦ θρόνου τῶν Ἱεροσολύμων, ἀπὸ τὸν τότε Πατριάρχη Θεόδωρο.
Στὴν Ἱερουσαλήμ, ὁ Ἀνδρέας διακρίθηκε γιὰ τὴν μόρφωση καὶ τὴν ἀρετή του μεταξὺ τῶν ἁγιοταφιτῶν πατέρων, γι’ αὐτὸ καὶ τὸν προέκριναν νὰ σταλεῖ στὴν Κωνσταντινούπολη, γιὰ τὴν ἕκτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο κατὰ τῶν Μονοφυσιτῶν. Μετὰ τὸ τέλος τῆς Συνόδου, ὁ Ἀνδρέας παρέμεινε στὴ βασιλεύουσα, ὅπου χειροτονήθηκε διάκονος καὶ διορίσθηκε διευθυντὴς τοῦ ὀρφανοτροφείου «Ἅγιος Παῦλος». Ἡ ἔξοχη ἐπιμέλεια ποὺ ἀνέπτυξε στὸ φιλανθρωπικὸ αὐτὸ ἵδρυμα, τὸν ἀνέδειξε ἀρχιεπίσκοπο Κρήτης.
Ἀφοσιωμένος στὰ καθήκοντα τῆς νέας του θέσης, ἀναδείχθηκε μέγας ἐκκλησιαστικὸς διοικητής, ἀλλὰ καὶ λαμπρὸς διδάσκαλος καὶ ρήτορας. Γι' αὐτὸ καὶ ὅλο του τὸ ποιμνίο τὸν θεωροῦσε πραγματικὰ πατέρα.
Ἀλλὰ ὡς μητροπολίτης πῆρε μέρος στὴν σύνοδο ποὺ συγκάλεσε ὁ Φιλιππικὸς Βαρδάνης (712) καὶ ὑποστήριξε τὸν Μονοφυσιτισμό, ἀλλὰ ἐπανῆλθε στὴν ὀρθὴ πίστη μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Βαρδάνη. Στὸ γυρισμὸ ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου εἶχε πάει γιὰ διάφορες ὑποθέσεις, πέθανε (740 μ.Χ.) ἐπάνω στὸ καράβι. Τὸν ἔθαψαν στὴν Ἐρεσσὸ τῆς Μυτιλήνης, στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας.
Νὰ σημειώσουμε ἐπίσης, ὅτι ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας, συνέθεσε καὶ ἀρκετὰ μουσικὰ τροπάρια καὶ κανόνες. Ἕνα ἀπὸ τὰ σπουδαία ἔργα τοῦ εἶναι καὶ ὁ Μέγας Κανόνας, ποὺ ψάλλεται τὴν Πέμπτη της Ε’ ἑβδομάδος Νηστειῶν τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τοῦ Δαβὶδ τὴν κινύραν Πάτερ μιμούμενος, ἐν Ἐκκλησίᾳ Ὁσίων προσᾴδεις ᾆσμα καινόν, ὡς σοφὸς ὑφηγητὴς τοῦ θείου Πνεύματος· σὺ γὰρ ἐβρόντησας ἡμῖν, τὰς τῆς χάριτος ᾠδὰς, καὶ λόγον δικαιοσύνης, Ἀνδρέα Πατέρων κλέος, πρὸς σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Σαλπίσας τρανῶς, τὰ θεῖα μελῳδήματα, ἐδείχθης φωστήρ, τῷ κόσμῳ τηλαυγέστατος, τῷ φωτὶ λαμπόμενος, τῆς Τριάδος Ἀνδρέα Ὅσιε· ὅθεν πάντες βοῶμέν σοι· Μὴ παύσῃ πρεσβεύων, ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις εὐσεβείας θεῖος αὐλός, καὶ τῆς Ἐκκλησίας, θεορρήμων ὑφηγητής· χαίροις ὁ ἐν λόγοις, καὶ ᾄσμασιν ἐνθέοις, Τριάδα μεγαλύνων, Ἀνδρέα πάνσοφε.


Τρίτη 5 Ιουλίου

Ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Ἀθωνίτης

Ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος, ὁ ὁποῖος καταγόταν ἀπὸ τὴν Τραπεζοῦντα, προέρχονταν ἀπὸ πολὺ εὐσεβῆ καὶ εὔπορη οἰκογένεια. Ἡ οἰκογένειά του, τοῦ προσέφερε ὅλα τὰ ἀπαραίτητα ἐφόδια γιὰ τὶς σπουδές του, τὶς ὁποῖες τὶς ὁλοκλήρωσε στὴν Κωνσταντινούπολη.
Ἐκεῖ τοῦ γεννήθηκε μέσα στὴν ψυχή του ἡ ἐπιθυμία νὰ γίνει μοναχὸς καὶ νὰ φθάσει στὰ ἄκρα τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς. Γὶ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸν λόγο, πῆγε στὸ ὅρος Κυμινᾶς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ὅπου βρισκόταν ἕνα μοναστῆρι τοῦ ὁποίου ἡγούμενος ἦταν ὁ Μιχαήλ, ὁ ἐπονομαζόμενος Μαλεῖνος. Ἔτσι ἀνάμεσα στοὺς μοναχούς, συγκαταριθμή-θηκε καὶ ὁ Ἀθανάσιος.
Στὸ λίγο χρονικὸ διάστημα ποὺ ἦταν στὸ Μοναστῆρι, διακρίθηκε γιὰ τὶς ἀρετὲς καὶ γιὰ τὴν ἀσκητική του ζωή.
Ἐπειδὴ ὅμως ἔφθασε σὲ ὕψιστα σημεῖα ἀρετῆς καὶ τὸν τιμοῦσαν ὅλοι, ἀποφάσισε νὰ φύγει καὶ πῆγε στὸν Ἄθωνα κοντὰ σὲ ἕνα γέρο ἀσκητὴ ὑπακούοντας σὲ αὐτὸν μὲ μεγάλη ταπεινοφροσύνη.
Ἐν συνεχείᾳ μετὰ ἀπὸ Θεία ἀποκάλυψη, ἔφυγε ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πῆγε στὰ ἐνδότερά του Ἁγίου Ὄρους. Ἐκεῖ μετὰ ἀπὸ πολλὲς παρακλήσεις τοῦ αὐτοκράτορα Νικηφόρου Φωκᾶ, μὲ τὸν ὁποῖο γνωρίζονταν, ἔχτισε ἕναν ναὸ πρὸς τιμὴν τῆς Παναγίας. Ἐπίσης ἔφτιαξε πολλὰ κελιὰ γιὰ τοὺς μοναχούς. Μετὰ λοιπὸν ἀπὸ πολλοὺς κόπους καὶ θυσίες, δημιούργησε τὴν ἱερὰ Μονὴ τῆς Μεγίστης Λαύρας, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἀρχαιότερη μονὴ στὸ Ὄρος καὶ τιμᾶται ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου.
Ἐξεδήμησε πρὸς Κύριον κατὰ τρόπο μαρτυρικό. Συγκεκριμένα ὑπῆρχε ἀνάγκη νὰ μετασκευαστεῖ ἡ ὀροφὴ τοῦ Ναοῦ τῆς Μονῆς. Ὁ Ὅσιος, ἂν καὶ σὲ μεγάλη ἡλικία, ἀνέβηκε καὶ αὐτὸς μαζὶ μὲ ἄλλους ἀδελφούς της μονῆς γιὰ νὰ κάνουν τὸ ἔργο. Ἡ ὀροφὴ ὅμως κατέρρευσε καὶ καταπλάκωσε τὸν Ὅσιο μαζὶ μὲ τοὺς ὑπόλοιπους ἀδελφούς.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ'. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν ἐν σαρκὶ ζωήν σου κατεπλάγησαν, Ἀγγέλων τάγματα, πῶς μετὰ σώματος, πρὸς ἀοράτους συμπλοκάς, ἐχώρησας ἀοίδιμε, καὶ κατετραυμάτισας τῶν δαιμόνων τὰς φάλαγγας· ὅθεν Ἀθανάσιε, ὁ Χριστός σε ἠμείψατο πλουσίαις δωρεαῖς. Διὸ Πάτερ πρέσβευε, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τὸν ὑπέρλαμπρον λύχνον τὸν ἐν Ἄθῳ ἐκλάψαντα, τῆς ἀθανασίας τῇ αἴγλῃ διὰ βίου λαμπρότητος, τῆς πράξεως τὸν ὅρον τὸν σαφῆ, τὴν στήλην τῶν λαμπρῶν θεωριῶν, Ἀθανάσιον ὑμνήσωμεν, τὸν κλεινόν, ἀπὸ ψυχῆς καραυγάζοντες· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ φωταυγοῦντι διὰ σοῦ, τοῦ Ὄρους τὰ συστήματα.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Χριστοῦ τὸ ζυγόν, λαβὼν Ἀθανάσιε, καὶ σοῦ τὸν σταυρόν, ἐπ’ ὤμων ἀράμενος, μιμητὴς πανάριστος, τῶν αὐτοῦ παθημάτων γέγονας, κοινωνός τε τῆς δόξης αὐτοῦ, τῆς θείας μετέχων καὶ ἀλήκτου τρυφῆς.

Ἔτερον κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ'. Τὴ ὑπερμάχω.
Ὡς τῶν Ὁσίων κοινωνὸν καὶ τύπον ἄριστον
Καὶ τῶν ἐν Ἄθῳ ὁδηγὸν καὶ προεξάρχοντα
Άνυμνοῦμέν σε οἱ δοῦλοί σου, θεοφόρε.
Ἀλλ’ ὡς ἔχων παρρησίαν πρὸς τὸν Κύριον
Ἐκ ποικίλων συμφορῶν ἡμᾶς ἀπάλλαξον
Τοὺς βοῶντάς σοι· Χαίροις Πάτερ Ἀθανάσιε.

Μεγαλυνάριον.
Τὸν τῆς ἡσυχίας θεῖον πυρσόν, καὶ τῶν ἐν τῷ Ἄθῳ, Μοναζόντων καθηγητήν, τὸν τὰς πανουργίας, ἐχθροῦ νενικηκότα, ὑμνήσωμεν συμφώνως, νῦν Ἀθανάσιον. 
 


Τετάρτη 6 Ιουλίου

Ὁ Ὅσιος Σισώης ὁ Μέγας

Ἔλαμψε μὲ τὴν πνευματική του σύνεση, τὴν ταπεινοφροσύνη, τὴν φιλαδελφία καὶ τὸ ἐνδιαφέρον του στὸ νὰ ἐπιστρέψει καὶ ἕναν μόνο ἁμαρτωλό.
Μεταξὺ τῶν ἀσκητῶν ἀναδείχτηκε ὀνομαστὸς καὶ μέγας, ἀθλητὴς τῆς πρώτης γραμμῆς, τύπος ἐγκράτειας, ἀλλὰ καὶ ψυχὴ ποὺ προσευχόταν γιὰ δικαίους καὶ ἀδίκους, πλούσιους καὶ φτωχούς, ἄρχοντες καὶ ἰδιῶτες, κληρικοὺς καὶ λαϊκοὺς καὶ γενικὰ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Στὴν γῆ ἦταν, ἀλλὰ ἡ ζωή του ἦταν οὐράνια. Ὑψωμένος πάνω ἀπὸ τὴ σάρκα, ποὺ χαλιναγωγοῦσε τέλεια μὲ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὴν θεία κοινωνία τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ μνήμη του μένει ὑπόδειγμα σὲ ὅσους θέλουν τὴν ἀσκητικὴ ζωή, γιὰ νὰ εἶναι γνήσιοι καὶ πραγματικοὶ ἀσκητές, ὄχι μόνο μὲ τὴν ἀντοχὴ τοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση καὶ τὴ λάμψη τῆς ἀρετῆς.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
 


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλάγιος α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἐκ παιδὸς γεωργήσας ζωὴν τὴν κρείττονα, τῶν κατ’ αὐτῆς ἐνεπλήσθης θεουργικῶν ἀγαθῶν, τῶν Ἀγγέλων μιμητὰ Σισώη Ὅσιε· ὅθεν ὡς ἥλιος λαμπρός, ἀπαυγάζεις τηλαυγῶς, ἐν ὥρᾳ τῆς σῆς ἐξόδου, δηλοποιῶν τὴν σὴν δόξαν, καὶ καταλάμπων τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐν ἀσκήσει ἄγγελος ἐν γῇ ὡράσθης, καταυγάζων Ὅσιε, τὰς διανοίας τῶν πιστῶν, θεοσημείαις ἑκάστοτε· ὅθεν σε πάντες, Σισώη γεραίρομεν.

Μεγαλυνάριον.
Νέκρωσιν Σισώη ζωοποιόν, παθῶν τῇ ἐκδύσει, ἐνδυσάμενος ὁλικῶς, νεκροὺς ὡς ἐξ ὕπνου, τῷ ἱερῷ σου λόγῳ, ἐξήγειρας νεκρώσας, τὸν παναλάστορα.
 

Οἱ Ἅγιοι Λουκία ἡ Παρθενομάρτυς καὶ Ρῆξος Βικάριος οἱ Μάρτυρες ποὺ μαρτύρησαν στὴν Κομπανία

Ἡ Ἁγία Λούκια, συνελήφθη ἀπὸ τὸν Ρῆξο Βικάριο, ποὺ τὴν ἀνάγκαζε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα καὶ νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Ἡ Λούκια ὄχι μόνο δὲν πείστηκε, ἀλλὰ ὁδήγησε στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ τὸν Ρῆξο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο, ἀξιώθηκε μεγάλων τιμῶν καὶ ἐγκαταστάθηκε σὲ ἕνα ἥσυχο σπίτι, ὅπου καταγινόταν μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴ νηστεία. Παρακάλεσε δὲ τὸν Ρῆξο νὰ πάει στὴν Κομπανία τῆς Ἰταλίας καὶ νὰ μαρτυρήσει ἐκεῖ γιὰ τὸν Χριστό. Ὁ δὲ Ρῆξος, ἀφοῦ ἐγκατέλειψε γυναῖκα, παιδιά, πλοῦτο καὶ ὅλη τὴν κοσμικὴ δόξα, ἀναχώρησε μὲ τὴν Ἁγία.
Στὴν πόλη αὐτὴ συνελήφθησαν καὶ οἱ δυό. Μπροστὰ στὸν ἡγεμόνα ὁμολόγησαν μὲ θάρρος τὸν Χριστὸ καὶ γι’ αὐτὸ ἀποκεφαλίστηκαν.
Μαζί τους ἀποκεφαλίστηκαν καὶ πολλοὶ ἄλλοι Ἅγιοι Μάρτυρες.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

 


 


Πέμπτη 7 Ιουλίου

Ἡ Ἁγία Κυριακή ἡ Μεγαλομάρτυς

Ἦταν κόρη τοῦ Δωροθέου καὶ τῆς Εὐσεβίας. Αὐτοὶ ἦταν ἄτεκνοι καὶ παρακαλοῦσαν τὸν Θεὸ νὰ τοὺς δώσει παιδί. Πράγματι, ὁ Θεὸς εὐδόκησε, καὶ τὸ χριστιανικὸ αὐτὸ ζευγάρι, ἀπέκτησε παιδί. Γεννήθηκε ἡμέρα Κυριακή, γι’ αὐτὸ καὶ τῆς ἔδωσαν τὸ ὄνομα Κυριακή.
Κατὰ τὸν διωγμὸ τοῦ Διοκλητιανοῦ, οἱ γονεῖς της συνελήφθησαν καὶ μετὰ ἀπὸ ἀνάκριση βασανίστηκαν καὶ ἀποκεφαλίστηκαν ἀπὸ τὸ δοῦκα Ἰοῦστο. Ἡ δὲ Κυριακὴ παραπέμφθηκε στὸν Καίσαρα Μαξιμιανό, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὸν ἄρχοντα Βιθυνίας Ἰλαριανό, ὁ ὁποῖος τῆς ὑπενθύμισε ὅτι ἡ ὀμορφιά της εἶναι γιὰ ἀπολαύσεις καὶ ὄχι γιὰ βασανιστήρια. Τότε ἡ παρθένος κόρη τοῦ ἀπάντησε: «Οὔτε στὴ νεότητά μου, οὔτε στὴν ὀμορφιά μου δίνω τὴν παραμικρὴ προσοχή. Καὶ τὰ λαμπρότερα ἀπὸ τὰ ἐπίγεια πράγματα εἶναι προσωρινά ὅπως τὰ ἄνθη καὶ κούφια ὅπως οἱ σκιές. Σήμερα, ἔπαρχε, εἶμαι ὄμορφη, αὔριο μιὰ ἄσχημη γριά. Νὰ κάνω, λοιπόν, κέντρο τῆς ζωῆς μου τὴν ὀμορφιά μου; Τὴν ἀξία της, ὅμως, τὴ γνώρισα στὶς ρυτίδες, ποὺ τὴν περιμένουν καὶ στὸν τάφο ποὺ τὴν καλεῖ. Νόμισες, λοιπόν, ὅτι θὰ κάνω τὴν τερατώδη ἀνοησία, νὰ χάσω τὴν αἰώνια λαμπρότητα γιὰ νὰ μείνω λίγο περισσότερο στὴ γῆ; Γι’ αὐτὸ στὸ ξαναλέω, ἔπαρχε: εἶμαι καὶ θὰ εἶμαι στὴ ζωὴ καὶ στὸ θάνατο χριστιανή».
Ἐξοργισμένος ὁ Ἰλαριανός, σκληρὰ τὴν βασάνισε καὶ διέταξε νὰ τὴν ἀποκεφαλίσουν. Ἄλλα πρὶν πέσει ἡ σπάθη, προσευχόμενη παρέδωσε τὸ πνεῦμα της στὸν Κύριο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Κυρίων τὸν Κύριον, καὶ Βασιλέα Χριστόν, ἐξ ὅλης ἠγάπησας, Κυριακή τῆς ψυχῆς, καὶ χαίρουσα ἤθλησας· ὅθεν Παρθενομάρτυς, παρ’ αὐτοῦ δοξασθεῖσα, βρύεις τοὶς σὲ τιμῶσιν, ἰαμάτων τὴν χάριν, τοῖς πᾶσιν αἰτουμένη, πταισμάτων συγχώρησιν.

Κοντάκιον Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Ἡ Μάρτυς Χριστοῦ, ἡμᾶς συνεκαλέσατο, τοὺς ἄθλους αὐτῆς, τοὺς θείους καὶ παλαίσματα, ἐγκωμίοις ᾆσαι νῦν· φερωνύμως γὰρ αὕτη πέφηνεν, ὡς ἀνδρεία τῷ φρονήματι, κυρία νοός τε καὶ παθῶν ἀπρεπῶν.

Μεγαλυνάριον.
Κύριον ποθοῦσα Κυριακή, τὸν ὡραῖον κάλλει, παρὰ πάντας τοὺς γηγενεῖς, τούτῳ ἐνυμφεύθης, ἀθλητικοῖς ἀγῶσιν, ὡς Μάρτυς Ἀθληφόρος, καὶ καλλιπάρθενος.
   


Παρασκευή 8 Ιουλίου

Ὁ Ἅγιος Προκόπιος ὁ Μεγαλομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Προκόπιος, ἔζησε καὶ μεγάλωσε τὰ χρόνια ποὺ αὐτοκράτορας τῶν Ρωμαίων ἦταν ὁ Διοκλητιανός. Ὁ πατέρας του, ὁ Χριστοφόρος, ἦταν εὐσεβὴς ἄνθρωπος, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν μητέρα του ποὺ πίστευε στὰ εἴδωλα. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πατέρα του, ἡ μητέρα του τὸν πῆγε στὸν αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος τὸν ἔκανε ἡγεμόνα τῆς πόλης τῶν Ἀλεξανδρέων καὶ τοῦ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ καταδιώκει καὶ νὰ βασανίζει τοὺς χριστιανούς.
Ἔτσι ὁ Προκόπιος ξεκίνησε γιὰ τὴν Ἀλεξάνδρεια. Κατὰ τὴν πορεία του ὅμως, ξαφνικὰ ἄρχισαν νὰ πέφτουν ἀστραπὲς καὶ βροντὲς καὶ ταυτόχρονα ἄκουσε φωνὴ νὰ τὸν καλεῖ μὲ τὸ ὄνομά του, ποὺ τὸν ἀπειλοῦσε μὲ θάνατο ἐπειδὴ θὰ κατεδίωκε τοὺς χριστιανοὺς καὶ ταυτόχρονα καὶ τὸν Ἀληθινὸ Θεό. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονὸς ὁ Προκόπιος παρακάλεσε Ἐκεῖνον ποὺ τοῦ μιλάει νὰ τοῦ φανερωθεῖ περισσότερο γιὰ νὰ δεῖ ποιὸς εἶναι. Τότε ἐμφανίστηκε μπροστὰ του ἕνας Σταυρὸς ἀπὸ κρύσταλλο καὶ ἀκούστηκε μία φωνὴ νὰ τοῦ λέει: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Ἐσταυρωμένος Υἱὸς τοῦ Θεοῦ». Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ θαῦμα πίστευσε καὶ ἔγινε χριστιανός.
Λίγο ἀργότερα ἐπιστρέφοντας ἀπὸ νικηφόρα ἀποστολὴ κατὰ τῶν Σαρακηνῶν, ἡ μητέρα του προσπάθησε νὰ τὸν πείσει νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Κατάλαβε ὅμως ὅτι εἶχε γίνει χριστιανὸς καὶ τὸν πρόδωσε στὸν αὐτοκράτορα. Ἐκεῖνος διέταξε τὸν ἡγεμόνα τῆς Καισαρείας Οὔλκιο νὰ τὸν ἀνακρίνει. Αὐτὸς τὸν χτύπησε πολὺ μέχρι λιποθυμίας καὶ μετὰ τὸν ἔκλεισε στὴν φυλακή. Μὲ τὴν χάρη τοῦ Κυρίου ὅμως οἱ πληγὲς ἐπουλώθηκαν καὶ ἀπελευθερώθηκε ἀπὸ τὰ δεσμά.
Στὴν συνέχεια ὁδηγήθηκε στὸ ναὸ τῶν εἰδώλων ὅπου μὲ τὴν προσευχή του κατάφερε καὶ συνέτριψε τὰ εἴδωλα. Τὸ θαῦμα αὐτὸ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ πιστεύσουν σὲ αὐτὸν πολλοὶ, ἀνάμεσά τους καὶ ἡ μητέρα του. Ἀμέσως δόθηκε ἐντολὴ νὰ ἀποκεφαλιστοῦν ὅλοι ὅσοι εἶχαν πιστεύσει. Μετὰ ἀπὸ αὐτό, δόθηκε ἐντολὴ νὰ γίνουν φρικτὰ βασανιστήρια στὸν Προκόπιο. Ὁ Ἅγιος ὑπέμενε μὲ πάρα πολὺ μεγάλη καρτερία ὅλα αὐτὰ καὶ μάλιστα κατάφερνε νὰ τὰ ξεπερνάει μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ.
Τέλος δόθηκε ἐντολὴ νὰ τὸν ἀποκεφαλίσουν καὶ ἔτσι παρέλαβε τὸ στεφάνι τῆς αἰωνίου ζωῆς.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἀγρευθεὶς οὐρανόθεν πρὸς τὴν εὐσέβειαν, κατηκολούθησας χαίρων ὥσπερ ὁ Παῦλος Χριστῷ, τῶν Μαρτύρων καλλονὴ Μάρτυς Προκόπιε· ὅθεν δυνάμει τοῦ Σταυροῦ, ἀριστεύσας εὐκλεῶς, κατῄσχυνας τὸν Βελίαρ· οὗ τῆς κακίας ἀτρώτους, σῶζε τοὺς πόθῳ σε γεραίροντας.

Κοντάκιον Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Τῷ ζήλῳ Χριστοῦ, τῷ θείῳ πυρπολούμενος, καὶ τῇ τοῦ Σταυροῦ, ἰσχύϊ συμφραξάμενος, τῶν ἐχθρῶν τὸ φρύαγμα, καὶ τὸ θράσος καθεῖλες Προκόπιε, καὶ τὴν Ἐκκλησίαν ὕψωσας, τῇ πίστει προκόπτων καὶ φωτίζων ἡμᾶς.

Μεγαλυνάριον.
Κλήσει οὐρανίῳ ἀκολουθῶν, φερωνύμως Μάρτυς, καὶ προκόπτων ἀθλητικῶς, σύμμορφος ἐδείχθης, τοῦ σοὶ καθαροθέντος, Προκόπιε θεόφρον, ἀθλήσας ἄριστα.
   


Σάββατο 9 Ιουλίου

Ὁ Ἅγιος Παγκράτιος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Ταυρομενίας

Καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια καὶ ἔζησε στὰ χρόνια τῶν Ἀποστόλων.
Νεαρὸς ἀκόμα, ἐπισκέφθηκε μὲ τοὺς γονεῖς του τὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου καὶ βαπτίσθηκε. Μετὰ τὸ θάνατο τῶν γονέων του, ὁ Παγκράτιος θέλησε νὰ ἀφιερωθεῖ ὁλόψυχα στὸ Χριστὸ καὶ στὴ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου Του.
Πῶς, ὅμως, θὰ γινόταν αὐτό, μὲ τέτοια περιουσία ποὺ κληρονόμησε ἀπὸ τοὺς γονεῖς του; Τὴν λύση βρῆκε στὰ ἴδια τὰ λόγια τοῦ Κυρίου: «εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὑπάγε πώλησάν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοίς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι». Ἐὰν δηλαδή, θέλεις νὰ εἶσαι τέλειος, πήγαινε, πώλησε τὰ ὑπάρχοντά σου καὶ μοίρασέ τα στοὺς φτωχούς, καὶ θὰ ἔχεις θησαυρὸ στοὺς οὐρανούς. Καὶ ἔλα νὰ μὲ ἀκολουθήσεις.
Πράγματι, ὁ Παγκράτιος ἀπελευθέρωσε τοὺς δούλους, μοίρασε ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς φτωχούς, καὶ ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε βιοτικὴ μέριμνα, ἀφιερώθηκε στὴ διάδοση τοῦ Εὐαγγελικοῦ λόγου. Ἀκολούθησε τὸν Ἀπόστολο Πέτρο στὴν Ἀντιόχεια, καὶ στὴν Κιλικία συνάντησε τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος τὸν ἔκανε ἐπίσκοπο Ταυρομενίου στὴ Σικελία.
Στὸ ἀξίωμα αὐτὸ ἀναδείχθηκε τέλειος ποιμένας, διδάσκοντας καὶ διακονώντας μὲ ἀγάπη καὶ ἀρετὴ τὸ ποίμνιό του. Προσήλκυσε διὰ τοῦ κηρύγματός του πλῆθος λαοῦ στὸ φῶς τῆς θεογνωσίας, ἀκόμα καὶ αὐτὸν τὸν ἡγεμόνα τοῦ τόπου Βονιφάτιο.
Ἐπίσης ἵδρυσε στὴν πόλη αὐτὴ καὶ ἱερὸ ναό. Ὅμως, οἱ Ἰουδαῖοι καὶ οἱ εἰδωλολάτρες, βλέποντας μὲ φθόνο τὸ εὐαγγελικὸ ἔργο τοῦ Παγκρατίου, τὸν σκότωσαν, ἐνῷ ἐκεῖνος προσευχόταν γι’ αὐτούς.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ'. Θείας πίστεως.
Κράτος ἔνθεον, ἠμφιεσμένος, ἐκ τῆς χάριτος, τοῦ Κορυφαίου, Ἀποστόλων ζηλωτὴς ἐχρημάτισας· καὶ ταῖς ῥοαῖς τῶν αἱμάτων Παγκράτιε, τὴν ἱερὰν διπλοΐδα ἐφοίνιξας. Πάτερ Ὅσιε Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Εἰληφὼς Παγκράτιε, ὡς Ἀποστόλων ὁμόπνους, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὰς μυστικὰς ἐνεργείας, ἔλαμψας, θεογνωσίαν τοὶς ἐν τῇ Δύσει· ἤλασας, τῆς ἀθεΐας τὴν σκοτομήνην, καὶ νομίμως ἐναθλήσας, πρὸς φέγγος ἤρθης, τῆς ἀνεσπέρου ζωῆς.

Μεγαλυνάριον.
Κράτει Παντοκράτορος κραταιῷ, δαιμόνων τὸ κράτος, ἐξενεύρισας ἰσχυρῶς καὶ θαυμάτων κράτει, κρατήσας τῶν ἐν πλάνῃ, Παγκράτιε ἐν κράτει, Μαρτύρων ἔστεψαι..
 
 

Επιμέλεια-Διανομή: Καθεδρικός Ι.Ν. Παναγίας Φανερωμένης Χολαργού
Design : ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ
Εάν δεν επιθυμείτε να λαμβάνετε το Ενημερωτικό, παρακαλούμε πατήστε εδώ
Εάν λαμβάνετε το Ενημερωτικό περισσότερες από μία φορά, παρακαλούμε πατήστε εδώ